ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-304/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 ( 1 ), που καθορίζει την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, ορίζει μεταξύ άλλων ότι το Ταμείο μετέχει στη χρηματοδότηση ενεργειών [ προγραμμάτων ] επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικού προσανατολισμού. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η συνδρομή του Ταμείου μπορεί να παρέχεται για προγράμματα τα οποία πραγματοποιούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πολιτικής που ασκούν τα κράτη αυτά στην αγορά εργασίας.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, η συνδρομή του Ταμείου μπορεί να παρασχεθεί για να διευκολυνθεί η απασχόληση των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών και ιδιαίτερα εκείνων για τους οποίους οι δυνατότητες εξευρέσεως απασχολήσεως είναι ιδιαίτερα μειωμένες λόγω ελλείψεως επαγγελματικής καταρτίσεως ή λόγω ανεπαρκούς καταρτίσεως, καθώς και όσων είναι ήδη επί μακρό χρονικό διάστημα άνεργοι.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 ( 2 ), καθορίζει τα είδη των δαπανών για τις οποίες μπορεί να χορηγείται οικονομική συνδρομή εκ μέρους του Ταμείου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έξοδα προετοιμασίας, λειτουργίας και διευθύνσεως των προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως.
Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 1:
« Η έγκριση αίτησης που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της απόφασης 83/516/ΕΟΚ συνεπάγεται την προκαταβολή του 50% της χορηγούμενης συνδρομής κατά την ημερομηνία που έχει προβλεφθεί για την έναρξη των ενεργειών. Όταν η ημερομηνία αυτή προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης της εγκριτικής απόφασης, η καταβολή πραγματοποιείται αμέσως μετά την απόφαση. »
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 5:
« Οι αιτήσεις για την προκαταβολή του υπολοίπου περιέχουν λεπτομερή έκθεση για το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις χρηματοδοτικές πλευρές της σχετικής ενέργειας. Το κράτος μέλος βεβαιώνει την πραγματική και λογιστική ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής. »
Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ιδίου κανονισμού:
« 1.
Όταν η συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
2.
Τα καταβληθέντα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την απόφαση έγκρισης αναζητούνται ( ... ) »
To άρθρο 1 της αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, για τη διαχείριση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ( 3 ), προβλέπει ιδίως ότι οι αιτήσεις για συνδρομή πρέπει να υποβάλλονται με ειδικό έντυπο και ότι οι αιτήσεις που δεν ανταποκρίνονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν γίνονται δεκτές.
Από το προαναφερθέν έντυπο προκύπτει ότι η αίτηση συνδρομής του Ταμείου υποβάλλεται στο όνομα του οικείου κράτους μέλους από έναν οργανισμό δημοσίου δικαίου, συνήθως από εκείνον ο οποίος μετέχει στη χρηματοδότηση του σχεδίου. Ο οργανισμός αυτός υποβάλλει το σχετικό αίτημα υπέρ του φορέα ο οποίος θα λάβει τελικά την αιτούμενη συνδρομή.
Δυνάμει του άρθρου 5:
« Όταν ενέργεια για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση για συνδρομή ή έχει χορηγηθεί συνδρομή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εν μέρει, το κράτος μέλος ειδοποιεί αμελλητί την Επιτροπή. »
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΓΕΚΤ) στη Λισσαβώνα υπέβαλε εξ ονόματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και υπέρ της προσφεύγουσας εταιρίας δύο αιτήσεις συνδρομής εκ μέρους του Ταμείου για το οικονομικό έτος 1987. Από το σχετικό έντυπο που χρησιμοποιήθηκε προκύπτει ότι τα εκπαιδευτικά προγράμματα για τα οποία ζητήθηκε η συνδρομή βασίζονταν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 83/516 και αφορούσαν αντίστοιχα νέους κάτω των 25 ετών και άτομα άνω των 25 ετών.
Τα σχέδια αυτά, οι φάκελοι των οποίων έλαβαν τους αριθμούς 870708/Ρ1 και 870708/Ρ3, έγιναν δεκτά με τις αποφάσεις της Επιτροπής C( 860) της 13ης Απριλίου 1987 και C(670) της 31ης Μαρτίου 1987 αντιστοίχως, με ορισμένες τροποποιήσεις σχετικά με το ύψος της συνδρομής, που καθορίστηκε σε 80857968 και 37582730 εσκούδα (ESC) αντιστοίχως, καθώς και σχετικά με τον αριθμό των εκπαιδευομένων.
Τα εγκεκριμένα μαθήματα άρχισαν στις 15 Ιουνίου 1987.
Σε εγκύκλιο του ΓΕΚΤ, με ημερομηνία 8 Ιουνίου 1987, την οποία έλαβε η προσφεύγουσα στις 29 Ιουνίου 1987, αναφέρεται ότι:
« Στην εγκύκλιο 5/ΓΕΚΤ/87 σημειώσαμε ότι, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεώρησε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η διάρκεια της εκπαιδεύσεως είναι υπερβολική σε σχέση με τα προγράμματα των μαθημάτων, ζητήσαμε από τις Βρυξέλλες να μας δώσουν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τη διάρκεια που θα έπρεπε να έχουν τα προγράμματα αυτά.»
Μόλις ελάβαμε την απάντηση της διευθύνσεως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου της Επιτροπής. Η απάντηση αυτή, στην οποία πρέπει να συμμορφωθούν οι δικαιούχοι της συνδρομής οργανισμοί, είναι η εξής:
« Κατά την εξέταση για το αν είναι επιλέξιμες [αν μπορούν να εγκριθούν] οι πορτογαλικές αιτήσεις συνδρομής για το έτος 1987 (... ) το πρόβλημα για τη διοίκηση του ΕΚΤ ήταν η αποφυγή της χρηματοδοτήσεως, ως εάν επρόκειτο για κατάρτιση, περιόδων επαγγελματικής μαθητείας υπερβολικά μακρών σε σχέση με τα οικεία είδη επαγγελμάτων. Η λύση που προτιμήθηκε είναι η μείωση των περιόδων αυτών σε χρονικό διάστημα ίσο προς τη διάρκεια της θεωρητικής διδασκαλίας, θεωρώντας ως δευτερεύον το μέρος της πρακτικής διδασκαλίας το οποίο υπερβαίνει το σύνολο των ωρών θεωρητικής διδασκαλίας.
Εφιστάται η προσοχή σας ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η ανωτέρω αναφερόμενη γενική μεθοδολογία αφορά μόνο τους φακέλους υπέρ των νέων. Επομένως, δεν προβλέπεται μείωση των ωρών διδασκαλίας που προτείνονται στους φακέλους σχετικά με τα προγράμματα υπέρ των ενηλίκων άνω των 25 ετών. »
Η τελική αίτηση περί καταβολής του υπολοίπου της συνδρομής υποβλήθηκε τον Οκτώβριο του 1988 στο ΓΕΚΤ συγχρόνως με έκθεση ποσοτικής και ποιοτικής εκτιμήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83.
Επ' αυτού η Επιτροπή έλαβε δύο αποφάσεις που κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα στις 13 Σεπτεμβρίου 1989. Όσον αφορά τον φάκελο 870708/Ρ1, η Επιτροπή έκρινε ότι:
« Μετά από εξέταση της αιτήσεως περί καταβολής του υπολοίπου της συνδρομής όσον αφορά τον ανωτέρω φάκελο, οι υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου παρατήρησαν την ύπαρξη ενός ποσού 63450244 ESC μη δυνάμενων να εγκριθούν εξόδων, αντιστοιχούντων στα σημεία 14.1, 2, 3, 5 και 6 του σχετικού εντύπου, καθόσον ο κανόνας της ισότητας μεταξύ των ωρών πρακτικής και θεωρητικής διδασκαλίας δεν τηρήθηκε, ενώ ορισμένες κατ' ιδίαν δαπάνες είναι ανεξήγητα υψηλές. Συνεπώς, βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 2950/83, η συνδρομή του Ταμείου δεν μπορεί να είναι ανώτερη των 41592218 ESC. »
Όσον αφορά τον φάκελο 870708/Ρ3, η Επιτροπή αποφάσισε ότι:
« Μετά από εξέταση της αιτήσεως περί καταβολής του υπολοίπου της συνδρομής όσον αφορά τον ανωτέρω φάκελο, οι υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου παρατήρησαν την ύπαρξη ενός ποσού 23713486 ESC μη δυνάμενων να εγκριθούν δαπανών, που αντιστοιχούν στα σημεία 14.2, 3, 5 και 6 του σχετικού εντύπου, καθόσον οι αντίστοιχες μεμονωμένες δαπάνες είναι ανεξήγητα υψηλές.
Συνεπώς, βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 2950/83, η συνδρομή του Ταμείου δεν μπορεί να είναι ανώτερη των 21291476 ESC. »
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Οκτωβρίου 1989, η προσφεύγουσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως κατ' αυτών των δύο απορριπτικών αποφάσεων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1990, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Κανονισμού Διαδικασίας και προχώρησε στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσαζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις αποφάσεις που κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα στις 13 Σεπτεμβρίου 1989, βάσει των οποίων κρίθηκαν ως μη δυνάμενες να εγκριθούν δαπάνες συνολικού ύψους 63450244 και 23713486 ESC στο πλαίσιο της εκτελέσεως των σχεδίων 870708/Ρ1 και 870708/Ρ3 αντιστοίχως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Παραδεκτό
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, αν και απευθύνονται στο Πορτογαλικό Κράτος, την αφορούν άμεσα και ατομικά, αναφέρονται δε ατομικά σ' αυτήν οι αποφάσεις περί αποδοχής ή μειώσεως των αιτήσεων συνδρομής την αφορούν άμεσα και ατομικά.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίδικες αποφάσεις που απευθύνονται στο εν λόγω κράτος μέλος αφορούν άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, ως φορέα υπέρ του οποίου ζητείται η συνδρομή του Ταμείου.
Β — Επί της ουσίας
1. Ελλειψη αιτιολογίας
Κατά την προσφεύγουσα, οι επίδικες αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες, υπό την έννοια ότι από την αιτιολογία τους δεν προκύπτουν καθαρά και με σαφήνεια οι λόγοι στους οποίου στηρίζονται οι πράξεις αυτές ( 4 ).
Επιπλέον, είναι σαφές ότι οι μειώσεις που επιβλήθηκαν έγιναν για άλλους λόγους (για παράδειγμα, ποσά που ζητήθηκαν δύο φορές, έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, κ.λπ. ) που δεν προκύπτουν από την αιτιολογία των επιδίκων αποφάσεων. Επομένως, η αποτελούσα το έρεισμα των αποφάσεων αιτιολογία είναι ανεπαρκής.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Ταμείου, οι σχετικές με τις χρηματικές συνδρομές αποφάσεις απευθύνονται στο οικείο κράτος μέλος, το οποίο μπορεί να ζητεί τις απαραίτητες διευκρινίσεις. Η αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτιμάται εντός αυτού του πλαισίου. Η Επιτροπή παραπέμπει, ιδίως, στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990 ( 5 ) προς στήριξη της απόψεως της ότι οι αποφάσεις πρέπει να εκτιμώνται όχι μόνο με βάση το γράμμα τους, αλλά και σε συσχετισμό με το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, καθώς και με το σύνολο των σχετικών νομικών κανόνων.
Εξάλλου, από τις επίδικες αποφάσεις, που είναι απλές πράξεις διαχειρίσεως, προκύπτει η ύπαρξη σαφών και αναμφισβήτητων δαπανών μη δυνάμενων να εγκριθούν. Προκύπτει επίσης η προέλευση αυτών των δαπανών. Η αναφορά σε σημεία του αρχικού εντύπου δείχνει με σαφήνεια ότι πρόκειται για δαπάνες σχετικές με τα εν λόγω σημεία. Με άλλα λόγια, από τη σύγκριση μεταξύ των ποσών που αναφέρονται στο έντυπο της αιτήσεως παροχής συνδρομής και των αντιστοίχων ποσών τα οποία περιλαμβάνονται στο έντυπο της αιτήσεως καταβολής του υπολοίπου ποσού συνάγεται καθαρά η προέλευση των καθαρών ποσών των μη δυνάμενων να εγκριθούν δαπανών. Εξάλλου, οι επίδικες αποφάσεις αναφέρουν ρητά τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι μειώσεις, ήτοι το γεγονός ότι δεν έγινε μείωση των δαπανών ανάλογη με τη μείωση των ωρών διδασκαλίας και η μη τήρηση των όσων προβλέπονταν στην πρόταση. Επομένως, το Δικαστήριο είναι σε θέση να ελέγξει το νόμιμο των αποφάσεων εξετάζοντας το σύνολο των σχετκών εγγράφων. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των παρεμβάσεων του Ταμείου σε ολόκληρη την Κοινότητα, πάρα πολλές αποφάσεις του είδους αυτού πρέπει να λαμβάνονται σε πολύ περιορισμένα χρονικά όρια.
Η Επιτροπή θεωρεί επομένως ότι η αρχή που έγινε δεκτή με την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965 ( 6 ), κατά την οποία:
«η ακρίβεια των αιτιολογιών μιας τέτοιας αποφάσεως πρέπει να είναι ανάλογη προς τις δυνατότητες και τις τεχνικές συνθήκες ή την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ληφθεί »,
μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί εν προκειμένω και ότι ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμος.
2. Το γεγονός ότι δεν ακούστηκε προηγουμένως το κράτος μέλος
Κατά την προσφεύγουσα, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83 προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να δίδει στο αναφερόμενο στο εν λόγω άρθρο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του προτού λάβει απόφαση περί μειώσεως της συνδρομής. Σκοπός αυτής της διαδικασίας της προηγουμένης διαβουλεύσεως είναι να εξασφαλίζεται ο αναγκαίος ενδελεχής έλεγχος και ορισμένη περίσκεψη, δεν πρέπει δε να συγχέεται με τη διαδικασία της μεταγενέστερης διαβουλεύσεως μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται διάσταση απόψεων μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής. Από την ανακοίνωση του ΓΕΚΤ προκύπτει ότι οι υπηρεσίες του Ταμείου έλαβαν τις επίδικες αποφάσεις χωρίς να ακούσουν την άποψη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, κατά παράβαση των όσων ρητά ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στο κράτος μέλος, το οποίο, γνωρίζοντας τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83, μπορούσε να ζητήσει κάθε απαραίτητη διευκρίνιση προτού τις κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα. Στην περίπτωση αυτή, θα άρχιζε νέο στάδιο διαβουλεύσεων με τις υπηρεσίες του Ταμείου, μετά το πέρας των οποίων το Ταμείο μπορούσε είτε να εμμείνει στην απόφαση του, είτε να την τροποποιήσει. Όμως το Πορτογαλικό κράτος δεν ζήτησε διευκρινίσεις, αλλ' αντιθέτως δέχθηκε ρητά τις αποφάσεις περί μειώσεως και τις κατέστησε οριστικές κοινοποιώντας τις στην ενδιαφερόμενη εταιρία.
3. Παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αποφάσισε a posteriori να εφαρμόσει για τα εν λόγω εκπαιδευτικά προγράμματα έναν κανόνα ισότητας μεταξύ του αριθμού των ωρών θεωρητικής καταρτίσεως και των ωρών πρακτικής καταρτίσεως. Διατείνεται ότι έλαβε την προαναφερθείσα εγκύκλιο του ΓΕΚΤ στις 25 Ιουνίου 1987, ενώ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είχε ήδη αρχίσει. Πράγματι, είχε ήδη περατωθεί η επιλογή, η κατάρτιση των συμβάσεων με τους μαθητευόμενους και ο προγραμματισμός των μαθημάτων. Τα μαθήματα είχαν αρχίσει από τις 15 Ιουνίου. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω γενικού περιεχομένου εγκύκλιος δεν εξηγούσε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή θεώρησε σε ορισμένες περιπτώσεις ότι η διάρκεια των μαθημάτων ήταν υπερβολική ή το κριτήριο που χρησιμοποίησε για να εξετάσει τη δυνατότητα εγκρίσεως των πορτογαλικών αιτήσεων χορηγήσεως συνδρομής για το 1987.
Η μείωση των ωρών θεωρητικής καταρτίσεως ύστερα από τις εγκριτικές αποφάσεις, παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθώς και τις αρχές της μη αναδρομικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ( 7 ) και του σεβασμού των υποκειμενικών εννόμων καταστάσεων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω εγκύκλιος, που επιβάλλει την εξίσωση της διάρκειας της θεωρητικής διδασκαλίας προς εκείνη της πρακτικής, κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα πριν από την έναρξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, οπότε ήταν δυνατό να εφαρμοστεί με κατάλληλη προσαρμογή των σχετικών προγραμμάτων. Η εν λόγω εγκύκλιος αφορούσε τα προγράμματα όλων των φορέων στους οποίους χορηγούνταν συνδρομές, περιλαμβανομένης της προσφεύγουσας.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν εξέφρασε σε εύθετο χρόνο την αντίθεσή της προς την απόφαση αυτή όπως μπορούσε.
Η Επιτροπή παρατηρεί επ' αυτού, επίσης, ότι ot διοργανωτές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 5 της προαναφερθείσας αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ, να επιφέρουν τις απαραίτητες τροποποιήσεις στο αρχικό σχέδιο, εφόσον τις γνωστοποιήσουν στις υπηρεσίες του Ταμείου και λάβουν από αυτές τη σχετική άδεια. Η Επιτροπή έχει την ίδια δυνατότητα, εφόσον κοινοποιήσει τις τροποποιήσεις αυτές στους δικαιούχους σε εύθετο χρόνο και εκείνοι δεν εκδηλώσουν την αντίθεση τους. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θίγεται ούτε η αρχή της ασφάλειας δικαίου ούτε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν παραβίασε τις γενικές αρχές του δικαίου και ότι ο σχετικός λόγος ακυρώσως στερείται ερείσματος.
4. Έλλειψη σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων
Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων, καθόσον με τις επίδικες αποφάσεις επιβλήθηκαν μειώσεις που υπερέβαιναν τη διαφορά μεταξύ του εγκεκριμένου και του πραγματικού κόστους. Επιβάλλοντας αναδρομικά τον κανόνα της ισότητας μεταξύ του αριθμού των ωρών πρακτικής και θεωρητικής καταρτίσεως η Επιτροπή προξένησε ζημία στην προσφεύγουσα, παραβιάζοντας κεκτημένα δικαιώματα.
Εξάλλου, για τις μειώσεις που επέβαλε η Επιτροπή με την εφαρμογή του ωρομισθίου για τα μαθήματα των ενηλίκων δεν ελήφθησαν υπόψη οι διαφορετικές πραγματικές και νομικές συνθήκες, καθόσον βάσει της εθνικής νομοθεσίας θα προβλέπονταν οπωσδήποτε διαφορετικές κλίμακες αμοιβών. Επιπλέον, η Επιτροπή έλαβε υπόψη μόνο 22,6 εβδομάδες μαθημάτων, ενώ η διάρκειά τους επρόκειτο να είναι 27 εβδομάδες.
Ακόμη, η προσφεύγουσα αμφισβητεί έντονα την ακρίβεια των άλλων πραγματικών λόγων που προκάλεσαν τις εν λόγω μειώσεις και που αφορούν την ύπαρξη στοιχείων από τα οποία καθίστατο δυνατή η εκτίμηση των δαπανών αυτών, τα όσα ισχυρίζεται και όσα αρνείται η προσφεύγουσα, ότι δηλαδή τα σχετικά ποσά ζητήθηκαν δύο φορές και ότι ορισμένες δαπάνες δεν εγκρίθηκαν.
Δεν υφίστανται δαπάνες που δεν είναι δεόντως αιτιολογημένες. Όλες οι υποβληθείσες προς έγκριση δαπάνες αντιστοιχούν σε έξοδα τα οποία κατατάσσονται ανάλογα με τη φύση τους και κατανέμονται στις αντίστοιχες θέσεις του προϋπολογισμού, συνοδεύονται δε από τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά έγγραφα των δαπανών διατηρούνται σε αρχείο, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τους δικαιούχους συνδρομής εκ μέρους του Ταμείου, και δεν αποστέλλονται στις Βρυξέλλες χωρίς ρητή αίτηση. Εν προκειμένω, η ύπαρξη και η ακρίβεια των σχετικών στοιχείων βεβαιώθηκε [από το ενδιαφερόμενο κράτος ] όπως ορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83. Ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες διενήργησαν έλεγχο, μετά τον οποίο έκριναν ότι τα στοιχεία αυτά ήταν στο σύνολό τους προσήκοντα.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η απόφαση περί εγκρίσεως της αιτήσεως συνδρομής γεννά μεν δικαιώματα, η συγκεκριμενοποίηση όμως αυτών των δικαιωμάτων εξακολουθεί να εξαρτάται από την τήρηση των όρων που θέτει αυτή η απόφαση, πράγμα το οποίο μπορεί να εξακριβωθεί μόνο μετά το τέλος των εγκεκριμένων προγραμμάτων καταρτίσεως. Επομένως, μόνον τότε μπορούν να καθοριστούν οι δυνάμενες να εγκριθούν τελικά δαπάνες.
Όσον αφορά την απαίτηση να εξισωθεί η διάρκεια της θεωρητικής και της πρακτικής καταρτίσεως, που αποφασίστηκε μετά την έγκριση της αιτήσεως χορηγήσεως συνδρομής, δεν πρόκειται για αναδρομική εφαρμογή. Η απαίτηση αυτή υφίστατο ήδη στην αρχή των μαθημάτων. Αυτό σημαίνει ότι είχε διατυπωθεί σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν απόλυτα δυνατή η διόρθωση της διάρκειας της πρακτικής καταρτίσεως, όπως εξάλλου έπραξαν οι υπόλοιποι διοργανωτές.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα είχε έμμεσα δεχθεί την απαίτηση αυτή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχε κεκτημένα δικαιώματα.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν προέβη σε καμία μείωση των δαπανών για την αμοιβή των ενηλίκων μετεχόντων στα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Όσον αφορά τις θεωρούμενες ως μη δυνάμενες να εγκριθούν δαπάνες, η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσφεύγουσα δεν επλήρωσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της κοινοτικής συνδρομής που καθορίζονταν στην οικεία εγκριτική απόφαση. Συναφώς, υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα έχει ήδη δεχθεί στα δικόγραφα της ότι είχε υποβάλει προς τελική έγκριση δαπάνες που υπερέβαιναν τα όρια που καθορίζονταν στην εγκριτική απόφαση, υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές αυτές οφείλονταν σε γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Όμως η Επιτροπή αγνοεί την ύπαρξη αυτών των γεγονότων και δεν είχε καμία νόμιμη υποχρέωση να τις γνωρίζει.
Υπενθυμίζει εντούτοις ότι η προσφεύγουσα είναι εκείνη η οποία βαρύνεται με την υποχρέωση γνωστοποιήσεως των τροποποιήσεων του αρχικού σχεδίου, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 5 της αποφάσεως 83/673. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν προέβη σε τέτοια γνωστοποίηση, δεν μπορεί να επωφεληθεί από δική της παράβαση.
Όσον αφορά τις μη δυνάμενες να εγκριθούν δαπάνες λόγω ελλείψεως δικαιολογητικών ή λόγω ανεπαρκών δικαιολογητικών, η Επιτροπή επαναλαμβάνει την αρχή ότι η σχετική υποχρέωση βαρύνει την προσφεύγουσα ( 8 ).
Έστω και αν υπό ορισμένα έγγραφα σχετικά με τις υποβληθείσες προς έγκριση δαπάνες που δεν έγιναν δεκτές αποδεικνύεται ότι έγιναν ορισμένες δαπάνες, τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι εν λόγω δαπάνες ήταν απαραίτητες για την κανονική πραγματοποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων στον τομέα των επιχειρήσεων.
Εξάλλου, η Επιτροπή έχει σχετικά διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την ορθή διαχείριση του Ταμείου ( 9 ). Κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας οι υπηρεσίες του Ταμείου, αφού προέβησαν σε συγκρίσεις με άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα και ενεργώντας με βάση αυτό το οποίο έκριναν ως εύλογο, θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να εγκρίνουν ορισμένες από τις δαπάνες που είχαν υποβληθεί προς έγκριση. Επ' αυτού η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα τα έξοδα προετοιμασίας των μαθημάτων, στα οποία, κατ' αυτήν, περιλαμβάνονταν υπερβολικά μεγάλες δαπάνες για τον προγραμματισμό χωρίς να αναφέρεται πού διετέθησαν, τη σύνταξη και τη μετάφραση των εγχειριδίων, επίσης υψηλού κόστους, επιπλέον δε τις δαπάνες αναπαραγωγής αυτών των εγχειριδίων. Κατά τη γνώμη της και λαμβανομένων υπόψη πολλών άλλων προγραμμάτων της ίδιας φύσεως, είναι πρόδηλο ότι ορισμένα ποσά υπολογίστηκαν δύο φορές.
Ως όργανο αρμόδιο για τη διαχείριση των κοινοτικών ταμείων, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να εξετάζει προσεκτικά αυτές τις λεπτομέρειες και να λαμβάνει ως βάση τέτοια κριτήρια ώστε να εξασφαλίζεται η υγιής διαχείριση των ταμείων αυτών, καθώς και η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, οπότε δεν έχει την ελευθερία δράσεως που της αποδίδει η προσφεύγουσα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν τήρησε στο σύνολό τους τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της κοινοτικής συνδρομής που καθορίζονταν στην απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η σχετική με τη συνδρομή αίτηση. Επομένως η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
( 1 ) EE L 289, σ. 38.
( 2 ) EE L 289, σ. 1.
( 3 ) EE L 377,σ. 1.
( 4 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1969, 1/69, Ιταλία [ Συλλογή 1969 ( μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις ), σ. 277 ].
( 5 ) Υπόθεση 213/87, Δήμος 'Αμστερνταμ (Συλλογή 1990, σ. Ι-221 ).
( 6 ) Υπόθεση 16/65, Schwarze [Συλλογή 1965 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις ), σ. 1082 ].
( 7 ) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Α. Racke καιά Hauplzollamt Mainz [Συλλογή 1979 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις), σ. 69] απόφαση της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, Comptoir national technique agricole [Συλλογή 1975 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις), σ. 533 ] απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1975, 16, 95 έως 98/74, 15 και 100/75, Union nationale des coopératives agricoles de céréales κ.λπ. [Συλλογή 1975 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις ), σ. 1615 ].
( 8 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 55 και 56/83, Ιταλία (Συλλογή 1985, σ. 683 ).
( 9 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987, 84/85, Ηνωμένο Βασίλειο ( Συλλογή 1987, σ. 3765 ).
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 7ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-304/89,
Estabelecimentos Isidoro Μ. Oliveira SA, εταιρία πορτογαλικού δικαίου, εκπροσωπουμένη από τον Joquim Marques de Ascencão, δικηγόρο Λισσαβώνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Fonseca Antunes, 12, rue de la Grève,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμενης από τον Herculano Lima, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 1989, με τις οποίες απορρίφθηκαν δαπάνες συνολικού ύψους 63450244 και 23713486 εσκούδων ( ESC ) που αφορούν, αντίστοιχα, τις αιτήσεις παροχής συνδρομής υπ' αριθ. 870708/Ρ1 και 870708/Ρ3, οι οποίες υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις προτάσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Ιανουαρίου 1991, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Οκτωβρίου 1989, η εταιρία Estabelecimentos Isidoro Μ. Oliveira (στο εξής: Oliveira) ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση δύο αποφάσεων της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 198ίωση της χρηματοδοτικής συνδρομής την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (στο εξής: Ταμείο) είχε αρχικά δεχθεί να χορηγήσει για δύο σχέδια εκπαιδευτικών προγραμμάτων τα οποία είχαν υποβληθεί για λογαριασμό της προσφεύγουσας.
2
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α, της από 17 Οκτωβρίου 1983 αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ( ΕΕ L 289, σ. 38 ), το Ταμείο συμμετέχει στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικού προσανατολισμού.
3
Εφόσον το Ταμείο εγκρίνει αίτηση χορηγήσεως συνδρομής καταβάλλει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516/ΕΟΚ ( ΕΕ L 289, σ. 1, στο εξής: ο κανονισμός), προκαταβολή ύψους 50 % της σχετικής συνδρομής κατά την ημερομηνία που έχει προβλεφθεί για την έναρξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, οι αιτήσεις για την καταβολή του υπολοίπου περιέχουν λεπτομερή έκθεση για το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις οικονομικές πλευρές του σχετικού προγράμματος.
4
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι, όταν η συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, τα καταβληθέντα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση αναζητούνται και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι επικουρικά υπεύθυνο προς επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως όταν πρόκειται για προγράμματα για τα οποία έχει παράσχει σχετική εγγύηση δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας αποφάσεως 83/516.
5
Το γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ( στο εξής: ΓΕΚΤ) στη Λισσαβώνα υπέβαλε εξ ονόματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και υπέρ της προσφεύγουσας εταιρίας δύο αιτήσεις στις υπηρεσίες του Ταμείου περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής.
6
Τα δύο σχέδια εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα οποία ζητήθηκε η συνδρομή εγκρίθηκαν με δύο αποφάσεις της Επιτροπής, υπό την επιφύλαξη ορισμένων τροποποιήσεων όσον αφορά το ύψος της συνδρομής. Οι αποφάσεις αυτές γνωστοποιήθηκαν στο ΓΕΚΤ, κατόπιν δε το εν λόγω γραφείο τις κοινοποίησε στην προσφεύγουσα.
7
Όταν ολοκληρώθηκε η εκτέλεση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων η προσφεύγουσα υπέβαλε στο ΓΕΚΤ τα έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν ότι τα προγράμματα όντως πραγματοποιήθηκαν, τις τελικές αιτήσεις για την καταβολή του υπολοίπου ποσού και την έκθεση περί ποσοτικής και ποιοτικής εκτιμήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού.
8
Κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού η Πορτογαλική Δημοκρατία βεβαίωσε το υποστατό και τη λογιστική ακρίβεια των στοιχείων που περιελάμβαναν οι αιτήσεις πληρωμής και τις απέστειλε στην Επιτροπή.
9
Κατόπιν εξετάσεως των αιτήσεων περί καταβολής του υπολοίπου, η Επιτροπή εντόπισε ορισμένες δαπάνες μη δυνάμενες να τύχουν της τελικής εγκρίσεως. Κατά συνέπεια, με τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις, που γνωστοποιήθηκαν στο ΓΕΚΤ και κοινοποιήθηκαν από το γραφείο αυτό στην προσφεύγουσα, η Επιτροπή μείωσε τη συνδρομή του Ταμείου η οποία είχε αρχικά εγκριθεί.
10
Η προσφεύγουσα προέβαλε προς στήριξη της στρεφομένης κατά των αποφάσεων αυτών προσφυγής ακυρώσεως τέσσερις λόγους, βασιζομένους στην παράβαση ουσιώδους τύπου, στην παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, στο γεγονός ότι αγνοήθηκαν κεκτημένα δικαιώματα και στην έλλειψη αιτιολογίας των προσβαλλομένων αποφάσεων.
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12
Προκύπτει ότι οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις κοινοποιήθηκαν από την Επιτροπή στις αρμόδιες πορτογαλικές αρχές υπό τη μορφή αιτιολογημένων πράξεων, με τις οποίες τους ανακοινώθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, η συνδρομή του Ταμείου μειώθηκε σε σχέση με το αρχικά εγκριθέν ποσό.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι επίδικες αποφάσεις περί μειώσεως των σχετικών συνδρομών, αν και απευθύνθηκαν στην Πορτογαλική Δημοκρατία, αφορούν άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, καθόσον τη στερούν από ένα μέρος της συνδρομής που είχε αρχικά εγκριθεί, χωρίς να έχει το κράτος μέλος ίδια εξουσία εκτιμήσεως επ' αυτού.
14
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που βασίζεται στην παράβαση ουσιώδους τύπου, η εταιρία Oliveira διατείνεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις συνιστούν παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή, σε αντίθεση με όσα ορίζει η εν λόγω διάταξη, δεν έδωσε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν λάβει τις αποφάσεις αυτές.
15
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν είτε να δεχθούν τις αποφάσεις περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής και να τις γνωστοποιήσουν στους διοργανωτές των προγραμμάτων, είτε να τις αμφισβητήσουν, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 6, παράγραφος 1. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αρχίζει νέο στάδιο διαβουλεύσεως μεταξύ των υπηρεσιών του Ταμείου και των εθνικών αρχών, μετά το οποίο οι αποφάσεις επιβεβαιώνονται ή τροποποιούνται και καθίστανται οριστικές με την κοινοποίηση τους στους διοργανωτές των προγραμμάτων. Εν προκειμένω, οι πορτογαλικές αρχές δέχθηκαν ρητώς τις μειώσεις που επέφερε η Επιτροπή, συναινώντας στην κοινοποίηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων στην προσφεύγουσα. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα της προηγουμένης διαβουλεύσεως εφόσον ο νόμιμος φορέας του δικαιώματος αυτού δεν θέλησε να το ασκήσει.
16
Πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφισβητήσει το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας να προβάλει αυτόν τον λόγο ακυρώσεως.
17
Πράγματι, η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον να επικαλεστεί την ενδεχόμενη μη τήρηση της τυπικής προϋποθέσεως που ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, καθόσον μια τέτοια παρατυπία μπορεί να έχει επίπτωση στη νομιμότητα των προσβαλλομενων αποφάσεων.
18
Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη παραβάσεως ουσιώδους τύπου (βλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 1954, 1/54, Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1954, σ. 7, και 2/54, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1954, σ. 73, και της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Noid κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1959, σ. 89 ).
19
Δεν αμφισβητείται ότι, πριν από τη λήψη των επιδίκων αποφάσεων, η Επιτροπή δεν παρέσχε στην Πορτογαλική Δημοκρατία τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωση που της επιβάλλεται σαφώς από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού.
20
Διαπιστώνεται εξάλλου ότι το Ταμείο έρχεται σε άμεση επαφή με το κράτος μέλος (βλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1984, 310/81, EISS κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1341, σκέψη 15 ), το οποίο καθίσταται συνυπεύθυνο όσον αφορά τις υποβαλλόμενες αιτήσεις, καθόσον βεβαιώνει το υποστατό και τη λογιστική ακρίβεια των στοιχείων που περιλαμβάνονται στις αιτήσεις καταβολής του υπολοίπου, το δε κράτος μέλος μπορεί να. κληθεί να βεβαιώσει το αίσιο πέρας των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
21
Λαμβανομένης υπόψη της αποφασιστικής αναμείξεως του και της σημασίας των ευθυνών που αναλαμβάνει για την υποβολή και τον έλεγχο της χρηματοδοτήσεως των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η δυνατότητα του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη οριστικής αποφάσεως περί μειώσεως της συνδρομής αποτελεί ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
22
Το επιχείρημα της Επιτροπής, ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να αρχίσει διαβουλεύσεις με το Ταμείο όταν του κοινοποιηθούν οι αποφάσεις περί μειώσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
23
Συναφώς αρκεί να σημειωθεί ότι τόσο ο δικαιούχος της συνδρομής, ο οποίος πληροφορείται για την έναρξη αυτών των διαβουλεύσεων, όσο και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θα στερούνταν τη δυνατότητα να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά των αποφάσεων περί μειώσεως στην περίπτωση κατά την οποία, παρά τις αντιρρήσεις του κράτους μέλους, η Επιτροπή επιβεβαιώνει τις αρχικές της αποφάσεις μετά τη δίμηνη προθεσμία που τάσσει το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
24
Στην περίπτωση αυτή, επίσης, ο δικαιούχος της συνδρομής και το κράτος μέλος δεν μπορούν να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά των επιβεβαιωτικών αποφάσεων περί μειώσεως της συνδρομής, δεδομένου ότι προσφυγή ακυρώσεως στρεφομένη κατά αποφάσεως που απλώς επιβεβαιώνει μια άλλη, μη προσβληθείσα, είναι απαράδεκτη (βλ. Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, C-12/90, Infortec, Συλλογή 1990, σ. I-4265, σκέψη 10).
25
Κατά συνέπεια, οι επίδικες αποφάσεις περί μειώσεως πρέπει να ακυρωθούν, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι ακυρώσεως που επικαλείται η προσφεύγουσα.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1989 με τις οποίες απορρίφθηκαν δαπάνες συνολικού ύψους 63450244 ESC και 23713486 ESC που αφορούν, αντιστοίχως, τις αιτήσεις παροχής συνδρομής υπ' αριθ. 870708/Ρ1 και 870708/Ρ3 οι οποίες υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
O'Higgins
Mancini
Schockweiler
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαΐου 1991.
Ο Γραμματέας
J.- G. Giraud
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy