ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-332/89 ( *1 )
Ι. Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Το άρθρο 11 του βελγικού νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 περί απασχολήσεως καθιερώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία « απαγορεύεται η απασχόληση εργαζομένων την Κυριακή ». Το άρθρο 53 διευκρινίζει ότι ο εργοδότης που δεν τηρεί τον κανόνα αυτό τιμωρείται με φυλάκιση και πρόστιμο.
2.
Τα άρθρα 12 επ. του ιδίου νόμου καθορίζουν τις περιπτώσεις που επιτρέπεται παρέκκλιση από την απαγόρευση της απασχολήσεως εργαζομένων την Κυριακή. Έτσι, επιτρέπεται, ιδίως, η απασχόληση εργαζομένων την Κυριακή για τη φύλαξη των χώρων μιας επιχειρήσεως, για τις επείγουσες εργασίες καθαρισμού, επάιορθώσεως και συντηρήσεως ή για τις εποχικές βιομηχανίες ή, ακόμα, για τις επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζομένους σε διαδοχικές βάρδιες.
3.
Όσον αφορά, ειδικότερα, τα καταστήματα λιανικής πωλήσεως, οι εργαζόμενοι μπορούν να απασχολούνται εκεί την Κυριακή το πρωί από τις 8.00 έως τις 12.00, εκτός εάν υφίσταται σχετική απαγόρευση των διοικητικών αρχών όσον αφορά συγκεκριμένους δήμους. Επίσης, οι αρχές είναι δυνατόν να επιτρέπουν τη λειτουργία επιχειρήσεων την Κυριακή για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών.
4.
Η Εισαγγελική Αρχή άσκησε δίωξη κατά του André Marchandise, διευθυντή της εταιρίας Trafìtex, και του Jean-Marie Chapuis, υπαλλήλου της εν λόγω εταιρίας, διότι είχαν επανειλημμένως απασχολήσει, μεταξύ της 14ης Σεπτεμβρίου 1986 και της 14ης Δεκεμβρίου 1986, 9 εργαζομένους την Κυριακή μετά τις 12.00 σε κατάστημα λιανικής πωλήσεως, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 περί απασχολήσεως.
5.
Την 1η Ιουνίου 1988 το tribunal correctionnel de Charleroi αναγνώρισε την ενοχή των κατηγορουμένων όσον αφορά τις προσα-πτόμενες σ' αυτούς πράξεις και τους καταδίκασε σε ποινές προστίμου και, επικουρικώς, φυλακίσεως, ενώ ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής του Jean-Marie Chapuis. Με την ίδια απόφαση, η εταιρία Trafitex κηρύχθηκε αστικώς υπεύθυνη.
6.
Κατόπιν της εφέσεως που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής όλοι οι κατηγορούμενοι, το τέταρτο ποινικό τμήμα του cour d'appel de Mons εξέδωσε απόφαση με την οποία υπέβαλε προς το Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ερωτά:
«αν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 11, 14, παράγραφος 1, 53, 54, 57, 58 και 59 του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971, όπως έχει τροποποιηθεί κυρίως με τον νόμο της 20ής Ιουλίου 1978 και με το βασιλικό διάταγμα αριθ. 15 της 23ης Οκτωβρίου 1978, παραβιάζονται τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5, 30 έως 36, 59 έως 66 και 85 της Συνθήκης της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 1957».
7.
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Οκτωβρίου 1989.
8.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις οι κατηγορούμενοι και η αστικώς υπεύθυνη στη διαδικασία της κυρίας δίκης (στο εξής: κατηγορούμενοι), εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους F. Bauduin και J. Wagener, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και Η. Lehman.
9.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή αποδείξεων.
II. Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Ερμηνεία των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ
1.
Οι κατηγορούμενοι υπενθυμίζουν ότι το κατάστημα που η Trafitex SA εκμεταλλεύεται στην Anderlues, στο Βέλγιο, πωλεί διαρκή, μη βρώσιμα, καταναλωτικά αγαθά, πολλά εκ των οποίων είναι εισαγόμενα. Η μη λειτουργία του την Κυριακή έχει ως αποτέλεσμα απώλειες όσον αφορά τον κύκλο εργασιών ύψους 21,56 % και, κατ' αυτούς, είναι προφανές ότι οι απώλειες αυτές συνεπάγονται μείωση των πωλήσεων εισαγομένων προϊόντων και, επομένως, επηρεάζουν εξαιτίας του γεγονότος αυτού το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Φρονούν ότι ο νόμος της 16ης Μαρτίου 1971, έστω και αν εφαρμόζεται αδιακρίτως, εισάγει παρ' όλα αυτά διακρίσεις εφόσον συνεπάγεται τη μη λειτουργία, ipso facto, των μεγάλων καταστημάτων λιανικής πωλήσεως, ενώ, ταυτόχρονα, επιτρέπει τη λειτουργία των μικρών καταστημάτων. Όμως, τα μικρά καταστήματα διαθέτουν εγχώρια μάλλον παρά εισαγόμενα προϊόντα, ενώ το αντίθετο συμβαίνει όσον αφορά τις επιχειρήσεις ορισμένου μεγέθους οι οποίες είναι αναγκασμένες να απασχολούν προσωπικό με αποτέλεσμα να μη μπορούν να λειτουργούν την Κυριακή. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την άποψη των κατηγορουμένων, ο νομοθετικός κανόνας καταλήγει στην εισαγωγή διακρίσεως μεταξύ εγχωρίων προϊόντων, τα οποία διατίθενται στο εμπόριο την Κυριακή χωρίς κανένα κατ' ουσίαν εμπόδιο, και εισαγομένων προϊόντων, τα οποία πρέπει να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971.
Οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι, ληφθέντος υπόψη του ψυχαγωγικού χαρακτήρα που, οπωσδήποτε, έχει η αγορά προϊόντων την Κυριακή, στερείται επίσης ρεαλισμού η αντίληψη ότι η απωλεσθείσα την Κυριακή πελατεία προσέρχεται στα καταστήματα τους κάποια άλλη ημέρα της εβδομάδας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι καταναλωτές θα προτιμήσουν να κατευθυνθούν προς άλλο ανοικτό κατάστημα, έστω και πέραν των συνόρων, που βρίσκεται σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων.
Θεωρούν πρόδηλο ότι τα αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων που αποτελεί και τον σκοπό του εν λόγω νόμου, ο οποίος, άλλωστε, είναι προφανές ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στο πνεύμα του συγχρόνου Βέλγου νομοθέτη.
Αυτό προκύπτει, κατά τη γνώμη τους, πρώτον, από τη διαφοροποιημένη εφαρμογή του νόμου αυτού και, κυρίως, από τις πολλές εξαιρέσεις που έχουν εισαχθεί με το βασιλικό διάταγμα της 7ης Νοεμβρίου 1966 το οποίο περιλαμβάνει ένα λίαν εκτεταμένο κατάλογο δήμων όπου, για λόγους που προβάλλονται ως τουριστικού ενδιαφέροντος, οι εργαζόμενοι μπορούν να απασχολούνται, χωρίς περιορισμούς, την Κυριακή.
Επομένως, οι κατηγορούμενοι φρονούν ότι ο νομοθετικός κανόνας που απαγορεύει την απασχόληση προσωπικού την Κυριακή μετά το μεσημέρι, όπως εφαρμόζεται στο Βέλγιο, συνιστά παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό στις εισαγωγές.
Εξάλλου ισχυρίζονται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορούν να εφαρμοστούν και υποστηρίζουν ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν έχει τηρηθεί.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι πρόκειται εδώ για διάταξη εργατικού δικαίου η οποία εκτείνεται πέραν των ορίων του εμπορικού τομέα εφόσον καλύπτει και άλλους τομείς δραστηριότητας, όπως, π.χ., ο βιομηχανικός τομέας' αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν θίγει όλα τα καταστήματα εφόσον ρητώς εξαιρούνται απ' αυτήν τα μικρά καταστήματα τροφίμων.
Διευκρινίζει ότι μολονότι η νομοθεσία αυτή δεν απαγορεύει τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή, την καθιστά ωστόσο αδύνατη για τα καταστήματα που δεν μπορούν να λειτουργούν μόνον με τον ιδιοκτήτη τους, δηλαδή, στην πράξη, τα καταστήματα ορισμένου μεγέθους και ιδίως τα γνωστά ως « μεγάλα καταστήματα ». Τέλος, η ρύθμιση αυτή επιτρέπει τη λειτουργία των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή το πρωί.
Η Επιτροπή φρονεί ότι μια εργατική νομοθεσία με άμεσο αποτέλεσμα στην εμπορία προϊόντων είναι να επηρεάζει τις δυνατότητες πωλήσεως εισαγομένων εμπορευμάτων και ενδεχομένως, όπως είναι επόμενο, την εισαγωγή εμπορευμάτων. Η απαγόρευση απασχολήσεως, υπό τις περιγραφείσες συνθήκες, μισθωτών την Κυριακή αποτελεί μέτρο αδιακρίτως εφαρμοζόμενο επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων καθόσον θίγει εξίσου όλα τα εμπορεύματα ανεξαρτήτως καταγωγής τους.
Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 23ης Νοεμβρίου 1989, C-145/88, Torfaen Borough Council (Συλλογή 1989, σ. 3851 ), έκρινε ότι ένα μέτρο του είδους αυτού, που εφαρμόζεται αδιακρίτως, πρέπει εκτιμάται, αφενός, εξετάζοντας αν η επίδικη ρύθμιση επιδιώκει σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου και, αφετέρου, ερευνώντας αν τα ενδεχόμενα εμπόδια που προκαλούνται στις κοινοτικές συναλλαγές υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
Έτσι, το Δικαστήριο θέλησε, σύμφωνα με την Επιτροπή, να θέσει μια αρχή ισχύουσα για όλες τις ρυθμίσεις αυτού του είδους που υφίστανται στην Κοινότητα. Πράγματι, όπως ευχερώς μπορεί να διαπιστωθεί, η εν λόγω ρύθμιση αποσκοπεί στην προστασία των μισθωτών διασφαλίζοντας τους, αφενός, μία ημέρα αναπαύσεως την εβδομάδα και, αφετέρου, το ότι η ημέρα αυτή είναι ίδια για όλους ώστε να καθίσταται δυνατή η οικογενειακή ζωή. Αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη της, μια επιλογή οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής σύμφωνη προς τους γενικού συμφέροντος σκοπούς που επιδιώκονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ και ανάλογη προς τα μέτρα κοινωνικής προστασίας που συνίστανται στην απαγόρευση εργασίας τη νύχτα, στον περιορισμό της εβδομαδιαίας και ημερησίας διαρκείας της εργασίας ή στην παροχή αδειών μετ' αποδοχών.
Όσον αφορά την εξέταση της αναλογίας μεταξύ των ενδεχομένων εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και του επιδιωκομένου θεμιτού στόχου, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση του Torfaen Borough Council, αποφάνθηκε ότι « η απάντηση στο ερώτημα αν τα αποτελέσματα συγκεκριμένης εθνικής ρυθμίσεως υπερβαίνουν πράγματι το κατά τα ανωτέρω επιτρεπτό μέτρο εξαρτάται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου ».
Η Επιτροπή φρονεί ότι μια τέτοια εκτίμηση δεν πρέπει να αφεθεί στα εθνικά δικαστήρια. Κατ' αυτήν, υπάρχει, καταρχάς, ο φόβος μήπως τα εθνικά δικαστήρια, προβαίνοντας σε μια τέτοια εκτίμηση, καταλήξουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε λύσεις αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, ελλείψει ενοποιήσεως μέσω ενός ενιαίου επί κοινοτικού επιπέδου δικαστηρίου, υφίσταται ο υπαρκτός κίνδυνος τα διάφορα δικαστήρια να καταλήγουν σε διαφορετικές λύσεις για παρεμφερείς, αν όχι όμοιες, περιπτώσεις.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, καίτοι οι διαφορές που υφίστανται στις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τις ημέρες και ώρες λειτουργίας των καταστημάτων εμποδίζουν μια ομοιόμορφη εκτίμηση, η εξέταση ωστόσο μιας συγκεκριμένης ρυθμίσεως πρέπει να καθιστά δυνατή τη διαπίστωση του αν οι κανόνες που αυτή θέτει είναι ή όχι αντίθετοι προς το κοινοτικό δίκαιο και να επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να επιλύουν το πρόβλημα ερμηνείας, πράγμα που θα καθιστά εφικτή την επίλυση των διαφορών που υποβάλλονται στην κρίση τους.
Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν προκύπτει ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα που συνεπάγεται για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων η απαγόρευση απασχολήσεως των μισθωτών την Κυριακή, απαγόρευση που μετριάζεται από τις εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως την πώληση αγαθών άμεσης καταναλώσεως, είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τα αποτελέσματα αυτά είναι στην πραγματικότητα λίαν περιορισμένα. Αναμφιβόλως είναι αδύνατη για τους καταναλωτές η αγορά την Κυριακή μετά το μεσημέρι ορισμένων εμπορευμάτων, εισαγομένων ή μη. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η αδυναμία αυτή συντελεί στη μείωση της συνολικής ζητήσεως ορισμένων προϊόντων και στην εξ αυτής μείωση, όπως είναι επόμενο, των εισαγωγών.
Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι, συνολικώς, είναι μάλλον απίθανο η μη λειτουργία ορισμένων κατηγοριών καταστημάτων την Κυριακή να ωθεί τους καταναλωτές στην οριστική ματαίωση της αγοράς προϊόντων που πωλούνται στις έξι άλλες ημέρες της εβδομάδας και την Κυριακή πρωί. Επιπλέον, δεν είναι προφανές ότι η ελαφρά ύφεση που μπορεί να παρουσιάσει η κατανάλωση δεν είναι προς όφελος των εισαγομένων προϊόντων. Ο καταναλωτής που παραιτείται από την αγορά ενός εγχώριου επίπλου θα προτιμήσει ίσως εισαγόμενα είδη διατροφής.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι δεν υφίσταται σε όλα τα κράτη μέλη η υποχρέωση παροχής στους μισθωτούς της άπαξ της εβδομάδας αναπαύσεως τους την Κυριακή δεν είναι ικανό να μειώσει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Αντιθέτως, οι διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τις ημέρες και ώρες λειτουργίας των καταστημάτων μπορούν να ενισχύσουν το εμπόριο μεταξύ δύο κρατών μελών με κοινά σύνορα.
Κατ' αυτήν, τα στοιχεία αυτά καθιστούν δυνατό τον ισχυρισμό ότι η απαγόρευση απασχολήσεως μισθωτών την Κυριακή δεν συνεπάγεται δυσανάλογα αποτελέσματα στο εμπόριο σε σχέση με τον θεμιτό σκοπό της κοινωνικής προστασίας. Ομοίως, ενόψει του γεγονότος ότι τα καταστήματα μπορούν να λειτουργούν την Κυριακή το πρωί και των εξαιρέσεων που επιτρέπονται από τον νόμο για τα καταστήματα τροφίμων, δεν προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος από τη νομοθεσία σκοπός της κοινωνικής προστασίας μπορεί να επιτευχθεί με άλλο μέσο το οποίο να εμποδίζει λιγότερο τις συναλλαγές.
Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει μεταξύ των κρατών μελών τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Αντικείμενο της απαγορεύσεως απασχολήσεως των εργαζομένων την Κυριακή δεν είναι, κατ' αυτήν, ο περιορισμός των ρευμάτων των εξαγωγών, εφόσον ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η διασφάλιση της κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το αποτέλεσμα της ρυθμίσεως αυτής επί των ρευμάτων των εξαγωγών φαίνεται να είναι λίαν περιορισμένο. Πράγματι, οι μόνοι που θίγονται είναι οι καταναλωτές που επιθυμούν να ψωνίζουν την Κυριακή το απόγευμα με σκοπό να μεταφέρουν τα αγορασθέντα εμπορεύματα σε άλλο κράτος μέλος. Εν πάση περιπτώσει, ένας τέτοιος περιορισμός δεν πλήττει, κατά τη γνώμη της, ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών, εφόσον η νομοθεσία εφαρμόζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων επί όλων των καταστημάτων ενός συγκεκριμένου τομέα χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εμπορευμάτων που οι καταναλωτές επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν επιτοπίως και αυτών που προτίθενται να μεταφέρουν σε άλλη χώρα.
Ερμηνεία των άρθρων 59 έως 66 της Ιννθήκης ΕΟΚ
1.
Οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι τα άρθρα αυτά της Συνθήκης προβλέπουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, θεωρουμένων υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, κατά τρόπον ώστε η έκφραση υπηρεσίες να περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις δραστηριοτήτων, καθ' οποιονδήποτε τρόπο και αν αυτές ασκούνται από τους υπηκόους κράτους μέλους. Επομένως, αυτή η υπό ευρεία έννοια έκφραση αφορά, κατ' αυτούς, και τη μέσω του εμπορίου διάθεση αγαθών, σκοπός δε της Συνθήκης ΕΟΚ είναι η διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ όλων των υπηκόων των κρατών μελών της ΕΟΚ, κυρίως όσον αφορά την αστυνόμευση του εμπορίου και της βιομηχανίας.
Φρονούν ότι η εν λόγω βελγική κανονιστική ρύθμιση δεν επιτυγχάνει στην πραγματικότητα τον σκοπό που η ίδια έχει ορίσει, δηλαδή την προστασία των εργαζομένων, ληφθέντος υπόψη του μεγάλου αριθμού των προβλεπομένων εξαιρέσεων, κυρίως στις λεγόμενες « τουριστικές » περιοχές.
Επομένως, οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι ο βελγικός νόμος της 16ης Μαρτίου 1971, απαγορεύοντας την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή μετά το μεσημέρι, είναι αντίθετος προς τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΟΚ διευκρινίζει ότι ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Τα μέτρα που αφορούν τις από άποψη χρόνου συνθήκες υπό τις οποίες τα εμπορεύματα αυτά μπορούν να προσφέρονται προς πώληση εμπίπτουν στην τελευταία αυτή κατηγορία και, κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάζονται, από πλευράς του άρθρου 30 της Συνθήκης, πράγμα άλλωστε που έκανε και το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του Torfaen Borough Council.
Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι, όταν δεν πρόκειται για ειδικές απαιτήσεις αλλά για απαιτήσεις που αφορούν όλους τους επαγγελματίες ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, κανόνες που δικαιολογούνται από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού, όπως η κοινωνική προστασία, δεν μπορεί να είναι αντίθετοι προς τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης.
Ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Ιννθήκης ΕΟΚ
1.
Οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί η οικεία αγοράπρόκειται για την αγορά λιανικής πωλήσεως μη βρωσίμων προϊόντων, αγορά ο εντός της οποίας ανταγωνισμός είναι έντονος, τόσο εντεύθεν όσο και εκείθεν των βελγικών συνόρων. Κατ' αυτούς, το γεγονός ότι ο δυνητικός αγοραστής των προϊόντων αυτών είναι και ο τελικός καταναλωτής, πρόσωπο που μπορεί πολύ να επηρεάζεται, ιδίως από τη διαφήμιση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ζήτηση των προϊόντων αυτών, τα οποία δεν είναι αναγκαία για την καθημερινή ζωή, είναι, καταρχήν, λίαν ελαστική, δημιουργεί μια κατάσταση έντονου μεταξύ των καταστημάτων ανταγωνισμού.
Υπογραμμίζουν επίσης τη μικρή έκταση του βελγικού εδάφους, πράγμα που επιτείνει έτι περαιτέρω τον ανταγωνισμό με τις όμορες χώρες, και αυτό για τον πρόσθετο λόγο ότι πυρήνα του προβλήματος αποτελεί ο δυνητικός ανταγωνισμός την Κυριακή, ημέρα κατά την οποία οι καταναλωτές δεσμεύονται λιγότερο από τον χρόνο και, επομένως, είναι πρόθυμοι, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να μετακινηθούν και πέραν των συνόρων.
Επομένως, φρονούν ότι είναι πρόδηλον ότι, σε μια τέτοια από άποψη ανταγωνισμού κατάσταση, το παραμικρό εθνικό μέτρο που είναι περισσότερο αυστηρό απ' ό,τι το αντίστοιχο της γειτονικής χώρας, η οποία απέχει 20 μόλις χιλιόμετρα από την Anderlues, όπου βρίσκεται το κατάστημα, συνεπάγεται αυτομάτως στροφή των πελατών προς την εν λόγω γειτονική χώρα, όπου η νομοθεσία είναι λιγότερο αυστηρή. Κατά συνέπεια, αυτό προκαλεί αυτομάτως τεχνητή κατάτμηση των τοπικών αγορών.
Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι εξετάζουν το ζήτημα αν η κατάσταση που έχει προκύψει από τον βελγικό κανόνα επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατ' αυτούς, ο περιορισμός στον ανταγωνισμό που προκαλείται από την εφαρμογή του βελγικού νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 μπορεί να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών διότι είναι προφανές ότι ο εν λόγω νόμος επιτρέπει, βάσει ενός αντικειμενικού συνόλου νομικών και πραγματικών περιστατικών, την πιθανολόγηση, σε σημαντικό βαθμό, του ότι μπορεί αυτός να ασκεί επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα ρεύματα των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο που να τίθεται σε κίνδυνο η υλοποίηση των σκοπών της ενιαίας αγοράς, και αυτό κατά παράβαση του άρθρου 3, στοιχείο στ, της Συνθήκης ΕΟΚ [ απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, C-209/78 έως C-215/78 και C-218/78, Fedetab (Rec. 1980, σ. 3125)].
Οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι, καίτοι, δεν υφίσταται στην περίπτωση αυτή, παρά μόνον ένας περιορισμός στον ανταγωνισμό μη αφορών άμεσα τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, ο εν λόγω περιορισμός μπορεί να θίξει τη δομή του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Επομένως, κατ' αυτούς, οι συνέπειες της εφαρμογής του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 σαφώς θίγουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Θεωρούν ότι ο βελγικός νόμος της 16ης Μαρτίου 1971, εμποδίζοντας ορισμένα μεγάλα καταστήματα λιανικής πωλήσεως να απασχολούν το προσωπικό τους την Κυριακή μετά το μεσημέρι, στραγγαλίζει τις εν λόγω επιχειρήσεις διότι, καθώς αυτές δεν μπορούν πλέον να εκμεταλλεύονται τους χώρους τους πωλήσεως, αναγκάζονται να κλείνουν τις πόρτες τους, ευνοώντας έτσι τους πέραν των συνόρων ανταγωνιστές τους οι οποίοι, κατ' εφαρμογήν ενός πολύ πιο εύκαμπτου συστήματος, μπορούν να λειτουργούν απασχολώντας το προσωπικό τους όλη την Κυριακή και, επομένως, να απορροφούν την κυριακάτικη πελατεία. Κατά συνέπεια, ο νόμος αυτός έχει, κατ' αυτούς, το ίδιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα με μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων η οποία να προβλέπει ότι ορισμένες θα κλείνουν την Κυριακή ώστε να μοιράζονται μεταξύ τους την πελατεία, συμφωνία που απαγορεύεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επομένως, οι κατηγορούμενοι φρονούν ότι ο βελγικός νόμος της 16ης Μαρτίου 1971, και συγκεκριμένα το άρθρο του 14, παράγραφος 1, αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο και αποτελεί κανόνα ο οποίος θέτει σε ισχύ μέτρο ικανό να άρει την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, παραβιάζει τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί με τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 3, στοιχείο στ, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι η δράση της Κοινότητας συνεπάγεται την εγκαθίδρυση ενός συστήματος το οποίο εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης αφορούν τις ενέργειες των επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας μέσω συμπράξεων, εναρμονισμένων πρακτικών ή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι καταφανές ότι μια διάταξη εργατικού δικαίου που απαγορεύει την απασχόληση εργαζομένων την Κυριακή ουδεμία έχει σχέση με οποιαδήποτε σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων.
Οι προτεινόμενες στο Δικαστήριο απαντήσεις
1.
Τελειώνοντας, οι κατηγορούμενοι προτείνουν να δοθεί η εξής απάντηση στο υποβληθέν από το cour d'Appel de Mons προδικαστικό ερώτημα:
«Ο βελγικός νόμος της 16ης Μαρτίου 1971 ( άρθρα 1, 11, 53, 54, 57, 58, 59 και, ειδικότερα, το άρθρο 14, παράγραφος 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 20ής Ιουλίου 1978 και το βασιλικό διάταγμα αριθ. 15 της 23ης Οκτωβρίου 1978, απαγορεύει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την απασχόληση προσωπικού την Κυριακή μετά τις 12.00 και αποτελεί, ως εκ τούτου, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι η απαγόρευση αυτή απασχολήσεως του προσωπικού αναγκάζει τα μεγάλα καταστήματα να μη λειτουργούν, πράγμα που συνεπάγεται έτσι απώλειες στον κύκλο εργασιών και, κατά συνέπεια, μείωση του όγκου των εισαγωγών των προσφερόμενων προς πώληση προϊόντων.
Ομοίως, ο νόμος αυτός, επιβάλλοντας, αυτοδικαίως, στα μεγάλα καταστήματα να μη λειτουργούν την Κυριακή μετά το μεσημέρι, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός της Κοινότητας, όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, οι διατάξεις του νόμου αυτού αίρουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ και, επομένως, αντίκεινται στους κανόνες που έχουν εισαχθεί με τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. »
2.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
« Τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5, 30 έως 36, 59 έως 66 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι διατάξεις που περιέχουν δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως απαγορεύουσας την απασχόληση εργαζομένων την Κυριακή στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως.»
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 28ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-332/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d'appel de Mons ( Βέλγιο ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
André Marchandise,
Jean-Marie Chapuis,
SA Trafitex,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5, 30 έως 36, 59 έως 66 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, J. C Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, R. Joliét, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
οι André Marchandise και Jean-Marie Chapuis καθώς και η SA Trafitex, εκπροσωπούμενοι από τους Francis Bauduin, δικηγόρο Βρυξελλών, και Jean Wagener, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και Hervé Lehman, Γάλλο δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη νομική της υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικώς οι Α. Marchandise, J.-M. Chapuis και SA Trafitex, εκπροσωπούμενοι από τους F. Bauduin και Tailleur, δικηγόρους Βρυξελλών, καθώς και η Επιτροπή, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Σεπτεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Οκτωβρίου 1989, το cour d'appel de Mons ( Βέλγιο ) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5, 30 έως 36, 59 έως 66 και 85 της ιδίας Συνθήκης προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβιβαστό με τις διατάξεις αυτές μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως απα-γορεύουσας την απασχόληση εργαζομένων στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι.
2
Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 11 και 14, παράγραφος 1, του βελγικού νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 περί απασχολήσεως, απαγορεύεται η απασχόληση εργαζομένων στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι. Το άρθρο 53 του νόμου αυτού διευκρινίζει ότι η μη τήρηση από έναν εργοδότη του κανόνα αυτού τιμωρείται με ποινές φυλακίσεως και προστίμου.
3
H Εισαγγελική Αρχή άσκησε δίωξη κατά του André Marchandise, διευθυντή της εταιρίας Trafïtex, και του Jean-Marie Chapuis, υπαλλήλου της εν λόγω εταιρίας, διότι είχαν επανειλημμένως απασχολήσει, μεταξύ της 14ης Σεπτεμβρίου 1986 και της 14ης Δεκεμβρίου 1986, 9 εργαζομένους την Κυριακή, μετά τις 12.00 το μεσημέρι, σε κατάστημα λιανικής πωλήσεως, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971 περί απασχολήσεως.
4
Την 1η Ιουνίου 1988 το tribunal correctionnel de Charleroi κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους όσον αφορά τις προσαπτόμενες σ' αυτούς πράξεις και τους καταδίκασε σε ποινές προστίμου και, επικουρικώς, φυλακίσεως, ενώ ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής του Jean-Marie Chapuis. Με την ίδια απόφαση, η εταιρία Trafïtex κηρύχθηκε αστικώς υπεύθυνη.
5
Κατόπιν της εφέσεως που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής όλοι οι καταδικασθέντες, το τέταρτο ποινικό τμήμα του cour d'appel de Mons εξέδωσε απόφαση με την οποία υπέβαλε προς το Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ερωτά:
« αν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 11, 14, παράγραφος 1, 53, 54, 57, 58 και 59 του νόμου της 16ης Μαρτίου 1971, όπως έχει τροποποιηθεί κυρίως με τον νόμο της 20ής Ιουλίου 1978 και με το βασιλικό διάταγμα αριθ. 15 της 23ης Οκτωβρίου 1978, παραβιάζονται τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5, 30 έως 36, 59 έως 66 και 85 της Συνθήκης της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 1957».
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Προεισαγωγικώς πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού μιας εθνικής διατάξεως με τη Συνθήκη, είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου βάσει των οποίων τα εν λόγω δικαστήρια μπορούν να εκτιμούν το συμβιβαστό αυτό προκειμένου να εκδίδουν αποφάσεις επί των υποθέσεων που υποβάλλονται στην κρίση τους.
Όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
8
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι διατάξεις που απαγορεύουν την απασχόληση εργαζομένων στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την Κυριακή συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
9
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών. Μπορεί όμως να συνεπάγεται περιοριστικά αποτελέσματα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πράγματι, καίτοι είναι μάλλον απίθανο η μη λειτουργία ορισμένων κατηγοριών καταστημάτων την Κυριακή να οδηγεί τους καταναλωτές στην οριστική ματαίωση της αγοράς προϊόντων που είναι διαθέσιμα τις άλλες ημέρες της εβδομάδας, γεγονός πάντως είναι ότι η εν λόγω απαγόρευση μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον όγκο των πωλήσεων και, κατά συνέπεια, των εισαγωγών.
10
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι μια ρύθμιση του είδους αυτού επηρεάζει τόσο την πώληση των εγχωρίων όσο και την πώληση των εισαγομένων προϊόντων. Καταρχήν, η εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων δεν καθίσταται, όπως είναι επόμενο, περισσότερο δυσχερής απ' ό,τι αυτή των εγχωρίων ( βλ. υπό την έννοια αυτή την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1989, C-145/88, Torfaen Borough Council κατά Β & Q pic, Συλλογή 1989, σ. 3851 ).
11
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, σχετικά με μια παρόμοια εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγόρευε στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν την Κυριακή, ότι τέτοια απαγόρευση συμβιβάζεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που προβλέπεται από τη Συνθήκη μόνον όταν τα ενδεχόμενα εμπόδια που προκαλεί στις κοινοτικές συναλλαγές δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση του επιδιωκομένου σκοπού και ο σκοπός αυτός είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
12
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι μια ρύθμιση όπως η επίδικη επιδιώκει σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει, με την προαναφερθείσα απόφαση του της 23ης Νοεμβρίου 1989, ότι οι εθνικές ρυθμίσεις σχετικά με τα ωράρια λιανικής πωλήσεως αποτελούν την έκφραση ορισμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών, καθόσον αποσκοπούν στην εξασφάλιση μιας κατανομής των ωρών εργασίας και αναπαύσεως προσαρμοσμένης στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες, η εκτίμηση των οποίων στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται στα κράτη μέλη.
13
Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα στις συναλλαγές που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από μια τέτοια ρύθμιση δεν φαίνονται υπερβολικά ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού.
14
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν ισχύει όσον αφορά εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι.
Όσον αφορά το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ
15
Με το προδικαστικό ερώτημα ερωτάται, εξάλλου, αν το επίδικο μέτρο συνιστά ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
16
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την απόφαση του της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld ( Rec. 1979, σ. 3409 ), το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν ότι δεν είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 34 της Συνθήκης εθνικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται αντικειμενικώς επί της παραγωγής εμπορευμάτων ορισμένου τύπου χωρίς να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν τα εν λόγω εμπορεύματα προορίζονται για την εγχώρια αγορά ή προς εξαγωγή.
17
Επομένως, σ' αυτό το σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την απασχόληση εργαζομένων την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 34 της Συνθήκης εφόσον ένα τέτοιο μέτρο δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των ρευμάτων των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και εφαρμόζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων επί όλων των καταστημάτων ενός συγκεκριμένου τομέα χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εμπορευμάτων που ο καταναλωτής σκοπεύει να χρησιμοποιήσει επιτοπίως και αυτών που προτίθεται να μεταφέρει σε άλλη χώρα.
Όσον αφορά τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ
18
Το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει επίσης ερώτημα σχετικά με την εκτίμηση του επιδίκου μέτρου από πλευράς των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης. Εν προκειμένω, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι με τα άρθρα αυτά επιδιώκεται η εγκαθίδρυση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Το άρθρο 60 της Συνθήκης διευκρινίζει ότι ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
19
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για ρύθμιση η οποία αφορά τον τρόπο ασκήσεως των δραστηριοτήτων λιανικής πωλήσεως και επιδιώκει σκοπούς κοινωνικής προστασίας. Ενόψει των χαρακτηριστικών αυτών, η ρύθμιση αυτή πρέπει να εξεταστεί από πλευράς άρθρου 30 της Συνθήκης, πράγμα άλλωστε που το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει με την προαναφερθείσα απόφαση του Torfaen Borough Council κατά Β & Q pic. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής.
Όσον αφορά τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ
20
Τέλος, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να εξεταστούν οι επίδικες εθνικές διατάξεις από πλευράς των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης.
21
Το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα σχετικά με τις διατάξεις αυτές πρέπει να νοηθεί ως αφορών, κατ' ουσίαν, το ζήτημα αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση εργαζομένων στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την Κυριακή συμβιβάζεται ή όχι με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο στ, και 85 της ιδίας Συνθήκης.
22
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι αυτά καθαυτά τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης αφορούν αποκλειστικά ενέργειες των επιχειρήσεων και δεν αναφέρονται στα νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως μέτρα των κρατών μελών. Ωστόσο, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα άρθρα 85 και 86, θεωρούμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη λαμβάνουν ούτε να διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως, που μπορούν να αίρουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις. Δυνάμει της ιδίας νομολογίας, αυτό συμβαίνει ιδίως όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων που αντιβαίνουν στο άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα μιας τέτοιας συμπράξεως, ή αφαιρεί από τη δική του ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα αναθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη να λαμβάνουν αποφάσεις περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα ( βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 267/86, van Eycke κατά Aspa, Συλλογή 1988, σ. 4769, σκέψη 16 ).
23
Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι η επίδικη ρύθμιση αποσκοπεί στην ενίσχυση των αποτελεσμάτων προϋφισταμένης συμπράξεως. Εξάλλου, κανένα από τα στοιχεία της ρυθμίσεως αυτής δεν είναι ικανό να της αφαιρέσει τον κρατικό της χαρακτήρα.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1989 το cour d'appel de Mons αποφαίνεται:
1)
To άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν ισχύει όσον αφορά εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή μετά τις 12.00 το μεσημέρι.
2)
Το άρθρο 34 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν ισχύει επί μιας τέτοιας ρυθμίσεως.
3)
Ούτε τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης, ούτε οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ, 5 και 85 της Συνθήκης έχουν εφαρμογή επί μιας τέτοιας ρυθμίσεως.
Due
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Joliét
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Φεβρουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy