Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ποιότητα του πόσιμου νερού * Οδηγία 80/778 * Εφαρμογή από τα κράτη μέλη * Υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος χωρίς εφαρμογή των επιτρεπόμενων παρεκκλίσεων
(Οδηγία 80/778 του Συμβουλίου, άρθρα 7, 9, 10 και 20)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ποιότητα του πόσιμου νερού * Οδηγία 80/778 * Εφαρμογή από τα κράτη μέλη * Χορήγηση συμπληρωματικής προθεσμίας για την τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών που θέτει το παράρτημα Ι * Προθεσμία υποβολής της αιτήσεως * Προθεσμία εφαρμογής της οδηγίας
(Οδηγία 80/778 του Συμβουλίου, άρθρα 19 και 20)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ποιότητα του πόσιμου νερού * Οδηγία 80/778 * Ανώτατες επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις * Ειδικό καθεστώς για τους αγωγούς από μόλυβδο
(Οδηγία 80/778 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 5)
Περίληψη
1. Από το άρθρο 7, παράγραφος 6, της οδηγίας 80/778, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε η ποιότητα του πόσιμου νερού να ανταποκρίνεται τουλάχιστον προς τις προδιαγραφές που προβλέπει το παράρτημα Ι. Οι μόνες παρεκκλίσεις από την υποχρέωση αυτή είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 9, 10 και 20. Η οδηγία επιβάλλει επομένως στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενεργήσουν, ώστε να επιτευχθούν ορισμένα αποτελέσματα, και δεν τους επιτρέπει να επικαλούνται ιδιαίτερες περιστάσεις, πέραν των προβλεπομένων παρεκκλίσεων, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής. Το γεγονός ότι έχουν ληφθεί όλα τα ευλόγως δυνατά μέτρα δεν μπορεί συνεπώς να δικαιολογήσει τη μη εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρεώσεως.
2. Μόνο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας εφαρμογής της οδηγίας 80/778, την οποία προβλέπει το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη μπορούσαν να κάνουν χρήση της κατά το άρθρο 20 της οδηγίας δυνατότητάς τους να υποβάλουν στην Επιτροπή αίτηση χορηγήσεως συμπληρωματικής προθεσμίας για την τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών που τίθενται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και τις οποίες πρέπει να πληροί το πόσιμο νερό.
3. Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 80/778, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, για την ερμηνεία των τιμών που πρέπει να τηρούνται πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις που εκτίθενται στο παράρτημα Ι, το οποίο καθορίζει τις τιμές αυτές.
'Οσον αφορά την περιεκτικότητα σε μόλυβδο, οι παρατηρήσεις αυτές προβλέπουν ένα ειδικό καθεστώς, όταν το νερό διοχετεύεται μέσα από μολύβδινους αγωγούς. Η εκ μέρους των κρατών μελών τήρηση της υποχρεώσεώς τους να εφαρμόζουν την οδηγία κρίνεται ενόψει του ειδικού αυτού καθεστώτος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-337/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Rolf Waegenbaur και Richard Wainwright, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από τον John Collins, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τους John Laws και Derrick Wyatt, barristers, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία του και μη εφαρμόζοντας ορθά την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Οκτωβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία του και μη εφαρμόζοντας ορθά την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την οδηγία και με τα παραρτήματά της εντός δύο ετών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως και ενημερώνουν αμέσως περί τούτου την Επιτροπή. Επιπλέον, κατά το άρθρο 19, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε η ποιότητα του πόσιμου νερού να ανταποκρίνεται προς την οδηγία, εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της. Οι προθεσμίες αυτές έληξαν, όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, στις 18 Ιουλίου 1982 και στις 18 Ιουλίου 1985 αντίστοιχα.
3 Οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν, πρώτον, τη μη εμπρόθεσμη μεταφορά στο εσωτερικό βρετανικό δίκαιο ορισμένων ή όλων, ανάλογα με τις περιφέρειες της επικράτειας του Ηνωμένου Βασιλείου που αφορούν οι αιτιάσεις αυτές, των διατάξεων της οδηγίας και, δεύτερον, τη μη τήρηση, σε ορισμένες ζώνες της επικράτειας αυτής, του ορίου που προβλέπει η οδηγία ως ανώτατη επιτρεπόμενη συγκέντρωση για τα νιτρικά άλατα και τον μόλυβδο.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
5 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η αιτίαση για τη μη μεταφορά της οδηγίας αφορούσε, τόσο κατά το έγγραφο οχλήσεως όσο και κατά την αιτιολογημένη γνώμη, μόνο τα νερά που προέρχονται από ιδιωτικούς υδατοταμιευτήρες. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-2821), που αφορούσε την ίδια αυτή οδηγία 80/778, δέχθηκε ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στο νερό που προέρχεται από ιδιωτικούς υδατοταμιευτήρες. Κατά συνέπεια, η αιτίαση για τη μη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη στο σύνολό της.
6 Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Επιτροπή, με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη, εξέφρασε τη γενική αιτίαση ότι η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο και ότι ως παράδειγμα και μόνο ανέφερε τους ιδιωτικούς υδατοταμιευτήρες. Προς στήριξη δηλαδή της γενικής αυτής αιτιάσεώς της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι διοικητικές εγκύκλιοι που, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, είχαν εκδοθεί με σκοπό την εφαρμογή της οδηγίας δεν είχαν κανένα δεσμευτικό αποτέλεσμα, π.χ. για τους διαχειριζόμενους ιδιωτικά δίκτυα παροχής, και ότι το στοιχείο αυτό αρκούσε για να αποδειχθεί ότι η οδηγία δεν είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο.
7 Με το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή δεν διεύρυνε το αντικείμενο της παραβάσεως που καταλόγιζε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά αντίθετα περιόρισε τη γενική αιτίαση που είχε διατυπώσει κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής, ώστε η αιτίαση αυτή να αφορά πλέον ορισμένους μόνο τομείς, σχετικά με τους οποίους η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου.
8 Κατά συνέπεια, η ένσταση του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
'Οσον αφορά τη μη μεταφορά της οδηγίας
9 Η Επιτροπή κατηγορεί το Ηνωμένο Βασίλειο, πρώτον, ότι δεν έχει ενσωματώσει τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με το νερό που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων στη ρύθμιση που ισχύει στην Αγγλία και στην Ουαλία και, δεύτερον, ότι δεν έχει λάβει κανένα μέτρο για τη μεταφορά του συνόλου των διατάξεων της οδηγίας στο δίκαιο που ισχύει στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Η Επιτροπή, μολονότι αναγνωρίζει ότι η κανονιστική απόφαση Water Supply Regulations του 1990 αποτελεί "ικανοποιητική τυπική μεταφορά" της οδηγίας στη Σκωτία, εμμένει εντούτοις πλήρως επί της αιτιάσεώς της σε σχέση με το τμήμα αυτό της βρετανικής επικράτειας.
10 Το καθού ισχυρίζεται ότι το νερό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ειδών διατροφής προέρχεται, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, από την ίδια πηγή όπως και το νερό που προορίζεται για οικιακή χρήση και το οποίο ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές της οδηγίας.
11 Επ' αυτού αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως ομολογεί και το ίδιο το καθού, ορισμένα νερά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ειδών διατροφής προέρχονται από άλλες πηγές εφοδιασμού απ' ό,τι το νερό που προορίζεται για οικιακή χρήση.
12 Στη συνέχεια το καθού ισχυρίζεται, όσον αφορά τη Σκωτία, ότι ο αρμόδιος για τον οικείο τομέα Επίτροπος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχε δηλώσει, με έγγραφο της 13ης Απριλίου 1989, ότι η έκδοση κανονιστικών αποφάσεων για την εφαρμογή του νόμου Water Act του 1973 θα είχε ως συνέπεια την παραίτηση της Επιτροπής από την προσφυγή, όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας σ' αυτό το τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεδομένου ότι έχουν εκδοθεί οι κανονιστικές αυτές αποφάσεις, η εμμονή της Επιτροπής επί της αιτιάσεώς της αντιβαίνει προς το καθήκον συνεργασίας που επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης.
13 To επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πρέπει να τονιστεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το νομικό κύρος του επιχειρήματος αυτού, ότι ο συντάκτης του ανωτέρω εγγράφου ανέφερε απλώς ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο παραιτήσεως, αν η βρετανική νομοθεσία αποτελούσε όχι μόνο τυπική εφαρμογή της οδηγίας, αλλά πλήρη μεταφορά όλων των διατάξεών της. Επομένως, η Επιτροπή δεν ανέλαβε καμία δέσμευση.
14 Το καθού ισχυρίζεται τέλος, όσον αφορά τη Βόρεια Ιρλανδία, ότι η καθυστέρηση στη μεταφορά της οδηγίας στο τμήμα αυτό της επικράτειας του Ηνωμένου Βασιλείου εξηγείται από το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένες εγγενείς δυσχέρειες στην οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών αυτού του συγκεκριμένου τμήματος του Ηνωμένου Βασιλείου.
15 Κατά πάγια νομολογία όμως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που προβλέπουν οι οδηγίες (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984, 279/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ. 3403).
16 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
'Οσον αφορά τις περιεκτικότητες σε νιτρικά άλατα.
17 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το νερό του δικτύου διανομής σε 28 ζώνες εφοδιασμού της Αγγλίας δεν ανταποκρίνεται προς την ανώτατη επιτρεπόμενη συγκέντρωση των 50 μg/l που προβλέπει η οδηγία για τα νιτρικά άλατα και ότι οι εν λόγω υπερβάσεις δεν δικαιολογούνται βάσει παρεκκλίσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας.
18 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται καταρχάς ότι η οδηγία δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος, αλλά απλώς υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα μέτρα που είναι ευλόγως δυνατόν να ληφθούν για τη συμμόρφωσή τους προς τους κανόνες της οδηγίας. Αυτό ακριβώς έχει πράξει εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτει ότι, αν δεν έχει επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, τούτο οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι ανάγονται κυρίως στις τεχνικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη γεωργία.
19 Στη συνέχεια το καθού ισχυρίζεται ότι η άποψη της Επιτροπής ότι η μη τήρηση της προαναφερθείσας ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης συνιστά παράβαση της οδηγίας εκ μέρους του κράτους, ακόμη και αν το κράτος αυτό έχει λάβει όλα τα μέτρα που μπορούσε για να εξασφαλίσει την τήρηση του ορίου αυτού, σημαίνει ότι οποιαδήποτε υπέρβαση μιας ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης μετά τις 18 Ιουλίου 1985 συνιστά παράβαση της οδηγίας, ακόμη και αν η υπέρβαση δεν έχει διαπιστωθεί κατά τους ελέγχους που διεξάγονται σύμφωνα με την οδηγία. Το κράτος συνεπώς τελεί παράβαση πριν να έχει καν τη δυνατότητα να εξακριβώσει την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής και να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.
20 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
21 Από το άρθρο 7, παράγραφος 6, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε η ποιότητα του πόσιμου νερού να ανταποκρίνεται τουλάχιστον προς τις προδιαγραφές που προβλέπει το παράρτημα Ι.
22 Το αποτέλεσμα αυτό έπρεπε να επιτευχθεί εντός πενταετίας από την κοινοποίηση της οδηγίας (άρθρο 19), η δε προθεσμία αυτή ήταν μακρότερη από την προβλεπόμενη για τη μεταφορά της οδηγίας στα εθνικά δίκαια, δηλαδή από την προθεσμία δύο ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας (άρθρο 18), προκειμένου να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να συμμορφωθούν προς τις ανωτέρω προδιαγραφές.
23 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 228/87, Ποινική δίωξη κατ' αγνώστων (Συλλογή 1988, σ. 5099, σκέψη 10), οι μόνες παρεκκλίσεις από την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίσουν το σύμφωνο του πόσιμου νερού προς τις προδιαγραφές της οδηγίας είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 9, 10 και 20 της οδηγίας. Το πρώτο από τα άρθρα αυτά επιτρέπει παρεκκλίσεις, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που έχουν σχέση με τη φύση και τη μορφολογία του εδάφους στην περιοχή η οποία τροφοδοτεί την υπό εξέταση πηγή, καθώς και οι συνθήκες που έχουν σχέση με εξαιρετικά μετεωρολογικά φαινόμενα, το δεύτερο από τα ανωτέρω άρθρα επιτρέπει παρεκκλίσεις σε περίπτωση σοβαρών ατυχημάτων, ενώ το τελευταίο δίνει στα κράτη μέλη, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για πληθυσμιακά σύνολα γεωγραφικά περιορισμένα, τη δυνατότητα να υποβάλουν στην Επιτροπή ειδική αίτηση για να τους χορηγηθεί πρόσθετη προθεσμία για την τήρηση του παραρτήματος Ι.
24 Η οδηγία επιβάλλει επομένως στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενεργήσουν, ώστε να επιτευχθούν ορισμένα αποτελέσματα, και δεν τους επιτρέπει να επικαλούνται ιδιαίτερες περιστάσεις, πέραν των προβλεπομένων παρεκκλίσεων, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής.
25 Κατά συνέπεια, το γεγονός που επικαλείται το καθού, δηλαδή ότι έχει λάβει όλα τα ευλόγως δυνατά μέτρα, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράβαση της υποχρεώσεως να ανταποκρίνεται το πόσιμο νερό τουλάχιστον προς το παράρτημα Ι της οδηγίας, εκτός των ρητά προβλεπομένων παρεκκλίσεων.
26 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται τέλος ότι ενέκρινε παρεκκλίσεις, βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας, για τις ζώνες στις οποίες είχε παρατηρηθεί υπέρβαση της καθορισμένης ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης νιτρικών αλάτων και ότι κοινοποίησε τις παρεκκλίσεις αυτές στην Επιτροπή στις 9 Οκτωβρίου 1985. Η Επιτροπή όμως δεν αποφάνθηκε επί των παρεκκλίσεων αυτών παρά μόνο με το έγγραφο οχλήσεως, δηλαδή στις 11 Αυγούστου 1987, με το οποίο δήλωνε ότι, αφού επρόκειτο για υπερβάσεις της ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης νιτρικών αλάτων, οι κοινοποιηθείσες παρεκκλίσεις δεν μπορούσαν να στηριχθούν στο άρθρο 9. Υπό τις συνθήκες αυτές, το καθού θεωρεί ότι η Επιτροπή, αντί να διατυπώσει την αιτίασή της, έπρεπε αυτόματα να της χορηγήσει συμπληρωματική προθεσμία, παρά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 20 για την υποβολή της σχετικής αιτήσεως.
27 Συναφώς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (όπ.π., σκέψη 23), η βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας αίτηση συμπληρωματικής προθεσμίας για την τήρηση του παραρτήματος Ι πρέπει να υποβάλλεται εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 19 προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η κοινοποίηση των παρεκκλίσεων κατά το άρθρο 9 της οδηγίας πραγματοποιήθηκε όμως μετά τις 18 Ιουλίου 1985, δηλαδή μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποφανθεί επί της αιτήσεως της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
28 Συνεπώς, η δεύτερη αυτή αιτίαση της Επιτροπής πρέπει επίσης να θεωρηθεί βάσιμη.
'Οσον αφορά τις περιεκτικότητες σε μόλυβδο
29 Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχει εξασφαλιστεί η τήρηση της ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης για τον μόλυβδο (την παράμετρο 51) στη Σκωτία, και μάλιστα σε δεκαεπτά ζώνες εφοδιασμού, οι οποίες εξυπηρετούν πληθυσμό 52 000 περίπου κατοίκων. Κατά την προσφεύγουσα, η οδηγία έχει την έννοια ότι, όταν στο δίκτυο διανομής του ύδατος υπάρχουν αγωγοί από μόλυβδο, η περιεκτικότητα σε μόλυβδο των δειγμάτων που λαμβάνονται κατόπιν ροής, δηλαδή των δειγμάτων από τρεχούμενο νερό, δεν πρέπει να υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη συγκέντρωση των 50 μg/l που προβλέπεται για την παράμετρο 51, ενώ η περιεκτικότητα αυτή, όταν τα δείγματα λαμβάνονται άμεσα, δεν πρέπει να υπερβαίνει συχνά ή αισθητά τα 100 μg/l. Από τον πίνακα που επισυνήψε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στο υπόμνημα αντικρούσεως προκύπτει όμως ότι από τα 204 δείγματα που είχαν ληφθεί κατόπιν ροής εννέα είχαν περιεκτικότητα σε μόλυβδο από 51 έως 100 μg/l και τέσσερα υπερέβαιναν τα 100 μg/l. Από δε τα αριθμητικά στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο ασκήσεως της παρούσας προσφυγής προκύπτει ότι, επί 151 δειγμάτων, τέσσερα είχαν περιεκτικότητα σε μόλυβδο μεταξύ 51 και 100 μg/l και δύο υπερέβαιναν τα 100 μg/l, πράγμα που αποδεικνύει εξάλλου ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί μετά την άσκηση της προσφυγής.
30 Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθούν οι παρατηρήσεις σχετικά με την παράμετρο 51:
"Σε περίπτωση διοχετεύσεως του νερού μέσα από μόλυβδο, η περιεκτικότητα σε μόλυβδο δεν θα πρέπει να είναι ανώτερη των 50 μg/l σε ένα δείγμα που θα ληφθεί ύστερα από ροή. Αν το δείγμα ληφθεί αμέσως ή μετά από ροή και αν η περιεκτικότητα σε μόλυβδο υπερβαίνει συχνά ή αισθητά τα 100 μg/l, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να ελαττωθούν οι κίνδυνοι εκθέσεως των καταναλωτών στον μόλυβδο".
31 'Οπως ορθώς τονίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι παρατηρήσεις αυτές θα ήσαν περιττές, αν η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία ήταν ορθή. Η υποχρέωση τηρήσεως της ανώτατης επιτρεπόμενης συγκέντρωσης των 50 μg/l στο τρεχούμενο νερό προκύπτει ήδη από τις τιμές που αναφέρονται για την παράμετρο 51.
32 Οι παρατηρήσεις σχετικά με την παράμετρο αυτή πρέπει επομένως να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αφορούν τις τιμές που πρέπει να τηρούνται σε περίπτωση υπάρξεως αγωγών από μόλυβδο, για τους οποίους έχει προβλεφθεί ειδικό καθεστώς. Στην περίπτωση αυτή η τιμή των 50 μg/l έχει καθαρά ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν επιβάλλεται η λήψη των κατάλληλων μέτρων, παρά μόνο όταν τα δείγματα έχουν ληφθεί άμεσα ή κατόπιν ροής και η περιεκτικότητα σε μόλυβδο υπερβαίνει συχνά ή αισθητά τα 100 μg/l.
33 Στην περίπτωση υπάρξεως επομένως δικτύου αγωγών από μόλυβδο εφαρμόζεται το ειδικό αυτό καθεστώς, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας, κατά το οποίο για την ερμηνεία των τιμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις.
34 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το εν λόγω καθεστώς τηρείται στις επίμαχες δεκαεπτά ζώνες. Επ' αυτού το καθού επικαλείται τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διαδικασία που καθορίστηκε από κοινού από την Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία περιλαμβάνονται στον ανωτέρω πίνακα και από τα οποία προκύπτει ότι το 4 % των ληφθέντων δειγμάτων εμφάνιζε περιεκτικότητα σε μόλυβδο ανώτερη των 50 μg/l και το 2 % ανώτερη των 100 μg/l.
35 Η Επιτροπή παρατηρεί εντούτοις ότι από τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών δεν αποδεικνύεται η τήρηση της εν λόγω παραμέτρου. Κατά την Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να αναφέρει τον αριθμό των κατόπιν ροής ληφθέντων δειγμάτων ανά νοικοκυριό τροφοδοτούμενο με δίκτυο αγωγών από μόλυβδο, το ποσοστό των δειγμάτων αυτών που δεν ανταποκρίνονταν στο όριο των 100 μg/l και το ύψος της υπερβάσεως του ορίου αυτού σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Μόνο βάσει των στοιχείων αυτών θα μπορούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να υποστηρίξει ότι η περιεκτικότητα του νερού σε μόλυβδο δεν υπερέβαινε συχνά ή αισθητά τα 100 μg/l.
36 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. 'Οπως εξέθεσε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, την οποία άλλωστε δεν αντέκρουσε η Επιτροπή, οι εν λόγω αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας και, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι, αν οι αναλύσεις αυτές είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη μέθοδο που προτείνει, θα είχε διαπιστωθεί συχνή ή αισθητή υπέρβαση του ορίου των 100 μg/l.
37 Η αιτίαση αυτή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
38 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή αφενός μεν παρέλειψε να ενσωματώσει την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, στη νομοθεσία που ισχύει στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία και, καθόσον αφορά το νερό που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων, στην Αγγλία και την Ουαλία και αφετέρου παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα του νερού σε 28 ζώνες εφοδιασμού στην Αγγλία να ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές της οδηγίας όσον αφορά τα νιτρικά άλατα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε ως προς τους σημαντικότερους ισχυρισμούς του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή αφενός μεν παρέλειψε να ενσωματώσει την οδηγία 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού, στη νομοθεσία που ισχύει στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία και, καθόσον αφορά το νερό που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων, στην Αγγλία και την Ουαλία και αφετέρου παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα του νερού σε 28 ζώνες εφοδιασμού στην Αγγλία να ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές της οδηγίας όσον αφορά τα νιτρικά άλατα.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy