ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-345/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Το νομοθετικό πΑούσιο
α) Οι κοινοτικές διατάξεις
Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, προβλέπει, στο άρθρο της 5, ότι:
« 1.
Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2.
Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:
α)
να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·
(...)
γ)
να αναθεωρηθούν εκείνες οι κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν να κληθούν οι κοινωνικοί εταίροι να προβούν στις επιθυμητές αναθεωρήσεις των συμβατικών διατάξεων της ιδίας φύσεως. »
Εντούτοις, το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας διευκρινίζει ότι η εν λόγω οδηγία « δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα ».
Καίτοι το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας προβλέπει προθεσμία μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη τριάντα μηνών, προκειμένου περί μιας ειδικής διατάξεως όπως είναι αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, πρώτη φράση, η σχετική προθεσμία εξέπνευσε στις 14 Φεβρουαρίου 1980.
β) Οι γαλλικές διατάξεις
Το άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου ορίζει:
«Απαγορεύεται η απασχόληση γυναικών σε οποιαδήποτε νυχτερινή εργασία σε εργοστάσια, μεταλλεία και λατομεία, εργοτάξια, εργαστήρια καθώς και στους βοηθητικούς τους χώρους οποιασδήποτε φύσεως και αν είναι αυτά, δημόσια ή ιδιωτικά, λαϊκά ή θρησκευτικά, ακόμα και όταν αυτά παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση ή είναι φιλανθρωπικού χαρακτήρα καθώς και στις δημόσιες υπηρεσίες και στα υπουργεία, στα ελευθέρια επαγγέλματα, στις αστικές εταιρίες, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και στα σωματεία οποιασδήποτε φύσεως. »
Ωστόσο, προβλέπονται και εξαιρέσεις κυρίως με τους νόμους της 2ας Ιανουαρίου 1979 και της 19ης Ιουλίου 1987:
—
όσον αφορά τις γυναίκες που κατέχουν θέσεις διευθυντικές ή τεχνικού χαρακτήρα και οι οποίες συνεπαγόμενες ευθύνες·
—
όσον αφορά τις γυναίκες που απασχολούνται σε υπηρεσίες υγιεινής και ικανοποιήσεως διαφόρων ανθρωπίνων αναγκών και συνήθως δεν εργάζονται χειρωνακτικώς·
—
λόγω εξαιρετικά σοβαρών περιστάσεων όταν το απαιτεί το εθνικό συμφέρον και εφόσον συντρέχουν ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις.
Επιπλέον, με την Ordonnance 82.41, της 16ης Ιανουαρίου 1982, επιτράπηκε στις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται τον καθορισμό των ωρών της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών μεταξύ 22.00 και 07.00 το πρωί, υπό την επιφύλαξη της υπάρξεως σχετικής συλλογικής συμβάσεως όσον αφορά τον οικείο κλάδο και ειδικής συμφωνίας μεταξύ της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και του προσωπικού της, ή, ελλείψει τέτοιων συμφωνιών, της παροχής αδείας του επιθεωρητή εργασίας η οποία χορηγείται αφού ζητηθεί η γνώμη των εκπροσώπων του προσωπικού.
Οι παραβάσεις των διατάξεων αυτών τιμωρούνται με πρόστιμο.
Η γαλλική νομοθεσία είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση αριθ. 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ), της 9ης Ιουλίου 1948, η οποία απαγορεύει τη νυχτερινή εργασία των γυναικών. Η σύμβαση αυτή έχει επικυρωθεί από τη Γαλλία με τον νόμο της 21ης Σεπτεμβρίου 1953 και δεν έχει μέχρι σήμερα καταγγελθεί. Η εν λόγω σύμβαση έχει επίσης επικυρωθεί από το Βέλγιο, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, ενώ τα τρία τελευταία κράτη την έχουν καταγγείλει, αντίστοιχα, το 1981, 1982, 1972.
2. Η διαφορά της κύριας δίκης
Ο Alfred Stoeckel είναι διευθυντής της SA Suma στο Obenheim, η οποία έχει ως αντικείμενο των δραστηριοτήτων της τη συσκευασία κασεττών και βιντεοκασεττών. Στο πλαίσιο αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως αυτής οφειλόμενης στην ένταση του ανταγωνισμού των αλλοδαπών επιχειρήσεων και προκειμένου να περιοριστούν οι καταργήσεις θέσεων εργασίας, συμφωνήθηκε, στις 30 Ιουνίου 1988, μεταξύ του εργοδότη και των συνδικαλιστικών οργανώσεων CFDT και CGC να απασχολείται το σύνολο του προσωπικού, περιλαμβανομένων και των γυναικών, με βάρδιες σε πέντε ομάδες οκτάωρης εργασίας. Αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής ήταν κυρίως να καταστεί δυνατή, κατ' εξαίρεση, παράλληλα με τη λήψη ορισμένων συγκεκριμένων μέτρων, η νυχτερινή εργασία γυναικών, πράγμα που έγινε με τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας των ενδιαφερομένων, κατόπιν σχετικής ψηφοφορίας.
Η θέση σε ισχύ της συμφωνίας αυτής εξαρτήθηκε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού κώδικα, από την ύπαρξη και τη δυνατότητα εφαρμογής επί της επιχειρήσεως σχετικής συλλογικής συμβάσεως του οικείου κλάδου επιτρέπουσας τη νυχτερινή εργασία των γυναικών.
Κατά τον κρίσιμο χρόνο, η εταιρία Suma θεωρούσε, κακώς, ότι υπαγόταν στη συλλογική σύμβαση όσον αφορά τις χημικές βιομηχανίες η οποία δεν προέβλεπε τέτοια δυνατότητα. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως αυτής ενέπιπταν στη συλλογική σύμβαση όσον αφορά τη μεταλλουργική βιομηχανία η οποία επιτρέπει τη νυχτερινή εργασία των γυναικών ( Εθνική Συμφωνία της 17ης Ιουλίου 1986, η οποία επεκτάθηκε με υπουργική απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987, γαλλική Journal Officiel της 2ας Οκτωβρίου 1987 ).
Η εταιρία Suma ζήτησε την επίσημη επιβεβαίωση της καταστάσεως αυτής την οποία και έλαβε στις 24 Νοεμβρίου 1988, αναγνωρισθείσα έτσι μέλος της chambre syndicale de la métallurgie du Bas-Rhin από την 1η Οκτωβρίου 1988.
Κατόπιν τούτου, η σχετική συμφωνία μεταξύ της επιχειρήσεως και των εργαζομένων σ' αυτήν, που υπογράφηκε στις 30 Ιουνίου 1988 και προέβλεπε τη νυχτερινή εργασία των γυναικών, κατέστη δυνατόν να αρχίσει να ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 1988.
Την ίδια όμως γνώμη δεν είχε και ο επιθεωρητής εργασίας ο οποίος συνέταξε σχετική έκθεση κατά της εταιρίας Suma όταν, στις 28 Οκτωβρίου 1988, διαπίστωσε ότι δώδεκα γυναίκες εργάζονταν στα αυτόματα μηχανήματα συναρμολογήσεως, στις 12.30 μετά τα μεσάνυχτα.
Εν τω μεταξύ, η συνδικαλιστική οργάνωση CGT είχε ζητήσει από το tribunal de grande instance de Strasbourg τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της εταιρίας Suma προκειμένου να απαγορευθεί η νυχτερινή εργασία των γυναικών στο εργοστάσιο της στο Obenheim.
Με τελεσίδικη Διάταξη της 22ας Δεκεμβρίου 1988, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων απέρριψε την αίτηση αυτή αναγνωρίζοντας ότι η SA Suma αποτελεί μέλος της chambre syndicale de la métallurgie du Bas-Rhin και, κατά συνέπεια, ότι υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών στη SA Suma - έκρινε δε ότι η σχετική συμφωνία της 30ής Ιουνίου 1988 δεν συνιστούσε « παράνομη καταφανώς ενέργεια ».
Παρ' όλ' αυτά, η Εισαγγελική Αρχή άσκησε δίωξη κατά του Stoeckel λόγω παραβάσεως του άρθρου L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου. Ενώπιον του tribunal de police ďlllkirch, ο Stoeckel υποστήριξε ότι τα άρθρα L 213-1 έως L 213-6 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου, τα οποία απαγορεύουν, με μερικές εξαιρέσεις, τη νυχτερινή εργασία των γυναικών, αντίκεινται στο άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 76/207 και στη νομολογία του Δικαστηρίου όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1988, 312/86, που εκδόθηκε κατά της Γαλλίας επειδή το εν λόγω κράτος μέλος δεν είχε λάβει τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την κατάργηση των αντίθετων προς την οδηγία ανισοτήτων. Ο Stoeckel φρονεί ότι τα άρθρα L 213 επ. του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου, των οποίων η παράβαση κολάζεται γενικώς βάσει του άρθρου R 261-7 του ίδιου κώδικα, και η συλλογική σύμβαση, όσον αφορά τις χημικές βιομηχανίες η οποία διατηρεί τη δυσμενή διάκριση, αντίκεινται προς την οδηγία 76/207, της οποίας τα^ υποχρεωτικής φύσεως αποτελέσματα δεσμεύουν τόσο τον νομοθέτη όσο και τους κοινωνικούς εταίρους.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989 το tribunal de police ďlllkirch ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 1990 και απηύθυνε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι το άρθρο 5 της οδηγίας της 9ης Φεβρουαρίου 1976 αρκούντως σαφές ώστε να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μη θέτουν ως νομοθετική αρχή την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών όπως η αρχή αυτή διατυπώνεται στο άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου; »
3. Η ενώπιον νου Δικαονηρίου διαδικασία
Η απόφαση του tribunal de police ďlllkirch πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 15 Δεκεμβρίου 1989 ο Alfred Stoeckel, εκπροσωπούμενος από τον Alexandre, δικηγόρο Στρασβούργου, στις 6 Φεβρουαρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Marie Wolfcarius, στις 12 Φεβρουαρίου 1990, η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard και τον Marc Giacomini, και στις 22 Φεβρουαρίου 1990, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί τον περιεχομένου του άοΟρου 5 της οδηγίας 76/207
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης προβάλλει την αντίθεση που υφίσταται μεταξύ της γαλλικής νομοθεσίας και της οδηγίας 76/207, η οποία έχει επιτακτικό χαρακτήρα και άμεσο αποτέλεσμα εφόσον έχει πλέον παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο. Υπενθυμίζει ότι στις 25 Οκτωβρίου 1988 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση κατά της Γαλλίας, διότι εξακολουθούσαν να υφίστανται στη χώρα αυτή νομοθετικές διατάξεις αντίθετες προς την οδηγία ενώ η εν λόγω χώρα δεν μπορούσε να αποδείξει ότι η άνιση μεταχείριση έκειτο εντός των ορίων που είχαν χαραχθεί από την οδηγία. Ο κατηγορούμενος κατέληξε στο ότι το άρθρο L 213-1 το οποίο διατηρεί, χωρίς καμία επιφύλαξη, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, εισάγει διακρίσεις και είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας και ότι το ίδιο συμβαίνει σχετικά με τη συλλογική σύμβαση όσον αφορά τις χημικές βιομηχανίες που του αντιτείνουν.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η νομοθεσία που απαγορεύει τη νυχτερινή εργασία των γυναικών διαπνέεται από λόγους προστασίας- η νομοθεσία αυτή περιορίζεται μόνο στους τομείς όπου προκύπτει ότι μια τέτοια απαγόρευση είναι αναγκαία και προβλέπει πολλές εξαιρέσεις. Έτσι, διευκρινίζει η εν λόγω κυβέρνηση, η απαγόρευση έχει σχέση με τις εργασίες βιομηχανικής φύσεως και όχι με τον βιομηχανικό χαρακτήρα μιας επιχειρήσεως-εξάλλου, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις αποβλέπουν στην εναρμόνιση της μέριμνας της προστασίας του γυναικείου εργατικού δυναμικού προς αυτήν της μη στερήσεως από το εν λόγω δυναμικό της δυνατότητας καταλήψεως διαφόρων θέσεων εργασίας.
Προσθέτει ότι, εξαρτώντας ορισμένες εξαιρέσεις από τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων του οικείου κλάδου και σχετικής συμφωνίας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως με το προσωπικό της, ο νομοθέτης θέλησε οι εξαιρέσεις να συνεπάγονται πλεονεκτικά αποτελέσματα για το γυναικείο προσωπικό. Και τούτο ακριβώς συμβαίνει με την εθνική σύμβαση όσον αφορά τις μεταλλουργικές βιομηχανίες, της οποίας σκοπός είναι η απόσβεση δαπανηρών εξοπλισμών ή η ανταπόκριση σε επείγουσες παραγγελίες. Αντιθέτως, για τη νυχτερινή εργασία παρέχονται ως ανταλλάγματα μειώσεις ωραρίου ή αυξήσεις μισθών. Οι σχετικές συμφωνίες, φρονεί η Γαλλική Κυβέρνηση, επέτρεψαν όχι μόνο την αποφυγή απολύσεων γυναικείου προσωπικού και νέες προσλήψεις, αλλά και τη βελτίωση των προσόντων του γυναικείου προσωπικού. Τέλος, υπογραμμίζει ότι οι διαρρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται πάντοτε επί εθελοντικής βάσεως, αφορούν περιορισμένο αριθμό γυναικών και περιορίζονται σε ορισμένους τομείς παραγωγής- επισημαίνει την ύπαρξη, όσον αφορά τη μεταλλουργία, 80 περίπου συμφωνιών συγκεκριμένων επιχειρήσεων σχετικά με το θέμα αυτό.
Φρονεί ότι ο Γάλλος νομοθέτης έχει προωθήσει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, εντός των ορίων της Συμβάσεως 89 της ΔΟΕ, τις δυνατότητες εξαιρέσεων από την αρχή της απαγορεύσεως και έχει δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η συλλογική διαπραγμάτευση να επιτρέπει την ελαστικότερη εν προκειμένω εφαρμογή τους. Κατά συνέπεια, η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή τη θέσπιση διατάξεων απαγορευουσών τη νυχτερινή εργασία των γυναικών.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας συμμερίζεται την άποψη αυτή διότι, καίτοι η απόλυτη απαγόρευση νυχτερινής εργασίας των γυναικών μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με την οδηγία, μια ελαστική απαγόρευση ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, τον περιβάλλοντα χώρο και την εργασία μπορεί να θεωρηθεί περισσότερο δικαιολογημένη.
Ειδικότερα, η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει ότι, για τη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων, είτε ανδρών είτε γυναικών, τη νύχτα, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σχετικές εργασίες της ΔΟΕ του 1989. Αναφέρεται επίσης στις προτάσεις που έκανε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην ανακοίνωση της σχετικά με τη « νομοθεσία περί προστασίας των γυναικών στα κράτη μέλη » [COM(87) 105], Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι δεν έχει ιατρικώς αποδειχθεί ότι η νυχτερινή εργασία είναι για τις γυναίκες, με εξαίρεση την κύηση και τον αμέσως μετά τον τοκετό χρόνο, περισσότερο επίπονη απ' ό,τι για τους άνδρες. Ωστόσο, επισημαίνει διαφόρους λόγους κοινωνικής φύσεως και υποστηρίζει ότι η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας στις γυναίκες μπορεί να είναι δικαιολογημένη για δύο τουλάχιστον λόγους: αφενός, οι γυναίκες είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο σεξουαλικής βίας και ενοχλήσεως' αφετέρου, οι γυναίκες βαρύνονται με περισσότερο φόρτο εργασίας λόγω οικογενειακών ευθυνών.
Κατά συνέπεια, η Ιταλική Κυβέρνηση ναι μεν δεν αποδέχεται τη διατήρηση της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας στις γυναίκες, εφόσον κάτι τέτοιο συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις, αλλά δεν αποδέχεται ούτε την επιδείνωση των συνθηκών γυναικείας εργασίας. Καταλήγει στο ότι η απαγόρευση πρέπει να είναι ελαστική ώστε οι απαιτήσεις της ίσης μεταχείρισης να εξισορροπούνται με τις δικαιολογήσεις της απαγορεύσεως αυτής.
Εφαρμόζοντας τα κριτήρια που αντλούνται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Em-τροπή διαπιστώνει τον δεσμευτικό χαρακτήρα της οδηγίας 76/207 και, συγκεκριμένα, του άρθρου της 5, παράγραφος 1. Υπενθυμίζει ότι στην ανακοίνωση της της 20ής Μαρτίου 1987 σχετικά με τις νομοθεσίες περί προστασίας των γυναικών στα κράτη μέλη [COM(87) 105] κατέταξε την απαγόρευση νυχτερινής εργασίας των γυναικών μεταξύ των προστατευτικών, για ανθρωπιστικούς λόγους, διατάξεων. Όμως, προσθέτει η Επιτροπή, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, καλεί τα κράτη μέλη να αναθεωρήσουν τις σχετικές διατάξεις όταν οι λόγοι προστασίας που τις έχουν επιβάλει έχουν παύσει πλέον να υφίστανται.
Επομένως, καίτοι δεν είναι αντίθετες προς την οδηγία οι διατάξεις σχετικά με την προστασία της γυναίκας ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ), ωστόσο, υπενθυμίζει η Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενώς. Υπό το φως των αποφάσεων του Δικαστηρίου^ και συγκεκριμένα αυτών της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston, και της 25ης Οκτωβρίου 1988, 312/86, Επιτροπή κατά Γαλλίας, η Επιτροπή φρονεί ότι η απαγόρευση νυχτερινής εργασίας στις γυναίκες υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την προστασία της βιολογικής τους καταστάσεως και πρέπει να θεωρηθεί ως δυσανάλογη, ως εκ της γενικότητας της, σε σχέση με τον σκοπό που θα έπρεπε λογικώς να αναζητηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της της 20ής Μαρτίου 1987. Ειδικότερα, φρονεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι η διαφορετική μεταχείριση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, να διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Προκειμένου περί της νυχτερινής εργασίας, η Επιτροπή έχοντας διαπιστώσει ότι η απαγόρευση της όσον αφορά μόνο τις γυναίκες έχει συχνά αρνητικά αποτελέσματα στη γυναικεία απασχόληση, ζήτησε από τα κράτη μέλη, στις 11 Δεκεμβρίου 1986, να εξασφαλίσουν στις γυναίκες μεγαλύτερη ισότητα ευχερειών στην αγορά εργασίας, επανεξετάζοντας στην ανάγκη τη διατήρηση των ρυθμίσεων που έχουν σχέση με τη νυχτερινή εργασία των γυναικών στις βιομηχανίες. Διατυπώνει την ευχή όπως τα σχετικά προστατευτικά μέτρα αντικατασταθούν από συνθήκες εργασίας προσιδιάζουσες στη συγκεκριμένη απασχόληση και δυνάμενες να εφαρμόζονται τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Τέλος, θεωρεί ότι το φυσιολογικό κριτήριο αποτελεί και εδώ « τη λυδία λίθο » επί της οποίας ερείδονται οι προστατευτικές για τις γυναίκες νομοθεσίες.
Η Επιτροπή προσθέτει επίσης ότι οι θεωρήσεις αυτές προαναγγέλλουν το ενδεχόμενο κινήσεως ενδίκων διαδικασιών λόγω παραβάσεως κατά των συνιστώντων δυσμενείς, επί εθνικού επιπέδου, διακρίσεις προστατευτικών μέτρων.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στην έκθεση του 1989 της ΔΟΕ σχετικά με τη νυχτερινή εργασία: καθώς φαίνεται, από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι, καίτοι ο εργαζόμενος τη νύχτα πρέπει να τυγχάνει προστασίας, ουδείς λόγος υφίσταται — ιδίως ιατρικής φύσεως — ώστε η προστασία αυτή να περιορίζεται στο γυναικείο εργατικό δυναμικό.
Κατόπιν των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει σε βάρος της Γαλλίας την υποχρέωση να καταργήσει την αρχή της γενικής απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας των γυναικών.
2. Επί vov περιεχομένου vov άρθρον 234 νης Συνθήκης ΕΟΚ
Η Επινροπή διερωτάται αν μπορεί η Γαλλία να δικαιολογήσει τη διατήρηση μιας νομοθεσίας εισάγουσας διακρίσεις και σύμφωνης προς τη Διεθνή Σύμβαση 89 της ΔΟΕ επικαλούμενη το άρθρο 234 της Συνθήκης ΕΟΚ, δοθέντος ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αίρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα μεταξύ των προ της Συνθήκης συναφθεισών συμβάσεων και της Συνθήκης.
Προτείνει μια ερμηνεία του άρθρου 234 με την οποία η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μεταξύ των κρατών μελών να εναρμονίζεται με τον σεβασμό των υποχρεώσεων των κρατών μελών έναντι των τρίτων κρατών που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση της ΔΟΕ.
Αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 234 δεν απαλλάσσει τη Γαλλία των υποχρεώσεων της έναντι των τρίτων κρατών, εφόσον ανακύπτει θέμα προβολής αυτών των δικαιωμάτων των άλλων κρατών. Ενόψει του αρχικού μηχανισμού των συμβάσεων της ΔΟΕ, η Επιτροπή φρονεί ότι η Γαλλία, η οποία δεν έχει καταγγείλει τη Σύμβαση 89, υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 234, παράγραφος 1, να τηρήσει τις υποχρεώσεις της έναντι των άλλων συμβαλλομένων κρατών. Ωστόσο, αφής στιγμής η Σύμβαση αυτή έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της Ισης μεταχειρίσεως που θέτει η οδηγία 76/207, η Γαλλία υποχρεούται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234, παράγραφος 2, « να προσφύγει σε όλα τα πρόσφορα μέτρα για να αρθούν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα». Οπότε, κατά την Επιτροπή, η Γαλλία θα όφειλε είτε να επεκτείνει την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας και στους άνδρες προκειμένου να εξασφαλιστούν συνθήκες εργασίας περισσότερο ευνοϊκές απ' ό,τι αυτές που προβλέπονται από τη σύμβαση, ενδεχόμενο που επιτρέπει το εδάφιο 8 του άρθρου 19 της Συστατικής Πράξεως της ΔΟΕ είτε να άρει την απαγόρευση, πράγμα που συνεπάγεται την καταγγελία της Συμβάσεως 89.
Ωστόσο, ληφθέντος υπόψη του μηχανισμού καταγγελίας της συμβάσεως, η Γαλλία θα έπρεπε να την είχε καταγγείλει εντός δώδεκα μηνών αρχομένων από τις 27 Φεβρουαρίου 1981- εφόσον δεν έπραξε κάτι τέτοιο, μπορεί να το πράξει το νωρίτερο στις 27 Φεβρουαρίου 1991. Η Επιτροπή φρονεί ότι, λόγω της παραλείψεως της αυτής, η Γαλλία δεσμεύεται έναντι των άλλων κρατών που αποτελούν μέρη της Συμβάσεως της ΔΟΕ για περίοδο δέκα ετών, κατά την οποία οποιαδήποτε μεταρρύθμιση της νομοθεσίας της, με εξαίρεση ενδεχόμενη επέκταση της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας και στους άνδρες, αποκλείεται. Φρονεί ότι ο σεβασμός εν προκειμένω των δικαιωμάτων των τρίτων κρατών δεν μπορεί να συνεπάγεται την προσβολή των δικαιωμάτων των κοινοτικών υπηκόων καθώς και τη στέρηση από τους υπηκόους αυτούς των ευεργετικών αποτελεσμάτων της οδηγίας ως προς την οποία η Γαλλία ανέλαβε τη δέσμευση της μεταφοράς της στο εσωτερικό τους δίκαιο πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 1980.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή μιας οδηγίας εξαρτάται από την εξουσία εκτιμήσεως ενός κράτους μέλους το οποίο θα μπορούσε « να παραλείψει » να καταγγείλει μια διεθνή σύμβαση — εν προκειμένω κατά την προσεχή καταληκτική ημερομηνία του 1991 — και θα συνέχιζε να επικαλείται τις διεθνείς του υποχρεώσεις^ προκειμένου να στερηθούν οι κοινοτικοί υπήκοοι των ευεργετικών αποτελεσμάτων της οδηγίας.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν ένα κράτος μέλος δεν καταγγείλει μια αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διεθνή σύμβαση, καίτοι θα μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αρνούνται την εφαρμογή μιας νομοθεσίας μη σύμφωνης προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κοινοτικών υπηκόων ώστε οι εν λόγω υπήκοοι να τυγχάνουν των ευεργετικών αποτελεσμάτων της οδηγίας.
Εξ αυτού προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, η αδυναμία εφαρμογής του νόμου θα περιορίζεται στους κοινοτικούς υπηκόους ενώ, αντιθέτως, όσον αφορά τους υπηκόους των τρίτων κρατών, η Γαλλία θα εξακολουθήσει να τηρεί, μέχρι την ημέρα που θα την καταγγείλει, τη Σύμβαση της ΔΟΕ.
III — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προσκόμισε τα στοιχεία που διέθετε σχετικά με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που διέπουν τη νυχτερινή εργασία των γυναικών στα άλλα κράτη μέλη.
Στο Βέλγιο και στην Πορτογαλία υφίσταται μια απαγόρευση αρχής η οποία όμως έχει εξαιρέσεις. Στην Ελλάδα και στην Ιταλία η απαγόρευση περιορίζεται σε ορισμένες ώρες όσον αφορά ορισμένους τομείς δραστηριότητας και είναι δυνατές εξαιρέσεις. Στη Γερμανία, σε εθνικό επίπεδο, η απαγόρευση της εργασίας των γυναικών μεταξύ της 10ης νυκτερινής και της 6ης πρωινής ώρας και επί επτά τουλάχιστον συνεχείς ώρες είναι δεκτική εξαιρέσεων όσον αφορά αρκετούς τομείς- σε επίπεδο ομόσπονδων κρατών, η νυχτερινή εργασία επιτρέπεται στις γυναίκες υπό τις ίδιες με τους άνδρες προϋποθέσεις, πλην όμως τα ομόσπονδα κράτη μπορούν να προβλέπουν απαγορεύσεις ή περιορισμούς. Στην Ισπανία, η νυχτερινή εργασία των γυναικών επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη αυξημένης αμοιβής, ενώ στη Δανία, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο επιτρέπεται γενικώς η νυχτερινή εργασία με εξαίρεση, ενίοτε, τις εγκύους.
Gordon Slynn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 25ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-345/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de police ďlllkirch ( Γαλλία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως που έχει ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά του
Alfred Stoeckel,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών καιγυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins και G. G Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. A. Schockweiler, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο Alfred Stoeckel, εκπροσωπούμενος από τον Alexandre, δικηγόρο Στρασβούργου,
—
η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Edwige Bel-Hard, βοηθό διευθυντή νομικών υποθέσεων-στο Υπουργείο Εξωτερικών, και τον Marc Giacomini, γραμματέα στο ίδιο υπουργείο,
—
η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Marie Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις του Alfred Stoeckel, της Κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Claude Chavance, attaché principal d'administration centrale στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Νοεμβρίου 1989, το tribunal de police d'Illkirch υπέβαλα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5 της οδηγίας76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του Stoeckel, διευθυντή της SA Suma, ο οποίος κατηγορείται ότι απασχολούσε, στις 28 Οκτωβρίου 1988, 77 γυναίκες σε νυχτερινή εργασία κατά παράβαση του άρθρου L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου.
3
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 76/207, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( παράγραφος 2, στοιχείο α ) και να αναθεωρηθούν εκείνες οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν (παράγραφος 2, στοιχείο γ). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, η οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
4
Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση τους προς τις διατάξεις της οδηγίας εντός τριάντα μηνών από της κοινοποιήσεως της και, όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ, εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών. Η τελευταία αυτή προθεσμία έληξε στις 14 Φεβρουαρίου 1980.
5
Σύμφωνα με το άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου, απαγορεύεται η απασχόληση γυναικών σε οποιαδήποτε νυχτερινή εργασία ιδίως σε εργοστάσια ή εργαστήρια κάθε φύσεως. Ωστόσο, το ίδιο άρθρο προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις σχετικά, π.χ., με διευθυντικές ή τεχνικού χαρακτήρα θέσεις συνεπαγόμενες ευθύνες και τις καταστάσεις εκείνες κατά τις οποίες, λόγω εξαιρετικά σοβαρών περιστάσεων, το εθνικό συμφέρον επιβάλλει την άρση της απαγορεύσεως της νυχτερινής εργασίας όσον αφορά μισθωτούς που εργάζονται καθ' ομάδες με βάρδιες υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που ο κώδικας αυτός προβλέπει.
6
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, λόγω οικονομικών δυσχερειών που οφείλονταν στον ανταγωνισμό αλλοδαπών επιχειρήσεων, η εταιρία Suma αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να απολύσει 200 περίπου άτομα από το εργοστάσιο της στο Obenheim. Εντούτοις, κρίνοντας ότι ο αριθμός και τα αποτελέσματα των απολύσεων αυτών θα μπορούσαν να περιοριστούν με την εφαρμογή ενός συστήματος αδιάλειπτης καθ' ομάδες εργασίας, συνεπαγόμενης νυχτερινή εργασία για το σύνολο του προσωπικού της, η εταιρία Suma άρχισε διαπραγματεύσεις με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για την υπογραφή σχετικής συμφωνίας με τους εργαζομένους σ' αυτήν.
7
Με τη συμφωνία που συνήφθη για τον σκοπό αυτό στις 30 Ιουνίου 1988, αποφασίστηκε ότι η νυχτερινή εργασία θα είχε παροδικό χαρακτήρα και ότι η εταιρία Suma θα οργάνωνε εκ νέου την εργασία επί ημερησίας βάσεως όταν θα είχαν εκλείψει οι οικονομικές αντιξοότητες. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι εργαζόμενες στην επιχείρηση είχαν τα απαραίτητα για τις θέσεις που κατείχαν προσόντα και προκειμένου να τους παρασχεθούν οι ίδιες με τους άνδρες ευκαιρίες, τα δύο μέρη συμφώνησαν να πληρωθούν όλες οι θέσεις εργασίας τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες, εφόσον όμως θα συμφωνούσε και η πλειονότητα του γυναικείου προσωπικού. Η πλειονότητα των γυναικών ψήφισε υπέρ αυτού του συστήματος καθ' ομάδες εργασίας, το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 1988.
8
Ενώπιον του tribunal de police, o Stoeckel υποστήριξε ότι το άρθρο L 213 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 76/207 καθώς και με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1988, 312/86, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 6315), με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας όλα τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την άρση των ανισοτήτων που απαγορεύονται από την οδηγία αυτή, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της.
9
Υπό τις συνθήκες αυτές, το tribunal de police ďlllkirch ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί του εξής προδικαστικού ερωτήματος:
« Είναι το άρθρο 5 της οδηγίας της 9ης Φεβρουαρίου 1976 αρκούντως σαφές ώστε να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μη θέτουν ως νομοθετική αρχή την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών όπως η αρχή αυτή διατυπώνεται στο άρθρο L 213-1 του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου; »
10
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11
Σκοπός της οδηγίας είναι η εφαρμογή στα κράτη μέλη της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση σε απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας. Προς τούτο, η οδηγία επιτάσσει την κατάργηση ή την τροποποίηση των εθνικών διατάξεων που είναι αντίθετες προς την αρχή αυτή όταν οι λόγοι προστασίας που αρχικώς τις είχαν υπαγορεύσει δεν υφίστανται πλέον.
12
Όπως το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει με την απόφαση του της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 55), το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 δεν παρέχει καθόλου στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαρτούν από όρους ή να περιορίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα που εμπίπτουν στο ίδιο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η διάταξη δε αυτή είναι επαρκώς σαφής και ανεπιφύλακτη ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να αποκλείουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, στο οποίο διατυπώνεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας.
13
Περαιτέρω πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, δεν είναι αντίθετες προς αυτήν οι διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Με την απόφαση του της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 44 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από τη ρητή αναφορά στην εγκυμοσύνη και τη μητρότητα συνάγεται ότι η οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση, αφενός, της προστασίας της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας και, αφετέρου, της προστασίας των ειδικών σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της.
14
Η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, που συνοδεύεται άλλωστε από πολλές εξαιρέσεις, ανταποκρίνεται σε γενικούς στόχους της προστασίας του γυναικείου εργατικού δυναμικού και σε συγκεκριμένους λόγους κοινωνικού χαρακτήρα έχοντες σχέση, π. χ., με τους κινδύνους επιθέσεως καθώς και με το μεγαλύτερο βάρος οικογενειακής εργασίας που βαρύνει τις γυναίκες.
15
Όσον αφορά τους σκοπούς της προστασίας του γυναικείου δυναμικού, οι σκοποί αυτοί δεν θα μπορούσαν εγκύρως, από πλευράς των προμνησθεισών αρχών, να ληφθούν υπόψη παρά μόνο σε περίπτωση δικαιολογήσεως της ανάγκης διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ασχέτως των μειονεκτημάτων της νυχτερινής εργασίας, δεν προκύπτει ότι, εκτός από την περίπτωση εγκυμοσύνης και μητρότητας, οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι γυναίκες σε μια τέτοια εργασία είναι, γενικώς, διαφορετικοί, ως εκ της φύσεως τους, από αυτούς στους οποίους εκτίθενται εξ ίσου και οι άνδρες.
16
Όσον αφορά τους κινδύνους επιθέσεως, έστω και αν υποτεθεί ότι αυτοί είναι μεγαλύτεροι τη νύχτα απ' ό,τι την ημέρα, είναι δυνατή η λήψη των καταλλήλων για την αντιμετώπιση τους μέτρων χωρίς να παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
17
Όσον αφορώ τις οικογενειακές ευθύνες, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η οδηγία δεν έχει ως αντικείμενο να ρυθμίσει ζητήματα που αφορούν την οργάνωση της οικογένειας και να τροποποιήσει την κατανομή των ευθυνών μεταξύ του ζεύγους ( βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hoffmann, Συλλογή σ. 3047, σκέψη 24).
18
Έτσι, η μέριμνα προστασίας από την οποία διαπνεόταν αρχικώς η απαγόρευση αρχής της γυναικείας νυχτερινής εργασίας δεν φαίνεται πλέον δικαιολογημένη και η διατήρηση, λόγω κινδύνων που δεν αφορούν αποκλειστικά τις γυναίκες ή ανησυχιών ασχέτων προς το αντικείμενο της οδηγίας 76/207, της απαγορεύσεως αυτής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής που αναφέρονται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως.
19
Εξάλλου, όσον αφορά τις πολλές εξαιρέσεις που προβλέπονται στις νομοθεσίες των κρατών μελών όπου εξακολουθεί να υφίσταται η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών και στις οποίες αναφέρονται η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση, οι εξαιρέσεις αυτές δεν αρκούν για τη διασφάλιση των σκοπών της εν λόγω οδηγίας, εφόσον αυτή απαγορεύει την καθιέρωση γενικής αρχής αποκλεισμού των γυναικών από τη νυχτερινή εργασία, ενώ μπορούν, κατά τα λοιπά, να αποτελούν την πηγή δυσμενών διακρίσεων.
20
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο υποβληθέν από το tribunal de police ď Illkirch προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, έστω και αν από την υποχρέωση αυτή δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία των ανδρών.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989 το tribunal de police ďlllkirch, αποφαίνεται:
Το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, έστω και αν από την υποχρέωση αυτή δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία των ανδρών.
Due
Mancini
O'Higgins
Rodríguez Iglesias
Slynn
Joliét
Schockweiler
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουλίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy