Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διεθνείς συμφωνίες * Τρίτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ της Λομέ * Διατάξεις περί της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας * Διαδικασία συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων * Ρόλος του κράτους ΑΚΕ και ρόλος της Κοινότητας * Άρνηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να χορηγήσει τη χρηματοδότηση σε περίπτωση αναθέσεως του έργου στον μειοδότη * Δικαιολογία * Προσφορά που δεν φαίνεται ως η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς * Ευθύνη της Κοινότητας * Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, εδ. 2 Τρίτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ της Λομέ της 8ης Δεκεμβρίου 1984, άρθρα 192 και 225)
Περίληψη
Η διαδικασία συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων στο πλαίσιο της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας που καθιδρύεται από την Τρίτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ είναι οργανωμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι αρχές των κρατών ΑΚΕ έχουν, δυνάμει των άρθρων 192, παράγραφος 2, και 225, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, αρμοδιότητα να προετοιμάζουν, να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν τις συμβάσεις δημοσίων έργων που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα, ενώ οι παρεμβάσεις των κοινοτικών οργάνων που έχουν εξουσιοδοτηθεί να λαμβάνουν, επ' ονόματι της Κοινότητας, τις αποφάσεις χρηματοδοτήσεως αυτών των συμβάσεων υπό την έννοια του άρθρου 192, παράγραφος 4, της Συμβάσεως, αποσκοπούν αποκλειστικά στο να διαπιστώσουν κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. Δεν έχουν ως σκοπό και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να θίξουν την αρχή κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις παραμένουν εθνικές συμβάσεις.
Ως εκ τούτου, τα κοινοτικά όργανα έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να μεριμνούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται για την εξασφάλιση της καλής διαχειρίσεως των κοινοτικών πόρων, ώστε να τηρούνται οι σχετικές διαδικαστικές διατάξεις και να είναι η επιλεγόμενη προσφορά οικονομικώς η πλέον συμφέρουσα, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προσόντων των διαγωνιζομένων και των παρεχομένων από αυτούς εγγυήσεων, της φύσεως και των όρων εκτελέσεως των έργων, της τιμής των παροχών, του κόστους χρησιμοποιήσεώς τους και της τεχνικής τους αξίας. Τέλος, τα κοινοτικά όργανα έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ζητούν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της οικονομικής διαχειρίσεως των κοινοτικών πόρων.
Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων παράνομη συμπεριφορά, συνεπαγόμενη την ευθύνη της Κοινότητας, όταν αυτή αρνείται να χρηματοδοτήσει ένα σχέδιο του οποίου η εκτέλεση έχει ανατεθεί στον μειοδότη και όταν η άρνηση αυτή στηρίζεται στο ότι η προσφορά του επιχειρηματία αυτού, λαμβανομένων υπόψη των επιφυλάξεων που διατυπώνει ανεξάρτητος σύμβουλος, δεν φαίνεται ως η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-370/89,
1. Societe generale d' entreprises electro-mecaniques (SGEEM), με έδρα το Champs-sur-Marne,
2. Roland Etroy, κάτοικος Champs-sur-Marne,
εκπροσωπούμενοι από τους Alexandre Vandencasteele, δικηγόρο Βρυξελλών, και Simon Cohen, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο E. Arendt, 8 a 10, rue Mathias Hardt,
ενάγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, εκπροσωπουμένης από τον Xavier Herlin, διευθυντή του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων, επικουρούμενο από τον R. O. Dalcq, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων την προσωρινή της έδρα στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hans Peter Hartvig, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή που ασκήθηκε δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ και με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά της ΕΤΕπ στο πλαίσιο δημοπρασίας για την εκτέλεση δημοσίου έργου στο Μαλί,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και M. P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 1989, η Societe generale d' entreprises electro-mecaniques, ανώνυμη εταιρία γαλλικού δικαίου με έδρα το Champs-sur-Marne της Γαλλίας (στο εξής: ενάγουσα εταιρία), και ο Roland Etroy, πρόεδρος-γενικός διευθυντής της εν λόγω εταιρίας, άσκησαν, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητούν να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (στο εξής: Τράπεζα), ως εκπροσωπούσα την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, να αποκαταστήσει τη ζημία που ισχυρίζονται ότι τους προξένησε εμποδίζοντας την ενάγουσα εταιρία να ανακηρυχθεί μειοδότης σε διαγωνισμό για την εκτέλεση δημοσίου έργου στο έδαφος της Δημοκρατίας του Μαλί.
2 Η Δημοκρατία του Μαλί αποφάσισε να κατασκευάσει ηλεκτροφόρα γραμμή υψηλής τάσεως μεταξύ Bamako και Segou και ανέθεσε την πραγματοποίηση του έργου στη διεπόμενη από το δίκαιο του Μαλί εταιρία μικτής οικονομίας Electricite du Mali (στο εξής: EDM), επικουρούμενη από επιτροπή επιφορτισμένη με την εξέταση των μειοδοτικών προσφορών (στο εξής: επιτροπή ad hoc).
3 Η EDM ανέθεσε στη διεθνή σύμβουλο επιχειρήσεων Hydro-Quebec International, με έδρα το Κεμπέκ (στο εξής: HQI), να την επικουρήσει στην αξιολόγηση των προσφορών και ιδίως στην επιλογή του μειοδότη στον οποίο θα ανετίθετο το έργο.
4 Στηριζόμενη στις διατάξεις περί οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας της Τρίτης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ που υπογράφηκε στη Λομέ στις 8 Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ 1986, L 86, σ. 3, στο εξής: Σύμβαση), η Δημοκρατία του Μαλί ζήτησε από την Τράπεζα να χρηματοδοτήσει τη συναρμολόγηση της γραμμής, έργο που αντιστοιχούσε στο επί μέρους σχέδιο Α1, υπό μορφή δανείου υπό αίρεση στο πλαίσιο των συνδρομών με επισφαλή κεφάλαια που προβλέπονται από το άρθρο 199 της Συμβάσεως.
5 Τις πράξεις επισφαλών κεφαλαίων, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τους πόρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως που ιδρύθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εσωτερικής συμφωνίας της 19ης Φεβρουαρίου 1985 για τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των ενισχύσεων της Κοινότητας (ΕΕ 1986, L 86, σ. 210, στο εξής: συμφωνία), διαχειρίζεται η Τράπεζα, για λογαριασμό της Κοινότητας, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, της συμφωνίας.
6 Βάσει συμβάσεως χρηματοδοτήσεως, η οποία παρέπεμπε ιδίως στο άρθρο 199, παράγραφος 3, της Συμβάσεως και στο ως άνω άρθρο 10, παράγραφος 2, της συμφωνίας, η Τράπεζα χορήγησε στη Δημοκρατία του Μαλί δάνειο ύψους 11 000 000 ECU. Προϋπόθεση της καταβολής των δόσεων του δανείου ήταν η αποστολή στην Τράπεζα, εκ μέρους του τελικού δικαιούχου (EDM), αντιγράφου των απευθείας ή κατόπιν διαγωνισμού συναπτομένων συμβάσεων έργων, υλικών και προμηθειών που θα συνήπτε η EDM υπό όρους τους οποίους η Τράπεζα θα έκρινε ικανοποιητικούς.
7 Η Δημοκρατία του Μαλί, ενεργούσα μέσω της EDM, προκήρυξε διαγωνισμό προς υποβολή προσφορών για το επίδικο τμήμα του έργου (ΕΕ 1987, S 207/63).
8 Η ενάγουσα εταιρία υπέβαλε μειοδοτική προσφορά εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η δε προσφορά της αποδείχθηκε αισθητά χαμηλότερη από τις προσφορές των άλλων διαγωνιζομένων εταιριών.
9 Σε μια πρώτη φάση, η HQI συνέστησε να μη προκριθεί η προσφορά της ενάγουσας, προβάλλοντας τη σαφή έλλειψη τεχνικής πείρας, η οποία επιβεβαιωνόταν από την υποβολή εξωπραγματικού προγράμματος και κόστους, που δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ικανότητα εκτελέσεως του έργου σύμφωνα με τον υποβληθέντα προϋπολογισμό. Η HQI πρότεινε, ως εκ τούτου, να κατακυρωθεί ο διαγωνισμός υπέρ της δεύτερης μειοδότριας εταιρίας, υπό την επιφύλαξη της διαπραγματεύσεως, πριν από την ανάθεση της συμβάσεως, ορισμένων τροποποιήσεων της εν λόγω προσφοράς.
10 Την άποψη αυτή συμμερίστηκαν αρχικά τόσο η EDM όσο και η επιτροπή ad hoc, με την έκθεση που υπέβαλε στην Κυβέρνηση του Μαλί τον Αύγουστο του 1988. Στην έκθεση αυτή, η επιτροπή ad hoc ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα εταιρία πρότεινε το χαμηλότερο κόστος και τη βραχύτερη προθεσμία εκτελέσεως, με μέσα, τόσο από πλευράς υλικών όσο και ανθρωπίνου δυναμικού, όλως ανεπαρκή ή ακατάλληλα, χωρίς πρόταση μεθόδων εκτελέσεως και, επιπλέον, με περιορισμένη εμπειρία σε σχέση προς τους λοιπούς διαγωνιζομένους. Κατά συνέπεια, και η επιτροπή ad hoc συνέστησε την προσφορά του δεύτερου μειοδότη.
11 Ωστόσο, κατόπιν συμπληρωματικού ελέγχου των προσφορών και της παροχής διευκρινίσεων εκ μέρους ορισμένων διαγωνιζομένων, η επιτροπή ad hoc μετέβαλε αργότερα τη γνώμη της και συνέστησε στην Κυβέρνηση του Μαλί να αναθέσει το έργο στην ενάγουσα εταιρία. Τον Σεπτέμβριο του 1988, η επιτροπή ad hoc συνέταξε την τελική της έκθεση, με την οποία επιβεβαίωσε τα ευνοϊκά για την ενάγουσα πορίσματά της. Η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στην Τράπεζα στις 30 Σεπτεμβρίου 1988 από την Κυβέρνηση του Μαλί, η οποία προσυπέγραφε τα πορίσματα της εκθέσεως.
12 Κατόπιν αιτήσεως της Τράπεζας, η Κυβέρνηση του Μαλί της διαβίβασε, στις 5 Νοεμβρίου 1988, την έκθεση της HQI συνοδευόμενη από πολύ αρνητικά σχόλια προς δικαιολόγηση της μη εγκρίσεως της εκθέσεως αυτής.
13 Με τηλετύπημα της 15ης Νοεμβρίου 1988, η Τράπεζα ανέφερε στην Κυβέρνηση του Μαλί ότι έλαβε γνώση της εκ μέρους της επιλογής της ενάγουσας εταιρίας, διευκρίνισε όμως ότι το γεγονός ότι, κατά την άποψη της Τράπεζας, δεν υπήρχε ικανοποιητική δικαιολογία, από τεχνικής, οικονομικής και χρηματοδοτικής πλευράς, για την απόρριψη της προσφοράς που είχε κριθεί ως η καλύτερη από την HQI, ανεξάρτητη σύμβουλο, βάσει των γενικώς παραδεδεγμένων κριτηρίων, θα είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορέσει να χρηματοδοτηθεί το σχέδιο από την Τράπεζα.
14 Η HQI, αφού έλεγξε, κατόπιν αιτήσεως των αρχών του Μαλί, τη σοβαρότητα της προσφοράς της ενάγουσας εταιρίας, επιβεβαίωσε, με τηλετύπημα της 9ης Φεβρουαρίου 1989 προς την Κυβέρνηση του Μαλί, του οποίου το περιεχόμενο ανακοίνωσε η HQI στην Τράπεζα, ότι η ενάγουσα δεν θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει τα έργα στην τιμή που προσέφερε.
15 Ωστόσο, μετά από συνάντηση του αρμόδιου υπουργού του Μαλί με τον αντιπρόεδρο της HQI, η σύμβουλος εταιρία δέχθηκε να αναθεωρήσει τη γνώμη της και συνέστησε τελικά την αποδοχή της προσφοράς της ενάγουσας εταιρίας, υπό την προϋπόθεση της παροχής ορισμένων προσθέτων εγγυήσεων και συστάσεως προσθέτων ασφαλειών για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος και των τιμών, τις οποίες η HQI εξακολουθούσε να θεωρεί υπερβολικά χαμηλές.
16 Όταν η Τράπεζα ζήτησε εξήγηση για τον νέο αυτό προσανατολισμό των πορισμάτων της HQI, η σύμβουλος εταιρία απάντησε, με τηλετύπημα της 27ης Απριλίου 1989, ότι, κατόπιν συμπληρωματικών ερευνών, μπόρεσε να διαπιστώσει ότι η ενάγουσα εταιρία είχε καλώς κατανοήσει το μέγεθος του έργου και ότι η τεχνική ικανότητά της ήταν σαφώς ανώτερη απ' όσο άφηνε να εννοηθεί η προσφορά της. Η HQI, ωστόσο, εξέφρασε και πάλι την ανησυχία της ως προς την τήρηση του χρονοδιαγράμματος και της προταθείσας τιμής. Γι' αυτό η HQI είχε προτείνει στην επιτροπή ad hoc να εξαρτήσει την επιλογή της ενάγουσας εταιρίας από την παροχή καλύτερης εγγυήσεως για τα δύο αυτά ζητήματα.
17 Οι διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν στην Τράπεζα από την HQI στη διάρκεια κοινής συσκέψεως που πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουλίου 1989 δεν καθησύχασαν την Τράπεζα σχετικά με τα χρηματοδοτικά και τεχνικά σημεία της προσφοράς της ενάγουσας εταιρίας. Κατόπιν αυτού, η Τράπεζα, με τηλετύπημα της 20ής Ιουλίου 1989, επανέλαβε στην Κυβέρνηση του Μαλί ότι, παρά τις διευκρινίσεις της ΗQI, η προσφορά της ενάγουσας εταιρίας παρουσίαζε καταφανείς αδυναμίες ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση του έργου και, συνεπώς, δεν μπορούσε να προκριθεί για την ανάθεση της συμβάσεως. Η Τράπεζα κάλεσε, ως εκ τούτου, την Κυβέρνηση του Μαλί να διαπραγματευθεί, σε συνεργασία με την HQI και την EDM, σύμβαση με έναν από τους άλλους διαγωνιζομένους και να ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα, ώστε αυτή να διατυπώσει τη γνώμη της πριν από τη σύναψη της συμβάσεως.
18 Η επιτροπή ad hoc άρχισε έτσι διαπραγματεύσεις με τον δεύτερο μειοδότη για την άρση των σημείων ως προς τα οποία η προσφορά του δεν ήταν σύμφωνη προς τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
19 Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, στις 6 Σεπτεμβρίου 1989, στην υπογραφή συμβάσεως η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι η συνολική αξία του έργου αυξανόταν, κατόπιν αιτήσεως της EDM, κατά 10 % για μη προβλεφθείσες δαπάνες που θα έπρεπε να δικαιολογηθούν και ότι η αμοιβή του εργολάβου θα καθοριζόταν σε συνάρτηση προς τα εκτελεσθέντα τμήματα του έργου και τις κατά μονάδα τιμές του τιμοκαταλόγου.
20 Με έγγραφο της 23ης Αυγούστου 1989, η ενάγουσα εταιρία ζήτησε από την Τράπεζα να την πληροφορήσει για τα μέτρα που σκόπευε να λάβει προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημία που η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι υπέστη από τη συμπεριφορά της Τράπεζας.
21 Επειδή η Τράπεζα απάντησε, με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, ότι το ζήτημα ήταν της αποκλειστικής αρμοδιότητας των αρχών του Μαλί, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως.
22 Με διάταξη της 10ης Μαΐου 1990, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Τράπεζας.
23 Το έκτο τμήμα, στο οποίο είχε αρχικά ανατεθεί η υπόθεση, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια, προκειμένου αυτή να αποφανθεί προκαταρκτικώς ως προς το αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει επί της υπό κρίση αγωγής.
24 Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1992 (C-280/89, Συλλογή σ. Ι-6211), το Δικαστήριο θεώρησε ότι η Τράπεζα ενήργησε στην υπό κρίση περίπτωση επ' ονόματι και για λογαριασμό της Κοινότητας και ότι οι τυχόν πράξεις και παραλείψεις της έναντι των εναγόντων έπρεπε να καταλογιστούν στην Κοινότητα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, ως εκ τούτου, ότι είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 178 της Συνθήκης να κρίνει επί της υπό κρίση αγωγής αποζημιώσεως, παρέπεμψε την υπόθεση στο έκτο τμήμα προς έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
25 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
26 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, υπόθεση C-55/90, Cato κατά Επιτροπής, σκέψη 18, Συλλογή 1992, σ. Ι-2533), από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προκύπτει ότι η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και του δικαιώματος προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας εξαρτώνται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, ήτοι της ελλείψεως νομιμότητας της προσαπτομένης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς, του υποστατού της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας.
Επί του παρανόμου της συμπεριφοράς της Τράπεζας
27 Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, οι ενάγοντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η Τράπεζα χρησιμοποίησε κατά τρόπον αντιβαίνοντα στον σκοπό τους τις εξουσίες που της έχουν απονεμηθεί στο πλαίσιο της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας της Συμβάσεως, επεμβαίνοντας παρανόμως στη διαπραγμάτευση και τη σύναψη της συμβάσεως από τις αρχές του Μαλί, επιβάλλοντάς τους την απόρριψη της χαμηλότερης και, κατά τη γνώμη των εμπειρογνωμόνων, της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς και την πρόκριση προσφοράς υψηλότερης και προδήλως μη σύμφωνης προς τους όρους που καθόριζε η προκήρυξη του διαγωνισμού.
28 Η Τράπεζα, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι, λόγω των εμμόνων αμφιβολιών της HQI ως προς τη σοβαρότητα της προσφοράς της ενάγουσας εταιρίας, περιορίστηκε στο να προειδοποιήσει τις αρχές του Μαλί ότι θα ήταν αδύνατη η χρηματοδότηση του σχεδίου υπό συνθήκες οι οποίες, κατά τη γνώμη της, δεν συνιστούσαν επιλογή της πλεονεκτικότερης οικονομικώς προσφοράς υπό την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, της Συμβάσεως. Η Τράπεζα εκπλήρωσε κατά τον τρόπο αυτό την υποχρέωσή της να εξασφαλίσει την τήρηση των όρων χρηματοδοτήσεως του σχεδίου από την Κοινότητα.
29 Παρατηρείται ότι, κατά πάγια νομολογία, ενώ οι αρχές κάθε κράτους ΑΚΕ έχουν, δυνάμει των άρθρων 192, παράγραφος 2, και 225, παράγραφος 3, της Συμβάσεως, αρμοδιότητα να προετοιμάζουν, να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν τις συμβάσεις δημοσίων έργων που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα στο πλαίσιο της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας που καθιδρύει η Σύμβαση, οι παρεμβάσεις των κοινοτικών οργάνων που έχουν εξουσιοδοτηθεί να λαμβάνουν, επ' ονόματι της Κοινότητας, τις αποφάσεις χρηματοδοτήσεως αυτών των συμβάσεων υπό την έννοια του άρθρου 192, παράγραφος 4, της Συμβάσεως, αποσκοπούν αποκλειστικά στο να διαπιστώσουν κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. Δεν έχουν ως σκοπό και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να θίξουν την αρχή κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις παραμένουν εθνικές συμβάσεις (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 267/82, Developpement SA και Clemessy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1907, σκέψη 25).
30 Ως εκ τούτου, τα κοινοτικά όργανα έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να μεριμνούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται για την εξασφάλιση της καλής διαχειρίσεως των κοινοτικών πόρων, ώστε να τηρούνται οι σχετικές διαδικαστικές διατάξεις και να είναι η επιλεγόμενη προσφορά οικονομικώς η πλέον συμφέρουσα, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προσόντων των διαγωνιζομένων και των παρεχομένων από αυτούς εγγυήσεων, της φύσεως και των όρων εκτελέσεως των έργων, της τιμής των παροχών, του κόστους χρησιμοποιήσεώς τους και της τεχνικής τους αξίας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Developpement SA και Clemessy κατά Επιτροπής, σκέψη 27).
31 Τέλος, τα κοινοτικά όργανα έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ζητούν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της οικονομικής διαχειρίσεως των κοινοτικών πόρων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται προς το συμφέρον της Κοινότητας (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 118/83, CMC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2325, σκέψη 47).
32 Αρκεί να παρατηρηθεί συναφώς ότι οι ενάγοντες ουδόλως απέδειξαν ότι, αρνούμενη να χρηματοδοτήσει το σχέδιο σε περίπτωση που η εκτέλεσή του θα ανετίθετο στην ενάγουσα εταιρία, η Τράπεζα ανεμείχθη παρανόμως στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων των αρχών του Μαλί ή υπερέβη τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί για τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών πόρων.
33 Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως προκύπτει ότι, αντιθέτως, η Τράπεζα είχε βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η προσφορά της ενάγουσας εταιρίας δεν ήταν η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς, λαμβανομένων υπόψη των επιφυλάξεων τις οποίες, παρά την αλλαγή του προσανατολισμού των πορισμάτων της, εξακολουθούσε να έχει η HQI σχετικά με την προσφορά αυτή και ανεξαρτήτως της όποιας συναφούς γνώμης των αρχών του Μαλί (βλ. προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση CMC κατά Επιτροπής, σκέψεις 45 και 46).
34 Πρέπει, συναφώς, να παρατηρηθεί ότι η HQI συνέστησε τελικά στην επιτροπή ad hoc την ανάθεση της συμβάσεως στην ενάγουσα εταιρία, η οποία είχε υποβάλει τη χαμηλότερη προσφορά, μόνο υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι η εταιρία αυτή θα παρείχε καλύτερη εγγύηση για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος και των προτεινομένων τιμών, τις οποίες η HQI εξακολουθούσε να θεωρεί υπερβολικά χαμηλές.
35 Επομένως, οι παρεμβάσεις που προσάπτονται στην Τράπεζα ήταν απολύτως σύμφωνες προς τους προβλεπόμενους από τη Σύμβαση κανόνες κατανομής των αρμοδιοτήτων και είχαν απλώς ως σκοπό να εξακριβώσουν ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίδικη συμπεριφορά της Τράπεζας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί παράνομη για τον λόγο αυτό.
36 Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση των εναγόντων είναι απορριπτέα.
37 Οι ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η Τράπεζα παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων δεχόμενη τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με τον δεύτερο μειοδότη με σκοπό την τροποποίηση της προσφοράς του επί ουσιωδών σημείων. Αν είχε δοθεί στην ενάγουσα εταιρία η δυνατότητα να προσαρμόσει την προσφορά της προς την προκύρυξη του διαγωνισμού, η σειρά των προσφορών στην οποία κατέληξε η HQI θα μπορούσε ασφαλώς να μεταβληθεί.
38 Όπως ορθώς παρατηρεί η Τράπεζα, η αύξηση κατά 10 % της συνολικής αξίας της συμβάσεως, την οποία ζήτησε η EDM και δέχθηκε η Τράπεζα, για την κάλυψη των απροβλέπτων δαπανών που έπρεπε να δικαιολογηθούν, εμπίπτει στο σημείο 2.22 της προκηρύξεως του διαγωνισμού, το οποίο επιτρέπει στον κύριο του έργου να αυξήσει ή να μειώσει κατά 25 % τις ποσότητες των προμηθειών και των υπηρεσιών που καθορίζονται με την προκήρυξη, χωρίς αλλαγή των κατά μονάδα τιμών που περιέχονται στον τιμοκατάλογο ή άλλων ρητρών ή όρων.
39 Κατά συνέπεια, η δεύτερη αιτίαση των εναγόντων είναι απορριπτέα.
40 Τέλος, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Τράπεζα, μη ελέγχοντας επαρκώς τις πράξεις των μελών του προσωπικού της και μη δίδοντας συνέχεια στις επιστολές που της απηύθυνε η ενάγουσα εταιρία, παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως και, ως εκ τούτου, υπέχει ευθύνη έναντι των εναγόντων.
41 Παρέλκει η εξέταση αυτής της αιτιάσεως, η οποία απλώς επαναλαμβάνει με άλλη διατύπωση τις δύο ανωτέρω απορριφθείσες αιτιάσεις.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι ενάγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα.
44 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
3) Η Επιτροπή θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy