Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Ανεπάρκεια πρακτικής σύμφωνης με τους σκοπούς της οδηγίας * Ανάγκη σαφούς και ακριβούς μεταφοράς
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Περίληψη
Προκειμένου περί μεταφοράς οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη κράτους μέλους, η ύπαρξη πρακτικής σύμφωνης προς τους περί προστασίας σκοπούς της οδηγίας δεν μπορεί να απαλλάξει ένα κράτος μέλος από την υποχρέωση να μεταφέρει την οδηγία αυτή στην εσωτερική του έννομη τάξη με διατάξεις ικανές να δημιουργήσουν κατάσταση αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή, ώστε να επιτραπεί στους ιδιώτες να γνωρίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των οδηγιών, όχι μόνο στην πράξη αλλά και νομικώς, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διάταξη οδηγίας επιβάλλουσα καθορισμένη συμπεριφορά στις εθνικές διοικητικές αρχές έχει μεταφερθεί ορθώς, αν το οικείο κράτος μέλος δεν έχει θεσπίσει κανένα συγκεκριμένο μέτρο, προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή τη διάταξη αυτή, και περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά αυτή απορρέει γενικώς από την εφαρμογή των κανόνων χρηστής διαχειρίσεως που επιβάλλονται στις διοικητικές του αρχές.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-366/89,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τον Gianluigi Campogrande, νομικό σύμβουλο, και, στη συνέχεια, από τους Lucio Gussetti και Vittorio Di Bucci, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, αφενός, επιμένοντας, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 30/81 έως 34/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1981, σ. 3379), να μη θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 77), και ειδικά προς τα άρθρα της 4, 6, 12 και 15, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, απαγορεύοντας την εξαγωγή χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων προς άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του συστήματός της συλλογής των ορυκτελαίων αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμημάτων, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή διώκουσα να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι η Ιταλική Δημοκρατία, αφενός, επιμένοντας, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 30/81 έως 34/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1981, σ. 3379), να μη θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 015/001, σ. 77, στο εξής: οδηγία), και ειδικά προς τα άρθρα της 4, 6, 12 και 15, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, απαγορεύοντας την εξαγωγή χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων προς άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του συστήματός της συλλογής των ορυκτελαίων αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Η οδηγία έχει κυρίως ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος από τα επιβλαβή αποτελέσματα που προκαλούνται από την απόρριψη, την εναπόθεση ή την επεξεργασία των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
3 Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει ότι η διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων πρέπει να πραγματοποιείται με επαναχρησιμοποίηση, δηλαδή με αναγέννηση και/ή με καύση για άλλους σκοπούς εκτός από την καταστροφή.
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
"Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να απαγορευθεί:
1. Κάθε απόρριψη χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων στα εσωτερικά επιφανειακά ύδατα, υπόγεια ύδατα, παράκτια ύδατα και ύδατα αποχετευτικών συστημάτων.
2. Κάθε εναπόθεση ή και απόρριψη χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων που έχουν επιβλαβή αποτελέσματα επί του εδάφους, όπως και κάθε ανεξέλεγκτη απόρριψη καταλοίπων που προέρχονται από τη μετατροπή των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
3. Κάθε επεξεργασία χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων η οποία προκαλεί ρύπανση της ατμόσφαιρας και υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις."
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
"(...) κάθε επιχείρηση που διαθέτει τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια πρέπει να λάβει σχετική άδεια."
6 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας:
"Η άδεια αυτή χορηγείται από την αρμόδια αρχή μετά από εξέταση των εγκαταστάσεων που περιλαμβάνει τους όρους που απαιτούνται από τους κανόνες της τεχνικής."
7 Βάσει του άρθρου 12 της οδηγίας:
"Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 6 επιχειρήσεις ελέγχονται περιοδικώς από την αρμόδια αρχή, ιδίως ως προς τη συμμόρφωσή τους προς τους όρους της αδείας".
8 Τέλος, το άρθρο 15 της οδηγίας επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να ανακοινώνει "περιοδικώς στην Επιτροπή τις τεχνικές του γνώσεις, καθώς και την εμπειρία και τα αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή των μέτρων τα οποία ελήφθησαν δυνάμει της παρούσας οδηγίας".
9 Με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός των προθεσμιών που είχαν ταχθεί, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί, μεταξύ άλλων, προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
10 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Ιταλική Δημοκρατία εξέδωσε το διάταγμα 691, της 23ης Αυγούστου 1982 (GURI αριθ. 270 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, σ. 7081, στο εξής: διάταγμα 691), και ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή.
11 Θεωρώντας ότι με το εν λόγω διάταγμα δεν εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή κίνησε κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
12 Μετά την άσκηση της προσφυγής, η Ιταλική Δημοκρατία, με το προεδρικό διάταγμα 95, της 27ης Ιανουαρίου 1992 (GURI αριθ. 38 της 15ης Φεβρουαρίου 1992, σ. 5), θέσπισε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το άρθρο 4 της οδηγίας και να αποφύγει την παραβίαση του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στη συνέχεια, η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση παραιτήθηκε από τις αιτιάσεις σχετικά με τις διατάξεις αυτές και ενέμεινε μόνον στις αιτιάσεις που αφορούν τα άρθρα 6, 12 και 15 της οδηγίας.
13 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς οι επίμαχες εθνικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του άρθρου 6 της οδηγίας
14 Η Επιτροπή προβάλλει την αιτίαση ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβεί το άρθρο 6 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, είτε πρόκειται για την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, τρίτο εδάφιο, του διατάγματος 691 χορήγηση αδείας στις επιχειρήσεις που διαθέτουν τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια με μη βιομηχανική καύση είτε πρόκειται για την προβλεπόμενη στα άρθρα 4 έως 6 του διατάγματος 1741, της 2ας Νοεμβρίου 1993, περί ρυθμίσεως της εισαγωγής, της μετατροπής, της επαποθέσεως και της διανομής των ορυκτελαίων και των καυσίμων (GURI αριθ. 301 της 30ής Δεκεμβρίου 1993, σ. 5995, στο εξής: διάταγμα 1741), χορήγηση αδείας στις επιχειρήσεις που διαθέτουν τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια με αναγέννηση, οι αρμόδιες διοικητικές αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να προβαίνουν, πριν χορηγούν τις άδειες, σε εξέταση των εγκαταστάσεων ούτε να επιβάλλουν τους όρους που απαιτούνται από τους κανόνες της τεχνικής, όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
15 Η Ιταλική Δημοκρατία αντιτάσσει ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν συνιστούν τίποτα άλλο παρά εφαρμογή των κανόνων ορθής διαχειρίσεως που, ακόμη και όταν ελλείπει ρητή νομοθετική διάταξη, επιβάλλονται γενικώς στις διοικητικές αρχές, εφόσον είναι κατ' εύλογη κρίση αναγκαίοι για να επιτευχθούν οι σκοποί της χορηγήσεως των αδειών.
16 Συναφώς, πρέπει, ευθύς εξαρχής, να υπομνηστεί ότι, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να εξασφαλιστεί με αποτελεσματικό και συνεκτικό σύστημα που προβλέπει τόσο έναν μηχανισμό χορηγήσεως αδειών σε επιχειρήσεις που διαθέτουν τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια όσο και τις κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου.
17 Στη συνέχεια, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ύπαρξη πρακτικής σύμφωνης με τους περί προστασίας σκοπούς μιας οδηγίας δεν μπορεί να απαλλάξει ένα κράτος μέλος από την υποχρέωση να μεταφέρει την οδηγία αυτή στην εσωτερική του έννομη τάξη με διατάξεις ικανές να δημιουργήσουν κατάσταση αρκετά ακριβή, σαφή και διαφανή, ώστε να επιτραπεί στους ιδιώτες να γνωρίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των οδηγιών, όχι μόνο στην πράξη αλλά και νομικώς, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, C-339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1990, σ. Ι-851).
18 Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διάταξη οδηγίας επιβάλλουσα καθορισμένη συμπεριφορά στις εθνικές διοικητικές αρχές έχει μεταφερθεί ορθώς, αν το οικείο κράτος μέλος δεν έχει θεσπίσει κανένα συγκεκριμένο μέτρο, προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή τη διάταξη αυτή, και περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά αυτή απορρέει γενικώς από την εφαρμογή των κανόνων χρηστής διαχειρίσεως που επιβάλλονται στις διοικητικές του αρχές.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στην ιταλική έννομη τάξη.
Επί του άρθρου 12 της οδηγίας
20 Η Επιτροπή προβάλλει την αιτίαση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα πραγματοποιείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 12 της οδηγίας περιοδικός έλεγχος των επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν τη διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
21 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, λόγω του ότι τα διατάγματα 691 και 1741 δεν επιβάλλουν καμία υποχρέωση στις αρμόδιες διοικητικές αρχές σχετικά με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών, το ιταλικό σύστημα δεν είναι σε θέση να επιβάλλει και οι διοικητικές αρχές δεν είναι σε θέση να διενεργούν τον περιοδικό έλεγχο των πιο πάνω επιχειρήσεων, ειδικά όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων αυτών.
22 Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί λόγω του αορίστου χαρακτήρα της και της ελλείψεως οποιασδήποτε αποδείξεως.
23 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
24 Συγκεκριμένα, το άρθρο 12 της οδηγίας αφορά τον έλεγχο των επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6. Εφόσον, όπως διαπιστώθηκε πιο πάνω, η ιταλική νομοθεσία δεν εξαρτά τη χορήγηση αδείας διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων με αναγέννηση ή μη βιομηχανική καύση από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6, οι οικείες επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο του ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 12.
25 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 της οδηγίας.
Επί του άρθρου 15 της οδηγίας
26 Η Επιτροπή προβάλλει την αιτίαση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν της έχει ανακοινώσει περιοδικώς τις τεχνικές της γνώσεις, καθώς και την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίστηκαν βάσει της οδηγίας, παρόλον ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 4 του διατάγματος 691 υποχρεωτικό consortium για τη συλλογή των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων υφίσταται από το 1983 και λειτουργεί από το 1985.
27 Η Ιταλική Δημοκρατία, ενώ επισημαίνει ότι δεν διαθέτει οριστικά πληροφοριακά στοιχεία ικανά να ανακοινωθούν στην Επιτροπή, δεν αμφισβητεί, συγχρόνως, ότι το άρθρο 15 της οδηγίας δεν έχει μεταφερθεί στο ιταλικό δίκαιο.
28 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι εξίσου βάσιμη σε σχέση με το άρθρο 15 της οδηγίας.
29 Ενόψει των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιμένοντας, παρά την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981, να μη θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 75/439, και ειδικά προς τα άρθρα της 6, 12 και 15, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, επιμένοντας, παρά την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 30/81 έως 34/81 Επιτροπή κατά Ιταλίας, να μη θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, και ειδικά προς τα άρθρα της 6, 12 και 15, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy