ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-364/89 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
1.
Με τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στον γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), επιβλήθηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών, για την αντιστάθμιση των επιπτώσεων των νομισματικών μέτρων τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαν να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής.
2.
Για την εξάλειψη των προβλημάτων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στους επιχειρηματίες οι τροποποιήσεις των νομισματικών εξισωτικών ποσών που επήλθαν μεταξύ συνάψεως και εκτελέσεως των συμβάσεων, η Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 1974 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1608/74, περί ειδικών διατάξεων των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/010, σ. 229 ), το άρθρο 1 του οποίου επέτρεπε στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος να μην εισπράττει, κατά παραχώρηση, το νομισματικό εξισωτικό ποσό ή το μέρος του ποσού αυτού που αντιστοιχεί στην αύξηση που σημειώθηκε μεταξύ συνάψεως και εκτελέσεως της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως.
3.
Λόγω διαφορών στην ερμηνεία και την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στα κράτη μέλη, η Επιτροπή εξέδωσε στις 15 Απριλίου 1980 τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 926/80, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113 ), ο οποίος κατήργησε τον προηγούμενο κανονισμό.
4.
Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2899/81 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1981 (ΕΕ L 287, σ. 3), προβλέπει τα ακόλουθα:
« 1.
Η εξαίρεση εκ της εισπράξεως δεν μπορεί να δοθεί παρά στο μέτρο που ο αιτών ή το συμβαλλόμενο μέρος, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, υφίσταται λόγω της εισπράξεως του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού μία συμπληρωματική επιβάρυνση που δεν μπόρεσε να αποφύγει, ακόμη και επιδεικνύοντας κάθε αναγκαία και δυνατή επιμέλεια.
2.
Εντούτοις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται:
α)
στο μέτρο που το εκτελούμενο διά της εισαγωγής ή της εξαγωγής συμβόλαιο προβλέπει ότι ο αιτών, ή το συμβαλλόμενο μέρος για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, δεν έχει υποχρέωση να υποστεί το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό'
β)
όταν διαπιστώνεται πως το προϊόν στο οποίο εφαρμόζεται το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό, έχει, ανάλογα με την περίπτωση, επανεξαχθεί ή επανεισαχθεί εντός των έξι μηνών μετά την εισαγωγή του ή την εξαγωγή του.
3.
Στην περίπτωση που η εξέλιξη στις αγορές συναλλάγματος δίδει, ιδίως στην περίπτωση μιας προθεσμιακής αγοράς ή πωλήσεως συναλλάγματος, ένα κέρδος στον ενδιαφερόμενο, το κέρδος αυτό αφαιρείται από τη συμπληρωματική επιβάρυνση. Για τον υπολογισμό του κέρδους αυτού συγκρίνονται οι συντελεστές μετατροπής μεταξύ των σχετικών νομισμάτων του συμβολαίου που ισχύουν:
α)
την ημέρα συνάψεως του συμβολαίου, και
β)
την ημέρα εισαγωγής ή, κατά περίπτωση, της εξαγωγής.
Σε περίπτωση προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, ο συντελεστής μετατροπής την ημέρα εισαγωγής ή εξαγωγής αντικαθίσταται από εκείνον της ημέρας της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος.
Εντούτοις, στην περίπτωση προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, που συνάπτεται την ίδια μέρα με το συμβόλαιο εμπορευμάτων, ουδέν κέρδος συναλλάγματος λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της συμπληρωματικής επιβαρύνσεως. »
5.
Στο άρθρο 9 ορίζονται τα ακόλουθα:
« 1.
Θεωρείται ως συμπληρωματική επιβάρυνση η είσπραξη νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού που δεν είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως του νομισματικού μέτρου στη συμβατική τιμή του προϊόντος.
2.
Για την εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως λαμβάνονται κυρίως υπόψη:
α)
το νόμισμα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πληρωμή του τιμολογίου·
β)
η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πληρωμή·
γ)
η πώληση ή η αγορά προθεσμιακού συναλλάγματος σε συνδυασμό με την εκτέλεση του σχετικού συμβολαίου
δ)
η χορήγηση για το ίδιο προϊόν, ενδεχομένως κατόπιν μεταποιήσεως, του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού.
Δεν λαμβάνονται υπόψη προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος:
α)
που έχουν πραγματοποιηθεί:
—
προ της συνάψεως συμβολαίου,
—
μετά το νομισματικό μέτρο·
β)
για τις οποίες δεν υπάρχει άμεση ή έμμεση οικονομική συνάφεια με το σχετικό προς τα προϊόντα συμβόλαιο. »
6.
Εξάλλου, με το άρθρο 13 παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να αναστέλλουν την είσπραξη του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού, επιβάλλοντας τη σύσταση εγγυήσεως, η οποία καταπίπτει ως νομισματικό εξισωτικό ποσό στην περίπτωση που δεν δίδεται συνέχεια στην αίτηση εξαιρέσεως.
7.
Ο κανονισμός 926/80 καταργήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1084/84 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1984 (ΕΕ L 106, σ. 26), χωρίς να αντικατασταθεί με άλλο κανονισμό.
II — Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής και τη δικογραφία, η συνεταιριστική εταιρία An Bord Bainne (στο εξής: An Bord Bainne), επιχείρηση με έδρα την Ιρλανδία, συνήψε στις 11 Φεβρουαρίου 1983 με ολλανδική επιχείρηση σειρά συμβάσεων που αφορούσαν την παράδοση αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη, από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983 (στο εξής: συμβάσεις ). Τα εμπορεύματα έπρεπε να παραδοθούν απευθείας σε επιχείρηση στη Γερμανία. Τον κίνδυνο των νομισματικών εξισωτικών ποσών έφερε η An Bord Bainne. Η αξία των εν λόγω εμπορευμάτων έπρεπε να καταβληθεί σε γερμανικά μάρκα ( DM ).
9.
Στις 11 Φεβρουαρίου 1983, ημέρα συνάψεως των συμβάσεων, η An Bord Bainne συνήψε με την Deutsche Bank στο Λονδίνο προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος, που αφορούσε την αγορά δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών ( USS ) για το ισόποσο των 10,65 εκατομμυρίων DM, δηλαδή για το σύνολο των αναμενόμενων εισπράξεων από την εκτέλεση των παλαιών συμβάσεων.
10.
Η An Bord Bainne αγόρασε το συνάλλαγμα σε δύο δόσεις, η πρώτη, για το ισόποσο των 3,65 εκατομμυρίων DM, είχε ημερομηνία λήξεως την 16η Μαΐου 1983 και η δεύτερη, για το ισόποσο των 7 εκατομμυρίων DM, είχε ημερομηνία λήξεως την 15η Αυγούστου 1983. Τα αναμενόμενα κέρδη από την εκτέλεση των παλαιών συμβάσεων έπρεπε να ανέρχονται στις 16 Μαΐου 1983 σε 1,775 εκατομμύρια DM και στις 15 Αυγούστου 1983 σε 5,325 εκατομμύρια DM.
11.
Η An Bord Bainne πραγματοποίησε και άλλες προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος. Στο πλαίσιο πράξεως που είναι γνωστή με την ονομασία swap, με το προαναφερθέν ποσό US$ ( που σε DM αντιστοιχούσε στις δύο προαναφερθείσες δόσεις ) αγόρασε DM, στις δε 15 Φεβρουαρίου 1983, με πράξη η οποία συνήθως καλείται shoppings πραγματοποίησε άλλες προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος με τις οποίες μετέτρεψε οριστικώς σε US$ το ποσό των DM που είχε αγοράσει στο πλαίσιο της swap.
12.
Στις 21 Μαρτίου 1983 ανατιμήθηκε το DM. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 689/83, της 23ης Μαρτίου 1983 ( ΕΕ L 80, σ. 1 ), ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από τις 24 Μαρτίου 1983 και προέβλεπε αύξηση των γερμανικών νομισματικών εξισωτικών ποσών. Δεδομένου ότι το μέτρο αυτό ελήφθη μεταξύ της συνάψεως των συμβάσεων της 11ης Φεβρουαρίου 1983 και της παραδόσεως των εμπορευμάτων, η An Bord Bainne, κατέβαλε τα αυξημένα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
13.
Κατόπιν σχετικής αιτήσεως το Hauptzollamt Gronau αποφάσισε, κατ' αρχάς, να αναστείλει την είσπραξη των εν λόγω ποσών, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 13 του κανονισμού 926/80, έναντι συστάσεως ασφαλείας. Με αποφάσεις της 9ης και 30ής Ιουνίου 1987, το Hauptzollamt Gronau απέρριψε τις αιτήσεις της An Bord Bainne με τις οποίες η τελευταία ζητούσε πλήρη ή μερική εξαίρεση από την εφαρμογή προσαυξημένων νομισματικών εξισωτικών ποσών. Η διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε κατά των αποφάσεων αυτών απορρίφθηκε με απόφαση της Oberfinanzdirektion Münster, της 27ης Ιανουαρίου 1988.
14.
Το Finanzgericht Düsseldorf το οποίο επελήφθη, λόγω αμφιβολιών ως προς τη λύση της υποθέσεως, αποφάσισε ότι επιβάλλεται να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« 1)
'Εχει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2899/81 (ΕΕ L 287, σ. 3), την έννοια ότι ο προβλεπόμενος νπολογισμός τον κέρδους, αντί να στηριχθεί στο εθνικό νόμισμα του συγκεκριμένου κοινοτικού επιχειρηματία, μπορεί να γίνει βάσει νομίσματος μη κοινοτικού, στην προκειμένη περίπτωση του δολαρίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος οι οποίες, λόγω της συναλλαγματικής σχέσεως που έχει συμφωνηθεί (στην παρούσα υπόθεση: πώληση DM έναντι ιρλανδικών λιρών ) καθιστούν δυνατό τον υπολογισμό του κέρδους βάσει του εθνικού νομίσματος του ενδιαφερομένου;
2)
Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 την έννοια ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται υπό το στοιχείο α, πρέπει κατά κανόνα να αποδεικνύεται ότι υφίσταται οικονομική συνάφεια, για όλες τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος, με τη σύμβαση που αφορά τα προϊόντα;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
Αποκλείει το άρθρο 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, του κανονισμού 926/80, σε ό,τι αφορά την απόδειξη της οικονομικής συνάφειας κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80, εκτός από το στοιχείο της συμπτώσεως της ημερομηνίας συνάψεως των δύο συμβάσεων, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, όπως η σύμπτωση του νομίσματος, το ποσό που συμφωνήθηκε και η ημερομηνία λήξεως;
Πρέπει η οικονομική συνάφεια να υφίσταται μόνο κατά τη σύναψη των συμβάσεων ή μήπως πρέπει να αποδεικνύεται ότι συντρέχει, ενόψει του άρθρου 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 926/80, και κατά την εκτέλεση των συμβάσεων;
Κατά την απόδειξη της οικονομικής συνάφειας πρέπει, επίσης, να αποδεικνύεται ότι η αγορά ή πώληση συναλλάγματος, μέσω των προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος, επηρέασε, τουλάχιστον οικονομικώς, τα αποτελέσματα της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως; »
15.
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 1989.
III — Έγγραφη διαδικασία
16.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 20 Μαρτίου 1990 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Dierk Booß, επικουρούμενο από τον δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών Hans-Jürgen Rabe, και στις 28 Μαρτίου 1990 η εταιρία An Bord Bainne, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο του Düsseldorf Hilmar Nehm.
17.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 16 Ιανουαρίου 1991, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Παρατηρήσεις της εταιρίας An Bord Baiane
A — Προκαταρκτικώς
18.
Η εταιρία An Bord Baiane, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκθέτει προκαταρκτικώς τους λόγους για τους οποίους προέβη στις διάφορες προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος για τις οποίες γίνεται λόγος στη Διάταξη παραπομπής.
19.
Η An Bord Bainne τονίζει ότι αποτελεί τον κεντρικό συνεταιρισμό της Ιρλανδίας για τα γαλακτοκομικά προϊόντα και ότι η δραστηριότητα της είναι προσανατολισμένη στις εξαγωγές. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών της ανήλθε το 1989 σε 1018 εκατομμύρια ιρλανδικές λίρες ( IRL ), το δε μερίδιό της από τον συνολικό όγκο των εμπορικών συναλλαγών της Ιρλανδίας με τις χώρες της Κοινότητας αντιπροσώπευε το 7 % κατά το επίδικο έτος 1983. Είναι επομένως σημαντική επιχείρηση η οποία καθημερινά διενεργεί πράξεις συναλλάγματος.
20.
Η An Bord Bainne ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο δεν διενήργησε τις προθεσμιακές αυτές πράξεις συναλλάγματος απ' ευθείας από DM σε IRL ήταν ότι, τουλάχιστον το έτος 1983, δεν υπήρχαν απ' ευθείας συναλλαγματικές πράξεις μεταξύ DM και IRL, στις δε διεθνείς συναλλαγματικές πράξεις η τιμή της IRL σε σχέση με το DM καθοριζόταν βάσει της τιμής των δύο αυτών νομισμάτων σε σχέση με το USS. Για τη μετατροπή των DM σε IRL ήταν απαραίτητες δύο πράξεις, δηλαδή η μετατροπή των DM σε USS και, κατόπιν, η μετατροπή των USS σε IRL.
21.
Εξάλλου, είναι σύνηθες οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος να πραγματοποιούνται μέσω της συναλλακτικής πράξεως που καλείται swap. Προς τούτο, συνάπτονται τρεις συναλλαγματικές πράξεις:
1)
πώληση συναλλάγματος στην τρέχουσα αγορά συναλλάγματος·
2)
αγορά συναλλάγματος στην τρέχουσα αγορά ( κατά κανόνα σε άλλη χρηματιστηριακή αγορά )·
3)
μεταπώληση του συναλλάγματος που αγοράστηκε προθεσμιακώς.
22.
Η Ann Bord Bainne πραγματοποίησε και τις τρεις αυτές συναλλαγές την ίδια ημέρα που συνήψε τις συμβάσεις τις σχετικές με τα εμπορεύματα, δηλαδή την 11η Φεβρουαρίου 1983, επί του συνολικού ποσού που προέκυψε από την πώληση των εμπορευμάτων, δηλαδή επί 10,65 εκατομμυρίων DM. Την πράξη υπ' αριθ. 3 πραγματοποίησε σε δύο δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε 7 εκατομμύρια DM και η δεύτερη 3,65 εκατομμύρια DM.
23.
Εξάλλου, η πρακτική που ακολουθούν οι τράπεζες στον τομέα του διεθνούς εμπορίου συναλλάγματος είναι η σύναψη προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος για περίοδο ενός έτους, δύο, τριών ή έξι μηνών. Για τον λόγο αυτό η An Bord Bainne συνήψε τις δύο προαναφερθείσες τμηματικές πράξεις, με προθεσμία τριών μηνών (11 και 15 Φεβρουαρίου 1983 — 16 Μαΐου 1983 ) ή με προθεσμία 6 μηνών ( 15 Αυγούστου 1983 ). Οι δύο ημερομηνίες της 11ης και της 15ης Φεβρουαρίου 1983 προσδιορίστηκαν από το γεγονός ότι οι τράπεζες προβαίνουν στην ημεροχρονολόγηση των αντιστοίχων πράξεων ( valeur ) δύο εργάσιμες ημέρες μετά την σύναψη της πράξεως, καθώς και από το γεγονός ότι η 11η Φεβρουαρίου 1983 ήταν Παρασκευή.
24.
Η An Bord Bainne ισχυρίζεται, επίσης, ότι δεν μπορούσε να διαθέτει στις 16 Μαΐου 1983 και στις 15 Αυγούστου 1983 το αντιστοίχως αναφερόμενο ποσό,που αντιπροσωπεύει εξ ολοκλήρου έσοδα σε DM που προήλθαν από την πώληση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Λόγω της συνήθους διάρκειας ισχύος των συμβάσεων που αφορούν προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος, θα ήταν πράγματι επιζήμιο για την An Bord Bainne εάν είχε καθορίσει τη διάρκεια των πρώτων προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 1983, τελική ημερομηνία εκτελέσεως των συμβάσεων των σχετικών με τα εμπορεύματα, δηλαδή για συνήθη περίοδο επτά μηνών, καθόσον η τράπεζα θα είχε στην περίπτωση αυτή προβεί στις σχετικές πράξεις, κατ' αρχάς για περίοδο έξι μηνών, κατόπιν δε για συμπληρωματική περίοδο ενός μηνός.
Β — Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25.
Ως προς το πρώτο ερώτημα του Finanzgericht, η An Bord Bainne επισημαίνει τη σχέση μεταξύ του κανόνα, της εξαιρέσεως και της εξαιρέσεως από την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 8 του κανονισμού 926/80, τονίζοντας ότι
—
ο κανόνας είναι ότι το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση, λόγος για τον οποίο προβλέπεται απαλλαγή ·
—
η εξαίρεση από τον κανόνα είναι ότι η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να αντισταθμιστεί από συναλλαγματικό κέρδος και ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται δικαίωμα απαλλαγής· και
—
η εξαίρεση από την εξαίρεση είναι ότι δεν μπορεί να προβληθεί η ύπαρξη συναλλαγματικού κέρδους όταν ο αιτών δεσμεύεται, λόγω προθεσμιακής πράξεως επί συναλλάγματος, από την ισοτιμία που ίσχυε πριν από την λήψη του νομισματικού μέτρου.
26.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος η οποία ανταποκρίνεται στην περίπτωση της εξαιρέσεως από την εξαίρεση, η οποία δηλαδή καθιστά άνευ αντικειμένου το ζήτημα της ενδεχόμενης υπάρξεως συναλλαγματικού κέρδους, μπορεί να συναφθεί σε οποιοδήποτε ξένο νόμισμα. Πράγματι, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις δεν παρέχουν κανένα κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούσε να περιοριστεί ο πίνακας των νομισμάτων σε σχέση με τα οποία είναι δυνατή η σύναψη προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος.
27.
Η An Bord Bainne ισχυρίζεται ότι το πρώτο ερώτημα του Finanzgericht δεν εξυπηρετεί την εξεύρεση λύσεως στη διαφορά καθόσον είναι βέβαιο ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης συνήψε την ίδια ημέρα, δηλαδή-στις 11 Φεβρουαρίου 1983, τόσο τις σχετικές με τα εμπορεύματα συμβάσεις όσο και τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που αφορούσαν τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των εν λόγω εμπορευμάτων. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, κατά την ερμηνεία της An Bord Bainne, δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ενδεχόμενο συναλλαγματικό κέρδος.
28.
Συνεπώς, κατά την An Bord Bainne το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος συνάπτει προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος την ίδια ημέρα με τη σύμβαση τη σχετική με τα εμπορεύματα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη συναλλαγματικό κέρδος κατά τον υπολογισμό της πρόσθετής επιβάρυνσης και, κατά συνέπεια, παρέλκει να τεθεί ερώτημα ως προς το μεταξύ ποιων ξένων νομισμάτων θα έπρεπε να γίνεται η σύγκριση η προβλεπόμενη από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 926/80. »
29.
Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να δώσει απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Finanzgericht, η An Bord Bainne ισχυρίζεται ότι το ερώτημα αυτό έχει νόημα μόνο εφόσον τίθεται κατά τρόπο γενικό, δηλαδή μόνο εφόσον θεωρηθεί ότι εκείνο που ερωτάται είναι αν η απαίτηση να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες προθεσμιακές πράξεις επί συναλλάγματος περιορίζεται στις πράξεις εκείνες που αφορούν αποκλειστικώς το νόμισμα στο οποίο συνήφθη η σύμβαση η σχετική με τα εμπορεύματα και το εθνικό νόμισμα του αιτούντος. Υπό την προϋπόθεση αυτή θα μπορούσε να έχει νόημα και το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος.
30.
Κατά την An Bord Bainne, από την σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν προκύπτει τέτοιος περιορισμός, όπως επίσης δεν προκύπτει από την οικονομία του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Εξάλλου, το συγκεκριμένο σύστημα δεν περιορίζεται μόνο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Οποιοσδήποτε επιχειρηματίας πραγματοποιεί εισαγωγές από τρίτες χώρες πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Αμερικανός επιχειρηματίας που έχει να παραδώσει εμπορεύματα ελεύθερα επιβαρύνσεων κατ' οίκον στη Γερμανία πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του τα γερμανικά νομισματικά εξισωτικά ποσά. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο υπολογισμός του ενδεχομένου κέρδους θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει της σχέσεως DM-US$.
31.
Ακόμα και αν γινόταν κατ' αρχήν δεκτή η ερμηνεία κατά την οποία ο υπολογισμός του κέρδους πρέπει να πραγματοποιείται μόνο μεταξύ των δύο προαναφερθέντων νομισμάτων, θα έπρεπε να επιτραπεί η χρησιμοποίηση ενός τρίτου νομίσματος στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η σύναψη προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος χωρίς τη χρησιμοποίηση ενδιαμέσου νομίσματος. Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση της προσφεύγουσας, όπου ο υπολογισμός βάσει της σχέσεως του DM με το εθνικό της νόμισμα δεν ήταν δυνατός, όπως προαναφέρθηκε, επειδή ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει το USS ως υποχρεωτικό ενδιάμεσο νόμισμα. Εξάλλου, υπάρχουν αγορές, όπως η διεθνής αγορά πετρελαίου ή κρέατος, στις οποίες το USS είναι το μόνο νόμισμα που χρησιμοποιείται.
32.
Εξάλλου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία είναι απαραίτητο ένα άλλο νόμισμα, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η υποκειμενική εκτίμηση του επιχειρηματία. Βάσει της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, η οποία συνιστά μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Κοινότητας, ο καθένας μπορεί ελεύθερα να αποφασίζει το νόμισμα στο οποίο επιθυμεί να μετατρέψει το προϊόν των πωλήσεών του.
33.
Η An Bord Bainne ισχυρίζεται, επίσης, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, αναφέρεται σε συγκεκριμένο κέρδος του ενδιαφερομένου, τουλάχιστον όταν αυτός πραγματοποίησε προθεσμιακές πωλήσεις ή αγορές συναλλάγματος. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να συγκρίνεται, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, η τιμή μετατροπής που καθορίστηκε στην προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος με το νόμισμα στο οποίο συνήφθη η σύμβαση.
34.
Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία δεν συνήφθη καμία προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος και, επομένως, ο υπολογισμός του κέρδους πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της συγκρίσεως της τιμής μετατροπής μετρητοίς μεταξύ της ημέρας συνάψεως της συμβάσεως και της ημέρας εισαγωγής, ο υπολογισμός του κέρδους πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει της συγκεκριμένης συναλλαγής, δηλαδή, ενδεχομένως, ακόμα και με σύγκριση με τρίτο νόμισμα αντί του εθνικού νομίσματος του ενδιαφερομένου, εφόσον αυτός πραγματοποίησε πράξη επί συναλλάγματος στο τρίτο αυτό νόμισμα.
35.
Η An Bord Bainne ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι, εν πάση περιπτώσει, ο όρος « κέρδος » δεν μπορεί να υπονοεί παρά κέρδος που έχει όντως πραγματοποιηθεί. Υποθετικό κέρδος που ο ενδιαφερόμενος δεν αποκόμισε μετατρέποντας το νόμισμα της συμβάσεως σε άλλο νόμισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο που δικαιολογεί μείωση της πρόσθετης επιβάρυνσης.
36.
Η An Bord Bainne παρατηρεί, τέλος, ότι η σκέψη που διατυπώνει το Finanzgericht στη Διάταξη παραπομπής, ότι δηλαδή τα νομισματικά εξισωτικά ποσά καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων εθνικών νομισμάτων που εμπλέκονται, είναι μεν ακριβής, αλλά θα μπορούσε να θεμελιώσει τις αμφιβολίες του παραπέμποντος δικαστηρίου μόνο αν υποτεθεί ότι υφίσταται απ' ευθείας συναλλαγματική σχέση μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων των κρατών μελών χωρίς καμία επίδραση τρίτου νομίσματος.
37.
Η An Bord Bainne φρονεί, κατά συνέπεια, ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο προβλεπόμενος υπολογισμός του κέρδους πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει του νομίσματος που πράγματι χρησιμοποίησε ο ενδιαφερόμενος και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που συνή-φθησαν σε νόμισμα διαφορετικό από το εθνικό νόμισμα του ενδιαφερομένου, ακόμη και στην περίπτωση που εμπλεκόμενος κοινοτικός υπήκοος πραγματοποίησε τις προθεσμιακές του πράξεις συναλλάγματος σε μη κοινοτικό νόμισμα.
38.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht, η An Bord Bainne υποστηρίζει ότι το νέο τελικό εδάφιο που προστέθηκε στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 926/80 με τον κανονισμό 2899/81 θεσπίζει αμάχητο τεκμήριο, υπό την έννοια ότι εφόσον οι σχετικές με τα εμπορεύματα συμβάσεις και οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος συνάπτονται την ίδια ημέρα, στην τιμή των εμπορευμάτων λαμβάνεται υπόψη η προθεσμιακή τιμή του συναλλάγματος.
39.
Η νέα αυτή διάταξη θέτει κανόνα αποδείξεως, ο οποίος πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η σχετική με την απαλλαγή από την πρόσθετη επιβάρυνση διαδικασία έλαβε χαρακτήρα αυστηρό, δεδομένου ότι όλα τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς και εντός συντόμου προθεσμίας.
40.
Εφόσον πρόκειται για κανόνα αποδείξεως, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από τους δύο συμβαλλομένους η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι εγνώριζαν πράγματι την προθεσμιακή τιμή του συναλλάγματος κατά τη σύναψη της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως και ότι έλαβαν υπόψη τους την τιμή αυτή για τον καθορισμό της συμβατικής τιμής των εμπορευμάτων. Μια τέτοια απόδειξη θα ήταν, εξάλλου, αδύνατο να προσκομιστεί και θα δημιουργούσε προβλήματα δεδομένου ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταβάλλονται από ώρα σε ώρα.
41.
Η An Bord Bainne προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, και του άρθρου 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι όταν συμπίπτουν οι ημερομηνίες συνάψεως της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος και της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως, η οικονομική συνάφεια μεταξύ των δύο συμβάσεων πρέπει να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη.
42.
Ως προς τις δύο άλλες απόψεις που θίγονται στη Διάταξη παραπομπής, δηλαδή τη σύμπτωση των νομισμάτων, το ποσό της συμβάσεως, τη λήξη της προθεσμίας, την εκτέλεση των συμβάσεων, τις επιπτώσεις επί του αποτελέσματος της συμβάσεως, η An Bord Bainne φρονεί, γενικώς, ότι εάν τα στοιχεία αυτά έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της οικονομικής συνάφειας, αυτό θα είχε τελικώς ως συνέπεια ότι η σύμπτωση των ημερομηνιών συνάψεως των δύο πράξεων δεν θα είχε πλέον σημασία, ως εάν δεν υφίστατο πλέον ο κανόνας του άρθρου 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3.
43.
Η An Bord Bainne τονίζει, ιδιαίτερα, ότι στο ερώτημα αν πρέπει να συμπίπτουν το νόμισμα στο οποίο συνήφθη η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος και το νόμισμα στο οποίο συνήφθη η σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση έχει ήδη δοθεί επαρκής απάντηση στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
44.
Όσον αφορά το ποσό της συμβάσεως, η An Bord Bainne τονίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση το ποσό της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό που προήλθε από την πώληση των εμπορευμάτων. Εάν η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος είχε συναφθεί για μικρότερου ύψους ποσό θα έπρεπε, για το μη καλυπτόμενο τμήμα της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, να υπολογιστεί το κέρδος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 926/80.
45.
Ως προς την προθεσμία λήξεως, η An Bord Bainne επικαλείται το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το συνάλλαγμα που είχε ημερομηνία λήξεως στις 16 Μαΐου ή στις 16 Αυγούστου 1983 δεν καλυπτόταν πλήρως από το προϊόν πωλήσεως των εμπορευμάτων, και ότι ήταν υποχρεωμένη να καλύψει τα ελλείποντα ποσά με συμπληρωματικές προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος. Φυσικά, οι πράξεις αυτές δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.
46.
Κατά την άποψη της An Bord Bainne, τα επιχειρήματα κατά τα οποία η οικονομική συνάφεια πρέπει να υφίσταται όχι μόνο κατά την ημερομηνία συνάψεως των συμβάσεων αλλά και κατά την ημερομηνία εκτελέσεώς τους δεν μπορούν να γίνουν δεκτά για πρακτικούς λόγους' πράγματι, είναι πιθανόν να ανακύψουν καθυστερήσεις στην παράδοση ή στην πληρωμή, καθώς και πολυάριθμοι αστάθμιτοι παράγοντες. Τα προβλήματα που μπορούν να ανακύψουν εάν απαιτηθεί η ύπαρξη οικονομικής συνάφειας κατά την εκτέλεση των συμβάσεων υπογραμμίζονται στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος του Finanzgericht.
47.
Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, το συμπέρασμα ότι οι απαιτήσεις οι σχετικές με την οικονομική συνάφεια δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Γι' αυτό τον λόγο, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, στοιχείο β, κάθε μορφή οικονομικής συνάφειας, είτε άμεση είτε έμμεση, πρέπει να θεωρείται ως επαρκής.
48.
Κατά συνέπεια, η An Bord Bainne προτείνει να δοθεί ως απάντηση στο τελευταίο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος:
« Η εξέταση της οικονομικής συνάφειας, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 δεν αφορά παρά μόνο τη σύναψη των συμβάσεων, ζητήματα δε όπως η σύμπτωση των νομισμάτων, το ποσό της συμβάσεως και η προθεσμία λήξεως, καθώς και άλλα ζητήματα, μπορούν να θεμελιώσουν σχετικώς οικονομική συνάφεια. »
Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Α — Προκαταρκτικώς
49.
Η Επιτροπή παρατηρεί, προκαταρκτικώς, ότι το σύστημα νομισματικών εξισωτικών ποσών που θεσπίστηκε απρόσμενα το 1971 για την επίλυση ορισμένων προβλημάτων που δημιουργούν για την οργάνωση των γεωργικών αγορών οι μεταβολές της ισοτιμίας των νομισμάτων απετέλεσε κώλυμα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ενώ ο σκοπός του ήταν ακριβώς ο αντίθετος. Παρέστη συνεπώς ανάγκη εξουδετερώσεως, μέσω μεταβατικών διατάξεων, των επιπτώσεων των νομισματικών εξισωτικών ποσών επί των τρεχουσών υποθέσεων και των υφισταμένων νομικών καταστάσεων.
50.
Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1608/74, ο οποίος απεκλήθη πρώτος « κανονισμός επιείκειας«, καθώς και τον δεύτερο, τον κανονισμό 926/80, ερμηνεία του οποίου ζητείται στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2899/81. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διαφορά του δεύτερου αυτού κανονισμού έγκειται στο γεγονός ότι η εξουσία εκτιμήσεως που είχε αρχικά παρασχεθεί στα κράτη μέλη αντικαταστάθηκε με ειδική και λεπτομερή ρύθμιση η οποία, διατηρώντας πάντα τον χαρακτήρα της επιεικούς ρυθμίσεως, παρείχε στον εμπλεκόμενο επιχειρηματία ένα συγκεκριμένο δικαίωμα.
51.
Ωστόσο, η Επιτροπή διαπίστωσε κατόπιν ότι οι θιγόμενοι από την τροποποίηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών επιχειρηματίες προσπαθούσαν να επωφεληθούν από την απαλλαγή, διαμορφώνοντας ιδίως τις συμβάσεις με διαφόρους τρόπους, λόγος που οδήγησε στην κατάργηση και τη μη αντικατάσταση του δεύτερου κανονισμού επιείκειας το 1984. Επειδή εν τω μεταξύ τα νομισματικά εξισωτικά ποσά κατέστησαν ουσιώδες στοιχείο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, όλοι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες γνωρίζουν τη λειτουργία τους και μπορούν να λαμβάνουν προφυλάξεις έναντι ενδεχομένων τροποποιήσεων. Συνεπώς, ο κίνδυνος τροποποιήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών, όπως και ο συναλλαγματικός κίνδυνος, βαρύνει πλέον αποκλειστικά τους συμβαλλομένους.
52.
Ως προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 926/80, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί μόνο καθόσον το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό συνιστά για τον συγκεκριμένο επιχειρηματία « συμπληρωματική επιβάρυνση », έννοια το περιεχόμενο της οποίας ορίζεται στο άρθρο 9. Συνεπώς, για την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, είναι απαραίτητη η προσφυγή στο άρθρο 9. Μπορεί να εξακριβωθεί εάν εφαρμόζεται το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, μόνο αφού προηγουμένως διευκρινιστεί το ζήτημα της υπάρξεως συμπληρωματικής επιβαρύνσεως.
53.
Κατά το άρθρο 9, συνεχίζει η Επιτροπή, ως συμπληρωματική επιβάρυνση θεωρείται η επιβολή νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού, από την οποία δεν μπορεί να υπάρξει απαλλαγή παρά μόνο εφόσον συνιστά πράγματι μειονέκτημα για τον συγκεκριμένο επιχειρηματία και εφόσον δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από άλλους παράγοντες. Η Επιτροπή αναφέρει προς διευκρίνιση το ακόλουθο παράδειγμα: στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή πρέπει να πραγματοποιηθεί στο νόμισμα του πωλητή το δε νόμισμα του αγοραστή ( εισαγωγέα ) ανατιμάται, το εμπόρευμα καθίσταται φθηνότερο για τον αγοραστή. Το νομισματικό εξισωτικό ποσό που εισπράχθηκε κατά την εισαγωγή πρέπει να προσαυξηθεί λόγω της ανατιμήσεως. Εξάλλου, δεν είναι αναγκαία η χορήγηση απαλλαγής, δεδομένου ότι η συμπληρωματική επιβάρυνση του εισαγωγέα μετά την προσαύξηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών αντισταθμίζεται από την ανατίμηση του νομίσματός του.
54.
Διαφορετική είναι η περίπτωση όταν ο επιχειρηματίας που οφείλει να καταβάλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά συνήψε προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος. Στην περίπτωση αυτή, ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν θα κατέβαλλε την τιμή αγοράς επί της οποίας υπολογίστηκε το τροποποιημένο νομισματικό εξισωτικό ποσό. Στην περίπτωση κατά την οποία, στο προηγούμενο παράδειγμα, ο αγοραστής προέβαινε στη σύναψη προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος προκειμένου να καταβάλει την πληρωτέα τιμή στο νόμισμα του πωλητή με την ισοτιμία που θα ισχύει την ημέρα συνάψεως της συμβάσεως, δεν θα μπορούσε να αποκομίσει όφελος από την ανατίμηση του νομίσματός του και θα πραγματοποιούσε την πληρωμή με ισοτιμία που δεν θα του ήταν ευνοϊκή. Επιπλέον θα έπρεπε να καταβάλει το προσαυξημένο νομισματικό εξισωτικό ποσό. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να του χορηγηθεί απαλλαγή.
55.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός των πιθανών περιπτώσεων αποκλείει τη θέσπιση λεπτομερούς ρυθμίσεως' για τον λόγο αυτό το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, αναφέρει ενδεικτικώς τα στοιχεία εκείνα εκτιμήσεως που θα μπορούσαν να υποβοηθήσουν τα κράτη μέλη στην άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας.
56.
Αντιθέτως, το άρθρο 9, παράγραφος 2, ρυθμίζει κατά τρόπο δεσμευτικό ότι οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως μόνο εφόσον υφίσταται άμεση ή έμμεση οικονομική συνάφεια με τη σύμβαση τη σχετική με τα προϊόντα. Ο όρος αυτός διατυπώνεται κατά τρόπο καταφατικό (παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο γ), καθώς και κατά τρόπο αποφατικό (παράγραφος 2, εδάφιο 2, στοιχείο β). Επομένως, οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που δεν συνάπτονται με σκοπό την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου, αλλά για καθαρώς κερδοσκοπικούς λόγους δεν μπορεί να λαμβάνονται υπόψη.
57.
Η οικονομική συνάφεια μεταξύ της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος και της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Είναι επίσης αδύνατη, ως προς το θέμα αυτό, η θέσπιση λεπτομερών κανόνων. Κατά την εξέταση αυτή, πρέπει ιδίως να προσδιορίζεται εάν η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος έχει συναφθεί την ίδια ημέρα με τη σύμβαση τη σχετική με τα εμπορεύματα, ή αν συνήφθη αργότερα, εάν η τιμή αγοράς και το ποσό της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος συμπίπτουν, εάν συμπίπτουν οι ημερομηνίες λήξεως της προθεσμίας, καθώς και ποια είναι τα νομίσματα στα οποία πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές πράξεις. Η εξέταση, ωστόσο, δεν πρέπει να είναι υπερβολικά αυστηρή, καθόσον πρόκειται για απόφαση διεπόμενη από το πνεύμα της επιείκειας. Μόνο η σύμπτωση όλων αυτών των στοιχείων θα μπορούσε να θεμελιώσει την ύπαρξη οικονομικής συνάφειας. Επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την κάθε μία περίπτωση.
58.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται, κατά την Επιτροπή, από τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
Ημερομηνία συνάψεως
Η εξέταση των προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος που πραγματοποιήθηκαν σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας συνάψεως των σχετικών με τα εμπορεύματα συμβάσεων δεν πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων. Αντιθέτως, συμπίπτουσες ημερομηνίες συνάψεως αποτελούν στοιχείο οικονομικής συνάφειας αλλά όχι και απόλυτο αποδεικτικό στοιχείο.
β)
Ημερομηνίες λήξεως
Για λόγους τραπεζικούς ή τεχνικούς, ή για άλλους λόγους, μπορεί να καθίσταται αδύνατη η ακριβής σύμπτωση των εν λόγω ημερομηνιών. Δεν πρέπει, ωστόσο, να συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται οικονομική συνάφεια.
γ)
Ποσά
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές δεσμεύσεις του επιχειρηματία. Επομένως, δεν πρέπει να απαιτείται σε κάθε εμπορική πράξη να αντιστοιχεί προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος ακριβώς ισοδυνάμου ποσού. Οι επιχειρηματίες πρέπει να είναι ελεύθεροι να συνδυάζουν με άλλες οικονομικές πράξεις τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που παρουσιάζουν οικονομική συνάφεια με τις εμπορικές συμβάσεις.
δ)
Νομίσματα
Με τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος επιδιώκεται η διατήρηση της αξίας των χρημάτων. Η αξία αυτή μπορεί να διασφαλίζεται με την αγορά νομισμάτων διαφορετικών από το εθνικό νόμισμα του συγκεκριμένου επιχειρηματία ή με την αγορά νομισμάτων τρίτων χωρών. Εξάλλου, διάταξη που να ορίζει ότι μόνο η αγορά ορισμένων νομισμάτων δικαιολογεί οικονομική συνάφεια θα άνοιγε δίοδο για κάθε είδους καταχρήσεις.
59.
Η Επιτροπή τονίζει και πάλι ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση υπάρξεως οικονομικής συνάφειας δεν πρέπει να θεωρούνται ως δεσμευτικές ενδείξεις, ο συγκεκριμένος δε κανονισμός δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η ύπαρξη ειδικής περιστάσεως, για παράδειγμα η σύμπτωση των ημερομηνιών διενέργειας των πράξεων, σημαίνει αυτομάτως την ύπαρξη οικονομικής συνάφειας.
60.
Μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως « συμπληρωματικής επιβαρύνσεως », κατά την έννοια του άρθρου 9, πρέπει, κατά την Επιτροπή, να εξεταστεί η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, η οποία ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, προκειμένου να υπολογιστεί το ενδεχόμενο κέρδος που αποκόμισε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας από το νομισματικό μέτρο. Το κέρδος αυτό πρέπει να εκπέσει από το ποσό που αντιπροσωπεύει η συμπληρωματική επιβάρυνση.
61.
To άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, περιέχει ειδική διάταξη ως προς τον υπολογισμό του κέρδους στην περίπτωση της συμπτώσεως της ημερομηνίας συνάψεως της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος και της ημερομηνίας συνάψεως της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή δεν πραγματοποιείται υπολογισμός κέρδους. Ο λόγος που εξηγεί τη διάταξη αυτή είναι ότι η προθεσμιακή τιμή του συναλλάγματος έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό της τιμής του εμπορεύματος και, επομένως, δεν απαιτείται πλέον υπολογισμός ενός αντισταθμιστικού ποσού.
62.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η σύμπτωση της ημερομηνίας συνάψεως των συμβάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, δεν επιτρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει οικονομική συνάφεια μεταξύ της σχετικής με τα εμπορεύματα πράξεως και της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος. Εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν υφίσταται οικονομική συνάφεια, η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του κέρδους, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3. Αντιθέτως, εάν διαπιστωθεί η ύπαρξη οικονομικής συνάφειας, πρέπει κατόπιν να εξεταστεί αν υφίσταται συναλλαγματικό κέρδος και αν οι ημερομηνίες συνάψεως των πράξεων είναι οι ίδιες.
63.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, αφορούν εκείνες μόνο τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που παρουσιάζουν οικονομική συνάφεια με τη σχετική με τα εμπορεύματα πράξη.
Β — Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
64.
Μετά την ερμηνευτική αυτή ανάλυση η Επιτροπή εξετάζει τα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας πρέπει να έχει ελευθερία συνάψεως προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος, που σχετίζονται με μία εμπορική πράξη, στο νόμισμα της επιλογής του. Δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ότι λαμβάνονται υπόψη μόνο οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που συνάπτονται στο εθνικό νόμισμα του ενδιαφερομένου. Αντιθέτως, σκοπός του συγκεκριμένου κανονισμού δεν είναι η επιβολή μιας ειδικής συμπεριφοράς, αλλά η συνταύτιση με την τρέχουσα πρακτική αναφορικά με τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές.
65.
Δεδομένου ότι σκοπός της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος είναι η διατήρηση της αξίας των χρημάτων, είναι δυνατή η αγορά ή η πώληση του εθνικού νομίσματος του συγκεκριμένου επιχειρηματία, άλλων κοινοτικών νομισμάτων ή νομισμάτων μη κοινοτικών. Η επιλογή εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες.
66.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, εάν πράγματι το εθνικό νόμισμα του συγκεκριμένου επιχειρηματία είναι το μόνο που έχει σχέση με τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 3, ο υπολογισμός του κέρδους, σε περίπτωση επιλογής άλλου νομίσματος, θα πρέπει να αποκλείεται. Συνεπώς, από προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος έχουσα σχέση με πράξη σχετική με εμπορεύματα θα μπορούσε να προκύψει κέρδος μη λαμβανόμενο υπόψη. Στην περίπτωση αυτή, ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας θα αποκόμιζε όφελος τόσο από το κέρδος όσο και από την απαλλαγή από τη συμπληρωματική επιβάρυνση.
67.
Η Επιτροπή καταλήγει, κατά συνέπεια, στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή υπολογισμός του κέρδους μπορεί να πραγματοποιείται σε όλα τα νομίσματα, στο πλαίσιο προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος, ειδικότερα δε όταν πρόκειται για πράξεις διενεργούμενες σε US$.
68.
Ενόψει αυτής της απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση στο επικουρικό ερώτημα που τέθηκε στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
69.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από κανένα στοιχείο του συγκεκριμένου κανονισμού δεν προκύπτει ότι δεν πρέπει να εξετάζεται η οικονομική συνάφεια για όλες τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος. Αντιθέτως, από την οικονομία του νόμου συνάγεται ότι επιβάλλεται η ύπαρξη οικονομικής συνάφειας για κάθε προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος.
70.
Η αντίφαση με το άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, είναι μόνο επιφανειακή, δεδομένου ότι ο κανόνας που θέτει η διάταξη αυτή είναι διαφορετικός από τον κανόνα του άρθρου 9: το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στην ανάγκη οικονομικής συνάφειας για τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος, ενώ το άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, αναφέρεται στον υπολογισμό του κέρδους από προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος η οποία έχει ήδη υποστεί την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 εξέταση, δηλαδή μιας πράξεως της οποίας η οικονομική συνάφεια έχει ήδη διαπιστωθεί.
71.
Κατά συνέπεια, το άρθρο 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από τη γενική υποχρέωση αποδείξεως της οικονομικής συνάφειας κατά την έννοια του άρθρου 9.
72.
Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα αυτό ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, στοιχείο β, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οικονομική συνάφεια με τη σύμβαση τη σχετική με τα εμπορεύματα πρέπει γενικώς να αποδεικνύεται για κάθε προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος.
73.
Δεδομένου ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου είναι καταφατική, επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στα τρία επικουρικά ερωτήματα.
74.
Όσον αφορά το πρώτο επικουρικό ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εξέταση της οικονομικής συνάφειας, όλα τα κριτήρια του άρθρου 9, χωρίς να εξετάζεται μόνο αν συμπίπτουν οι ημερομηνίες συνάψεως των δύο συμβάσεων.
75.
Ως προς το δεύτερο επικουρικό ερώτημα η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο γ, διατυπώνει κατά τρόπο καταφατικό εκείνο που αποφα-τικώς ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, στοιχείο β, ότι δηλαδή οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος για τις οποίες δεν έχει αποδειχθεί ότι υφίσταται άμεση ή έμμεση οικονομική συνάφεια με τη σύμβαση τη σχετική με τα εμπορεύματα δε λαμβάνονται υπόψη. Αυτό αφορά όλες τις υπό εξέταση προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι μεταγενέστερες προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος οι οποίες καταργούν τις συνέπειες της πρώτης, η οποία συνήφθη σε σχέση με την εκτέλεση της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως.
76.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η οικονομική συνάφεια δεν αρκεί να υφίσταται κατά τον χρόνο συνάψεως της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως και της πρώτης προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος. Πρέπει επίσης να εξεταστεί αν η συνάφεια αυτή υφίσταται και κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο γ.
77.
Όσον αφορά το τρίτο επικουρικό ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ζήτημα του εάν και κατά πόσο η προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος επηρέασε, τελικώς, το αποτέλεσμα της σχετικής με τα εμπορεύματα πράξεως δεν πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εξέταση της υπάρξεως οικονομικής συνάφειας. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ζήτημα της οικονομικής συνάφειας πρέπει να κρίνεται εκ των υστέρων.
78.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη οικονομικής συνάφειας με βάση το στοιχείο ότι η αγορά ή η πώληση νομισμάτων είχε οικονομικές επιπτώσεις επί του αποτελέσματος της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 3ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-364/89,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
An Bord Bainne, Irish Dairy Board, Co-operative Ltd
και
Hauptzollamt Gronau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2899/81 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Diez de Velasco, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η εταιρία An Bord Bainne, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο του Düsseldorf Hilmar Nehm·
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Dierk Booß, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Hans-Jürgen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας An Bord Bainne, του Hauptzollamt Gronau, εκπροσωπούμενου από τον Horst Biedinger, Regierungsdirektor της Oberfinanzdirektion της Κολωνίας, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 1991,
άφου άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Δεκεμβρίου 1989, το Finanzgericht Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2899/81 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1981 ( ΕΕ L 287, σ. 3 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ιρλανδικής συνεταιριστικής εταιρίας An Bord Bainne και του Hauptzollamt ( κεντρικού τελωνείου ) του Gronau αφορώσας την απαλλαγή από την εφαρμογή αυξημένων νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία η εν λόγω εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει μετά την ανατίμηση του γερμανικού μάρκου ( DM ).
3
Η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 926/80, τον δεύτερο αυτού του είδους, προκειμένου να εξαλείψει τις δυσμενείς συνέπειες που συνεπάγονταν για τους επιχειρηματίες οι τροποποιήσεις των νομισματικών εξισωτικών ποσών μεταξύ της συνάψεως και της εκτελέσεως ορισμένων συμβάσεων.
4
Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, « (... ) αντικείμενο της σχετικής ρυθμίσεως είναι η εξαίρεση εκ χαριστικής αιτίας, εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράττονται επί των πράξεων των καλουμένων « των παλαιών συμβολαίων » (... ) με μια τέτοια ρήτρα επιείκειας έχει δημιουργηθεί μια ορισμένη ευκαμψία που επιτρέπει να εξετάζεται κάθε μία περίπτωση ατομικώς, όσον αφορά τις ειδικές περιστάσεις που τη χαρακτηρίζουν (... ) ».
5
Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2899/81, ορίζει τα ακόλουθα:
«1.
Η εξαίρεση εκ της εισπράξεως δεν μπορεί να δοθεί παρά στο μέτρο που ο αιτών ή το συμβαλλόμενο μέρος, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, υφίσταται λόγω της εισπράξεως του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού μία συμπληρωματική επιβάρυνση που δεν μπόρεσε να αποφύγει, ακόμη και επιδεικνύοντας κάθε αναγκαία και δυνατή επιμέλεια.
2.
Εν τούτοις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται:
α)
στο μέτρο που το εκτελούμενο διά της εισαγωγής ή της εξαγωγής συμβόλαιο προβλέπει ότι ο αιτών, ή το συμβαλλόμενο μέρος για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, δεν έχει υποχρέωση να υποστεί το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό ·
β)
όταν διαπιστώνεται πως το προϊόν στο οποίο εφαρμόζεται το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό έχει, ανάλογα με την περίπτωση, επανεξαχθεί ή επανεισαχθεί εντός των έξι μηνών μετά την εισαγωγή του ή την εξαγωγή του.
3.
Στην περίπτωση που η εξέλιξη στις αγορές συναλλάγματος δίδει, ιδίως στην περίπτωση μιας προθεσμιακής αγοράς ή πωλήσεως συναλλάγματος, ένα κέρδος στον ενδιαφερόμενο, το κέρδος αυτό αφαιρείται από τη συμπληρωματική επιβάρυνση. Για τον υπολογισμό του κέρδους αυτού συγκρίνονται οι συντελεστές μετατροπής μεταξύ των σχετικών νομισμάτων του συμβολαίου που ισχύουν:
α)
την ημέρα συνάψεως του συμβολαίου, και
β)
την ημέρα εισαγωγής ή, κατά περίπτωση, της εξαγωγής.
Σε περίπτωση προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, ο συντελεστής μετατροπής την ημέρα εισαγωγής ή εξαγωγής αντικαθίσταται από εκείνον της ημέρας της προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος.
Εν τούτοις, στην περίπτωση προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος που συνάπτεται την ίδια μέρα με το συμβόλαιο εμπορευμάτων, ουδέν κέρδος συναλλάγματος λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της συμπληρωματικής επιβαρύνσεως. »
6
Το άρθρο 9 ορίζει τα ακόλουθα:
«1.
Θεωρείται ως συμπληρωματική επιβάρυνση η είσπραξη νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού που δεν είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως του νομισματικού μέτρου στη συμβατική τιμή του προϊόντος.
2.
Για την εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως λαμβάνονται κυρίως υπόψη:
α)
το νόμισμα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πληρωμή του τιμολογίου·
β)
η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πληρωμή·
γ)
η πώληση ή η αγορά προθεσμιακού συναλλάγματος σε συνδυασμό με την εκτέλεση του σχετικού συμβολαίου·
δ)
η χορήγηση για το ίδιο προϊόν, ενδεχομένως κατόπιν μεταποιήσεως, του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού.
Δεν λαμβάνονται υπόψη προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος:
α)
που έχουν πραγματοποιηθεί:
—
προ της συνάψεως του συμβολαίου,
—
μετά το νομισματικό μέτρο ·
β)
για τις οποίες δεν υπάρχει άμεση ή έμμεση οικονομική συνάφεια με το σχετικό προς τα προϊόντα συμβόλαιο. »
7
Ο κανονισμός 926/80 καταργήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1084/84 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1984 ( ΕΕ L 106, σ. 26 ), χωρίς να αντικατασταθεί με άλλο κανονισμό.
8
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η επιχείρηση An Bord Bainne συνήψε, στις 11 Φεβρουαρίου 1983, με μια ολλανδική επιχείρηση σειρά συμβάσεων που αφορούσαν την παράδοση, μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 1983, αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη σε επιχείρηση εγκατεστημένη στη Γερμανία. Κατά τις συμβάσεις, τον κίνδυνο των νομισματικών εξισωτικών ποσών έφερε η An Bord Bainne, η δε καταβολή του τιμήματος των εν λόγω εμπορευμάτων έπρεπε να γίνει σε γερμανικά μάρκα ( DM ).
9
Κατά την ημερομηνία συνάψεως των σχετικών με τα εμπορεύματα συμβάσεων, δηλαδή στις 11 Φεβρουαρίου 1983, η An Bord Bainne συνήψε προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος που αφορούσε την αγορά δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών ( USS ) σε δύο δόσεις, η πρώτη για το ισόποσο των 3,65 εκατομμυρίων DM και η δεύτερη για το ισόποσο των 7 εκατομμυρίων DM, δηλαδή για συνολικό ποσό DM ισόποσο προς το σύνολο των αναμενoμενων εσόδων από την εκτέλεση των σχετικών με τα εμπορεύματα συμβάσεων.
10
Εξάλλου, στο πλαίσιο πράξεως καλούμενης συνήθως swap, η An Bord Bainne πώλησε τα US$ που είχε αγοράσει έναντι DM, συνήψε δε, στις 15 Φεβρουαρίου 1983, άλλες προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που συνίσταντο στην οριστική μετατροπή σε USS των DM που είχε αγοράσει στο πλαίσιο της πράξεως swap.
11
Η Αν Βορδ Βαιννε διευκρίνισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήταν σύνηθες να πραγματοποιούνται προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος μέσω της συναλλαγής που είναι γνωστή ως swap, περιλαμβάνουσας τρεις παράλληλες πράξεις συναλλάγματος, και ότι, εξάλλου, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ 11ης και 15ης Φεβρουαρίου 1983 οφειλόταν στο γεγονός ότι οι τράπεζες προβαίνουν στην ημεροχρονολόγηση των πράξεων δύο εργάσιμες ημέρες μετά τη σύναψη της σχετικής πράξεως, καθώς και στο γεγονός ότι η 11η Φεβρουαρίου 1983 ήταν Παρασκευή, κατά δε το Σάββατο και την Κυριακή δεν ήταν δυνατή η διενέργεια πράξεων συναλλάγματος.
12
Μετά την ανατίμηση του DM, στις 21 Μαρτίου 1983, δηλαδή μετά τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων και την παράδοση των αντιστοίχων εμπορευμάτων, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να αυξήσει, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 689/83, της 23ης Μαρτίου 1983 ( ΕΕ L 80, σ. 1 ), τα γερμανικά νομισματικά εξισωτικά ποσά.
13
Οι αιτήσεις της An Bord Bainne για ολική ή μερική απαλλαγή από την εφαρμογή αυξημένων νομισματικών εξισωτικών ποσών απορρίφθηκαν από το Hauptzollamt Gronau, όπως και η διοικητική ένσταση που υπέβαλε στην Oberfinanzdirektion Münster.
14
Το Finanzgericht Düsseldorf, που επελήφθη της υποθέσεως, αντιμετώπισε το πρόβλημα του προσδιορισμού της συμπληρωματικής επιβαρύνσεως, κατά την έννοια των προαναφερθέντων άρθρων 8 και 9. Ειδικότερα, ανέκυψε το ζήτημα να ληφθεί υπόψη και ο υπολογισμός του κέρδους που προκύπτει από τις πράξεις συναλλάγματος, το οποίο εκπίπτει, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 8, από τη συμπληρωματική επιβάρυνση. Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2899/81 (ΕΕ L 287, σ. 3), την έννοια ότι ο προβλεπόμενος υπολογισμός του κέρδους, αντί να στηριχθεί στο εθνικό νόμισμα του συγκεκριμένου κοινοτικού επιχειρηματία, μπορεί να γίνει βάσει νομίσματος μη κοινοτικού, στην προκειμένη περίπτωση του δολαρίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος οι οποίες, λόγω της συναλλαγματικής σχέσεως που έχει συμφωνηθεί ( στην παρούσα υπόθεση: πώληση DM έναντι ιρλανδικών λιρών) καθιστούν δυνατό τον υπολογισμό του κέρδους βάσει του εθνικού νομίσματος του ενδιαφερομένου;
2)
'Εχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 την έννοια ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται υπό το στοιχείο α, πρέπει κατά κανόνα να αποδεικνύεται ότι υφίσταται οικονομική συνάφεια, για όλες τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος, με τη σύμβαση που αφορά τα προϊόντα;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
Αποκλείει το άρθρο 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, του κανονισμού 926/80, σε ό,τι αφορά την απόδειξη της οικονομικής συνάφειας κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80, εκτός από το στοιχείο της συμπτώσεως της ημερομηνίας συνάψεως των δύο συμβάσεων, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, όπως η σύμπτωση του νομίσματος, το ποσό που συμφωνήθηκε και η ημερομηνία λήξεως;
Πρέπει η οικονομική συνάφεια να υφίσταται μόνο κατά τη σύναψη των συμβάσεων ή μήπως πρέπει να αποδεικνύεται ότι συντρέχει, ενόψει του άρθρου 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 926/80, και κατά την εκτέλεση των συμβάσεων;
Κατά την απόδειξη της οικονομικής συνάφειας πρέπει, επίσης, να αποδεικνύεται ότι η αγορά ή πώληση συναλλάγματος, μέσω των προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος, επηρέασε, τουλάχιστον οικονομικώς, τα αποτελέσματα της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως; »
15
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κανονιστικό πλαίσιο και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
16
Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στο αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 926/80, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο σχετικός υπολογισμός του κέρδους μπορεί να γίνει βάσει μη κοινοτικού νομίσματος.
17
Η An Bord Bainne και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι ο υπολογισμός του κέρδους που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη πρέπει να γίνεται βάσει του νομίσματος το οποίο πράγματι χρησιμοποίησε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας στο πλαίσιο προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, έστω και αν πρόκειται για μη κοινοτικό νόμισμα.
18
Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή.
19
Πράγματι, το γράμμα της εν λόγω διατάξεως δεν περιέχει κανένα περιορισμό ως προς το νόμισμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη σύναψη προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος ούτε κάποια άλλη ένδειξη από την οποία να μπορούσε να συναχθεί ότι μόνο οι προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που έχουν συναφθεί σε συγκεκριμένο νόμισμα μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ενδεχομένου κέρδους.
20
Εξάλλου, από το πνεύμα και τον σκοπό της εξεταζόμενης διάταξης συνάγεται ότι η συμπληρωματική επιβάρυνση που συνεπάγεται το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται, προκειμένου περί χορηγήσεως απαλλαγής, αφαιρουμένου του κέρδους που προέκυψε από προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος που έχουν οικονομική συνάφεια με τη σχετική με τα εμπορεύματα πράξη, ώστε να μην ευνοείται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας.
21
Ένα τέτοιο κέρδος μπορεί να προκύψει από προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος που πράγματι πραγματοποίησε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας σε οποιοδήποτε νόμισμα της επιλογής του.
22
Ο αποκλεισμός από τον υπολογισμό του κέρδους ορισμένων πράξεων που συντελέστηκαν σε μη κοινοτικά νομίσματα θα είχε ως συνέπεια την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρηματιών, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την απαλλαγή από την συμπληρωματική επιβάρυνση, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από το κέρδος που αποκόμισαν από προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος συναφθείσα σε μη κοινοτικό νόμισμα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα εκφεύγει του σκοπού της εξεταζόμενης διάταξης.
23
Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 926/80 έχει την έννοια ότι ο προβλεπόμενος υπολογισμός του κέρδους πρέπει να γίνεται βάσει του νομίσματος που πράγματι χρησιμοποίησε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας στο πλαίσιο προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, έστω και αν το νόμισμα αυτό δεν είναι κοινοτικό.
24
Ενόψει της απαντήσεως αυτής παρέλκει η απάντηση στο επικουρικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
25
Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται κυρίως στο αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 επιβάλλει, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο σημείο α, τον έλεγχο της οικονομικής συνάφειας για κάθε προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος, περιλαμβανομένων εκείνων που συνήφθησαν την ίδια ημέρα με τη σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση.
26
Η An Bord Bainne υποστηρίζει σχετικώς ότι το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 3, κατά το οποίο, σε περίπτωση συμπτώσεως των ημερομηνιών συνάψεως των δύο πράξεων, « (... ) ουδέν κέρδος συναλλάγματος λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της συμπληρωματικής επιβαρύνσεως », θέτει κανόνα αποδείξεως και θεμελιώνει αμάχητο τεκμήριο. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση, η οικονομική συνάφεια μεταξύ των δύο συμβάσεων πρέπει να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη.
27
Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αντίφαση μεταξύ των άρθρων 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, και 8, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, δεν είναι παρά επιφανειακή, καθόσον το αντικείμενο των δύο διατάξεων είναι διαφορετικό: με την πρώτη επιβάλλεται η ανάγκη οικονομικής συνάφειας για τις προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος γενικώς, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στον υπολογισμό του κέρδους που προκύπτει από προθεσμιακή πράξη συναλλάγματος, όταν έχει αποδειχθεί ότι η πράξη αυτή παρουσιάζει οικονομική συνάφεια με τη σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η οικονομική συνάφεια προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος με τη σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται πριν τεθεί το ζήτημα του υπολογισμού του κέρδους που ενδεχομένως προέκυψε.
28
Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 8 προστέθηκε ειδικώς στον κανονισμό 926/80 με τον κανονισμό 2899/81, για τον λόγο που αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο, σε περίπτωση συμπτώσεως των ημερομηνιών συνάψεως προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος και συμβάσεως σχετικής με εμπορεύματα, « (... ) είναι δυνατόν να εκτιμηθεί έγκυρα ότι ο προθεσμιακός συντελεστής συναλλάγματος εισήχθη στην τιμή του εμπορεύματος και, ως εκ τούτου, είναι καθοριστικός για τη σύναψη του συμβολαίου, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των προς σύγκριση συντελεστών μετατροπής και ότι κανένα κέρδος συναλλάγματος δεν δύναται να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της συμπληρωματικής επιβαρύνσεως ». Συνάγεται, επομένως, ότι κατά το πνεύμα του κοινοτικού νομοθέτη, σε περίπτωση συμπτώσεως των ημερομηνιών των δύο πράξεων, υπάρχει ασφαλώς οικονομική συνάφεια, αλλά κατά τη σύναψη της σχετικής με τα εμπορεύματα συμβάσεως ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομισματικά δεδομένα.
29
Συνεπώς, σε περίπτωση συμπτώσεως των ημερομηνιών των δύο πράξεων, το γράμμα της εν λόγω διατάξεως αποκλείει, κατά τρόπο αρκετά σαφή και ακριβή που αίρει κάθε αμφιβολία σχετική με την ερμηνεία της, τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη οποιοδήποτε κέρδος και δεν επιτρέπει εξέταση της οικονομικής συνάφειας κατά το άρθρο 9.
30
Στο ερώτημα αυτό πρέπει κατά συνέπεια να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο στοιχείο α της εν λόγω διατάξεως, πρέπει, κατά κανόνα, να αποδεικνύεται η οικονομική συνάφεια με τη σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση κάθε προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, εξαιρουμένης ωστόσο της προβλεπομένης στο άρθρο 8, παράγραφος 3, περιπτώσεως κατά την οποία οι ημερομηνίες συνάψεως των δύο πράξεων συμπίπτουν.
31
Ενόψει της απαντήσεως αυτής, παρέλκει η εξέταση των επικουρικών ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf, με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 926/80 έχει την έννοια ότι ο προβλεπόμενος υπολογισμός του κέρδους πρέπει να γίνεται βάσει του νομίσματος που πράγματι χρησιμοποίησε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας στο πλαίσιο προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, έστω και αν το νόμισμα αυτό δεν είναι κοινοτικό.
2)
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο στοιχείο α της εν λόγω διατάξεως, πρέπει, κατά κανόνα, να αποδεικνύεται η οικονομική συνάφεια με τη σχετική με τα εμπορεύματα σύμβαση κάθε προθεσμιακής πράξεως συναλλάγματος, εξαιρουμένης ωστόσο της προβλεπομένης στο άρθρο 8, παράγραφος 3, περιπτώσεως κατά την οποία οι ημερομηνίες συνάψεως των δύο πράξεων συμπίπτουν.
Diez de Velasco
Κακούρης
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 3 Οκτωβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Diez de Velasco
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy