ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-341/89 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
α)
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 10 ), προέβλεψε την επί πενταετία επιβολή πρόσθετης εισφοράς επί των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος οι οποίες θα υπερέβαιναν μια ποσότητα αναφοράς που επρόκειτο να καθοριστεί.
β)
Οι γενικοί κανόνες για την επιβολή της πρόσθετης εισφοράς θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 ορίζει την ποσότητα αναφοράς στην οποία αναφέρεται ο βασικός κανονισμός 856/84, δηλαδή την ποσότητα για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης εισφοράς. Η ποσότητα αυτή ισούται καταρχήν με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Α ) ή με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β), προσαυξημένη κατά 1 ο/ο. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, πάντως, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς ισούται με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην υπάρξει υπέρβαση της εγγυημένης ποσότητας. Επιπλέον, κατά τα άρθρα 3α, 4 και 4α του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς, ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις ή να παραχωρούν ειδικές ή συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 ορίζει τα εξής:
« Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν. »
Το άρθρο 12 του κανονισμού 857/84 ορίζει διάφορες έννοιες που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό αυτό, μεταξύ των οποίων και τις έννοιες του « παραγωγού » και της « εκμεταλλεύσεως » (στοιχεία γ και δ αντίστοιχα):
« γ)
παραγωγός: ο κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, η εκμετάλλευση του οποίου βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας:
—
που πωλεί γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα άμεσα στον καταναλωτή,
—
ή/και που παραδίδει στους αγοραστές·
δ)
εκμετάλλευση: το σύνολο των μονάδων παραγωγής που διαχειρίζεται ο παραγωγός και βρίσκονται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας ».
γ )
Ο τρόπος επιβολής της πρόσθετης εισφοράς καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11).
2. Η διαφορά της κύριας δίκης
Ο Heinrich Ballmann είναι κτηνοτρόφος και κάτοχος εκμεταλλεύσεως με 60 θέσεις αγελάδων, οι 20 από τις οποίες βρίσκονται σε νέο στάβλο (βουστάσιο). Βάσει της κοινοτικής ρυθμίσεως για την πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος, παραχωρήθηκε στον Ballmann ποσότητα αναφοράς χωρίς υποχρέωση καταβολής της εισφοράς ίση με τη γαλακτοπαραγωγή 40 περίπου αγελάδων.
Με σύμβαση της 15ης Ιουνίου 1987 ο Ballmann εκμίσθωσε τις 20 θέσεις του νέου στάβλου στον κτηνοτρόφο Berthold Menkhaus, o οποίος διαθέτει ποσότητα αναφοράς ίση προς τη γαλακτοπαραγωγή 20 περίπου αγελάδων. Η σύμβαση μισθώσεως προβλέπει ότι ο Ballmann και ο Menkhaus φροντίζουν για την εκτροφή, το άρμεγμα, τη γονιμοποίηση και την κτηνιατρική παρακολούθηση των αγελάδων τους χωριστά. Για το γάλα που παράγουν υπάρχουν δύο χωριστές δεξαμενές. Εκτός από τις γενικές τεχνικές εγκαταστάσεις του στάβλου, από κοινού χρησιμοποιούνται μόνο οι εγκαταστάσεις για το άρμεγμα· για τη μέτρηση του γάλακτος που αρμέγει καθένας χρησιμοποιείται ηλεκτρονικός μετρητής.
Όταν η αμόδια Oberfinanzdirektion ( Περιφερειακή Διεύθυνση Δημοσίων Οικονομικών) ανακοίνωσε ότι ο μισθωτής, σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μισθώσεως, θα έχανε την ιδιότητα του παραγωγού γάλακτος κατά την έννοια της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, ο Ballmann άσκησε ενώπιον του Finanzgericht αγωγή με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μισθώσεως ο μισθωτής δεν χάνει την ιδιότητα του παραγωγού γάλακτος και συνεπώς το γάλα που αρμέγει ο ίδιος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γάλα παραδιδόμενο από τον εκμισθωτή.
Το Finanzgericht απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη, με το αιτιολογικό ότι ο μισθωτής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ποσότητα αναφοράς του εντός της ενιαίας εκμεταλλεύσεως του εκμισθωτή * κατά της αποφάσεως αυτής ο Ballmann άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof.
Το Bundesfinanzhof, θεωρώντας ότι η απόφαση του εξαρτάται ουσιαστικά από την έννοια του κοινοτικού όρου « παραγωγός », ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Έχουν το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 ή κάποια άλλη διάταξη της κοινοτικής ρυθμίσεως για τις εγγυημένες ποσότητες γάλακτος την έννοια ότι στην ποσότητα αναφοράς που έχει παραχωρηθεί σε κτηνοτρόφο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία πρέπει να καταλογίζεται η ποσότητα γάλακτος που παράγεται, υπό τη διεύθυνση του, από τις αγελάδες του, οι οποίες είναι τοποθετημένες σε μισθωμένες θέσεις; Ή η ποσότητα γάλακτος που συλλέγεται με τον τρόπο αυτό πρέπει να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς του εκμισθωτή κτηνοτρόφου, που είναι επίσης παραγωγός γάλακτος;
Έχουν σημασία για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά οι συγκεκριμένοι όροι της συμβάσεως μισθώσεως και/ή οι πραγματικές περιστάσεις και, αν ναι, ποιοι από τους όρους και ποιες από τις περιστάσεις αυτές; »
3. Η διαδικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Νοεμβρίου 1989.
Γραπτές παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Dierk Booss και τον Klaus-Dieter Borchardt, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
1. Επί τον πρώτον ερωτήματος
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξαρτάται ουσιαστικά από το ζήτημα ποιος πρέπει να θεωρηθεί, κατά τη ρύθμιση που ισχύει για την πρόσθετη εισφορά, ως παραγωγός των ποσοτήτων γάλακτος που παράγονται στις μισθωμένες θέσεις σταβλισμού. Δεδομένου ότι οι ορισμοί που δίνονται στο άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού 857/84 είναι ευρείς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραγωγός οποιοσδήποτε διευθύνει μια κτηνοτροφική εκμετάλλευση, η οποία θα συνίστατο στο σύνολο των παραγωγικών μονάδων που διευθύνει ο παραγωγός, χωρίς να εξαρτάται η ιδιότητα του παραγωγού από την ύπαρξη κυριότητας επί των παραγωγικών αυτών μονάδων. Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Wachauf ( C-5/88, Συλλογή 1989, σ. 2609), η παραχώρηση της χρήσεως μιας γεωργικής εκμεταλλεύσεως ή τμήματός της στον μισθωτή δεν αποκλείει την ύπαρξη επιχειρήσεως παραγωγής ή εμπορίας γάλακτος κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 857/84.
Η ερμηνεία κατά την οποία ο μισθωτής παραγωγικών μονάδων μπορεί επίσης να είναι « παραγωγός » κατά την έννοια της ρυθμίσεως περί πρόσθετης εισφοράς ανταποκρίνεται εξάλλου αφενός στην πραγματικότητα και αφετέρου στο γράμμα και στο πνεύμα της ρυθμίσεως αυτής. Είναι πολύ συνηθισμένο, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στα άλλα κράτη μέλη, να μισθώνουν οι κτηνοτρόφοι τις πλέον σύγχρονες παραγωγικές μονάδες, προκειμένου να παραγάγουν την ποσότητα αναφοράς που τους έχει παραχωρηθεί. Η λύση αυτή δίνει τη δυνατότητα στον κτηνοτρόφο να προβεί σε αποδοτική εκμετάλλευση των επενδύσεων του, αλλ' επιπλέον είναι απολύτως σύμφωνη προς το σύστημα των εγγυημένων ποσοτήτων, αφού έτσι βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα και η ποιότητα της γαλακτοπαραγωγής.
Η Επιτροπή φρονεί ότι κατόπιν των ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ερμηνεία κατά την οποία αφενός η ιδιότητα του παραγωγού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη προς τις παραγωγικές δομές του έτους αναφοράς ( του 1983 ) βάσει των οποίων παραχωρήθηκε η ποσότητα αναφοράς και αφετέρου οι μη αποδοτικές εκμεταλλεύσεις θα πρέπει μακροπρόθεσμα να εξαφανιστούν από την αγορά, προς τον σκοπό περιορισμού της παραγωγής.
Η Επιτροπή τονίζει καταρχάς ότι σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη της γαλακτοπαραγωγής, αλλά η εξασφάλιση μιας, περιορισμένης έστω, παραγωγής που να πραγματοποιείται υπό τις καλύτερες δυνατές τεχνικές και διαρθρωτικές συνθήκες. Δεν αντιβαίνει προς τον σκοπό αυτό το γεγονός ότι ένας παραγωγός γάλακτος, προκειμένου να παραγάγει την ποσότητα αναφοράς που του έχει παραχωρηθεί, εγκαταλείπει τις πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις του για να εγκατασταθεί σε πιο σύγχρονες και επομένως πιο αποδοτικές μονάδες, τις οποίες χρησιμοποιεί υπ' ευθύνη του βάσει συμβάσεως μισθώσεως.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν αντιβαίνει ούτε προς την αρχή της « εδαφικότητας » της ποσότητας αναφοράς, η οποία έχει καθιερωθεί στο σύστημα ποσοστώσεων γάλακτος. Σκοπός της αρχής αυτής είναι μόνο να αποφευχθεί το ελεύθερο εμπόριο ποσοτήτων αναφοράς και η ενδεχόμενη συνακόλουθη κερδοσκοπία ( βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 ). Η αρχή αυτή αφορά μόνο τις συναλλαγές, αντικείμενο των οποίων είναι η μεταβίβαση ποσοτήτων αναφοράς, όπως π.χ. στην περίπτωση της πωλήσεως ή της εκμισθώσεως εκμεταλλεύσεως ή τμήματος εκμεταλλεύσεως για την οποία προβλέπεται ποσότητα αναφοράς. Η αρχή της « εδαφικότητας » δεν έχει πάντως ως συνέπεια ότι η ποσότητα αναφοράς πρέπει να παράγεται στις παραγωγικές μονάδες στις οποίες παρήχθη η γαλακτοπαραγωγή του έτους 1983, επί της οποίας στηρίχτηκε ο καθορισμός της ποσότητας αναφοράς. Κατά συνέπεια, η ποσότητα γάλακτος που παράγει ο κτηνοτρόφος σε παραγωγικές μονάδες που έχει μισθώσει μπορεί καταρχήν να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς που του ανήκει.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το δεύτερο ερώτημα αφορά τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ποσότητα γάλακτος που έχει παραγάγει ο μισθωτής στις μισθωμένες παραγωγικές μονάδες μπορεί να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς του.
Οι προϋποθέσεις αυτές έχουν διαμορφωθεί με βάση την άμεση σχέση που καθιερώνει το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού 857/84 μεταξύ της γαλακτοπαραγωγής και της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού. Για να έχει την ιδιότητα του παραγωγού, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να διευθύνει και να διαχειρίζεται με δική του ευθύνη την εκμετάλλευση ή τη μονάδα παραγωγής γάλακτος. Η αρχή αυτή απορρέει από το γεγονός ότι για την εφαρμογή του συστήματος είναι αναγκαία η σαφής κατανομή μεταξύ των ενδιαφερομένων της ποσότητας γάλακτος που παράγεται στην εκμετάλλευση.
Στην περίπτωση της μισθώσεως η κατανομή αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη, αν με τη γαλακτοπαραγωγή ασχολούνται και οι δύο συμβαλλόμενοι, όπως στην προκειμένη υπόθεση. Στις περιπτώσεις αυτές η τελική κατανομή των ποσοτήτων γάλακτος που. παράγονται στις μονάδες παραγωγής τις οποίες αφορά η σύμβαση μισθώσεως εξαρτάται κυρίως από τους όρους της συμβάσεως και τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Επομένως, στην ποσότητα αναφοράς του μισθωτή μπορεί να καταλογίζεται η σχετική ποσότητα γάλακτος, όταν η διεύθυνση και η διαχείριση των μισθωθεισών μονάδων παραγωγής έχουν ρυθμιστεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τον σαφή και χωρίς προβλήματα διαχωρισμό των παραδόσεων και των λογιστικών εγγραφών για τις ποσότητες γάλακτος που παράγουν ο εκμισθωτής και ο μισθωτής στις μονάδες παραγωγής τους. Κατά την Επιτροπή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως.
Κατόπιν των ανωτέρω η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
« Το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, έχει την έννοια ότι η ποσότητα γάλακτος που παράγεται, υπό τη διεύθυνση του, από τις αγελάδες του, οι οποίες είναι τοποθετημένες σε μισθωμένες θέσεις, πρέπει να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς που του έχει παραχωρήσει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εφόσον η διεύθυνση και η διαχείριση των μισθωθεισών αυτών θέσεων έχουν ρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται σαφής διάκριση μεταξύ των παραδόσεων και των λογιστικών εγγραφών των ποσοτήτων γάλακτος που παράγουν ο εκμισθωτής και ο μισθωτής. »
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-341/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Heinrich Ballmann
και
Hauptzollamt Osnabrück,
παρεμβαίνων:
Berthold Menkhaus,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( EE L 90, σ. 13 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Dierk Booß και Klaus-Dieter Borchardt, μέλη της νομικής υπηρεσίας της,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε την Επιτροπή, που ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Νοεμβρίου 1989, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Heinrich Ballmann, γαλακτοπαραγωγού, και του Hauptzollamt ( Κεντρικού Τελωνείου τού ) Osnabrück. Ο Ballmann είναι κάτοχος γεωργοκτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως με 60 θέσεις αγελάδων, οι 20 από τις οποίες βρίσκονται σε νέο στάβλο ( βουστάσιο ). Βάσει της κοινοτικής ρυθμίσεως για την πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος, παραχωρήθηκε στον Ballmann ποσότητα αναφοράς χωρίς υποχρέωση καταβολής της εισφοράς ίση με τη γαλακτοπαραγωγή 40 περίπου αγελάδων.
3
Με σύμβαση της 15ης Ιουνίου 1987, ο Ballmann εκμίσθωσε τις 20 θέσεις που βρίσκονταν στον νέο στάβλο στον Berthold Menkhaus, ο οποίος ήταν επίσης γαλακτοπαραγωγός και διέθετε επίσης ποσότητα αναφοράς ίση με τη γαλακτοπαραγωγή 20 περίπου αγελάδων η ποσότητα δε αναφοράς αυτή του είχε παραχωρηθεί βάσει της παραγωγής που είχε πραγματοποιήσει εντός της δικής του εκμεταλλεύσεως.
4
Η σύμβαση μισθώσεως προβλέπει ότι ο Ballmann και ο Menkhaus φροντίζουν για την εκτροφή, το άρμεγμα, τη γονιμοποίηση και την κτηνιατρική παρακολούθηση των αγελάδων τους χωριστά. Για το γάλα που παράγουν υπάρχουν δύο χωριστές δεξαμενές. Εκτός από τις γενικές τεχνικές εγκαταστάσεις του στάβλου, από κοινού χρησιμοποιούνται μόνο οι εγκαταστάσεις για το άρμεγμα. Για τη μέτρηση του γάλακτος που αρμέγει καθένας χρησιμοποιείται ηλεκτρονικός μετρητής.
5
Λόγω αυτής της συμβάσεως μισθώσεως, η αρμόδια διοικητική αρχή ανακοίνωσε ότι ο Menkhaus δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται ως παραγωγός γάλακτος κατά την έννοια της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως και ότι κατά συνέπεια η γαλακτοπαραγωγή την οποία θα πραγματοποιούσε εντός των εγκαταστάσεων της εκμεταλλεύσεως του Ballmann θα αφαιρούνταν από την ποσότητα αναφοράς του Ballmann. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Ballmann άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht.
6
Αφού η προσφυγή του απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι ο μισθωτής δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ποσότητα αναφοράς του εντός της εκμεταλλεύσεως του εκμισθωτή, ο Ballmann άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Έχουν το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 ή κάποια άλλη διάταξη της κοινοτικής ρυθμίσεως για τις εγγυημένες ποσότητες γάλακτος την έννοια ότι στην ποσότητα αναφοράς που έχει παραχωρηθεί σε κτηνοτρόφο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία πρέπει να καταλογίζεται η ποσότητα γάλακτος που παράγεται, υπό τη διεύθυνση του, από τις αγελάδες του, οι οποίες είναι τοποθετημένες σε μισθωμένες θέσεις; Ή η ποσότητα γάλακτος που συλλέγεται με τον τρόπο αυτό πρέπει να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς του εκμισθωτή κτηνοτρόφου, που είναι επίσης παραγωγός γάλακτος;
Έχουν σημασία για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά οι συγκεκριμένοι όροι της συμβάσεως μισθώσεως και/ή οι πραγματικές περιστάσεις και, αν ναι, ποιοι από τους όρους και ποιες από τις περιστάσεις αυτές; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, ερωτάται κατ' ουσίαν αν το προαναφερθέν άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού 857/84 έχει την έννοια ότι η παραγωγή γάλακτος που πραγματοποιείται από κτηνοτρόφο σε μισθωμένες μονάδες παραγωγής πρέπει να καταλογίζεται στη δική του ποσότητα αναφοράς ή σημαίνει, αντίθετα, ότι η παραγωγή αυτή πρέπει να αφαιρείται από την ποσότητα αναφοράς του εκμισθωτή.
9
Πρέπει ευθύς εξαρχής να υπομνησθεί ότι από την εν γένει οικονομία της ρυθμίσεως για την πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος συνάγεται ότι στους γεωργοκτηνοτρό-φους δεν παραχωρείται ποσότητα αναφοράς παρά μόνο εφόσον έχουν την ιδιότητα του παραγωγού. Κατά συνέπεια, προκειμένου να δοθεί η κατάλληλη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, ως σημείο εκκινήσεως πρέπει να ληφθεί η έννοια « παραγωγός » κατά την επίμαχη κοινοτική ρύθμιση.
10
Η έννοια αυτή ορίζεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ, του κανονισμού 857/84. Κατά τη διάταξη αυτή, παραγωγός είναι
« ο κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, η εκμετάλλευση του οποίου βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας:
—
που πωλεί γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα άμεσα στον καταναλωτή,
—
ή/και που παραδίδει στους αγοραστές ».
11
Ο ορισμός του « παραγωγού » πρέπει να εξεταστεί από κοινού με τον ορισμό της « εκμεταλλεύσεως », η οποία περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 12, στοιχείο δ, του κανονισμού 857/84,
« το σύνολο των μονάδων παραγωγής που διαχειρίζεται ο παραγωγός και βρίσκονται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας ».
12
Από τους ανωτέρω ορισμούς προκύπτει ότι η ιδιότητα του παραγωγού αναγνωρίζεται σε κάθε πρόσωπο που διαχειρίζεται μια εκμετάλλευση, δηλαδή ένα σύνολο μονάδων παραγωγής που βρίσκονται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας, και που πωλεί ή παραδίδει γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει την κυριότητα των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί για την παραγωγή του. Η έννοια του παραγωγού επομένως δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μη καλύπτουσα την κατηγορία των μισθωτών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
13
Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση μισθώσεως εκμεταλλεύσεως η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον μισθωτή. Η διάταξη αυτή σημαίνει ότι ο κάτοχος δικαιώματος χρήσεως της εκμεταλλεύσεως μπορεί να δικαιούται ποσότητα αναφοράς βάσει της ρυθμίσεως της πρόσθετης εισφοράς, όπως ακριβώς και ο κύριος της εκμεταλλεύσεως αυτής.
14
Κατά συνέπεια, η ποσότητα γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων που πωλήθηκε ή παραδόθηκε από τον μισθωτή και ισούται με την παραγωγή γάλακτος που πραγματοποίησε στις μισθωμένες εγκαταστάσεις πρέπει καταρχήν να καταλογίζεται στην ποσότητα αναφοράς του μισθωτή, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν ο εκμισθωτής είναι επίσης παραγωγός γάλακτος και διαθέτει επομένως ποσότητα αναφοράς.
15
Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικού διοικητικού, ελέγχου της εφαρμογής της ρυθμίσεως, ο καταλογισμός στην ποσότητα αναφοράς του μισθωτή επιτρέπεται μόνον εφόσον ο μισθωτής διαχειρίζεται αυτοτελώς τις μονάδες παραγωγής για την εκμετάλλευση των οποίων έχει μισθώσει ορισμένες εγκαταστάσεις. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις στις οποίες, όπως στη διαφορά της κυρίας δίκης, ο εκμισθωτής και ο μισθωτής χρησιμοποιούν από κοινού ορισμένες εγκαταστάσεις, προϋπόθεση για τον καταλογισμό στην ποσότητα αναφοράς του μισθωτή είναι να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των ποσοτήτων γάλακτος που παράγουν αφενός ο μισθωτής και αφετέρου ο εκμισθωτής, ιδίως δε να αποθηκεύονται και να παραδίδονται χωριστά οι ποσότητες αυτές.
16
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία, ώστε να κρίνει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές εν προκειμένω.
17
Για τους λόγους αυτούς, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, έχει την έννοια ότι η παραγωγή γάλακτος που πραγματοποιεί ο κτηνοτρόφος σε μισθωμένες εγκαταστάσεις πρέπει να καταλογίζεται στη δική του ποσότητα αναφοράς, εφόσον διαχειρίζεται αυτοτελώς τις μονάδες παραγωγής για την εκμετάλλευση των οποίων έχει μισθώσει ορισμένες εγκαταστάσεις και εφόσον εξασφαλίζεται η σαφής διάκριση μεταξύ των ποσοτήτων γάλακτος που παράγουν αφενός ο μισθωτής και αφετέρου ο εκμισθωτής.
Eni των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Το άρθρο 12, στοιχεία γ και δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, έχει την έννοια ότι η παραγωγή γάλακτος που πραγματοποιεί ο κτηνοτρόφος σε μισθωμένες εγκαταστάσεις πρέπει να καταλογίζεται στη δική του ποσότητα αναφοράς, εφόσον διαχειρίζεται αυτοτελώς τις μονάδες παραγωγής για την εκμετάλλευση των οποίων έχει μισθώσει ορισμένες εγκαταστάσεις και εφόσον εξασφαλίζεται η σαφής διάκριση μεταξύ των ποσοτήτων γάλακτος που παράγουν αφενός ο μισθωτής και αφετέρου ο εκμισθωτής.
Moitinho de Almeida
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
J. C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy