ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-359/89 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
Η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών δημιουργήθηκε με τον κανονισμό 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), που τροποποιήθηκε ουσιωδώς με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248).
Το σύστημα που συνίστατο στον καθορισμό μέσω διαγωνισμού της εισφοράς κατά την εισαγωγή μη επεξεργασμένου ελαιολάδου θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 601/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στη διεθνή αγορά ( ΕΕ L 72, σ. 1 ).
Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
« θεωρώντας ότι η διεθνής αγορά ελαιολάδου χαρακτηρίζεται από στενότητα και έλλειψη διαφάνειας που εμποδίζουν, υπό ορισμένες συνθήκες, την ακριβή εξέταση της πραγματικής τάσεως της αγοράς αυτής και, κατά συνέπεια, τον ορθό καθορισμό των εισφορών κατά την εισαγωγή· ότι η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις εισαγωγές ελαιολάδου στην Κοινότητα σε επίπεδο διαφορετικό από εκείνο της τιμής κατωφλίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε διαταράξεις της κοινοτικής αγοράς »
Η αρχική περίοδος εφαρμογής του συστήματος διαγωνισμών, ήτοι 1η Απριλίου έως 31 Οκτωβρίου 1976, παρατάθηκε κατά ένα έτος (1η Ιανουαρίου έως 31 Οκτωβρίου 1977) με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2843/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στη διεθνή αγορά (JO L 327, σ. 4), εν αναμονή μιας σφαιρικής αναθεωρήσεως των μέτρων για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του ελαιολάδου, εν συνεχεία δε παρατάθηκε για δεύτερη φορά, έως την 31η Οκτωβρίου 1978, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2361/77 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1977, με τον οποίο παρατάθηκαν οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 2843/76 και (ΕΟΚ) 2844/76, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στη διεθνή και την ελληνική αγορά ( JO L 277, σ. 2 ).
Αυτή η γενική αναθεώρηση πραγματοποιήθηκε τελικά με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78.
Η δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1562/78 έχουν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2843/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στη διεθνή αγορά εισήγαγε παρέκκλιση από το καθεστώς καθορισμού εισφοράς με βάση την τιμή cif διά της προβλέψεως του προσδιορισμού της εισφοράς στα πλαίσια μιας διαδικασίας διαγωνισμού·
ότι οι δυσχέρειες εκτιμήσεως της πραγματικής καταστάσεως της διεθνούς αγοράς, που ήταν η αιτία της αποδοχής του ειδικού αυτού καθεστώτος, δύνανται να επανεμφανισθούν στο μέλλον ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα προσφυγής μελλοντικά στο καθεστώς αυτό, μετά από αναστολή της εφαρμογής του αρχικού καθεστώτος καθορισμού της εισφοράς ».
Το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78, ορίζει:
« 1. Κατά την εισαγωγή μη επεξεργασμένου ελαιολάδου της διακρίσεως 15.07 Α Ι του Κοινού Δασμολογίου, προελεύσεως τρίτων χωρών, και εάν η τιμή κατωφλίου είναι υψηλότερη της τιμής cif, επιβάλλεται εισφορά ίση με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τιμών.
2. Η τιμή cif, υπολογιζόμενη για τον τόπο διελεύσεως των συνόρων που αναφέρεται στο άρθρο 9, προσδιορίζεται με βάση τις πλέον ευνοϊκές δυνατότητες αγοράς στη διεθνή αγορά, οι δε τιμές προσαρμόζονται ανάλογα με τις ενδεχόμενες διαφορές ως προς την ονομασία ή την ποιότητα για την οποία έχει καθοριστεί η τιμή κατωφλίου. »
Κατά το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού:
« 1. Όταν η πραγματική τάση της διεθνούς αγοράς μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν δύναται να'προσδιορίζεται από τις προσφορές στην αγορά αυτή, η εισφορά κατά την εισαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15 καθορίζεται κατόπιν διαγωνισμού.
2. Η Επιτροπή καθορίζει περιοδικά το κατώτερο ύψος της εισφοράς, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ των άλλων, του επιπέδου των εισφορών που υποδεικνύονται από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό. Η κατακύρωση πραγματοποιείται υπέρ εκείνων οι οποίοι έχουν υποδείξει ύψος εισφοράς ίσο ή υψηλότερο του ελαχίστου επιπέδου, και οι οποίοι υποχρεούνται να εισάγουν την ποσότητα του προϊόντος που εμφαίνεται στην αίτηση τους, στο ύψος της εισφοράς που έχει υποδειχθεί από αυτούς.
3. Εντούτοις, εισαγωγές για ποσότητες που δεν έχουν επίδραση στην κατάσταση της αγοράς, δεν υπόκεινται στην ανωτέρω διαδικασία διαγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η προς είσπραξη εισφορά είναι η τελευταία ελάχιστη εισφορά που καθορίζεται προ της εισαγωγής.
4. Στην περίπτωση που η εξέλιξη της διεθνούς αγοράς είναι διαφορετική, ανάλογα με τις μορφές προσφοράς του επεξεργασμένου ελαιολάδου, δύνανται να καθορίζονται διαφορετικές ελάχιστες εισφορές για τις εν λόγω προσφορές.
5. Το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία προ-τάσει της Επιτροπής θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
6. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου αποφασίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 38. »
Κατά το πρωτόκολλο αριθ. 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως που συνήφθη μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελλάδος στις 9 Ιουλίου 1961 ( ΕΕ αριθ. 26 της 18.2.1963, σ. 293), στην περίπτωση κατά την οποία θα καθιερωθούν εισφορές για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος III ( μεταξύ των οποίων το ελαιόλαδο), η Ελλάς θα εφαρμόσει το ίδιο σύστημα με εκείνο που εφαρμόζουν μεταξύ τους τα κράτη μέλη, εν αναμονή της εναρμονίσεως των γεωργικών πολιτικών της Κοινότητας και της χώρας αυτής.
Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 12, ο κανονισμός 162/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1966, περί των συναλλαγών των λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητας και της Ελλάδος (JO 197, σ. 3393) καθόριζε, με το άρθρο 3, την επιβολή ειδικής εισφοράς κατά την εισαγωγή ελαιολάδου το οποίο δεν υπέστη επεξεργασία, ελήφθη εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και μετεφέρθη απευθείας από τη χώρα αυτή στην Κοινότητα, της οποίας το ύψος ήταν ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής κατωφλίου και της τιμής “ελεύθερο στα σύνορα ”, μειωμένης κατά ένα κατ' αποκοπήν ποσό. Η τιμή “ ελεύθερο στα σύνορα ” καθοριζόταν βάσει των ευνοϊκότερων δυνατοτήτων αγοράς στην ελληνική αγορά, οι δε τρέχουσες τιμές προσαρμόζονταν ανάλογα με τις ενδεχόμενες διαφορές σε σχέση με την ονομασία ή την ποιότητα για την οποία η τιμή κατωφλίου είχε καθοριστεί.
Η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 602/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στην ελληνική αγορά ( JO L 72, σ. 3 ), έχουν ως εξής:
« έχοντας υπόψη ότι η ελληνική αγορά ελαιολάδου χαρακτηρίζεται από στενότητα και έλλειψη διαφάνειας που εμποδίζουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ακριβή εξέταση της πραγματικής τάσεως της αγοράς αυτής και, κατά συνέπεια, τον ορθό καθορισμό των εισφορών κατά την εισαγωγή· ότι η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις εισαγωγές ελαιολάδου στην Κοινότητα σε επίπεδο διαφορετικό από εκείνο της τιμής κατωφλίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε διαταράξεις της κοινοτικής αγοράς·
έχοντας υπόψη ότι το σύνολο των μέτρων για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του ελαιολάδου είναι αντικείμενο επανεξετάσεως με σκοπό τη συνολική αναθεώρηση του καθεστώτος αυτού·
ότι, για την αντιμετώπιση των πιο πάνω αναφερομένων δυσχερειών και εν αναμονή του αποτελέσματος μιας τέτοιας αναθεωρήσεως, επιβάλλεται να τροποποιηθεί το καθεστώς συναλλαγών για να προβλέπεται ο προσδιορισμός της εισφοράς στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαγωνισμού » ·
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
« 1. Όταν η προσφορά στην ελληνική αγορά ελαιολάδου που δεν έχει υποστεί επεξεργασία δεν ανταποκρίνεται στις πλέον ευνοϊκές δυνατότητες αγοράς για τις αντιπροσωπευτικές ποσότητες της αγοράς αυτής, η εισφορά κατά την εισαγωγή που προβλέπεται στα άρθρα 3, 4 και 5 του κανονισμού 162/66/ΕΟΚ καθορίζεται κατόπιν διαγωνισμού. »
Η εφαρμογή της διαδικασίας διαγωνισμού για τον προσδιορισμό της προσφοράς ελαιολάδου στην ελληνική αγορά, προβλεφθείσα αρχικά για την περίοδο από 1ης Απριλίου έως 31 Οκτωβρίου 1976, παρατάθηκε για ένα έτος, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Οκτωβρίου 1977, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2844/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στην ελληνική αγορά (JO L 327, σ. 6), εν αναμονή της συνολικής αναθεωρήσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά τον τομέα του ελαιολάδου, εν συνεχεία δε παρατάθηκε, για δεύτερη φορά, έως την 31η Οκτωβρίου 1978, με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 2361/77.
Αυτή η συνολική αναθεώρηση πραγματοποιήθηκε τελικά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 59 ), ο οποίος κατάργησε τον προαναφερθέντα κανονισμό 162/66.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2749/88 ορίζει ότι:
« 1. Κατά την εισαγωγή μη επεξεργασμένου ελαιολάδου υπαγομένου στη διάκριση 15.07 Α Ι του Κοινού Δασμολογίου, εξ ολοκλήρου παραχθέντος στην Ελλάδα και κατευθείαν μεταφερθέντος από τη χώρα αυτή στην Κοινότητα, εισπράττεται εισφορά της οποίας το ύψος ισούται με τη διαφορά της τιμής κατωφλίου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 4, 9 και 10 του βασικού κανονισμού, και μιας τιμής “ελεύθερο στα σύνορα”· η διαφορά αυτή μειώνεται κατά ένα κατ' αποκοπή ποσό.
2. Η τιμή “ ελεύθερο στα σύνορα ”, υπολογιζόμενη για τον τόπο διελεύσεως στα σύνορα της Κοινότητος, καθοριζομένη σύμφωνα με το άρθρο 9 του βασικού κανονισμού, προσδιορίζεται από τις πλέον ευνοϊκές αγοραστικές δυνατότητες στην ελληνική αγορά· οι τιμές προσαρμόζονται σε συνάρτηση με τις ενδεχόμενες διαφορές σε σχέση προς την ονομασία ή την ποιότητα για την οποία καθορίστηκε η τιμή κατωφλίου. »
Η έκτη και έβδομη αιτιολογικές σκέψεις του προαναφερθέντος κανονισμού έχουν ως εξής:
« εκτιμώντας ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ. 2844/76 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων, ιδίως σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της προσφοράς ελαιολάδου στην ελληνική αγορά, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2361/77, παρεκκλίνει του συστήματος καθορισμού της ειδικής εισφοράς κατά την εισαγωγή από την Ελλάδα, προβλέποντας τον καθορισμό της εισφοράς στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού·
ότι οι δυσχέρειες εκτιμήσεως της πραγματικής καταστάσεως της ελληνικής αγοράς οι οποίες προκάλεσαν την υιοθέτηση· του ιδιαιτέρου αυτού καθεστώτος υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν και στο μέλλον ότι, με τις συνθήκες αυτές, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα προσφυγής εκ νέου στο καθεστώς αυτό, αφού ανασταλεί η εφαρμογή του αρχικού συστήματος καθορισμού της εισφοράς ».
Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι:
« 1. Όταν οι προσφορές στην ελληνική αγορά μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό των πραγματικών τάσεων της αγοράς αυτής, η εισφορά κατά την εισαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 καθορίζεται διά διαγωνισμού.
2. Η Επιτροπή καθορίζει περιοδικώς το ύψος της ελαχίστης εισφοράς λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα ύψη των εισφορών που προτείνονται από τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό. Κάθε συμμετέχων που έχει προτείνει ύψος εισφοράς ίσο ή υψηλότερο του ελαχίστου ύψους κηρύσσεται ανάδοχος και υποχρεούται να εισάγει την αναγραφομένη στην αίτηση του ποσότητα με το ύψος εισφοράς που ο ίδιος προτείνει.
3. Εντούτοις, οι εισαγωγές που αφορούν ποσότητες που δεν έχουν επίδραση στην κατάσταση της αγοράς δεν υπόκεινται στη διαδικασία του διαγωνισμού που αναφέρεται ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή, η εισφορά που θα εισπραχθεί είναι η τελευταία ελαχίστη εισφορά που καθορίζεται πριν από την εισαγωγή.
4. Στην περίπτωση κατά την οποία η εξέλιξη της ελληνικής αγοράς διαφέρει ανάλογα με την παρουσίαση του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου, είναι δυνατόν να καθορίζονται, για τις εν λόγω παρουσιάσεις, διαφορετικές ελάχιστες εισφορές.
5. Το Συμβούλιο θεσπίζει με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής, τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
6. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του βασικού κανονισμού. »
O κανονισμός (EOK) 2751/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων του καθεστώτος καθορισμού της εισφοράς κατά την εισαγωγή ελαιολάδου διά διαγωνισμού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 63), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 5, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1562/78, και του άρθρου 5, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 2749/78, ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι:
« 1. Ευθύς ως συντρέξουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ ή στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 2749/78, η Επιτροπή αποφασίζει να προσφύγει στη διαδικασία διαγωνισμού που αναφέρεται στο αντίστοιχο άρθρο για τα ελαιόλαδα των διακρίσεων 15.07 Α Ι και 15.07 Α II του Κοινού Δασμολογίου.
Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιεύεται αμελλητί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3131/78 της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 1978, περί της διαδικασίας του διαγωνισμού για τον καθορισμό των εισφορών στον τομέα του ελαιολάδου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 241 ), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2751/78, ορίζει στο άρθρο 1:
« Το ύψος των εισφορών κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες και από την Ελλάδα προϊόντων του παραρτήματος καθορίζεται με διαγωνισμό. »
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορισμού με διαγωνισμό της εισφοράς κατά την εισαγωγή ελαιολάδου καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3136/78 της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος καθορισμού με διαγωνισμό εισφοράς κατά την εισαγωγή ελαιολάδου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 247 ), σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 6, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1562/78, και το άρθρο 5, παράγραφος 6, του προαναφερθέντος κανονισμού 2749/78.
II — Περιστατικά και διαδικασία
Κατά τα έτη 1979 και 1980, η εταιρία SAFA Sri (στο εξής: SAFA), εγκατεστημένη στη Γένουα, εισήγαγε εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο καταγωγής Ελληνικής Δημοκρατίας η οποία τότε δεν ήταν μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στο πλαίσιο των συναλλαγών αυτών, η SAFA κατέβαλε 55000000 λιρέτες (LIT) στο Ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών ως εισφορές κατά την εισαγωγή.
Τον Δεκέμβριο του 1981η εταιρία αυτή ενήγαγε το προαναφερθέν υπουργείο ζητώντας να της επιστραφεί το εν λόγω ποσό το οποίο κακώς, κατ' αυτήν, είχε ζητηθεί. Επιπλέον, η SAFA ζητεί την καταβολή 500000000 LIT ως αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη λόγω αχρεωστήτου καταβολής.
Ενώπιον του Tribunale Civile di Genova, η SAFA υπεστήριξε ειδικότερα ότι η συνεχής εφαρμογή κατά τα έτη 1979 και 1980 του συστήματος καθορισμού της εισφοράς με διαγωνισμό λόγω εισαγωγών καταγωγής της Ελληνικής Δημοκρατίας συνιστούσε παράβαση, αφενός, του άρθρου XI (γενική εξάλειψη των ποσοτικών περιορισμών) της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( ΓΣΔΕ ) και, αφετέρου, παράβαση του άρθρου 16 του κανονισμού 1562/78, που προβλέπει προσφυγή στο σύστημα αυτό υπολογισμού μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η προσφορά στην αγορά μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της πραγματικής τάσεως της αγοράς, και προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τις ιδρυτικές συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών.
Με Διάταξη της 6ης Απριλίου 1989, το Tribunale Civile di Genova αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Επιτρέπει το άρθρο 16 του προαναφερθέντος κανονισμού ( ΕΟΚ) 1562/78, όσον αφορά το προερχόμενο από την Ελλάδα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, τον σταθερό προσδιορισμό με διαγωνισμό του ύψους της εισφοράς λόγω εισαγωγών για τα έτη 1979 και 1980;
2)
Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου που επιτρέπει τον καθορισμό της εισφοράς λόγω εισαγωγής του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου μέσω διαγωνισμού προσβάλλει, ειδικότερα για την περίπτωση αδιάλειπτης επιβολής της για τα έτη 1979/1980 λόγω εισαγωγών από την ελληνική αγορά, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από την ιδρυτική Συνθήκη της Κοινότητας στους επιχειρηματίες του τομέα; »
Το Tribunale Civile di Genova θεωρεί ότι, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το άρθρο XI της ΓΣΔΕ δεν απονέμει στους ιδιώτες δικαίωμα επικλήσεως του ενώπιον των δικαστηρίων και, κατά συνέπεια, δεν θίγεται το κύρος των κοινοτικών κανονισμών από το εν λόγω άρθρο XI (μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72, 22/72, 23/72 και 24/72, International Fruit Company, Rec. 1972, σ. 1219, δεν συντρέχει λόγος να επιληφθεί του ζητήματος αυτού το Δικαστήριο.
Η Διάταξη του Tribunale Civil di Genova πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1989.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους F. Santaolalla και G. Marenco, και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Α. Dashwood και G. Houttuin, αντιστοίχως διευθυντή και υπάλληλο διοικήσεως στη Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 1990, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
III — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Το ΙυμβονΑιο παρατηρεί, προκαταρκτικώς, ότι τα ερωτήματα που διατυπώνονται με τη Διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2749/78, μολονότι κατά τη σχετική περίοδο οι εισαγωγές ελαιολάδου προελεύσεως Ελληνικής Δημοκρατίας διέπονταν από τον προαναφερθέντα κανονισμό. Το γεγονός ότι το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται στη γενική κανονιστική ρύθμιση μάλλον παρά στους ειδικούς κανόνες που διέπουν τις συναλλαγές με την Ελλάδα κατά τη σχετική περίοδο μπορεί ενδεχομένως να εξηγηθεί, κατά το Συμβούλιο, από την αδυναμία καθορισμού τού αν το ελαιόλαδο για το οποίο γίνεται λόγος παρήχθη εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και μετεφέρθη απευθείας από τη χώρα αυτή στην Κοινότητα. Πάντως, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα αναλόγως του αν εντάσσονται στο πεδίο του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78, ή του άρθρου 5 του κανονισμού 2749/78. Το Συμβούλιο διευκρινίζει ωστόσο ότι, με τις παρατηρήσεις του, λαμβάνει ως δεδομένο ότι οι διατάξεις οι οποίες ασκούν επιρροή είναι οι διατάξεις του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το παραπέμπον δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την ειδική κανονιστική ρύθμιση η οποία εφαρμόζεται στις συναλλαγές με την Ελλάδα, αλλά, όπως και το Συμβούλιο, θεωρεί ότι το αποτέλεσμα δεν πρέπει να διαφέρει αναλόγως του αν τα ερωτήματα εξετάζονται υπό το φως του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78, ή του άρθρου 5 του κανονισμού 2749/78. Η Επιτροπή διευκρινίζει ωστόσο ότι, με τις παρατηρήσεις της, λαμβάνει ως δεδομένο ότι οι διατάξεις οι οποίες ασκούν επιρροή είναι οι διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 5.
Α — Επί του πρώτου ερωτήματος
Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος είναι ο προσδιορισμός του αν η συνεχής προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού κατά τη σχετική περίοδο συμβιβάζεται προς το άρθρο 16 του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78.
Σχετικώς, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι η προαναφερθείσα διάταξη ορίζει ότι η εισφορά κατά την εισαγωγή καθορίζεται με διαγωνισμό όταν η προσφορά στη διεθνή αγορά μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν επιτρέπει τον καθορισμό της πραγματικής τάσεως της αγοράς αυτής.
Κατά το Συμβούλιο, η προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού ήταν όχι μόνο δυνατή, αλλά υποχρεωτική, εφόσον συνέτρεχαν οι προαναφερθείσες αντικειμενικές περιστάσεις του άρθρου 16. Κατά συνέπεια, αν είναι αδύνατο, ακόμη και επί πολλά έτη, να καθοριστεί η πραγματική τάση της διεθνούς αγοράς ελαιολάδου βάσει της προσφοράς στην αγορά αυτή, η διαρκής προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού για τον καθορισμό του ύψους της εισφοράς κατά την εισαγωγή εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου καταγωγής τρίτης χώρας είναι υποχρεωτική για την Επιτροπή.
Η Επιτροπή, όπως και το Συμβούλιο, παρατηρεί ότι το κύριο πρόβλημα στο πρώτο ερώτημα είναι η συνεχής προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού προκειμένου να καθοριστεί το ύψος της εισφοράς κατά την εισαγωγή.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας πραγματικής αγοράς ελαιολάδου, όχι μόνον ελληνικής αλλά και διεθνούς, υπό την έννοια ότι στην πραγματικότητα η τιμή του ελαιολάδου δεν διαμορφώνεται ελεύθερα. Αυτό εξηγείται από τον πολύ περιορισμένο όγκο των εξαγωγών των χωρών παραγωγής, από την ύπαρξη μονοπωλίων εξαγωγής προς όφελος ενός κρατικού οργανισμού ή συμπράξεων μεταξύ περιορισμένου αριθμού επιχειρηματιών του σχετικού τομέα ( όπως συμβαίνει στην Ισπανία και την Ελλάδα ). Στην αλληλουχία αυτή οι « κλασικοί» κανόνες καθορισμού της εισφοράς (εισφορά ίση προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής της εξωτερικής αγοράς και της τιμής εισόδου στην Κοινότητα) κατέληξαν στην πράξη να παραχωρήσουν τη θέση τους στο καθεστώς καθορισμού της εισφοράς με διαγωνισμό το οποίο κατέστη το κανονικό καθεστώς.
Κατά την Επιτροπή, συνεπώς, αν ληφθεί υπόψη η ανυπαρξία σχεδόν ελληνικής αγοράς ελαιολάδου, η προσφυγή στην προσβαλλόμενη διαδικασία, έστω και για περίοδο δύο ετών, ήταν πλήρως δικαιολογημένη.
Β — Επί του δευτέρου ερωτήματος
Το Συμβούλιο παρατηρεί, καταρχάς, ότι από , τις διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, υποθ. 25/70, Koster, Rec. 1970, σ. 1161) προκύπτει ότι απονέμονται στην Επιτροπή ευρείες εξουσίες δράσεως και εκτελέσεως, αυτό δε, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής (για παράδειγμα, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, υποθ. 23/75, Rey Soda, Rec. 1975, σ. 1279, σκέψη 11). Εξάλλου, το Δικαστήριο περιέγραψε τη διαδικασία τη γνωστή ως « επιτροπή διαχειρίσεως » ως έναν μηχανισμό ο οποίος επιτρέπει στο Συμβούλιο να παρέχει στην Επιτροπή ευρύτατη εξουσία εκτελέσεως (απόφαση στην υπόθεση Rey Soda, που παρατέθηκε ήδη, σκέψη 13 ).
Κατά το Συμβούλιο, υπό το φως των σκέψεων αυτών πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η παρεχόμενη στην Επιτροπή αρμοδιότητα να καθορίζει με διαγωνισμό την εισφορά κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα μη επεξεργασμένου ελαιολάδου είναι ικανή να θίξει τα αναγνωρισμένα με τη Συνθήκη ΕΟΚ θεμελιώδη δικαιώματα των επιχειρηματιών.
Σχετικώς, το Συμβούλιο παρατηρεί, καταρχάς, ότι, κατά την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου 16, οι γενικοί κανόνες εφαρμογής όσον αφορά την επίδικη αρμοδιότητα που παρέχεται με τις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου στην Επιτροπή για να καθορίζει με διαγωνισμό την εισφορά για την οποία γίνεται λόγος θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου, οι λεπτομέρειες εφαρμογής θεσπίζονται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Ο κανονισμός 2751/78 του Συμβουλίου, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 5, καθορίζει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής ως εξής: η εισφορά πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο όσο το δυνατόν πλησιέστερο προς εκείνο που προκύπτει από τις πραγματικές τάσεις της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στη διεθνή αγορά ( ή, ανάλογα με την περίπτωση, στην ελληνική αγορά ), καθώς και τα ποσοστά εισφορών που αναφέρουν οι διαγωνιζόμενοι.
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει εν συνεχεία ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να επιλέξει μεταξύ του αρχικού συστήματος και του συστήματος διαγωνισμού. Πράγματι, εφόσον η προϋπόθεση του άρθρου 16 συντρέχει, η Επιτροπή υποχρεούται να προσφύγει στο σύστημα διαγωνισμού.
Τέλος, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι οι λεπτομερείς εκτελεστικές διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται με ακρίβεια η ακολουθητέα διαδικασία για την κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών εισαγωγής θεσπίστηκαν από την Επιτροπή στις 28 Δεκεμβρίου 1978 (κανονισμός 3136/78, που παρατέθηκε ήδη), και την ίδια ημέρα η Επιτροπή θέσπισε τη νομοθεσία με την οποία καθιερώνεται η διαδικασία διαγωνισμού και αντικαθίσταται το αρχικό σύστημα (προαναφερθείς κανονισμός 3131/78).
Το Συμβούλιο συμπεραίνει ότι η έκταση της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται στην Επιτροπή με το προαναφερθέν άρθρο 16, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78, δεν ήταν ικανή να θίξει τα αναγνωρισμένα με τη Συνθήκη θεμελιώδη δικαιώματα των επιχειρηματιών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αμφιβολίες του παραπέμποντος δικαστηρίου ως προς το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 1562/78 οφείλονται, αφενός, στην ευρεία διακριτική εξουσία που παρέχεται στην Επιτροπή, και αφετέρου, στο γεγονός ότι το σχετικό σύστημα μπορούσε να διακυβεύσει την ίση μεταχείριση μεταξύ επιχειρηματιών.
Όσον αφορά τη διακριτική εξουσία, η Επιτροπή παρατηρεί ότι αυτή πρέπει να ασκείται εντός των ορίων που προβλέπονται από πολυάριθμες διατάξεις σε τρία διαφορετικά ιεραρχικά επίπεδα της κανονιστικής ρυθμίσεως ( κανονισμοί του Συμβουλίου βασιζόμενοι στο άρθρο 43, κανονισμοί του Συμβουλίου σχετικά με τις γενικές διατάξεις και κανονισμοί της Επιτροπής περί των μέτρων εκτελέσεως ). Επιπλέον, πρόκειται για διακριτική εξουσία για τη διαχείριση της αγοράς, έργο το οποίο κατ' εξοχήν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όχι μόνον η έννοια της εκτελέσεως όπως ορίζεται στο άρθρο 155 πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, αλλά το Συμβούλιο μπορεί επίσης να οδηγηθεί, στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής, να απονείμει στην Επιτροπή ευρείες εξουσίες εκτιμήσεως και δράσεως (βλ. μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Rey Soda, και τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1069, και της 14ης Φεβρουαρίου 1990, υποθ. C-350/88, Biscuits Delacre, Συλλογή 1990, σ. I-395 ).
Εν προκειμένω, η εξουσία της Επιτροπής να καθορίζει το ύψος της εισφοράς ασκήθηκε ειδικότερα στο πλαίσιο των αρχών που καθιέρωσε το Συμβούλιο με το άρθρο 5 του κανονισμού 2749/78, διασαφηνίζοντας, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες της αγοράς (αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής τάσεως της αγοράς) και τον τρόπο καθορισμού της εισφοράς ( ποσοστά που αναφέρουν οι διαγωνιζόμενοι υπό την επιφύλαξη ότι τηρείται το ελάχιστο ποσοστό), καθώς και στο πλαίσιο των γενικών κανόνων που καθόρισε το Συμβούλιο με τον κανονισμό 2751/78, διασαφηνίζοντας, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, ότι η Επιτροπή όφειλε να καθορίζει την ελάχιστη τιμή κατόπιν εξετάσεως της καταστάσεως στην αγορά και των ποσοστών εισφοράς που αναφέρουν οι διαγωνιζόμενοι.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι οι διατάξεις αυτές της παρέχουν ευρεία διακριτική εξουσία, μια τέτοια εξουσία είναι συναφής προς την ίδια τη φύση της διαδικασίας διαγωνισμού, κατά το μέτρο που ακριβώς η έλλειψη αντικειμενικών παραμέτρων δικαιολογεί την προσφυγή σε μια τέτοια διαδικασία.
Ως συμπέρασμα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η οικεία κανονιστική ρύθμιση δεν της έχει απονείμει υπερβολική εξουσία εκτιμήσεως.
Όσον αφορά την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ επιχειρηματιών του τομέα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι κανόνες οι οποίοι διέπουν τη διαδικασία διαγωνισμού είναι οι ίδιοι για όλους, πράγμα που δεν εμποδίζει όπως το σύστημα καθορισμού της εισφοράς οδηγεί στην πληρωμή διαφορετικού ύψους εισφοράς ανάλογα με τους επιχειρηματίες, αποτέλεσμα επιδιωκόμενο και φυσικό σε τέτοιου είδους διαδικασία.
Η Επιτροπή παρατηρεί ακόμη ότι το σύστημα διαγωνισμού, αναγκαίο κάθε φορά που ελλείπει η τιμή αγοράς, προβλέπεται επίσης στον τομέα του ελαιολάδου για τον υπολογισμό των επιστροφών, στον τομέα των σιτηρών για τον καθορισμό των επιστροφών, των εισφορών κατά την εξαγωγή ( στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία οι διεθνείς τιμές είναι υψηλότερες από την κοινοτική τιμή ), στον τομέα της ζάχαρης για τον καθορισμό των επιστροφών και των εισφορών κατά την εξαγωγή και, στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, επίσης για τον καθορισμό των επιστροφών.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, επομένως, το κύρος των διατάξεων του άρθρου 5, του κανονισμού 2749/78 δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 21ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-359/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale Civile di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
SAFA Sri
και
Amministrazione delle finanze dello Stato,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Α. Dashwood και G. Houttuin,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς συμβούλους της F. Santaolalla και G. Marenco,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της ενάγουσας της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενης από τον G. Schiano di Pepe, δικηγόρο Γένουας, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 6ης Απριλίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Νοεμβρίου 1989, το Tribunale Civile di Genova ( Ιταλία ) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 16 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας SAFA Sri (στο εξής: SAFA) και της Amministrazione delle finanze dello Stato η οποία αφορά τις εισφορές κατά την εισαγωγή ποσού 55 εκατομμυρίων λιρών·( LIT), που κατέβαλε η SAFA κατόπιν εισαγωγών, το 1979 και 1980, μη επεξεργασμένου ελαιολάδου προελεύσεως Ελλάδος.
3
Τον Δεκέμβριο του 1981, η εν λόγω εταιρία ενήγαγε το Ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών ζητώντας να της επιστραφεί το προαναφερθέν ποσό το οποίο κακώς, κατ' αυτήν, είχε ζητηθεί. Επιπλέον, η SAFA ζητεί την καταβολή 500 εκατομμυρίων LIT ως αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη λόγω αχρεωστήτου καταβολής.
4
Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της ενάγουσας όσον αφορά την εφαρμογή και το κύρος της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς την εισαγωγή μη επεξεργασμένου ελαιολάδου προελεύσεως τρίτων χωρών, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1)
Επιτρέπει το άρθρο 16 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 1562/78, όσον αφορά το προερχόμενο από την Ελλάδα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, τον σταθερό προσδιορισμό με διαγωνισμό του ύψους της εισφοράς λόγω εισαγωγών για τα έτη 1979 και 1980;
2)
Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου που επιτρέπει τον καθορισμό της εισφοράς λόγω εισαγωγής του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου μέσω διαγωνισμού προσβάλλει, ειδικότερα για την περίπτωση αδιάλειπτης επιβολής της για τα έτη 1979/1980 λόγω εισαγωγών από την ελληνική αγορά, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από την ιδρυτική Συνθήκη της Κοινότητας στους επιχειρηματίες του τομέα; »
5
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της κύριας δίκης, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6
Επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1562/78 που τροποποίησε τον κανονισμό 136/66, στον οποίο αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα, αφορά τις εισαγωγές ελαιολάδου προελεύσεως τρίτων χωρών γενικά. Αλλά οι εισαγωγές ελαιολάδου, όταν αυτό παρήχθη καθ' ολοκληρία στην Ελλάδα και μεταφέρθηκε απευθείας από τη χώρα αυτή στην Κοινότητα, διέπονταν κατά τη σχετική περίοδο από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 59 ). Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει χρήσιμο να αποφανθεί επί των δύο κανονιστικών ρυθμίσεων, αφήνοντας όμως στο εθνικό δικαστήριο τη μέριμνα να προσδιορίσει την κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλεται να εφαρμόσει για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα
7
Επιβάλλεται σχετικώς η υπόμνηση ότι κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε, όταν η πραγματική τάση της διεθνούς αγοράς μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν μπορεί να προσδιορίζεται από τις προσφορές στην αγορά αυτή, η εισφορά κατά την εισαγωγή καθορίζεται κατόπιν διαγωνισμού, εκτός αν οι εισαγωγές αφορούν ποσότητες οι οποίες δεν επιδρούν επί της καταστάσεως της αγοράς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 16, η εισφορά που επιβάλλεται είναι η τελευταία κατωτάτη εισφορά που καθορίζεται πριν από την εισαγωγή.
8
Από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 16, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει εξουσιοδοτηθεί να καταφεύγει στη διαδικασία του διαγωνισμού που προβλέπεται στο κείμενο αυτό εφόσον χρόνο είναι αδύνατο, έστω και επί έτη, να προσδιοριστεί η πραγματική τάση της διεθνούς αγοράς ελαιολάδου βάσει των προσφορών στην αγορά αυτή.
9
Όπως προκύπτει από τον φάκελο και τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τη σχετική περίοδο δεν υπήρχε διεθνής τιμή του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου επιτρέπουσα τον προσδιορισμό της πραγματικής τάσεως στην αγορά, λόγω του πολύ περιορισμένου όγκου των εξαγωγών από τις χώρες παραγωγής και την ύπαρξη, στις τελευταίες αυτές χώρες, είτε μονοπωλίων εξαγωγής προς όφελος κρατικού οργανισμού, είτε συμπράξεων μεταξύ περιορισμένου αριθμού επιχειρηματιών του οικείου τομέα.
10
Επιβάλλεται εν συνεχεία να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2749/78 είναι παρόμοιες προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 16, παράγραφος 1, υπό την επιφύλαξη ότι η δυνατότητα της Επιτροπής να προσφεύγει στη διαδικασία διαγωνισμού συνδέεται με την εξέταση της καταστάσεως όχι της διεθνούς αγοράς αλλά μόνον της ελληνικής αγοράς.
11
Κατά τη σχετική περίοδο όμως, η ελληνική αγορά, όπου οι επιχειρηματίες ήσαν ολιγάριθμοι και συνέστησαν μεταξύ τους σύμπραξη, χαρακτηριζόταν επίσης από το ότι δεν υπήρχε διαμορφωμένη τιμή του μη επεξεργασμένου ελαιολάδου.
12
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος, επέτρεπαν στην Επιτροπή να προσφεύγει διαρκώς, κατά τα έτη 1979 και 1980, στη διαδικασία διαγωνισμού για τον καθορισμό της εισφοράς λόγω εισαγωγής μη επεξεργασμένου ελαιολάδου.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα
13
Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν αντιβαίνουν προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους επιχειρηματίες δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ.
14
Από τη Διάταξη περί παραπομπής καθώς και από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν από τη SAFA κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνίστανται, αφενός, στην προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικών δραστηριοτήτων και, αφετέρου, στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών.
Επί της προσβολής του δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικών δραστηριοτήτων
15
Κατά την ενάγουσα της κύριας δίκης το προαναφερθέν άρθρο 16, παράγραφος 1, είναι άκυρο δεδομένου ότι με αυτό παρέχονται στην Επιτροπή υπερβολικές εξουσίες εκτιμήσεως οι οποίες είναι ικανές να θίξουν το δικαίωμα της ενάγουσας προς ελεύθερη άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων.
16
Επιβάλλεται να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 14), κατά την οποία, επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς και με προσοχή την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να οδηγηθεί να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες εξουσίες εκτιμήσεως και δράσεως. Στην περίπτωση αυτή, τα όρια της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να κριθούν ιδίως υπό το πρίσμα των ουσιωδών γενικών στόχων της οργανώσεως της αγοράς.
17
Κατά την ενάτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 136/66, για τη σταθεροποίηση της αγοράς της Κοινότητος στο επιθυμητό επίπεδο, ιδίως προς αποτροπή των επιπτώσεων των διακυμάνσεων της διεθνούς αγοράς στις τιμές που ισχύουν στο εσωτερικό της Κοινότητος, πρέπει να προβλεφθεί η επιβολή εισφοράς κατά την εισαγωγή, της οποίας το ύψος να αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής κατωφλίου, η οποία προκύπτει από την ενδεικτική τιμή της αγοράς, και των τιμών που ισχύουν στη διεθνή αγορά.
18
Το σύστημα εισφορών κατά την εισαγωγή προϊόντων προελεύσεως Ελλάδος, που προβλεπόταν με τον κανονισμό 162/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1966, περί των συναλλαγών στον τομέα των λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος ( JO 1966, 197, σ. 3393 ), και εν συνεχεία με τον κανονισμό 2749/78, ο οποίος κατάργησε τον προηγούμενο, αποβλέπει στον ίδιο γενικό στόχο σταθεροποιήσεως της κοινοτικής αγοράς.
19
Για τον ίδιο επίσης σκοπό, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών (ΕΟΚ) 601/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στη διεθνή αγορά (JO L 72, σ. 1 ), και (ΕΟΚ) 602/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, περί καθιερώσεως ειδικών μέτρων ιδίως για τον προσδιορισμό των προσφορών ελαιολάδου στην ελληνική αγορά ( JO L 72, σ. 3 ), θεσπίστηκε αρχικά με τους κανονισμούς αυτούς το σύστημα καθορισμού της εισφοράς κατόπιν διαγωνισμού, σύστημα του οποίου η διατήρηση κρίθηκε αναγκαία με τους κανονισμούς 1562/78 και 2749/78.
20
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2749/78, ο καθορισμός της εισφοράς με διαγωνισμό μπορεί να γίνει μόνον όταν οι προσφορές που γίνονται, αντιστοίχως, στη διεθνή αγορά και στην ελληνική αγορά μη επεξεργασμένου ελαιολάδου δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό της πραγματικής τάσεως της οικείας αγοράς.
21
Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2751/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων του καθεστώτος καθορισμού της εισφοράς κατά την εισαγωγή ελαιολάδου διά διαγωνισμού ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 63 ), η Επιτροπή καθορίζει το κατώτατο ύψος της εισφοράς κατόπιν εξετάσεως, αφενός, της διεθνούς και της ελληνικής αγοράς, ανάλογα με την περίπτωση, και, αφετέρου, της κοινοτικής αγοράς, καθώς και τα ύψη των μικτών εισφορών που προσφέρονται από τους μετέχοντες στον διαγωνισμό.
22
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η εξουσία εκτιμήσεως την οποία το Συμβούλιο απένειμε στην Επιτροπή, ασκούμενη στο πλαίσιο των αρχών που καθιερώθηκαν από το Συμβούλιο, είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του στόχου σταθερότητας της κοινοτικής αγοράς μη επεξεργασμένου ελαιολάδου όταν η δομή της διεθνούς αγοράς ή, ενδεχομένως, της ελληνικής δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό μιας τιμής αγοράς. Περιορισμοί του δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως των οικονομικών δραστηριοτήτων που μπορεί να προκύψουν για τους επιχειρηματίες δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι συνιστούν υπέρμετρη επέμβαση που θα προσέβαλλε την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, υποθ. 265/87, Schräder, Συλλογή 1989, σ. 2237 ).
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
23
Σχετικώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 201/85 και 202/85, Klensch, Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 9 ), η απαγόρευση των διακρίσεων που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν είναι παρά η ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή αυτή επιβάλλει όπως ομοειδείς καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά.
24
Όμως, μολονότι είναι αληθές ότι το σύστημα εισφοράς με διαγωνισμό έχει ως αποτέλεσμα την καταβολή διαφορετικών εισφορών από τους εισαγωγείς, εντούτοις η επίδικη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
25
Πράγματι, δεδομένης της δομής της αγοράς, οι επιχειρηματίες είχαν τη δυνατότητα να προμηθευτούν μη επεξεργασμένο ελαιόλαδο σε διαφορετικές τιμές και, κατά συνέπεια, να προτείνουν διαφορετικές εισφορές, λαμβάνοντας υπόψη την αποδοτικότητα της
συναλλαγής. Εξ αυτού προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες, των οποίων οι εισφορές είναι υψηλότερες ή ίσες προς την κατωτάτη εισφορά που καθόρισε η Επιτροπή, μπορούν να αποκομίσουν το ίδιο κέρδος από εισαγωγές τις οποίες πραγματοποίησαν με εισφορές διαφορετικού ύψους.
26
Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, ούτε του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunale Civile di Genova με Διάταξη της 6ης Απριλίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος, επέτρεπαν στην Επιτροπή να προσφεύγει διαρκώς,κατά τα έτη 1979 και 1980, στη διαδικασία διαγωνισμού για τον καθορισμό της εισφοράς λόγω εισαγωγής μη επεξεργασμένου ελαιολάδου.
2)
Από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, ούτε του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2749/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί των συναλλαγών λιπαρών ουσιών μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος.
Moitinho de Almeida
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
J. C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy