ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-328/89 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
1.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969 (GU 1969, L 77, σ. 1 ), θεσπίστηκε το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, προς διευκόλυνση των εμπορευματικών μεταφορών εντός της Κοινότητας και ειδικότερα προς απλούστευση των διατυπώσεων που πρέπει να τηρούνται κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων.
2.
Ο εν λόγω κανονισμός, τροποποιηθείς και συμπληρωθείς εν τω μεταξύ, κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ).
3.
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως περιλαμβάνει τη διαδικασία της εξωτερικής και τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Κυκλοφορούν σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, κυρίως, τα εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ σύμφωνα με τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως κυκλοφορούν τα εμπορεύματα που πληρούν τους όρους αυτούς.
4.
Η διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ρυθμίζεται στον τίτλο II, άρθρα 12 έως 38, του εν λόγω κανονισμού.
5.
Το άρθρο 12 προβλέπει ότι, για να κυκλοφορήσει ένα εμπόρευμα σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία, πρέπει να υποβληθεί σχετική δήλωση Τ1, ήτοι δήλωση συντασσόμενη επί εντύπου T1. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από το πρόσωπο που ζητεί να προβεί σε πράξη εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, το οποίο χαρακτηρίζεται ο « κυρίως υπόχρεος», προσκομίζεται δε στο «τελωνείο αναχωρήσεως ». Ως « τελωνείο αναχωρήσεως » νοείται, κατά το άρθρο 11, στοιχείο γ, το τελωνείο όπου αρχίζει η πράξη διαμετακομίσεως.
6.
Δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, « το τελωνείο αναχωρήσεως καταχωρίζει τη δήλωση ΤΙ, καθορίζει την προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να προσκομισθούν τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού και λαμβάνει τα μέτρα για τη διαπίστωση των ταυτοτήτων, που κρίνει αναγκαία»· κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, «η μεταφορά των εμπορευμάτων πραγματοποιείται βάσει των αντιτύπων του παραστατικού ΤΙ που παραδίδονται στον κυρίως υπόχρεο (... ) από το τελωνείο αναχωρήσεως ».
7.
Τέλος, το άρθρο 26 ορίζει ότι « το τελωνείο προορισμού θεωρεί, βάσει των αποτελεσμάτων του ελέγχου που διεξήγαγε, τα αντίτυπα του παραστατικού ΤΙ » και « αποστέλλει χωρίς καθυστέρηση ένα αντίτυπο στο τελωνείο αναχωρήσεως (... ) ».
8.
Δυνάμει του άρθρου 27, « για να εξασφαλισθεί η είσπραξη των δασμών και των άλλων επιβαρύνσεων, που κράτος μέλος θα εδικαιούτο να απαιτήσει για τα εμπορεύματα τα οποία διέρχονται από το έδαφός του κατά τη διάρκεια της κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο κυρίως υπόχρεος πρέπει να παρέχει εγγύηση (... ) » η οποία « (... ) συνίσταται στην εις ολόκληρο εγγύηση τρίτου προσώπου, φυσικού ή νομικού (... ) ».
9.
Το άρθρο 35 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
« Ο εγγυητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του έναντι των κρατών μελών διά του εδάφους των οποίων επραγματοποιήθη η κοινοτική διαμετακόμιση, όταν το παραστατικό ΤΙ εξοφλείται στο τελωνείο αναχωρήσεως.
Όταν ο εγγυητής, εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχωρήσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ, απαλλάσσεται επίσης των υποχρεώσεών του. »
10.
Κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε στον κανονισμό 222/77 ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3813/81 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1981, ο οποίος ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ 1981, L 383, σ. 28), το δεύτερο εδάφιο της προαναφερθείσας διατάξεως αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο κείμενο:
«Όταν ο εγγυητής, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχωρήσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τον κράτους μέλους αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ, απαλλάσσεται επίσης των υποχρεώσεων του. »
11.
Δυνάμει της Συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας [ κανονισμός 2812/72 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 158)], η οποία ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1974 (πληροφορία δημοσιευθείσα στη GU L 334 της 5.12.1973, σ. 13), οι κανονισμοί περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που κυκλοφορούν μεταξύ δύο σημείων τα οποία ευρίσκονται εντός της Κοινότητας, μέσω ελβετικού εδάφους, και τα οποία είτε αποστέλλονται απ' ευθείας με ή χωρίς μεταφόρτωση στην Ελβετία, είτε αποστέλλονται περαιτέρω από την Ελβετία, αφού ενδεχομένως έχουν τεθεί σε τελωνειακή αποταμίευση. Οι κανονισμοί αυτοί μπορούν να εφαρμόζονται και σε κάθε άλλη μεταφορά εμπορευμάτων, για την οποία χρησιμοποιείται τόσο το έδαφος της Κοινότητας όσο και εκείνο της Ελβετίας.
12.
Η Συμφωνία αυτή προσαρμόστηκε στην εξέλιξη της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως και, ειδικότερα, του προαναφερθέντος άρθρου 35 [απόφαση 2/82 της Μεικτής Επιτροπής ΕΟΚΕλβετίας, της 15ης Οκτωβρίου 1982 ( ΕΕ 1982, L 355, σ. 52 ), και κανονισμός 3330/82 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ 1982, L 355, σ. 51 )].
II — Η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής και από τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις, στις 12 Οκτωβρίου 1978 το ελβετικό Τελωνείο του Locarno-Cadenazzo (τελωνείο αναχωρήσεως) εξέδωσε δύο πιστοποιητικά ΤΙ για εμπορεύματα προοριζόμενα να τεθούν στην κατανάλωση στο Βέλγιο (τελωνείο προορισμού: το Τελωνείο Αμβέρσας ).
14.
Παρά ταύτα, τα εν λόγω εμπορεύματα, εισκομισθέντα στην Ιταλία μέσω του Τελωνείου του Ponte-Chiasso, τέθηκαν παρανόμως στην κατανάλωση στην Ιταλία.
15.
Η εταιρία Berner Allgemeine Versicherungsgesellschaft (στο εξής: Berner), με έδρα τη Βέρνη ( Ελβετία ), η οποία κατέστη εγγυήτρια για την πράξη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα κανονιστική ρύθμιση, ειδοποιήθηκε από τις ελβετικές τελωνειακές υπηρεσίες, με σημείωμα της 3ης Ιουλίου 1979, ότι τα προλεχθέντα παραστατικά Τ1 δεν είχαν εξοφληθεί.
16.
Στις 29 Ιανουαρίου 1982, το Τελωνείο του Como εξέδωσε κατά της εγγυητρίας διαταγή περί καταβολής του ποσού των 6250000 ιταλικών λιρών ( LIT ), λόγω μη εξοφλήσεως των ως άνω παραστατικών ΤΙ. Κατά της διαταγής αυτής η εγγυήτρια άσκησε ανακοπή ενώπιον του Tribunale di Milano, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε ειδοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 του προαναφερθέντος κανονισμού 222/77. Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983, το εν λόγω δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή.
17.
Η Amministrazione delle finanze dello Stato άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι η ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως είχε κοινοποιηθεί στην εγγυήτρια εντός της καθοριζομένης στο άρθρο 35 προθεσμίας. Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1984, το Corte d'appello di Milano έκανε δεκτή την έφεση.
18.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η εταιρία Berner άσκησε αναίρεση.
19.
Η Corte suprema di cassazione, επιληφθείσα της αιτήσεως αναιρέσεως, παρατηρεί, με τη Διάταξη της της 19ης Δεκεμβρίου 1988, ότι η παρατιθέμενη ανωτέρω νέα διατύπωση του άρθρου 35, η οποία — ούτως ή άλλως — δεν είναι κατά χρόνον εφαρμοστέα στην υπό κρίση περίπτωση και κάνει λόγο γενικώς για τις « αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως », αντί του « τελωνείου αναχωρήσεως», θα μπορούσε να ερμηνευθεί είτε ως απλή αποσαφήνιση του αρχικού κειμένου, είτε, αντιθέτως, ως έχουσα τροποποιητικό χαρακτήρα.
20.
Βάσει των σκέψεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη έως ότου αποφανθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο επί του ακολούθου ερωτήματος:
« Πρέπει το άρθρο 35 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως — το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ότι ο εγγυητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του όταν, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχωρίσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ — να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλειστικώς αρμόδιο για την αποστολή της εν λόγω ειδοποιήσεως είναι το τελωνείο αναχωρήσεως ή μήπως είναι επίσης αρμόδιο το τελωνείο που, κατά την εθνική διοικητική οργάνωση, προΐσταται ιεραρχικώς του τελωνείου αναχωρήσεως και μπορεί να το υποκαταστήσει στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος; »
21.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 1989.
III — Έγγραφη διαδικασία
22.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 2 Φεβρουαρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας· στις 5 Φεβρουαρίου 1990, η εταιρία Berner, αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Angelo Pesce, δικηγόρο Μιλάνου· τέλος, στις 15 Φεβρουαρίου 1990, η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato.
23.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 21 Νοεμβρίου 1990, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Γραπτές παρατηρήσείς που κατατέθηκαν ενώπιον του Αίκαστηρίου
24.
Η εταιρία Berner, αναίρεσε/owa της κύριας δίκης, παρατηρεί κατ' αρχάς ότι η διάταξη η κατά χρόνον εφαρμοστέα στην υπό κρίση περίπτωση είναι η του άρθρου 35, δεύτερο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 222/77. Από άποψη γραμματικής ερμηνείας, η διάταξη αυτή ουδεμία δυσχέρεια εμφανίζει, σε οποιαδήποτε από τις γλώσσες. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον ορισμό του όρου « τελωνείο αναχωρήσεως », στο άρθρο 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 222/77.
25.
Η Berner υποστηρίζει ότι, για τον χρόνο κατά τον οποίο η επίδικη διάταξη ήταν εν ισχύι, η έκφραση « τελωνείο αναχωρήσεως » συνιστούσε αναγκαστικό δίκαιο, μη επιδεχομενη υποκατάσταση δυνάμει εθνικών διατάξεων επομένως, η ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως του παραστατικού Τ1, εφόσον δεν αποστελλόταν απ' αυτό το τελωνείο, ήταν ανίσχυρη.
26.
Τα καθήκοντα που ασκεί το τελωνείο αναχωρήσεως κατονομάζονται ρητώς. Συγκεκριμένα, εκδίδει και θεωρεί το παραστατικό Τ1 προβαίνει στην αναγνώριση και τη σφράγιση των μεταφερομένων εμπορευμάτων προσδιορίζει τα τελωνεία διελεύσεως· λαμβάνει από το τελωνείο προορισμού το εξοφλημένο αντίτυπο, το οποίο προορίζεται για να διαβιβαστεί στο τελωνείο αναχωρήσεως, και, τέλος, ειδοποιεί τον εγγυητή σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1.
27.
Έτσι, σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού 222/77 — το οποίο θεσπίστηκε αρχικά με τον προαναφερθέντα κανονισμό 542/69 —, το γραφείο αναχωρήσεως συνιστά τον άξονα, τόσο από ουσιαστική όσο και από διαδικαστική άποψη, του συστήματος αυτού· διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα, από την οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, ούτε με απόφαση των εθνικών τελωνειακών υπηρεσιών ούτε μέσω της πρακτικής αυτών.
28.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, χάριν προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του εγγυητή, αυτός θα πρέπει από το γραφείο αναχωρήσεως να αναμένει την ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως, ώστε να μην αναγκαστεί να προβεί σε έρευνες σχετικά με την αρμοδιότητα κάποιου άλλου τελωνείου, έστω και ιεραρχικώς ανωτέρου.
29.
Κατά την άποψη της Berner, δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί αναδρομική ισχύς στην — παρατεθείσα ανωτέρω — νέα διατύπωση του άρθρου 35, η οποία ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983 και αναθέτει την ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως γενικώς στις « αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως ». Η διάταξη αυτή είναι νέα και ισχύει για το μέλλον.
30.
Η Berner παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, υπόθεση 98/78, Racke κατά Hauptzollamt Mainz ( Race. 1979, σ. 69 ) — κατά την οποία, κατά παρέκκλιση της αρχής της ασφαλείας των εννόμων καταστάσεων, μια πράξη μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, « οσάκις το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και εφόσον προστατεύεται προσηκόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων » — για να υποστηρίξει ότι τέτοια παρέκκλιση δεν θα χωρούσε εδώ, και αν ακόμη η νέα διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 35 ρητά όριζε ότι έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα· και τούτο διότι δεν θα επληρούτο εν προκειμένω η δεύτερη από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
31.
Η Berner προτείνει, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβαλλόμενο ερώτημα ότι, καθ' όσον χρόνο ίσχυε το άρθρο 35 του κανονισμού 222/77, αρμόδιο να ειδοποιεί τον εγγυητή περί της μη εξοφλήσεως του παραστατικού Τ1 είναι αποκλειστικά το τελωνείο αναχωρήσεως, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου τελωνείου, έστω και ιεραρχικώς ανωτέρου.
32.
Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι κανείς βάσιμος λόγος δεν συντρέχει για να περιοριστεί μόνο στο τελωνείο αναχωρήσεως η αρμοδιότητα εκδόσεως και αποστολής της ειδοποιήσεως περί μη εξοφλήσεως μιας πράξεως κοινοτικής διαμετακομίσεως.
33.
Συγκεκριμένα, βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1982, υπόθεση 277/80, SIC ( Συλλογή 1982, σ. 629 ) — κατά την οποία το άρθρο 35 του κανονισμού 222/77 αποσκοπεί στο να παρέχεται ασφάλεια του δικαίου στα πρόσωπα τα οποία καθίστανται εγγυητές για πράξεις διαμετακομίσεως —, ο εγγυητής πρέπει να πληροφορείται, με βεβαιότητα και εντός της οριζόμένης προθεσμίας, για την τύχη της υποχρεώσεως του ως εγγυητή. Δεν δικαιολογείται δε να αμφιβάλλει για την προέλευση της πληροφορίας αυτής, όταν προέρχεται από τη διοικητική αρχή που προΐσταται του τελωνείου αναχωρήσεως.
34.
Η μνεία του αρχικού κειμένου του άρθρου 35 περί τελωνείου αναχωρήσεως εξηγείται από το ότι σ' αυτό υποχρεούται να αποστέλλει το τελωνείο προορισμού αντίτυπο του παραστατικού ΤΙ κατά την περάτωση της πράξεως διαμετακομίσεως· έτσι, το τελωνείο αναχωρήσεως διαπιστώνει, πρώτα απ' όλα, ότι η πράξη διαμετακομίσεως δεν περατώθηκε ομαλώς. Το γεγονός όμως αυτό ουδόλως θίγει τη δυνατότητα του κράτους αναχωρήσεως να προβλέψει ότι μια ανώτερη αρχή μπορεί να υποκαταστήσει το τελωνείο αναχωρήσεως στην άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στην κοινοτική διάταξη.
35.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί σχετικώς ότι:
—
η κοινοτική ρύθμιση εν γένει δεν ασχολείται με τα της κατανομής των αρμοδιοτήτων εντός των κρατών μελών ή εντός των εμπλεκομένων τρίτων κρατών·
—
η ειδοποίηση περί μη εισπράξεως, έστω και αν προέρχεται από ιεραρχικώς ανώτερη αρχή, επιτυγχάνει τον σκοπό της, που είναι να πληροφορηθεί ο εγγυητής ότι η υποχρέωση του εξακολουθεί να τον βαρύνει·
—
τέλος, θα ήταν άδικο να επιρριφθούν στην Κοινότητα τα αποτελέσματα μιας αποφάσεως των ελβετικών τελωνειακών αρχών, η οποία ελήφθη σύμφωνα με τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες.
36.
Βάσει της επιχειρηματολογίας αυτής, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αμιγώς γραμματική ερμηνεία της επίδικης διατάξεως πρέπει να υποχωρήσει προ της λογικής της ερμηνείας.
37.
Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται, τέλος, ότι ουδείς λόγος συντρέχει για να θεωρηθεί ότι το άρθρο 35 του προαναφερθέντος κανονισμού 3813/81 μεταβάλλει το περιεχόμενο της προ'ισχύσασας διατάξεως. Παρατηρεί σχετικώς ότι, στο προοίμιο της προαναφερθείσας αποφάσεως 2/82 της Μεικτής Επιτροπής ΕΟΚΕλβετίας, η πρώτη αιτιολογική σκέψη κάνει λόγο για « τεχνικές τροποποιήσεις«, οι οποίες αφορούν και τους όρους απαλλαγής του εγγυητή από τις υποχρεώσεις του, πράγμα που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον ερμηνευτικό και επεξηγηματικό χαρακτήρα της επίμαχης τροποποιήσεως.
38.
Προτείνει, επομένως, να δοθεί στο υποβαλλόμενο ερώτημα η απάντηση ότι η υπό κρίση διάταξη έχει την έννοια ότι αρμόδιο για την αποστολή της ειδοποιήσεως περί μη εξοφλήσεως στον εγγυητή είναι όχι μόνο το τελωνείο αναχωρήσεως, αλλά και το τελωνείο το οποίο, κατά την εθνική διοικητική οργάνωση, προΐσταται ιεραρχικώς αυτού και μπορεί να το αντικαταστήσει στο έργο αυτό.
39.
Η Επιτροπή παρατηρεί, προεισαγωγικώς, ότι το υποβληθέν από το παραπέμπον δικαστήριο ερώτημα σήμερα ιστορική μόνο σημασία έχει, εφόσον, από 1ης Ιανουαρίου 1983, η έκφραση του άρθρου 35 «(...) έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως» αντικαταστάθηκε από την ευρύτερη διατύπωση « (... ) έχει ειδοποιηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές (... ) ».
40.
Η τροποποίηση αυτή, κατά την άποψη της Επιτροπής, μεταβάλλει το περιεχόμενο της διατάξεως, για τους εξής λόγους.
41.
Κατ' αρχάς, το αρχικό κείμενο του άρθρου 35 ήταν αρκετά σαφές, ώστε να μη χρειαζόταν να αναζητηθεί διαφορετικό νόημα στους χρησιμοποιούμενες λέξεις. Αυτό είναι αληθές, και για τον λόγο ότι ο κανονισμός 222/77 χρησιμοποιεί κατ' εξοχήν ακριβή ορολογία και ότι ο νομοθέτης όρισε, στο άρθρο 11 αυτού, μεταξύ άλλων, την έννοια του όρου « τελωνείου αναχωρήσεως », ο οποίος επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στο κείμενο. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος αμφιβολίας για το ότι, οσάκις γίνεται μνεία περί του « τελωνείου αναχωρήσεως », πρόκειται γι' αυτό το τελωνείο και για κανένα άλλο.
42.
Εξ άλλου, στην αλληλουχία του άρθρου 35, η μνεία του τελωνείου αναχωρήσεως δεν είναι τυχαία. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως που θεσπίζεται με τον κανονισμό 222/77, τον κεντρικό άξονα αποτελεί η σχέση μεταξύ τελωνείου αναχωρήσεως και τελωνείου προορισμού, που και τα δύο ορίζονται επακριβώς. Εύλογο είναι, επομένως, να παρέχονται και στον εγγυητή, ο οποίος δεν μετέχει της πράξεως διαμετακομίσεως, κάποια σταθερά σημεία αναφοράς.
43.
Η Επιτροπή παρατηρεί, εξ άλλου, ότι οι διατάξεις του κανονισμού 222/77 που αφορούν την εγγύηση ( άρθρα 27 έως 35 ) δεν περιέχουν μνεία του τελωνείου αναχωρήσεως μόνο στο άρθρο 35, αλλά και σε άλλα σημεία, όπως, π.χ., στο άρθρο 33, παράγραφος 1 εν πάση περιπτώσει, πουθενά αλλού δεν γίνεται λόγος για τις τελωνειακές αρχές εν γένει.
44.
Δεδομένου ότι — συνεχίζει η Επιτροπή —, κατά την όλη οικονομία του κανονισμού 222/77, η εγγύηση συνιστά ένα σημαντικό επικουρικό στοιχείο, που γεννά ευθύνη τρίτου, ο νομοθέτης θέλησε να κατοχυρώσει τη θέση του εγγυητή και να του καθορίσει επακριβώς τους κανόνες του παιχνιδιού, το οποίο αυτός αποδέχεται να παίξει.
45.
Η ιστορική εξέλιξη της επίδικης διατάξεως αποδεικνύει ότι αυτή υπήρξε ανέκαθεν η στάση του νομοθέτη έναντι του εγγυητή. Όντως, — παρατηρεί η Επιτροπή — ο όρος «τελωνείο αναχωρήσεως» χρησιμοποιήθηκε αρχικά στο άρθρο 35 του προαναφερθέντος κανονισμού 542/69, απ' όπου παρελήφθη στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1079/71 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1971 (GU 1971, L 116, σ. 7), ο οποίος προσέθεσε στο άρθρο 35 ένα δεύτερο εδάφιο, το οποίο και περιλαμβάνεται στην κωδικοποιημένη του μορφή, που είναι ο κανονισμός 222/77. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1079/71 ανέφερε ότι η προσθήκη αυτή δικαιολογούνταν από το μέλημα της κατοχυρώσεως της ασφαλείας του δικαίου. Η αξίωση αυτή της ασφαλείας του δικαίου αντικατοπτρίζεται άλλωστε και στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1982, στην υπόθεση 277/80.
46.
Όσο για την ουσιαστική τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 35 ο κανονισμός 3813/81, η Επιτροπή διατείνεται ότι είχε καταστεί αναγκαία λόγω πρακτικών προβλημάτων που είχαν διαπιστωθεί σε ένα κράτος μέλος και ότι γι' αυτό ο νομοθέτης αναγκάστηκε να επιδείξει μεγαλύτερη ελαστικότητα.
47.
Βάσει των σκέψεων αυτών, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο υποβαλλόμενο ερώτημα η απάντηση ότι η επίδικη διάταξη έχει την έννοια ότι η ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως του παραστατικού Τ1 πρέπει να απευθύνεται στον εγγυητή από το τελωνείο αναχωρήσεως και όχι από άλλα τελωνεία, έστω και ιεραρχικώς ανώτερα.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 15ης Μαΐου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-328/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Corte suprema di cassazione προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Berner Allgemeine Versicherungsgesellschaft
και
Amministrazione delle finanze dello Stato,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 35 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Díez de Velasco, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας,
—
η εταιρία Berner, εκπροσωπούμενη από τον Angelo Pesce, δικηγόρο Μιλάνου,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμενης από τον Marcello Conti, avvocato dello Stato, της εταιρίας Berner και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 1989, η Corte suprema di cassazione υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 35 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ελβετικής ασφαλιστικής εταιρίας Berner Allgemeine Versicherungsgesellschaft (στο εξής: Berner) και της ιταλικής Amministrazione delle finanze dello Stato, σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από εγγύηση την οποία είχε συστήσει η Berner κατ' εφαρμογήν του άρθρου 27 του προαναφερθέντος κανονισμού 222/77.
3
Ο κανονισμός 222/77 του Συμβουλίου, ο οποίος κωδικοποιεί το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως που είχε θεσπιστεί αρχικά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969 (GU 1969, L 77, σ. 1 ), θεσπίζει ένα καθεστώς που, όσον αφορά τα εμπορεύματα που δεν πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι το της « εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως », το οποίο ρυθμίζεται στον τίτλο ΙΙ, άρθρα 12 έως 38, του κανονισμού.
4
Κατά το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, για να κυκλοφορήσει ένα εμπόρευμα υπό το προαναφερθέν καθεστώς, πρέπει να υποβληθεί σχετική δήλωση συντασσόμενη επί εντύπου Τ1. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από το πρόσωπο που ζητεί να προβεί σε πράξη εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, το οποίο, κατά το άρθρο 13, χαρακτηρίζεται « ο κυρίως υπόχρεος », προσκομίζεται δε στο τελωνείο αναχωρήσεως. Ως «τελωνείο αναχωρήσεως» νοείται, κατά το άρθρο 11, στοιχείο γ, το τελωνείο όπου αρχίζει η πράξη διαμετακομίσεως. Το άρθρο 17 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το τελωνείο αναχωρήσεως καταχωρίζει τη δήλωση ΤΙ και καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να προσκομισθούν τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού.
5
Δυνάμει του άρθρου 27 του εν λόγω κανονισμού,
« για να εξασφαλισθεί η είσπραξη των δασμών και των άλλων επιβαρύνσεων, που κράτος μέλος θα εδικαιούτο να απαιτήσει για τα εμπορεύματα τα οποία διέρχονται από το έδαφός του κατά τη διάρκεια της κοινοτικής διαμετακομίσεως, ο κυρίως υπόχρεος πρέπει να παρέχει εγγύηση (... ) » η οποία « (... ) συνίσταται στην εις ολόκληρο εγγύηση τρίτου προσώπου, φυσικού ή νομικού (... ) ».
6
Το άρθρο 35 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
« Ο εγγυητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του έναντι των κρατών μελών διά του εδάφους των οποίων επραγματοποιήθη η κοινοτική διαμετακόμιση, όταν το παραστατικό ΤΙ εξοφλείται στο τελωνείο αναχωρήσεως.
Όταν ο εγγυητής, εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία καταχωρήσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήοεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ, απαλλάσσεται επίσης των υποχρεώσεων του. »
7
Κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε στον κανονισμό 222/77 ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3813/81 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1981, ο οποίος ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ 1981, L 383, σ. 28), το δεύτερο εδάφιο της προαναφερθείσας διατάξεως αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο κείμενο:
« Όταν ο εγγυητής, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχωρήσεως της δηλώσεως Τ1, δεν έχει ειδοποιηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τον κράτους μέλους αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1, απαλλάσσεται επίσης των υποχρεώσεων του. »
8
Δυνάμει της Συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας [κανονισμός 2812/72 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 158)], η οποία ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1974 (πληροφορία δημοσιευθείσα στη GU 1973, L 334, σ. 13 ), οι κανονισμοί περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζονται στα εμπορεύματα που κυκλοφορούν μεταξύ δύο σημείων τα οποία ευρίσκονται εντός της Κοινότητας, μέσω ελβετικού εδάφους, και τα οποία είτε αποστέλλονται απ' ευθείας με ή χωρίς μεταφόρτωση στην Ελβετία, είτε αποστέλλονται περαιτέρω από την Ελβετία, αφού ενδεχομένως έχουν τεθεί σε τελωνειακή αποταμίευση. Οι κανονισμοί αυτοί μπορούν να εφαρμόζονται και σε κάθε άλλη μεταφορά εμπορευμάτων, για την οποία χρησιμοποιείται τόσο το έδαφος της Κοινότητας όσο και εκείνο της Ελβετίας.
9
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά τον Οκτώβριο του 1978, το ελβετικό τελωνείο του Locarno-Cadenazzo (τελωνείο αναχωρήσεως) εξέδωσε δύο πιστοποιητικά ΤΙ, για εμπορεύματα που προορίζονταν να τεθούν στην κατανάλωση στο Βέλγιο. Τα εν λόγω εμπορεύματα όμως τέθηκαν παρανόμως στην κατανάλωση στην Ιταλία.
10
Η εταιρία Berner, η οποία κατέστη εγγυήτρια για την πράξη σύμφωνα με την προεκτε-θείσα κανονιστική ρύθμιση, ειδοποιήθηκε από τις ελβετικές τελωνειακές υπηρεσίες, τον Ιούλιο 1979, ότι τα προλεχθέντα παραστατικά ΤΙ δεν είχαν εξοφληθεί.
11
Κατά τον Ιανουάριο του 1982, το τελωνείο του Como εξέδωσε κατά της εγγυήτριας διαταγή περί καταβολής του ποσού των 6250000 ιταλικών λιρών ( LIT ), λόγω μη εξοφλήσεως των προαναφερθέντων παραστατικών Tl. Η Berner άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής αυτής ενώπιον του Tribunale di Milano, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι, σε αντίθεση προς ό,τι όριζε το άρθρο 35 του κανονισμού 222/77, με την τότε ισχύουσα μορφή του, δεν είχε ειδοποιηθεί για τη μη εξόφληση από το τελωνείο αναχωρήσεως. Η Amministrazione delle finanze dello Stato, αντιθέτως, υποστήριξε ότι η ειδοποίηση περί μη εξοφλήσεως είχε κοινοποιηθεί στην εγγυήτρια, εντός της καθοριζομένης προθεσμίας, από αρμόδια ελβετική αρχή.
12
Η διαφορά έφτασε στην Corte suprema di cassazione, η οποία, ερμηνεύουσα το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77, παρατήρησε ότι η νέα του διατύπωση, η οποία τέθηκε σε ισχύ μετά τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και κάνει λόγο περί των « αρμοδίων τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους αναχωρήσεως » εν γένει, και όχι πλέον περί του « τελωνείου αναχωρήσεως », θα μπορούσε να ερμηνευθεί είτε ως απλή αποσαφήνιση του αρχικού κειμένου είτε, αντιθέτως, ως επιφέρουσα τροποποίηση.
13
Η Corte suprema di cassazione ανέστειλε, ως εκ τούτου, τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως — το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ότι ο εγγυητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του όταν, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχωρίσεως της δηλώσεως ΤΙ, δεν έχει ειδοποιηθεί από το τελωνείο αναχωρήσεως σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ — να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλειστικώς αρμόδιο για την αποστολή της εν λόγω ειδοποιήσεως είναι το τελωνείο αναχωρήσεως ή μήπως είναι επίσης αρμόδιο το τελωνείο που, κατά την εθνική διοικητική οργάνωση, προΐσταται ιεραρχικώς του τελωνείου αναχωρήσεως και μπορεί να το υποκαταστήσει στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος; »
14
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας υποθέσεως, το κανονιστικό πλαίσιο, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
15
Η Berner και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 του κανονισμού 222/77, με την ισχύουσα κατά τον χρόνο των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών μορφή του, η ευθύνη του εγγυητή γεννάται μόνον αν αυτός ειδοποιηθεί για τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1 από το τελωνείο αναχωρήσεως. Ο όρος « τελωνείο αναχωρήσεως » έχει την επακριβώς οριζόμενη στο προαναφερθέν άρθρο 11, στοιχείο γ, έννοια και είναι, επομένως, αρκετά σαφής ώστε να μη χρήζει οποιασδήποτε αποσαφηνίσεως. Επομένως, η τροποποίηση που επήλθε στην επίδικη διάταξη από 1ης Ιανουαρίου 1983 επιβεβαιώνει ότι αυτή, υπό την αρχική της μορφή, είχε στενότερη έννοια.
16
Η Ιταλική Κυβέρνηση, αντιθέτως, διατείνεται ότι σκοπός της επίδικης διατάξεως είναι να πληροφορείται ο εγγυητής, με βεβαιότητα και εντός της καθοριζομένης προθεσμίας, για την τύχη της υποχρεώσεως του ως εγγυητή. Δεν δικαιολογείται δε να αμφιβάλλει ο εγγυητής για τη γνησιότητα της πληροφορίας αυτής, όταν προέρχεται από την αρχή που προΐσταται του τελωνείου αναχωρήσεως. Η αμιγώς γραμματική ερμηνεία της επίδικης διατάξεως πρέπει, επομένως, να υποχωρήσει προ της λογικής της ερμηνείας. Η επελθούσα τροποποίηση αποσκοπούσε, κατά συνέπεια, στην αποσαφήνιση της διατάξεως.
17
Η τελευταία αυτή θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
18
Όντως, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1982, στην υπόθεση 277/80, SIC ( Συλλογή 1982, σ. 629 ), η επίδικη διάταξη αποσκοπεί στο να παρέχεται ασφάλεια του δικαίου στα πρόσωπα τα οποία καθίστανται εγγυητές πράξεων διαμετακομίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό κρίση κανονισμού, προβλέποντας ιδίως την απαλλαγή τους μετά την πάροδο δωδεκαμήνου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν ειδοποιήθηκαν περί της μη εξοφλήσεως του παραστατικού Τ1.
19
Επομένως, βάσει της επιταγής αυτής της ασφαλείας του δικαίου, τα πρόσωπα που καθίστανται εγγυητές για πράξεις διαμετακομίσεως — και τα οποία δεν έχουν άμεση σχέση με τις πράξεις αυτές — δικαιούνται να γνωρίζουν σαφώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται η ευθύνη τους. Κάθε αβεβαιότητα ως προς τις προϋποθέσεις αυτές θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος της συστάσεως ασφαλείας και θα έπληττε, επομένως, αυτούς τούτους τους σκοπούς του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως.
20
Ένα από τα καθήκοντα του τελωνείου αναχωρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού 222/77, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ακριβώς να ειδοποιεί τον εγγυητή σχετικά με τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ1, οπότε εύλογο ήταν να προσδοκά αυτός ότι η ειδοποίηση αυτή θα προερχόταν αποκλειστικά από το τελωνείο αναχωρήσεως και όχι από κάποιαν άλλη αρχή, έστω και ιεραρχικώς ανώτερη του τελωνείου αναχωρήσεως. Αυτή είναι η μόνη ερμηνεία που ικανοποιεί την επιταγή της ασφαλείας του δικαίου.
21
Εξ άλλου, δεδομένου ότι η υποχρέωση του εγγυητή να καταβάλει τους δασμούς και τις άλλες επιβαρύνσεις — που ενδέχεται να απαιτηθούν σε περίπτωση διαπράξεως παραβάσεως ή παρατυπίας κατά την εκτέλεση της πράξεως διαμετακομίσεως — μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή κυρώσεως, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια κύρωση, έστω και μη ποινικού χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν θεμελιώνεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση ( απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, στην υπόθεση 117/83, Könecke, Συλλογή 1984, σ. 3291 ).
22
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν συντρέχει λόγος απομακρύνσεως από την έννοια του όρου « τελωνείο αναχωρήσεως », όπως περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή στο γράμμα των επιδίκων διατάξεων.
23
Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει η τροποποίηση την οποία επέφερε στην υπό κρίση διάταξη ο προαναφερθείς κανονισμός 3813/81, η οποία αποτελεί τροποποίηση ουσίας και όχι απλή αποσαφήνιση του προϊσχύσαντος κειμένου, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του τροποποιήσαντος κανονισμού, κατά την οποία « (...) η πολυετής εμπειρία εφαρμογής του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως (...) υποδεικνύει τη δυνατότητα απλουστεύσεως ορισμένων διαδικασιών σχετικών με το καθεστώς αυτό ».
24
Επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 35 του κανονισμού 222/77, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό 3813/81 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι αρμόδιο να ειδοποιεί τον εγγυητή για τη μη εξόφληση του παραστατικού ΤΙ ήταν αποκλειστικώς το τελωνείο αναχωρήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 1988 η Corte suprema di cassazione, αποφαίνεται:
Το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3813/81 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1981, έχει την έννοια ότι αρμόδιο να ειδοποιεί τον εγγυητή για τη μη εξόφληση του παραστατικού Τ 1 ήταν αποκλειστικώς το τελωνείο αναχωρήσεως.
Diez de Velasco
Κακούρης
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαΐου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Μ. Diez de Velasco
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy