ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-348/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1.
Η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών που δεν είχαν απαιτηθεί από τον υπόχρεο, για εμπορεύματα τα οποία αυτός είχε διασαφήσει υπό τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.
2.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), ορίζει ότι,
« όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών [... ] δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφηνίσθηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθησαν ».
Η διάταξη αυτή αποτυπώνει τη γενική αρχή ότι υπάρχει υποχρέωση εισπράξεως των οφειλομένων κατά νόμον και μη εισπραχθέντων δασμών. Η δικαιολόγηση της αρχής αυτής εκτίθεται στο αιτιολογικό μέρος του κανονισμού, κατά το οποίο ο, « κατά κύριο λόγο [... ] οικονομικός χαρακτήρας των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που ισχύουν στην Κοινότητα » ( πρώτη αιτιολογική σκέψη ) δεν συμβιβάζεται με την πλημμελή είσπραξη των δασμών, που μπορεί να έχει ζημιογόνες συνέπειες στην κοινοτική οικονομία.
3.
Ο γενικός αυτός κανόνας υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: είτε απαγορεύεται στις τελωνειακές αρχές να προβαίνουν (άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79) είτε αυτές έχουν την ευχέρεια να μη προβαίνουν [ άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79] στην εκ των υστέρων είσπραξη.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη,
« οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως ».
4.
Η απόφαση περί μη πραγματοποιήσεως της εισπράξεως είναι της αρμοδιότητας είτε των κρατών μελών είτε της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναλόγως του αν το ποσό των δασμών είναι κατώτερο ή ανώτερο των 2000 ECU [άρθρα 2 και 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του Ι κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243].
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
5.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εισαγωγική εταιρία Mecanarte — Metalúrgica da Lagoa Lda. (στο εξής: Mecanarte), αγόρασε από την προμηθεύτριά της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Schmolz & Bickenbach, 42 δέσμες λαμαρινών χάλυβα ελασματοποιηθεισών εν θερμώ και προσκόμισε στις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων τύπου EUR 1, υπ' αριθμόν D 790072, εκδοθέν στο Düsseldorf στις 18 Φεβρουαρίου 1986, που ανέφερε ότι τα εμπορεύματα αυτά ήσαν καταγωγής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
6.
Η πορτογαλική τελωνειακή αρχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εμπορεύματα δηλώθηκαν ως προερχόμενα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εφάρμοσε επ' αυτών το κοινοτικό καθεστώς και τα κατέταξε στις δασμολογικές κλάσεις 73.13.230.100 j και 73.13.260.000 t, με αποτέλεσμα να εισαχθούν αδασμολόγητα.
7.
Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1988, η υπηρεσία τελωνειακού ελέγχου του Düsseldorf γνωστοποίησε στη Γενική Διεύθυνση των πορτογαλικών τελωνείων ότι το πιστοποιητικό EUR 1 με τον αριθμό D 790072 είχε ακυρωθεί, διότι κακώς είχε εκδοθεί από την εταιρία Schmolz & Bickenbach, και ότι τα περιγραφόμενα στο πιστοποιητικό προϊόντα ελασματοποιηθέντος χάλυβα ήσαν καταγωγής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
8.
Κατόπιν της γνωστοποιήσεως αυτής, το Τελωνείο του Porto προέβη, μέσω του υπαγομένου σ' αυτό Serviço da Conferência Final, στην εκ των υστέρων εκκαθάριση δασμών ύψους 3611599 εσκούδων, που εβάρυναν την εισαγωγική εταιρία Mecanarte.
9.
Κατά της πράξεως εκκαθαρίσεως, την οποία επικύρωσε με απόφαση του ο Διευθυντής των Τελωνείων του Porto, απορρίπτοντας την αίτηση της Mecanarte, με την οποία αυτή ζητούσε να διαβιβαστεί η υπόθεση στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου αυτή να αποφασίσει την μη εκ των υστέρων είσπραξη των επιδίκων δασμών, η Mecanarte άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto.
10.
Το Tribunal έκρινε ότι η δικαστική προσφυγή της οποίας επελήφθη έθιγε ορισμένα ζητήματα ερμηνείας και κύρους του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, καθώς και ερμηνείας του άρθρου 4 του κανονισμού 1573/80.
11.
Κατά συνέπεια, το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto, με διατάξεις της 16ης Οκτωβρίου και της 7ης Νοεμβρίου 1989, που πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Νοεμβρίου 1989, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«α)
Παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν αρχή, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 — “ οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως ” — στις αρχές αυτές διακριτική ευχέρεια ή λειτουργική εξουσία;
β)
Αν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον τομέα της φορολογήσεως, είναι η διάταξη άκυρη κατά το μέρος αυτό λόγω παραβιάσεως των αρχών της φορολογικής νομιμότητας, της ισότητας των συναλλασσομένων, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αυθαίρετης λήψης αποφάσεων ( άρθρα 7 και 28 της Συνθήκης ΕΟΚ και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ);
γ)
Πρέπει να νοούνται ως “ λάθη ”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, μόνο τα σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής ή και τα σφάλματα που προκαλούνται από τον υπόχρεο;
δ)
Έχουν σημασία μόνο τα σφάλματα που διαπράττουν οι ίδιες οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εκ των υστέρων είσπραξη ή μήπως και τα σφάλματα που διαπράττουν οι αρχές του κράτους εξαγωγής του εμπορεύματος, εφόσον και αυτό ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες;
ε)
Όταν ο υπόχρεος παρέχει καλοπίστως στο τελωνείο ανακριβή ή ελλιπή φορολογικά στοιχεία — π. χ. σχετικά με την καταγωγή του εμπορεύματος —, μπορεί, παρά ταύτα, να λεχθεί ότι τηρεί “ όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως”, όπως υπαγορεύει το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν τέλει;
στ)
Περιλαμβάνει η αρμοδιότητα την οποία αναθέτει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, ως προς τα ποσά που υπερβαίνουν τα 2000 ECU, κάθε απόφαση ( περί εισπράξεως ή περί μη εισπράξεως) ή μόνο τις αποφάσεις περί μη εισπράξεως;
ζ)
Σε μια συνταγματική έννομη τάξη όπως η πορτογαλική, η οποία καθιερώνει την αρχή της υπεροχής του διεθνούς δικαίου έναντι του εσωτερικού, συνιστά η παράβαση του παραγώγου κοινοτικού δικαίου από το εσωτερικό δίκαιο περίπτωση αντισυνταγματικότητας, απαλλάσσουσα από την υποχρέωση άμεσης προδικαστικής παραπομπής προς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου;
η)
Αν γίνει δεκτό ότι η απόφαση περί εισπράξεως είναι της αρμοδιότητας των εθνικών τελωνειακών αρχών, σε περίπτωση που ο υπόχρεως υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση να εκδοθεί απόφαση περί μη εισπράξεως, πρέπει την αίτηση αυτή να την κρίνει η Επιτροπή, για να αποφασίσει αυτή για την είσπραξη ή τη μη είσπραξη, ή μπορούν οι εθνικές τελωνειακές αρχές να αποφασίσουν οι ίδιες επ' αυτής της αιτήσεως; »
12.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν:
—
στις 9 Φεβρουαρίου 1990, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Luís Inês Fernandes, Διευθυντή της Υπηρεσίας Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τη Maria Luisa Duarte, σύμβουλο της Υπηρεσίας Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
—
στις 9 Απριλίου 1990, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, εκπροσωπούμενη από την Isabel Aguiar·
—
στις 14 Φεβρουαρίου 1990, η εισαγωγική εταιρία Mecanarte, εκπροσωπούμενη από τους Ricardo Garção Soares και Adriano Garção Soares, δικηγόρους Porto,
—
στις 21 Φεβρουαρίου 1990, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Bjarne Hoff-Nielsen, προϊστάμενο τμήματος, και Amadeu Lopes-Sabino, κύριο υπάλληλο διοικήσεως της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
—
στις 20 Φεβρουαρίου 1990, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Jörn Sack και Herculano Lima.
13.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί του πρώτον ερωτήματος
14.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ομοθύμως υποστηρίζουν ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, οι εθνικές αρχές ασκούν δεσμία αρμοδιότητα. Η εταιρία Mecanarte δεν λαμβάνει οριστική θέση επί του ζητήματος αυτού, δεν αποκλείει όμως το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού να απονέμει στις εθνικές αρχές διακριτική ευχέρεια.
15. α)
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1697/79 εισάγει εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, κατά την οποία υπάρχει υποχρέωση εισπράξεως των κατά νόμον οφειλομένων και μη εισπραχθέντων δασμών, και τούτο χάριν προστασίας των αρχών της ασφαλείας του δικαίου και της καλής πίστεως του υπόχρεου. Η προστασία των αξιών αυτών, στην οποία ανάγεται η ίδια η ratio legis της διατάξεως, θα τελούσε σε αντίφαση προς την απονομή στις εθνικές αρχές της εξουσίας να αποφασίζουν αν θα εισπράξουν ή δεν θα εισπράξουν τους δασμούς, άπαξ πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει συναφώς ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, στην υπόθεση 314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σ. 4199 ), έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι, άπαξ συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη δασμών. Αν δε ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην του απαιτηθούν οι δασμοί άπαξ συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, οι εθνικές αρχές ασκούν, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεσμία αρμοδιότητα. Κατά την άποψη της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, η χρήση του όρου « δύνανται » εξηγείται από νομοτεχνικούς λόγους, χάριν των οποίων έπρεπε προς την παράγραφο 1 ( « καμία ενέργεια εισπράξεως δεν δύναται να αναλαμβάνεται » ) να αντιδιαστέλλεται η παράγραφος 2 του άρθρου 5 ( « οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων » ). Ενώ η παράγραφος 1 καθιερώνει αληθή νομική αδυναμία εκ των υστέρων εισπράξεως, η παράγραφος 2 προβλέπει δύο πιθανές λύσεις, εκ των οποίων η μία είναι ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να προβούν στην είσπραξη εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής.
16.
Κατά την πορτογαλική εισαγγελική αρχή, η « εξουσία » που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι περιορισμένη, αν ληφθεί υπόψη, αφενός, η γενική υποχρέωση εκ των υστέρων εισπράξεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, και, αφετέρου, το δικαίωμα του υπόχρεου να μην του απαιτηθεί η εκ των υστέρων καταβολή άπαξ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2.
17.
β) Το Συμβούλιο διατείνεται ότι η εξουσία που απονέμεται στις αρχές με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 συναρτάται προς την πιστοποίηση της συνδρομής των προϋποθέσεων της μη εισπράξεως. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι αντικειμενικού χαρακτήρα, η δε συνδρομή τους ή μη μπορεί να ελεγχθεί από τους ενδιαφερομένους και ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων. Συναφώς, δεν δικαιολογείται, κατά το Συμβούλιο, να γίνεται λόγος για « διακριτική ευχέρεια », δεδομένου ότι η νομιμότητα των μέτρων τα οποία αποφασίζουν οι αρμόδιες αρχές υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, όσον αφορά τις προϋποθέσεις της μη πραγματοποιήσεως της εισπράξεως.
18.
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η διαφορετική διατύπωση της παραγράφου 2 — « οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην (... ) » — σε σχέση προς την παράγραφο 1 — « καμία ενέργεια εισπράξεως δεν δύναται να αναλαμβάνεται (... ) » — εξηγείται εκ του ότι το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να ορίσει τα της εφαρμογής της παραγράφου 2 (βλ. δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 ).
19.
Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η ερμηνεία αυτή εγγυάται την τήρηση των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, βάσει των οποίων η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να είναι σαφής και προβλέψιμη για τους δικαζομένους είναι αυτή άλλωστε που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση 314/85, Foto-Frost.
20.
Εν συμπεράσματι, το Συμβούλιο προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ως εξής:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν αρχή, του του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, ορίζει τρεις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να μην προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη. Η διάταξη αυτή έχει, επομένως, την έννοια ότι, άπαξ όλες αυτές οι προϋποθέσεις συντρέχουν, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην του απαιτηθεί η καταβολή των δασμών. »
21.
γ) Η Επιτροπή παραπέμπει στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 « πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, άπαξ συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα στο να μη πραγματοποιηθεί η εκ των υστέρων είσπραξη » ( απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, στην προαναφερθείσα υπόθεση 314/85, Foto-Frost απόφαση της 23ης Μαΐου 1989, στην υπόθεση 378/87, Top Hit, Συλλογή 1989, σ. 1359' απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, στην υπόθεση 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415). Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, η Επιτροπή θεωρεί ότι, από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, η εθνική αρχή χάνει κάθε διακριτική ευχέρεια να προβεί στην εκ των υστέρων είσπραξη.
22.
δ ) Η εταιρία Mecanarte φρονεί ότι δεν δημιουργείται πρόβλημα αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, παρέχει διακριτική εξουσία, εφόσον αυτή πρέπει να ασκείται από μία και μόνη αρχή, την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Η διακριτική αυτή ευχέρεια ωστόσο δεν είναι απόλυτη' αντιθέτως, ενέχει σαφέστατες πλευρές δέσμιας αρμοδιότητας, όπως η υποχρέωση να έχουν πληρωθεί προηγουμένως οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 2.
2. Επί τον όεντέρου ερωτήματος
23.
α ) Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρατηρούν ότι, κατόπιν της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο καθίσταται άνευ αντικειμένου.
24.
Το Συμβούλιο περαιτέρω διατείνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεν συνιστά παραβίαση των αρχών στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, εφόσον όλοι οι συναλλασσόμενοι υπόκεινται στην ίδια ρύθμιση, η δε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών υποχρεωτικώς ελέγχεται από την Επιτροπή, η οποία, τελικώς, και αποφασίζει.
25.
β) Η εταιρία Mecanarte τονίζει ότι δεν προκαλεί μείζον πρόβλημα η διακριτική ευχέρεια, εφόσον αρμόδια να αποφασίσει την είσπραξη ή τη μη είσπραξη είναι πάντα η Επιτροπή. Έτσι, κατά την εταιρία Mecanarte, με μια τέτοια ερμηνεία δεν απειλείται σύγκρουση προς τις αρχές στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο.
3. Επί τον τρίτον ερωτήματος
26.
α ) Η Πορτογαλική Κνβέρνηση, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή και η Επιτροπή ομοφώνως υποστηρίζουν ότι ο όρος « λάθος », κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, καλύπτει κάθε σφάλμα διαπραττόμενο από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και δεν περιορίζεται σε σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής.
27.
Όσον αφορά, ωστόσο, τη φύση του σφάλματος το οποίο έχει σημασία για την εκ των υστέρων είσπραξη, φρονούν ότι μόνο τα σφάλματα που προκύπτουν από θετική ενέργεια της εθνικής διοικήσεως μπορούν να λαμβάνονται υπόψη προς δικαιολόγηση της μη εισπράξεως. Πρέπει, επομένως, να αποκλεισθούν όλες οι περιπτώσεις στις οποίες οι υπάλληλοι της διοικήσεως επλανήθησαν οι ίδιοι από σφάλμα που διέπραξαν άλλοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, καμμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη συμπεριφορά της διοικήσεως, διότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει πάντα να στηρίζεται στη συμπεριφορά της δημοσίας διοικήσεως, την οποία αυτή διαμόρφωσε εν πλήρει γνώσει των πραγμάτων.
28.
β ) Κατά την εταιρία Mecanarte, το τρίτο ερώτημα συνδέεται στενά με το ζήτημα της καλής πίστεως του υπόχρεου. Σχετικώς, η Mecanarte φρονεί ότι, εφόσον ο υπόχρεος καλοπίστως προβαίνει σε δηλώσεις, οι οποίες άγουν σε εσφαλμένη κατάταξη, εμβάλλοντας σε πλάνη τις τελωνειακές αρχές, χωρίς όμως την πρόθεση να προξενήσει την πλάνη αυτή, δεν μπορεί να στερηθεί του ευεργετήματος της αποφάσεως περί μη εισπράξεως. Σε μια τέτοια περίπτωση, η έρευνα του αν τα στοιχεία που ενέβαλαν τις εν λόγω αρχές σε πλάνη προέρχονταν ή όχι απ' αυτόν δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.
29.
γ ) Το Σνμβονλιο δεν έλαβε θέση επί του ερωτήματος αυτού.
4. Επί τον τέταρτον ερωτήματος
30.
α ) Η Πορτογαλική Κνβέρνηση φρονεί ότι «η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διεπράχθη το σφάλμα, που οδήγησε στην είσπραξη ανεπαρκούς ποσού », της οποίας κάνουν ρητή μνεία τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 1573/80, δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη που προέβη — ή που υπεχρεούτο να προβεί — στην είσπραξη. Το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, έχει χαρακτήρα εξαιρέσεως έναντι του άρθρου 2 του κανονισμού 1697/79 αποκλείει, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, μια διασταλτική ερμηνεία, διευρύνουσα την έννοια του σφάλματος έτσι ώστε καταλαμβάνει και τις πράξεις των τελωνειακών αρχών του ετέρου κράτους μέλους, δηλαδή του κράτους εξαγωγής.
31.
β) Η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, η εταιρία Mecanarte και η Επιτροπή συμφωνούν, από την άλλη πλευρά, ως προς το ότι το σφάλμα που έχει σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 συμπεριλαμβάνει τα σφάλματα που διαπράττουν τόσο οι ίδιες οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εκ των υστέρων είσπραξη όσο και οι αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής του εμπορεύματος.
32.
Κατά την εταιρία Mecanarte, αυτό είναι απλή απόρροια του γεγονότος ότι, αν το πρώτο τελωνείο πλανηθεί, το δεύτερο θα υποπέσει αυτομάτως στην ίδια πλάνη.
33.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ερμηνεία της εν προκειμένω επιβεβαιώνεται από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2380/89 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 1989 (ΕΕ 1989, L 225, σ. 30), ο οποίος αντικατέστησε, από 1ης Σεπτεμβρίου 1989, τον κανονισμό 1573/80 συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει ότι μπορεί να πρόκειται για την αρμόδια αρχή είτε του κράτους μέλους όπου το σφάλμα διαπράχθηκε είτε του κράτους μέλους όπου το σφάλμα διαπιστώθηκε. Σημειώνοντας ότι η διευκρίνιση αυτή δεν περιεχόταν στις εκτελεστικές διατάξεις του κανονισμού 1573/80, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως των πορτογαλικών τελωνείων, η Επιτροπή τονίζει ότι σκοπός της δεν ήταν η τροποποίηση της εννοίας του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, αλλά μάλλον η επιβεβαίωση της, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σφάλματα των εθνικών αρχών, είτε το διέπραξαν οι ίδιες το σφάλμα είτε απλώς το διαπίστωσαν κατά τη στιγμή της εκ των υστέρων εισπράξεως.
34.
γ ) Το Συμβούλιο δεν έλαβε θέση επί του ερωτήματος αυτού.
5. Επί τον πέμπτον ερωτήματος
35.
Η Πορτογαλική Κνβέρνηση, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, η εταιρία Mecanarte, και η Επιτροπή ομοφώνως υποστηρίζουν ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, εν τέλει, του κανονισμού 1697/79 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες ο υπόχρεος συμμορφώθηκε με όλες τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του σχετικά με τη διασάφηση, έστω και αν καλοπίστως έδωσε ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία στις αρμόδιες αρχές. Το Συμβούλιο δεν έλαβε θέση επί του ερωτήματος αυτού.
36.
α ) Η Πορτογαλική Κνβέρνηοη παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση 314/85, Foto-Frost, στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι η επίδικη προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 2, επληρούτο εφόσον ο συναλλασσόμενος είχε συμπληρώσει ορθά την τελωνειακή του διασάφηση. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η προϋπόθεση αυτή μπορεί να πληρούται ακόμη και στην περίπτωση που ο υπόχρεος έδωσε καλοπίστως στο τελωνείο ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία.
37.
β ) Η εταιρία Mecanarte διατείνεται ότι η επιταγή της τηρήσεως « όλων των διατάξεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία » έχει ως σκοπό να διασφαλίζει όχι μόνον ότι ο υπόχρεος κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια, αλλά και ότι το σφάλμα, στο οποίο οφείλετο η μη είσπραξη των φόρων, δεν προκλήθηκε από δικό του πταίσμα. Κατά την εταιρία Mecanarte, επομένως, στην περίπτωση που ο υπόχρεος δίνει ανακριβή πληροφορία, για λόγους όμως που δεν οφείλονται ούτε σε κακή πίστη ούτε σε αμέλεια, διατηρεί το δικαίωμα να απαλλαγεί από την καταβολή.
38.
γ ) Η Επιτροπή τονίζει, κατ' αρχάς, ότι η καλή πίστη και η τήρηση των « διατάξεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως », αποτελούν δύο χωριστές προϋποθέσεις, τις οποίες ορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 2, γι' αυτό και πρέπει η συνδρομή της καθεμιάς να κρίνεται χωριστά.
39.
Ως προς την προϋπόθεση της τηρήσεως « των διατάξεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία », η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία στη νομοθεσία αυτή περιλαμβάνονται τόσο οι κοινοτικοί όσο και οι εθνικοί κανόνες που συμπληρώνουν ή μεταφέρουν τους πρώτους στο εθνικό δίκαιο.
40.
Εφόσον τα εμπορεύματα διασαφούνται για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, τα στοιχεία της διασαφήσεως ορίζονται με την οδηγία 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, και την εκτελεστική αυτής οδηγία 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, οι οποίες αφορούν αμφότερες τη διασάφηση θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία και τα παραστατικά που πρέπει να επισυνάπτονται σ' αυτήν.
41.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα απαιτούμενα αυτά στοιχεία και παραστατικά δεν μπορούν να υπερβαίνουν αυτό που μπορεί ευλόγως να γνωρίζει και να έχει εξεύρει ο διασαφών, και τούτο για οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς.
42.
Όσον αφορά την καλή πίστη του υπόχρεου, η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, αν η αρχή που διέπραξε ή διαπίστωσε το σφάλμα μπορούσε να απορρίψει την αίτηση περί μη εισπράξεως για τον λόγο ότι ο διασαφών έδωσε ανακριβείς πληροφορίες ή παραστατικά, όταν η ανακρίβεια αυτή οφειλόταν σε σφάλμα της ίδιας, μη καταλογιστό στον διασαφούντα.
6. Επί τον έκτον ερωτήματος
43.
α ) Η Πορτογαλική Κνβέρνηοη και η πορτογαλική εισαγγελική αρχή φρονούν ότι, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 και των άρθρων 2 και 4 του εκτελεστικού κανονισμού 1573/80 προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε την παρέμβαση της Επιτροπής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν αμφιβολίες σχετικά με την απόφαση περί μη εισπράξεως, οι δε δασμολογικές οφειλές είναι ίσες ή ανώτερες των 2000 ECU. Αυτό ανταποκρίνεται προς την ανάγκη να υπάρχει ασφάλεια του δικαίου και ομοιομορφία στην εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, δικαιολογείται δε από τη σημασία του διακυβευόμενου χρηματικού ποσού και τις επιπτώσεις του στην κοινοτική οικονομία. Κατά την Πορτογαλική Κνβέρνηοη, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το άρθρο 8 του κανονισμού 1573/80, το οποίο προβλέπει τη σιωπηρή αποδοχή της αιτήσεως περί μη εισπράξεως, στην περίπτωση που η Επιτροπή δεν εξέδωσε την απόφαση της εντός της νόμιμης προθεσμίας.
44.
β) Η Επιτροπή παρατηρεί, κατ' αρχάς, ότι η τρέχουσα στα κράτη μέλη πρακτική είναι να υποβάλλουν στην Επιτροπή τις περιπτώσεις τις οποίες πρέπει να κρίνει αυτή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, μόνον όταν το ποσό των εκ των υστέρων εισπρακτέων δασμών υπερβαίνει τα 2000 ECU, το δε αίτημα του ενδιαφερομένου κρίνεται δικαιολογημένο από την εθνική διοίκηση.
45.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η πρακτική αυτή δικαιολογείται από το γράμμα των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού 1573/80, τα οποία αφορούν μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες — πληρουμένων όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 — η εθνική αρχή προτίθεται να μη προβεί στην εκ των υστέρων είσπραξη εξ άλλου, τα άρθρα 2 και 4 καθιερώνουν διαφορετική διαδικασία, αναλόγως του αν το εισπρακτέο ποσό είναι ή όχι ανώτερο των 2000 ECU. Η εθνική αρχή μπορεί, επομένως, να αποφανθεί η ίδια, άπαξ θεωρεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
46.
Η Επιτροπή, δεχόμενη ότι το γράμμα του κανονισμού 1573/80 δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη μια τέτοια ερμηνεία, θεωρεί ωστόσο ότι η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται από τον σκοπό για τον οποίο απονέμεται στην Επιτροπή εξουσία λήψεως αποφάσεων, και τούτο ιδίως για τους εξής δύο λόγους.
47.
Πρώτον, η αποκλειστική απονομή στην Επιτροπή της εξουσίας λήψεως αποφάσεων στις περιπτώσεις με μεγαλύτερη οικονομική σημασία αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Αυτή θα απειλούνταν, αν οι εθνικές αρχές εξακολουθούσαν να καταφεύγουν σε εθνικές πρακτικές και σε εθνικά κριτήρια για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο ενιαίος χαρακτήρας του κοινοτικού δικαίου διακυβεύεται κυρίως στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή μια αίτηση να μη πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων είσπραξη, δεδομένου ότι η απόφαση των εθνικών αρχών είναι σχεδόν πάντοτε οριστική, εφόσον ο μεν ενδιαφερόμενος δεν την αμφισβητεί, η δε Επιτροπή δεν παρεμβαίνει. Αντιθέτως, λιγότερο σοβαρές για τον ενιαίο χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου είναι οι συνέπειες μιας αποφάσεως να πραγματοποιηθεί η εκ των υστέρων είσπραξη. Διότι, ναι μεν δεν αποκλείεται τα διάφορα κράτη μέλη να χειρίζονται τις περιπτώσεις αυτές με διαφορετικά κριτήρια, στον ενδιαφερόμενο όμως εναπόκειται να ζητήσει ή μη τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως, ώστε να εξασφαλίσει έτσι ότι θα εφαρμοστούν στην περίπτωση του ενιαία κριτήρια.
48.
Δεύτερον, η εξουσία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δικαιολογείται από το ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αφορά παραίτηση από την είσπραξη ιδίων πόρων της Κοινότητας. Εφόσον η Επιτροπή είναι το αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, εύλογο είναι να θέλει να ασκεί έντονη επίδραση σε τέτοιες αποφάσεις. Γι' αυτό και, όταν οι εθνικές αρχές εντέλλονται την εκ των υστέρων είσπραξη, η Επιτροπή θεωρεί ότι περιττεύει να της ανατεθεί εξουσία λήψεως αποφάσεων.
49.
Εξ άλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι εξουσία της προς λήψη αποφάσεων στον υπό κρίση τομέα πρέπει να παραμένει η εξαίρεση, δεδομένου μάλιστα ότι η ενώπιόν της διαδικασία είναι σαφώς δαπανηρότερη από την ακολουθούμενη σε εθνική κλίμακα. Γι' αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή προσπαθεί, τον τελευταίο καιρό, να μεταβιβάσει, στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό υποθέσεων, την εξουσία της προς λήψη αποφάσεων στις αρχές των κρατών μελών. Η προσπάθεια αυτή, άλλωστε, ήδη αποτυπώθηκε στον προαναφερθέντα κανονισμό 2380/89, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 1573/80.
50.
Η Επιτροπή προτείνει, επομένως, να δοθεί στο έκτο ερώτημα η απάντηση ότι η αρμοδιότητα που της απονέμεται με το άρθρο 4 του κανονισμού της 1573/80 καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις περί μη εισπράξεως εκ των υστέρων για ποσά ανώτερα των 2000 ECU.
51.
γ) Αντιθέτως, η εταιρία Mecanarte φρονεί ότι η απονομή στην Επιτροπή της εξουσίας να αποφασίζει σχετικά με την είσπραξη ή τη μη είσπραξη είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη και σύμφωνη προς την αρχή της ισότητας άσκηση αυτής της εξουσίας, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των πολιτών των κρατών μελών.
52.
Κατά την εταιρία Mecanarte, η αντίληψη ότι η απόφαση περί εισπράξεως μπορεί να λαμβάνεται από τις εθνικές αρχές, έστω και αν το ποσό είναι ανώτερο των 2000 ECU, λαμβάνει υπόψη μόνο το συμφέρον της εισπράξεως των εσόδων, παραγνωρίζει όμως την επιταγή ότι η είσπραξη αυτή πρέπει να συντελείται σύμφωνα με προϋποθέσεις ισότητας και ομοιομορφίας, χωρίς διακρίσεις αναλόγως του εδάφους ή της ιθαγένειας.
53.
δ ) Το Συμβούλιο δεν έλαβε θέση επί του ερωτήματος αυτού.
5. Επί νου εβοόμου και του ογόόου ερωτήματος
54.
α ) Σχετικά με το όγδοο ερώτημα, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η εταιρία Mecanarte, και η Επιτροπή επισημαίνουν ότι συνδέεται στενά με το έκτο.
55.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η πορτογαλική εισαγγελική αρχή τονίζουν ότι οι αιτήσεις των συναλλασσομένων πρέπει να απευθύνονται στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, μόνο μετά την εξέταση τους, μπορούν να ενεργοποιηθούν οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 1573/80. Η πορτογαλική εισαγγελική αρχή υπενθυμίζει ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων:
—
Στις περιπτώσεις αιτήσεων για τη μη εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ποσού κατωτέρου των 2000 ECU, αρμόδιες είναι οι εθνικές αρχές αυτές αποφασίζουν για την τύχη των αιτήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, υποχρεούνται δε να διαβιβάζουν τις αιτήσεις στην Επιτροπή μόνον αν δεν είναι σε θέση να αποφανθούν.
—
Στις περιπτώσεις αιτήσεων για τη μη εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ποσού ίσου ή ανωτέρου των 2000 ECU, η εθνική αρχή υποχρεούται, ούτως ή άλλως, να απευθύνεται στην Επιτροπή, η οποία θα αποφασίσει αν ο υπόχρεως έχει ή όχι δικαίωμα στη μη εκ των υστέρων είσπραξη.
56.
Η Επιτροπή παραπέμπει στις σκέψεις που ανέπτυξε επί του έκτου ερωτήματος, απ' όπου προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να εξετάζουν την αίτηση και, αν καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, δηλαδή αν ταχθούν υπέρ της μη εισπράξεως, υποχρεούνται να υποβάλουν την περίπτωση στην κρίση της Επιτροπής, όταν το υπό κρίση ποσό υπερβαίνει τα 2000 ECU.
57.
Η εταιρία Mecanarte διατείνεται ότι, για τους ίδιους λόγους που θεωρεί ότι δεν πρέπει να αναγνωριστεί στις εθνικές αρχές η αρμοδιότητα να αποφασίζουν αυτογνωμόνως τη μη είσπραξη, δεν πρέπει να τους αναγνωριστεί η αρμοδιότητα να μην εισπράττουν, όταν, αφού πρώτα αποφάσισαν την είσπραξη, ο υπόχρεος απευθύνεται σ' αυτές ζητώντας τους αιτιολογημένα τη μη είσπραξη.
58.
β ) Σχετικά με το έβδομο ερώτημα, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η εταιρία Mecanarte παρατηρούν, προκαταρκτικώς, ότι το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα ανακύπτει, διότι ο παραπέμπων δικαστής υποστηρίζει ότι υφίσταται προφανής αντίφαση μεταξύ της πορτογαλικής τελωνειακής ρύθμισης και των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού 1573/80. Κατ' αυτές, τέτοια αντίφαση δεν υφίσταται.
59.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ο Πορτογάλος νομοθέτης περιορίστηκε, όσον αφορά τις πορτογαλικές δασμολογικές διατάξεις, στο να απονείμει στην Υπηρεσία « Τελικού Ελέγχου » και στη Γενική Διεύθυνση την αρμοδιότητα προς άσκηση των εξουσιών τις οποίες το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 1573/80, αναθέτει στις εθνικές αρχές. Συγκεκριμένα, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, ο κοινοτικός νομοθέτης όρισε ένα πεδίο δράσης για τις εθνικές αρχές, αλλά άφησε στον εθνικό νομοθέτη τη μέριμνα να καθορίζει ποια όργανα της τελωνειακής διοίκησης είναι αρμόδια προς τούτο. Θεσπίζοντας εσωτερικές εκτελεστικές διατάξεις, ο Πορτογάλος νομοθέτης, για λόγους βελτιστοποίησης και εξορθολογισμού της λήψεως αποφάσεων, συγκέντρωσε τις εξουσίες, όσον αφορά τις εκ των υστέρων εισπράξεις και μη εισπράξεις, στη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων, η οποία έτσι αποφασίζει, μεταξύ άλλων, αν θα ζητήσει την παρέμβαση της Επιτροπής, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις.
60.
Η εταιρία Mecanarte σημειώνει, πρώτον, ότι, για υποθέσεις αξίας κάτω των 2000 ECU, δεν υφίσταται καμία αντίφαση προς την κοινοτική ρύθμιση, διότι αυτή η ίδια προβλέπει ότι τόσο η εξέταση όσο και η απόφαση για την είσπραξη ή τη μη είσπραξη επαφίεται στην αρμόδια εθνική διοίκηση, που για την Πορτογαλία είναι η Γενική Διεύθυνση Τελωνείων. Δεύτερον, η εταιρία Mecanarte φρονεί ότι τέτοια αντίφαση δεν υφίσταται ούτε για τις υποθέσεις αξίας άνω των 2000 ECU, αν γίνει δεκτό ότι η Γενική Διεύθυνση θα αποφασίσει να υποβάλει τις υποθέσεις αυτές στην κρίση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και όχι να τις κρίνει επί της ουσίας η ίδια.
61.
Η πορτογαλική εισαγγελική αρχή φρονεί ότι το έβδομο ερώτημα δεν έχει χαρακτήρα ερμηνευτικού ζητήματος από το οποίο εξαρτάται η επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Κατ' αυτήν, η εφαρμογή της επίδικης πορτογαλικής ρύθμισης είναι δυνατόν να γίνει κατά τρόπο συνάδοντα προς τα άρθρα 2 και 4 του εκτελεστικού κανονισμού 1573/80.
62.
Η Επιτροπή επικεντρώνει τις παρατηρήσεις της σε ορισμένες αρχές που πρέπει να τηρούνται στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Παρατηρεί σχετικώς ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει την ιεράρχηση των κανόνων εσωτερικού δικαίου, ούτε μπορεί να αποφαίνεται για το σκόπιμο της προδικαστικής παραπομπής. Εξ άλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να κρίνουν τα ίδια το ανίσχυρο των πράξεων των κοινοτικών οργάνων και υποχρεούνται, κατά συνέπεια, να υποβάλλουν το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου.
63.
γ) Το Συμβούλιο δεν έλαβε θέση επί του εβδόμου και του ογδόου ερωτήματος.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 27ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-348/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto ( Πορτογαλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Mecanarte — Metalúrgica da Lagoa Ld.a
και
Chefe do Serviço da Conferência Final da Alfândega do Porto,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), καθώς και ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1697/79 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους J. C Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Mecanarte, εκπροσωπούμενη από τους Ricardo Garção Soares και Adriano Garção Soares, δικηγόρους Porto,
—
η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, εκπροσωπούμενη από την Isabel Aguiar, εκπροσωπούσα την εισαγγελική αρχή παρά τω Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto,
—
η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Luís Inês Fernandes, Διευθυντή της Υπηρεσίας Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τη Maria Luisa Duarte, σύμβουλο της Υπηρεσίας Νομικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
—
το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Bjarne Hoff-Nielsen, προϊστάμενο τμήματος, και Amadeu Lopes-Sabino, κύριο υπάλληλο διοικήσεως της Νομικής Υπηρεσίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Jörn Sack και Herculano Lima,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Νοεμβρίου 1989, το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, οκτώ προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), καθώς και ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ. 243 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής, με την οποία η εταιρία εισαγωγών Mecanarte-Metalúrgica da Lagoa Ld.a (στο εξής: Mecanarte) ζητεί την ακύρωση της πράξεως περί εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών, την οποία εξέδωσε το τελωνείο του Porto.
3
Η Mecanarte εισήγαγε στην Πορτογαλία παρτίδα αποτελούμενη από 42 δέσμες λαμαρινών χάλυβα ελασματοποιηθεισών εν θερμώ, τις οποίες είχε αγοράσει από την προμηθεύτριά της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Schmolz & Bickenbach, και προσκόμισε στις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές πιστοποιητικό κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τύπου EUR 1, το οποίο έφερε τον αριθμό D 790072, είχε εκδοθεί στο Düsseldorf στις 18 Φεβρουαρίου 1986 και ανέφερε ότι τα εμπορεύματα αυτά ήσαν καταγωγής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
4
Η πορτογαλική τελωνειακή αρχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι το εμπόρευμα δηλώθηκε ως προερχόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το κατέταξε, σύμφωνα με το κοινοτικό καθεστώς, στις δασμολογικές κλάσεις 73.13.230.100 j και 73.13.260.000 t του κοινού δασμολογίου και το απάλλαξε από εισαγωγικούς δασμούς.
5
Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1988, η υπηρεσία τελωνειακού ελέγχου του Düsseldorf γνωστοποίησε στη Γενική Διεύθυνση των πορτογαλικών τελωνείων ότι το πιστοποιητικό EUR 1 με τον αριθμό D 790072 είχε ακυρωθεί, διότι κακώς είχε εκδοθεί από την εταιρία Schmolz & Bickenbach, και ότι τα περιγραφόμενα στο πιστοποιητικό προϊόντα ελασματοποιηθέντος χάλυβα ήσαν καταγωγής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας και όχι Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
6
Κατόπιν της γνωστοποιήσεως αυτής, το Τελωνείο του Porto προέβη, μέσω του υπαγομένου σ' αυτό Serviço da Conferência Final, στην εκ των υστέρων εκκαθάριση δασμών ύψους 3611599 εσκούδων, που βάρυναν τη Mecanarte.
7
Κατά της πράξεως εκκαθαρίσεως, την οποία επικύρωσε με απόφαση του ο Διευθυντής των Τελωνείων του Porto, απορρίπτοντας την αίτηση της Mecanarte, με την οποία αυτή ζητούσε να διαβιβαστεί η υπόθεση στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου αυτή να αποφασίσει την μη εκ των υστέρων είσπραξη των επιδίκων δασμών, η Mecanarte άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto.
8
Το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto, διατηρώντας αμφιβολίες αφενός ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου και αφετέρου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 1573/80 της Επιτροπής, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« α)
Παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν αρχή, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 — “ οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως ” — στις αρχές αυτές διακριτική ευχέρεια ή λειτουργική εξουσία;
β)
Αν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον τομέα της φορολογήσεως, είναι η διάταξη άκυρη κατά το μέρος αυτό λόγω παραβιάσεως των αρχών της φορολογικής νομιμότητας, της ισότητας των συναλλασσομένων, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αυθαίρετης λήψης αποφάσεων ( άρθρα 7 και 28 της Συνθήκης ΕΟΚ και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ );
γ)
Πρέπει να νοούνται ως “ λάθη ”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, μόνο τα σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής ή και τα σφάλματα που προκαλούνται από τον υπόχρεο;
δ)
Έχουν σημασία μόνο τα σφάλματα που διαπράττουν οι ίδιες οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εκ των υστέρων είσπραξη ή μήπως και τα σφάλματα που διαπράττουν οι αρχές του κράτους εξαγωγής του εμπορεύματος, εφόσον και αυτό ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες;
ε)
Όταν ο υπόχρεος παρέχει καλοπίστως στο τελωνείο ανακριβή ή ελλιπή φορολογικά στοιχεία — π.χ. σχετικά με την καταγωγή του εμπορεύματος —, μπορεί, παρά ταύτα, να λεχθεί ότι τηρεί “ όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως ”, όπως υπαγορεύει το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν τέλει;
στ)
Περιλαμβάνει η αρμοδιότητα την οποία αναθέτει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, ως προς τα ποσά που υπερβαίνουν τα 2000 ECU, κάθε απόφαση ( περί εισπράξεως ή περί μη εισπράξεως ) ή μόνο τις αποφάσεις περί μη εισπράξεως;
ζ)
Σε μια συνταγματική έννομη τάξη όπως η πορτογαλική, η οποία καθιερώνει την αρχή της υπεροχής του διεθνούς δικαίου έναντι του εσωτερικού, συνιστά η παράβαση του παραγώγου κοινοτικού δικαίου από το εσωτερικό δίκαιο περίπτωση αντισυνταγματικότητας, απαλλάσσουσα από την υποχρέωση άμεσης προδικαστικής παραπομπής προς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου;
η)
Αν γίνει δεκτό ότι η απόφαση περί εισπράξεως είναι της αρμοδιότητας των εθνικών τελωνειακών αρχών, σε περίπτωση που ο υπόχρεος υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση να εκδοθεί απόφαση περί μη εισπράξεως, πρέπει την αίτηση αυτή να την κρίνει η Επιτροπή, για να αποφασίσει αυτή για την είσπραξη ή τη μη είσπραξη, ή μπορούν οι εθνικές τελωνειακές αρχές να αποφασίσουν οι ίδιες επ' αυτής της αιτήσεως; »
9
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Στην παρούσα υπόθεση, δύο είναι βασικά οι επίμαχες διατάξεις:
—
το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, το οποίο ορίζει ότι
« οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως εκ των υστέρων ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως »,
και
—
το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, το οποίο ορίζει ότι,
« οσάκις η αρμοδία αρχή του κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα το σφάλμα δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι όλες οι καθοριζόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού βάσεως προϋποθέσεις πληρούνται, ή οσάκις το ποσό των εν λόγω δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ΕΛΜ, απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση αποφάσεως που περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία εκτιμήσεως ».
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
11
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνουν ή μη στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η διάταξη αυτή είναι ισχυρή υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών της Συνθήκης.
12
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι, άπαξ συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει η διάταξη αυτή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη δασμών ( βλ. αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 22 της 23ης Μαΐου 1989, υπόθεση 378/87, Top Hit, Συλλογή 1989, σ. 1359, σκέψη 18 και της 12ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψη 16 ).
13
Εφόσον ο υπόχρεος έχει τέτοιο δικαίωμα, οι αρμόδιες εθνικές αρχές υποχρεούνται να μη προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη, διότι άλλως το δικαίωμα αυτό θα έχανε κάθε αξία.
14
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν αρχή, του κανονισμού ( ΕΟΚ.) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, έχει την έννοια ότι απονέμει στις αρμόδιες αρχές δεσμία αρμοδιότητα όσον αφορά την απόφαση τους να μη προβαίνουν σε εκ των υστέρων είσπραξη, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
15
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, πρέπει να σημειωθεί ότι το εθνικό δικαστήριο το έθεσε μόνο για την περίπτωση που θα δινόταν στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 απονέμει στις εθνικές αρχές διακριτική ευχέρεια.
16
Εν όψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο είναι άνευ αντικειμένου.
Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
17
Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να του διευκρινίσει τι εννοείται με την έκφραση « λάθος αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο », που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
18
Τα ερωτήματα αυτά θίγουν τρία ειδικότερα προβλήματα:
—
το πρώτο είναι αν ο όρος « λάθος » καλύπτει μόνο τα σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής·
—
το δεύτερο είναι αν ως « αρμόδιες αρχές » πρέπει να νοούνται μόνο οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εκ των υστέρων είσπραξη ή και οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους απ' όπου εξάγεται το εμπόρευμα·
—
το τρίτο είναι αν τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 σφάλματα είναι όλα τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από τις αρμόδιες αρχές ή μόνον εκείνα που μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτές.
19
Πρέπει, κατ' αρχάς, να σημειωθεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποσκοπεί στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του υπόχρεου ως προς το βάσιμο του συνόλου των στοιχείων που υπεισέρχονται στην απόφαση για την είσπραξη ή μη των δασμών.
20
Εξ αυτού έπεται, πρώτον, ότι η έννοια του σφάλματος δεν μπορεί να περιοριστεί στα απλά σφάλματα υπολογισμού ή αντιγραφής, αλλά καταλαμβάνει κάθε σφάλμα από το οποίο πάσχει η ληφθείσα απόφαση, όπως, παραδείγματος χάρη, η μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου.
21
Συναφώς, η μνεία που γίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1697/79 περί λάθους υπολογισμού ή αντιγραφής πρέπει να θεωρηθεί ως ένα απλό παράδειγμα, που δεν εξαντλεί όλες τις πιθανές περιπτώσεις σφαλμάτων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
22
Δεύτερον, έπεται ότι, εφόσον ούτε ο κανονισμός 1697/79 ούτε ο κανονισμός 1573/80 που εκδόθηκε προς εφαρμογήν του — που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κυρίας υποθέσεως — περιέχουν ακριβή και πλήρη ορισμό της έννοιας των « αρμοδίων αρχών », κάθε αρχή που, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, παρέχει στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την είσπραξη των δασμών, δυνάμενη έτσι να γεννήσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υπόχρεου, πρέπει να θεωρείται ως « αρμόδια αρχή » κατά τήν έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Αυτό ισχύει ιδίως για τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, που μεσολαβούν σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση.
23
Τρίτον, έπεται ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υπόχρεου είναι άξια της προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, μόνον αν το έρεισμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του υπόχρεου το δημιούργησαν « οι ίδιες » οι αρμόδιες αρχές, όπως ρητά ορίζει η διάταξη. Έτσι, μόνο τα σφάλματα που μπορούν να καταλογιστούν σε ενεργή συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών και που λογικά δεν μπορούσαν να ανακαλυφθούν από τον υπόχρεο γεννούν δικαίωμα για τη μη εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών.
24
Η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, όταν οι αρμόδιες αρχές εμβάλλονται σε πλάνη, ιδίως περί την καταγωγή του εμπορεύματος, από ανακριβείς δηλώσεις του υπόχρεου, των οποίων δεν υποχρεούνται να ελέγξουν ή να αξιολογήσουν την εγκυρότητα. Σε παρόμοια περίπτωση, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τον κίνδυνο από εμπορικό παραστατικό που αποδεικνύεται, κατόπιν μεταγενεστέρου ελέγχου, αναληθές τον φέρει ο υπόχρεος ( απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98/83 και 230/83, Van Gend en Loos, Συλλογή 1984, σ. 3763, σκέψη 20 ).
25
Αντιθέτως, αν η ανακρίβεια των δηλώσεων του υπόχρεου είναι η ίδια απόρροια εσφαλμένων πληροφοριών που του δόθηκαν από αρμόδιες αρχές και δεσμεύουν αυτές τις αρχές, οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του κανονισμού 1697/79 εμποδίζουν την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
26
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ως « λάθη » κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 νοούνται όλα τα σφάλματα ερμηνείας ή εφαρμογής των διατάξεων περί εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, που λογικά δεν μπορούσαν να ανακαλυφθούν από τον υπόχρεο, εφόσον αυτά είναι απόρροια ενεργού συμπεριφοράς είτε των αρμοδίων για την εκ των υστέρων είσπραξη αρχών είτε των αρχών του κράτους μέλους εξαγωγής αποκλείονται δηλαδή τα σφάλματα που προκλήθηκαν από ανακριβείς δηλώσεις του υπόχρεου, εκτός εάν η ανακρίβεια των δηλώσεων αυτών ήταν απλή απόρροια εσφαλμένων πληροφοριών που δόθηκαν από αρμόδιες αρχές και που δεσμεύουν αυτές τις αρχές.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
27
Με το πέμπτο ερώτημα ερωτάται, στην ουσία, αν ο υπόχρεος, ο οποίος καλοπίστως παρέχει στο τελωνείο ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία φορολογήσεως, τηρεί, παρά ταύτα, όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν τέλει, του κανονισμού 1697/79.
28
Όπως τόνισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Top Hit ( σκέψεις 22 και 26 ), η τήρηση των διατάξεων που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση περί τελωνειακής διασαφήσεως προϋποθέτει ότι ο διασαφών παρέχει στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που προβλέπεται από τους κοινοτικούς και τους εθνικούς κανόνες, που ενδεχομένως συμπληρώνουν ή μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τους πρώτους, ως αναγκαίο ανάλογα με την τελωνειακή μεταχείριση που ζητείται για το οικείο εμπόρευμα.
29
Η υποχρέωση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να βαίνει πέραν της προσκομίσεως των στοιχείων και παραστατικών που ο υπόχρεος μπορεί λογικά να γνωρίζει και να έχει εξεύρει. Επομένως, αν ο συναλλασσόμενος καλοπίστως εμφανίζει στοιχεία που, παρ' ότι είναι ανακριβή ή ελλιπή, είναι τα μόνα που μπορούσε λογικά να γνωρίζει ή να έχει εξεύρει και, άρα, να περιλάβει στην τελωνειακή διασάφηση, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση της τηρήσεως των εν ισχύι διατάξεων περί τελωνειακής διασαφήσεως πληρούται.
30
Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν τέλει, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος συμμορφώθηκε προς όλες τις επιταγές τόσο των κοινοτικών κανόνων περί της τελωνειακής διασαφήσεως όσο και των εθνικών κανόνων που ενδεχομένως τις συμπληρώνουν ή τις μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο, έστω και αν αυτός καλοπίστως υπέβαλε ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, εφόσον πάντως τα στοιχεία αυτά είναι τα μόνα που μπορούσε λογικά να γνωρίζει ή να έχει εξεύρει.
Επί του έκτου ερωτήματος
31
Με το έκτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν, δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 1573/80, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αποφασίζει μόνο για τη μη εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ή η αρμοδιότητα της καταλαμβάνει και τις αποφάσεις περί εισπράξεως, όταν το ποσό των μη εισπραχθέντων δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU.
32
Όπως ήδη προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-64/89, Deutsche Fernsprecher ( Συλλογή 1990, σ. Ι-2535, σκέψεις 12 και 13 ), η εξουσία λήψεως αποφάσεων που απονέμεται στην Επιτροπή με το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 αφορά μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 πληρούνται και θεωρούν επομένως ότι δεν υποχρεούνται να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη.
33
Η ερμηνεία αυτή είναι, όπως διευκρίνισε με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο, σύμφωνη προς τον σκοπό του κανονισμού 1573/80, που είναι η εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Αυτή η ενιαία εφαρμογή διατρέχει κίνδυνο στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή αίτηση για τη μη πραγματοποίηση της εκ των υστέρων εισπράξεων, διότι η κρίση στην οποία στηρίζεται ένα κράτος μέλος για να λάβει ευνοϊκή απόφαση ενδέχεται, στην πράξη, λόγω πιθανής ελλείψεως κάθε ενδίκου βοηθήματος, να εκφεύγει παντός ελέγχου ικανού να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτει η κοινοτική νομοθεσία. Αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην είσπραξη, και τούτο ασχέτως ποσού. Ο ενδιαφερόμενος έχει τότε την ευχέρεια να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, η ενότητα του κοινοτικού δικαίου θα μπορέσει να εξασφαλιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
34
Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμοδιότητα που απονέμεται στην Επιτροπή με το άρθρο 4 του κανονισμού 1573/80 της Επιτροπής καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις περί μη εκ των υστέρων εισπράξεως τις αφορώσες δασμούς ποσού ίσου ή ανωτέρου των 2000 ECU.
Επί του ογδόου ερωτήματος
35
Με το όγδοο ερώτημα, που συνδέεται στενά με το έκτο και ενδείκνυται, γι' αυτό, να εξεταστεί στη συνέχεια, ο εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, στην περίπτωση που αρμόδιες για την απόφαση περί εισπράξεως είναι οι εθνικές αρχές και ο υπόχρεος υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη, η αίτηση αυτή πρέπει να διαβιβαστεί στην Επιτροπή ή αν αρμόδιες να αποφανθούν επ' αυτής είναι οι εθνικές αρχές.
36
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, Deutsche Fernsprecher, αρμόδιες να προβαίνουν στην είσπραξη των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών είναι οι εθνικές αρχές, ασχέτως ποσού. Εν όψει του σκοπού του κανονισμού 1573/80 — που, όπως διευκρίνισε με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο, είναι η εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου —, οι εθνικές αρχές είναι επίσης αρμόδιες να αποφαίνονται επί αιτιολογημένης αιτήσεως την οποία υποβάλλει ο υπόχρεως ζητώντας να εκδοθεί απόφαση περί μη εισπράξεως. Υποχρέωση υποβολής της περιπτώσεως στην κρίση της Επιτροπής υφίσταται, όπως ελέχθη πιο πάνω στη σκέψη 34, μόνον όταν οι εθνικές αρχές αποφαίνονται υπέρ της μη εισπράξεως, το δε αμφισβητούμενο ποσό είναι ίσο ή ανώτερο των 2000 ECU.
37
Επομένως, στο όγδοο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν ο υπόχρεος υποβάλλει αίτηση να μη πραγματοποιηθεί η είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, αρμόδιός να αποφανθούν επί της αιτήσεως αυτής είναι οι εθνικές αρχές-αυτές υποχρεούνται να υποβάλουν την περίπτωση στην κρίση της Επιτροπής μόνον αν αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να μην εισπράξουν δασμούς ποσού ίσου ή ανωτέρου των 2000 ECU.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
38
Με το έβδομο ερώτημα, το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto θίγει προβλήματα διαδικαστικού χαρακτήρα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
39
Από το σκεπτικό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο εκκινεί από την αντίληψη ότι οι δύο διατάξεις του πορτογαλικού Κανονισμού Τελωνείων, που είναι εφαρμοστέες στην υπό κρίση περίπτωση, εκτός του ότι είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, πάσχουν επίσης από λειτουργική και ουσιαστική αντισυνταγματικότητα, που απορρέει, αφενός, από το ότι εκδόθηκαν στο πλαίσιο ασκήσεως της διοικητικής και όχι της νομοθετικής λειτουργίας, η οποία εν προκειμένω ανήκει στη Συνέλευση της Δημοκρατίας, και, αφετέρου, από το ότι αντιβαίνουν προς την αρχή της υπεροχής του διεθνούς επί του εσωτερικού δικαίου.
40
Σ' αυτή τη βάση, το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto διερωτάται, πρώτον, αν είναι αρμόδιο να προβεί στην προδικαστική παραπομπή, όταν διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα των υπό κρίση εθνικών διατάξεων, δεδομένου ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας ενός κανόνα του εσωτερικού δικαίου προϋποθέτει, κατά το άρθρο 280, παράγραφος 3, του Πορτογαλικού Συντάγματος, προσφυγή ενώπιον του πορτογαλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και ότι, συνεπώς, μόνο αυτό μπορεί να είναι αρμόδιο να προβεί σε προδικαστική παραπομπή σε τέτοιες υποθέσεις. Δεύτερον, διερωτάται μήπως η προδικαστική παραπομπή είναι περιττή, κατά το μέτρο που τα ελαττώματα μιας εθνικής διατάξεως μπορούν να θεραπευθούν μέσα στην εθνική έννομη τάξη.
41
Το έβδομο προδικαστικό ερώτημα θίγει έτσι δύο αυτοτελή προβλήματα σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ:
—
το πρώτο είναι αν το εθνικό δικαστήριο, το οποίο θεωρεί μια εθνική διάταξη αντισυνταγματική, στερείται της δυνατότητας να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα αφορώντα την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου, λόγω του ότι η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας προϋποθέτει υποχρεωτικώς προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου·
—
δεύτερον, αν το εθνικό δικαστήριο μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση να προβεί σε προδικαστική παραπομπή, αν η εθνική έννομη τάξη προβλέπει τρόπους θεραπείας των ελαττωμάτων εθνικής διατάξεως.
42
Σχετικά με το πρώτο πρόβλημα, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 177 της Συνθήκης απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς αφενός επί της ερμηνείας των Συνθηκών και των πράξεων των κοινοτικών οργάνων και αφετέρου επί του κύρους αυτών των πράξεων. Το ίδιο άρθρο ορίζει, στο μεν δεύτερο εδάφιο, ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλλουν τέτοια ζητήματα στο Δικαστήριο, στο δε τρίτο εδάφιο, ότι υποχρεούνται να το πράττουν, αν οι αποφάσεις τους δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου.
43
Οι αρμοδιότητες τις οποίες αναγνωρίζει στο Δικαστήριο το άρθρο 177 αποσκοπούν ουσιαστικά στην εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια. Προς τούτο, το άρθρο 177 παρέχει στο εθνικό δικαστήριο ένα μέσο για να υπερβαίνει τις δυσχέρειες που μπορούν ενδεχομένως να ανακύψουν από την υποχρέωση του να προσδίδει στο κοινοτικό δίκαιο την πλήρη αποτελεσματικότητά του μέσα στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών συστημάτων των κρατών μελών.
44
Η πρακτική αποτελεσματικότητα του συστήματος το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 177 της Συνθήκης αξιώνει να διαθέτουν τα εθνικά δικαστήρια την ευρύτερη δυνατή ευχέρεια προς υποβολή ζητημάτων στο Δικαστήριο, αν θεωρούν ότι μια εκκρεμής ενώπιόν τους υπόθεση εγείρει ζητήματα που απαιτούν ερμηνεία ή εκτίμηση του κύρους των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που είναι αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς που τους έχει υποβληθεί.
45
Επί πλέον, θα επλήττετο η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αν η ύπαρξη υποχρεωτικής προσφυγής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου μπορούσε να εμποδίσει το εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί διαφοράς διεπομένης από το κοινοτικό δίκαιο, να ασκήσει την ευχέρεια — που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης — να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου, για να μπορέσει να κρίνει αν ένας εθνικός κανόνας συμβιβάζεται ή όχι με αυτό.
46
Επομένως, στο πρώτο σκέλος του εβδόμου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς που αφορά το κοινοτικό δίκαιο, διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα εθνικής διατάξεως, δεν στερείται της ευχέρειας ούτε απαλλάσσεται της υποχρεώσεως, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει στο Δικαστήριο ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου, για τον λόγο ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας προϋποθέτει υποχρεωτική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
47
Σχετικά με το δεύτερο πρόβλημα, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία — στο πλαίσιο της κατανομής των δικαιοδοτικών λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, που γίνεται με το άρθρο 177 της Συνθήκης — τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως ως προς το αν τους είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως επί ζητήματος κοινοτικού δικαίου, για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως ( βλ. ιδίως απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, υπόθεση 283/81, Cilfit, Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 10 ).
48
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εξουσία εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά και το ζήτημα του σταδίου της διαδικασίας κατά το οποίο είναι σκόπιμο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
49
Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του εβδόμου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, δυνάμει του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμά αν τα ανακύπτοντα στην εκκρεμή ενώπιον του διαφορά νομικά ζητήματα ασκούν επιρροή στην έκβαση της και αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση· σ' αυτό επίσης εναπόκειται να εκτιμά σε ποιο στάδιο της διαδικασίας είναι σκόπιμο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
50
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η πορτογαλική εισαγγελική αρχή, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 1989 το Tribunal Fiscal Aduaneiro do Porto, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν αρχή, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, έχει την έννοια ότι απονέμει στις αρμόδιες αρχές δεσμία αρμοδιότητα όσον αφορά την απόφαση τους να μη προβαίνουν σε εκ των υστέρων είσπραξη, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
2)
Ως « λάθη » κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 νοούνται όλα τα σφάλματα ερμηνείας ή εφαρμογής των διατάξεων περί εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, που λογικά δεν μπορούσαν να ανακαλυφθούν από τον υπόχρεο, εφόσον αυτά είναι απόρροια ενεργού συμπεριφοράς είτε των αρμοδίων για την εκ των υστέρων είσπραξη αρχών είτε των αρχών του κράτους μέλους εξαγωγής· αποκλείονται δηλαδή τα σφάλματα που προκλήθηκαν από ανακριβείς δηλώσεις του υπόχρεου, εκτός εάν η ανακρίβεια των δηλώσεων αυτών ήταν απλή απόρροια εσφαλμένων πληροφοριών που δόθηκαν από αρμόδιες αρχές και που δεσμεύουν αυτές τις τελευταίες.
3)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εν τέλει, του κανονισμού 1697/79 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος συμμορφώθηκε προς όλες τις επιταγές τόσο των κοινοτικών κανόνων περί της τελωνειακής διασαφήσεως όσο και των εθνικών κανόνων που ενδεχομένως τις συμπληρώνουν ή τις μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο, έστω και αν αυτός καλόπιστος υπέβαλε ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, εφόσον πάντως τα στοιχεία αυτά είναι τα μόνα που μπορούσε λογικά να γνωρίζει ή να έχει εξεύρει.
4)
Η αρμοδιότητα που απονέμεται στην Επιτροπή με το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79, καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις περί μη εκ των υστέρων εισπράξεως τις αφορώσες δασμούς ποσού ίσου ή ανωτέρου των 2000 ECU, τούτο δε έστω και αν ένας υπόχρεος έχει υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση κατ' αποφάσεως περί εισπράξεως την οποία έχουν εκδώσει οι αρμόδιες εθνικές αρχές.
5)
Όταν ο υπόχρεος υποβάλλει αίτηση να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, αρμόδιες να αποφανθούν επί της αιτήσεως αυτής είναι οι εθνικές αρχές· αυτές υποχρεούνται να υποβάλουν την περίπτωση στην κρίση της Επιτροπής μόνον αν αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να μην εισπράξουν δασμούς ποσού ίσου ή ανωτέρου των 2000 ECU.
6)
Όταν εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς που αφορά το κοινοτικό δίκαιο, διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα εθνικής διατάξεως, δεν στερείται της ευχερείας ούτε απαλλάσσεται της υποχρεώσεως, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει στο Δικαστήριο ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου, για τον λόγο ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας προϋποθέτει υποχρεωτική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Δυνάμει του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμά αν τα ανακύπτοντα στην εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά νομικά ζητήματα ασκούν επιρροή στην έκβαση της και αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση· σ' αυτό επίσης εναπόκειται να εκτιμά σε ποιο στάδιο της διαδικασίας είναι σκόπιμο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
Moitinho de Almeida
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιουνίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
J. C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy