ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 16ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-132/89,
Vincenzo Gallone, υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τον Georges Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Alex Schmitt, 62, avenue Guillaume,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον Gijs Peeters, σύμβουλο στη νομική υπηρεσία του, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των πράξεων του γενικού διαγωνισμού Συμβούλιο/Α/281 (υπάλληλοι διοικήσεως/αναλυτές-ειδικοί πληροφορικής) ή, τουλάχιστον, της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού περί αποκλεισμού του προσφεύγοντος από τις προφορικές εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. Α. Ο. Edward, Πρόεδρο, R. Schintgen και R. García-Valdecasas, δικαστές,
γραμματέας: Η. Jung
λαμβάνοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν τη βάση της προσφυγής
1
Ο προσφεύγων Vincenzo Gallone, μόνιμος υπάλληλος της κατηγορίας Β, εργάζεται στο τμήμα « Νέες τεχνολογίες » του Συμβουλίου. Ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στον γενικό διαγωνισμό αναλυτών-ειδικών πληροφορικής του Συμβουλίου ( Α/281 ), η προκήρυξη του οποίου δημοσιεύθηκε στις 31 Μαΐου 1988 ( ΕΕ C 142, σ. 8 ) και ο οποίος αποσκοπούσε στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντική πρόσληψη υπαλλήλων διοικήσεως της κατηγορίας Α σε θέματα πληροφορικής.
2
Το σημείο II της προκηρύξεως του διαγωνισμού περιέγραφε τη « φύση των καθηκόντων » ως εξής:
« Η τυπική περιγραφή των καθηκόντων του διοικητικού υπαλλήλου είναι η εξής: εκτέλεση καθηκόντων σχεδιασμού, μελέτης και ελέγχου βάσει γενικών κατευθύνσεων ή επικούρηση του υπευθύνου ενός τομέα δραστηριότητας ενός τμήματος.
Στην πράξη, πρόκειται για καθήκοντα αναλυτή-προγραμματιστή : κατάρτιση φακέλων αναλύσεων και επιστασία του προγραμματισμού και της περαιτέρω πορείας των εφαρμογών στους τομείς της διοικητικής πληροφορικής ή/και της μηχανοργάνωσης γραφείου, πάνω σε συστήματα πληροφορικής μεσαίου μεγέθους που λειτουργούν είτε διαλογικά είτε κατά δέσμες. »
3
Το σημείο IV της προκηρύξεως διευκρίνιζε τη « φύση και βαθμολόγηση των εξετάσεων » με τις ακόλουθες υποδιαιρέσεις: « IV α ) Γραπτές εξετάσεις », « IV β ) Συμμετοχή στις προφορικές εξετάσεις » και « IV γ ) Προφορικές εξετάσεις ». Στο υπό IV α ) σημείο διευκρινιζόταν ότι επρόκειτο για τρεις γραπτές εξετάσεις, ενώ « η επιτυχής συμμετοχή σε όλες αυτές » συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή και στις προφορικές εξετάσεις.
4
Η φύση των τριών γραπτών εξετάσεων (εφεξής: γραπτή εξέταση 1, 2 και 3 ) επεξηγείτο ως εξής:
« 1.
Εξέταση, στην επίσημη γλώσσα των Κοινοτήτων την οποία κατέχει σε βάθος ο υποψήφιος, συγκείμενη σε ένα θεωρητικό σκέλος που αφορά τις μεθόδους και τεχνικές λήψης αποφάσεων (στατιστική, επιχειρησιακή έρευνα, οικονομετρία) και ένα πρακτικό σκέλος (μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων), ενδεχομένως υπό μορφή ερωτηματολογίου, προκειμένου να αξιολογηθούν οι επαγγελματικές γνώσεις του υποψηφίου στον τομέα της ανάλυσης ενός προβλήματος με σκοπό την κατάρτιση πλήρους προγραμματισμού.
2.
Εξέταση, στην ίδια γλώσσα, με θέμα συναφές με τα καθήκοντα που περιγράφονται στο μέρος II, προκειμένου να αξιολογηθεί το επίπεδο των επαγγελματικών γνώσεων του υποψηφίου.
3.
Γραφή σύντομης έκθεσης σε μία άλλη επίσημη γλώσσα των Κοινοτήτων, κατ' εκλογή του υποψηφίου, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ο υποψήφιος είναι σε θέση να χειρίζεται γραπτώς μια δεύτερη γλώσσα. »
5
Τέλος, στο υπό IV β ) σημείο « Συμμετοχή στις προφορικές εξετάσεις », διευκρινιζόταν:
« Γίνονται δεκτοί στις προφορικές εξετάσεις όσοι υποψήφιοι λάβουν τουλάχιστον 24 μονάδες ( επί 40 ) στην πρώτη γραπτή δοκιμασία, 18 μονάδες ( επί 30 ) στη δεύτερη και 12 μονάδες ( επί 20 ) στην τρίτη. »
6
Αναγνωρίζοντας τους τίτλους του προσφεύγοντος ως επαρκείς, η εξεταστική επιτροπή δέχθηκε τον Gallone στις γραπτές εξετάσεις, στις οποίες αυτός εμφανίστηκε στις 16 Μαρτίου 1989. Με βάση την έκθεση που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή και απηύθυνε στην αρμοδία για τους διορισμούς αρχή (εφεξής: ΑΔΑ) στις 6 Ιουλίου 1989, οι εξετάσεις αυτές διενεργήθηκαν στην Αθήνα, τις Βρυξέλλες, τη Φλωρεντία και τη Μαδρίτη. Στον διαγωνισμό έλαβαν μέρος 336 υποψήφιοι.
7
Η διόρθωση των κειμένων διεξήχθη κατά την ακόλουθη διαδικασία. Καταρχάς, έγινε διόρθωση της γραπτής εξετάσεως υπ' αριθ. 3 ( γλωσσικές γνώσεις ), η οποία κατέληξε στον αποκλεισμό των δύο τρίτων των υποψηφίων, περιορίζοντας τον αριθμό τους στους εκατό. Όσον αφορά τις εξετάσεις υπ' αριθ. 1 και 2, καταρχήν τα κείμενα κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες. Τα συνταγμένα στην αγγλική, γαλλική και ολλανδική γλώσσα κείμενα διορθώθηκαν από το πρωτότυπο, οι δε υποψήφιοι που έλαβαν τον απαιτούμενο αριθμό μονάδων έγιναν δεκτοί στις προφορικές εξετάσεις στις 19, 20 και 21 Ιουνίου 1989.
8
Για τα συνταγμένα στην ιταλική γλώσσα κείμενα, όπως αυτό του προσφεύγοντος, το πρώτο μέρος της γραπτής εξετάσεως 1 διορθώθηκε από το πρωτότυπο. Το δεύτερο μέρος της εν λόγω εξετάσεως, όπως και η εξέταση 2, μεταφράστηκαν προτού διορθωθούν. Μετά το πέρας της διορθώσεως των γραπτών εξετάσεων, κλήθηκαν να συμμετάσχουν στις προφορικές εξετάσεις, που έγιναν στις 5 και 6 Ιουλίου 1989, 28 υποψήφιοι.
9
Στις αρχές Μαΐου 1989 ο προσφεύγων, υπεύθυνος του Συμβουλίου για το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένων, παρέσχε συμβουλές σε θέματα δακτυλογραφήσεως των εξετάσεων του ιδίου διαγωνισμού. Με την ευκαιρία αυτή, μπόρεσε να αναγνώσει επί της οθόνης ορισμένα κείμενα ιταλών υποψηφίων, μεταξύ των οποίων και το δικό του.
10
Στις 28 Ιουνίου 1989, με έγγραφο που του απέστειλε η Υπηρεσία Προσλήψεων του Συμβουλίου, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι, ενόψει του αποτελέσματος των γραπτών εξετάσεων, η εξεταστική επιτροπή τον απέκλεισε από τις προφορικές εξετάσεις.
11
Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων απηύθυνε στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής έγγραφο, επισύροντας την προσοχή του επί « διαφόρων ανωμαλιών κατά τη διόρθωση » των γραπτών εξετάσεων. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 29ης Ιουνίου 1989, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής τον διαβεβαίωσε για τη σχολαστική τήρηση των κανόνων σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα και την αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των υποψηφίων και τον κάλεσε να αποσαφηνίσει τους λόγους στους οποίους στήριζε την εκτίμηση του.
Η διαδικασία
12
Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Αυγούστου 1989, ο Gallone άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά του Συμβουλίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό 264/89.
13
Ενόσω εκκρεμούσε η έγγραφη διαδικασία, με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1989, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) παρέπεμψε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την υπόθεση 264/89 ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-132/89. Κατόπιν αυτού, η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη ενώπιον του Πρωτοδικείου.
14
Με πρόταση του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο ( τέταρτο τμήμα ) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
15
Η προφορική διαδικασία διεξήχθη στις 12 Ιουλίου 1990. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου.
16
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να δεχθεί τυπικά και ουσιαστικά την προσφυγή
—
να διατάξει, εφόσον απαιτηθεί, τον διορισμό εμπειρογνώμονα για να απαντήσει στο αν οι εξετάσεις, όπως διενεργήθηκαν, ανταποκρίνονται στις επιταγές της προκηρύξεως του διαγωνισμού και αν είναι οι ενδεδειγμένες για την εκτίμηση των προσόντων ενός αναλυτή-ειδικού πληροφορικής·
—
να ακυρώσει τις πράξεις του γενικού διαγωνισμού του Συμβουλίου Α/281 ( 88/C 142/09 ) ή, τουλάχιστον, την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του εν λόγω διαγωνισμού περί αποκλεισμού του υποψηφίου από τις προφορικές εξετάσεις
—
να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
17
Το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να απορρίψει την προσφυγή
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Επί της ουσίας
18
Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο προσφεύγων επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως αναγόμενους, αντίστοιχα, σε παραβίαση των αρχών της ορθής διαχειρίσεως και χρηστής διοικήσεως, σε παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων και σε παραβίαση των ειδικών όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι αρμόζει η εξέταση των λόγων αυτών ακυρώσεως κατ' αντίστροφη σειρά.
Επί rov αναγομένου στην παραβίαση των ειόικών όρων της προκηρύξεως τον διαγωνισμού Åoyov ακυρώσεως
19
Ο λόγος αυτός αποτελείται από δύο σκέλη. Πρώτον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι οι ειδικοί όροι της προκηρύξεως του διαγωνισμού δεν ανταποκρίνονται στην περιγραφή των προς πλήρωση θέσεων, και συγκεκριμένα στην πρόσληψη αναλυτών-ειδικών πληροφορικής. Το Συμβούλιο αντικρούει ότι, αν ο προσφεύγων ήθελε να αμφισβητήσει την προκήρυξη του διαγωνισμού, όφειλε να το πράξει προσβάλλοντας την απόφαση της ΑΔΑ που την κατάρτισε.
20
Γεγονός είναι ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 294/84, Adams κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 977 της 8ης Μαρτίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64/86, 71 έως 73/86 και 78/86, Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1399, και της 6ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 181/87, Agazzi Léonard κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3823 ), ένας υπάλληλος δεν μπορεί, προς στήριξη προσφυγής στρεφόμενης κατ' αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, να προβάλει λόγους ακυρώσεως που αναφέρονται σε πλημμέλειες της προκηρύξεως του διαγωνισμού, εφόσον δεν προσέβαλε εμπροθέσμως τις διατάξεις της προκηρύξεως τις οποίες θεωρεί ως βλαπτικές για τον ίδιο. Πάντως, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου που προβάλλει πλημμέλειες, η προέλευση των οποίων μπορεί να ανευρεθεί στο κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού, οι οποίες όμως σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
21
Στην προκειμένη περίπτωση αρκεί να διαπιστωθεί ότι οι υποτιθέμενες πλημμέλειες που επικαλείται ο προσφεύγων δεν σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Επομένως, το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
22
Δεύτερον, ο προσφεύγων διατείνεται ότι οι εξετάσεις ήταν άσχετες τόσο προς την περιγραφή τους ( σημείο IV της προκηρύξεως του διαγωνισμού ) όσο και προς την περιγραφή των προς πλήρωση θέσεων ( σημείο II της εν λόγω προκηρύξεως ).
23
Για να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, ο προσφεύγων παραθέτει αναλυτικώς ορισμένα παραδείγματα της προβαλλόμενης αυτής διαστάσεως. Ισχυρίζεται:
—
ότι κανένα θέμα δεν αφορούσε την ανάλυση, σε αντίθεση προς το σημείο IV α ) της πρώτης εξετάσεως που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού·
—
ότι τα θέματα στατιστικής, επιχειρησιακής έρευνας και οικονομετρίας ήταν αμιγώς πρακτικής φύσεως, σε αντίθεση προς το σημείο IV α ) της πρώτης εξετάσεως που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού·
—
ότι υπήρξαν θέματα προγραμματισμού, ενώ δεν επρόκειτο για διαγωνισμό προγραμματιστών, όπως διευκρίνιζε το σημείο II της προκηρύξεως.
24
Περαιτέρω, κατά τον προσφεύγοντα, τα θέματα δεν ήταν προσαρμοσμένα στο αντικείμενο του διαγωνισμού, ενώ έφεραν υπερβολικά έντονη τη σφραγίδα του παρέδρου μέλους με συμβουλευτική ψήφο/εξωτερικού εμπειρογνώμονα που είχε ορίσει η εξεταστική επιτροπή. Ο τελευταίος, συνεχίζει ο προσφεύγων, δεν ήταν αναλυτής, αλλά το μοναδικό μέλος με την ιδιότητα του ειδικού πληροφορικής της εξεταστικής επιτροπής. Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο να ορίσει, εφόσον απαιτηθεί, εμπειρογνώμονα προκειμένου να αποφανθεί αν τα θέματα των γραπτών εξετάσεων ήταν σύμφωνα όχι μόνο προς την προκήρυξη του διαγωνισμού αλλά και προς τα κριτήρια που καθιστούν δυνατό να εκτιμηθούν τα προσόντα ενός αναλυτή-ειδικού πληροφορικής.
25
Απαντώντας στα επιχειρήματα αυτά, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι ο επίδικος ήταν ο πρώτος διαγωνισμός με προορισμό την πρόσληψη ειδικών πληροφορικής πανεπιστημιακού επιπέδου. Μολονότι αναγνωρίζει το προσωπικό ενδιαφέρον του υποψηφίου για τη μη διεξαγωγή εξετάσεων μη ανταποκρινομένων προς τα προβλεπόμενα στην προκήρυξη του διαγωνισμού, το Συμβούλιο αμφισβητεί ότι υπήρξε προφανής υπαιτιότητά του συναφώς. Ως προς τα παραδείγματα που μνημόνευσε ο προσφεύγων, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η πρώτη ερώτηση του δευτέρου τμήματος της πρώτης γραπτής εξετάσεως ενέπιπτε χωρίς αμφιβολία στον τομέα της αναλύσεως ότι η γνώση μιας θεωρίας μπορεί να ελεγχθεί είτε με ερωτήσεις επί της θεωρίας αυτής είτε με ερωτήσεις αφορώσες την εφαρμογή της και ότι εξέταση που αποσκοπεί στον έλεγχο των γνώσεων ενός αναλυτή-ειδικού πληροφορικής μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει και άλλα τινά πλην των ερωτήσεων αναλύσεως.
26
Όσον αφορά την εξαιρετικά έντονη επιρροή που άσκησε το πάρεδρο μέλος της εξεταστικής επιτροπής, το Συμβούλιο αντικρούει ότι το κύρος της εξεταστικής επιτροπής διασφάλισε η παρουσία σ' αυτό ενός ειδικού πληροφορικής ως εμπειρογνώμονα και η υποβοήθηση του έργου του από πάρεδρο μέλος. Επιπλέον, η πρόσληψη υπαλλήλων κατηγορίας Α στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου έπρεπε να γίνει με γνώμονα ευρύτερες παραμέτρους από εκείνη των ειδικών γνώσεων επί τεχνικών θεμάτων.
27
Συναφώς, πρέπει προεχόντως να υπομνηστεί ότι ο βασικός ρόλος της προκηρύξεως διαγωνισμού συνίσταται στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων με τρόπο όσο γίνεται ακριβή της φύσεως των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την κατάληψη της θέσεως περί της οποίας πρόκειται, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν υπάρχει έδαφος για την υποβολή της υποφηφιότητάς τους. Η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να καθορίζει τα κριτήρια ικανότητας που απαιτούνται για τις προς κατάληψη θέσεις και να καθορίζει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τους όρους και λεπτομέρειες διενεργείας ενός διαγωνισμού. Η εξεταστική επιτροπή διαθέτει επίσης ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής και το αναλυτικό περιεχόμενο των προβλεπομένων στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού εξετάσεων. Το Πρωτοδικείο μπορεί να ελέγχει τις λεπτομέρειες διενεργείας μιας δοκιμασίας μόνο κατά το μέτρο που απαιτείται για να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των υποψηφίων και η αντικειμενικότητα όσον αφορά την επιλογή τους. Αλλ' ούτε εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ελέγχει το αναλυτικό περιεχόμενο μιας δοκιμασίας, εκτός αν εκφεύγει από το πλαίσιο που καθορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή είναι άσχετο προς τους σκοπούς της εξετάσεως ή του διαγωνισμού ( βλέπε τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 90/74, Deboeck κατά Επιτροπής, Rec. 1975, σ. 1123, της 28ης Ιουνίου 1979 στην υπόθεση 255/78, Anselme κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 2323, της 1ης Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 268/80, Guglielmi κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2295, της 18ης Φεβρουαρίου 1982 στην υπόθεση 67/81, Ruske κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 661, της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 144/82, Detti κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1983, σ. 2421, της 9ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 39/83, Fabius κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 627, της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 40/86, Κολιβάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2643, της 8ης Μαρτίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64/86, 71/86 έως 73/86 και 78/86, που προαναφέρθηκε, Sergio κ.λπ., και της 24ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 228/86, Goossens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1819 ).
28
Όσον αφορά τον ρόλο και την επίδραση του παρέδρου μέλους με συμβουλευτική ψήφο, δεν αμφισβητείται ότι η εξεταστική επιτροπή έχει την ευχέρεια να προσφεύγει στη συνδρομή τέτοιου προσώπου όταν εκτιμά ότι η συνδρομή αυτή είναι αναγκαία. Συνεπώς, η κανονικότητα της διαδικασίας του διαγωνισμού τηρείται, εφόσον οι μέθοδοι διορθώσεως δεν διαφέρουν ανάλογα με τους υποψηφίους και η εξεταστική επιτροπή διατηρεί την εξουσία τελικής αξιολογήσεως ( βλέπε τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 1975 στην προαναφερθείσα υπόθεση 90/74, Deboeck, της 26ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 122/77, Agneessens κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 2085, και της 16ης Ιουνίου 1987 στην προαναφερθείσα υπόθεση 40/86, Κολιβάς).
29
Ενόψει του συνόλου των σκέψεων αυτών, διαπιστώνεται ότι από τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος δεν προκύπτει ότι η διαδικασία του επιδίκου διαγωνισμού διεξήχθη χωρίς να ληφθούν υπόψη τα επιβαλλόμενα από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και τη νομολογία όρια της εξουσίας εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής. Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί.
Επί νης παραβιάσεως της αρχής νης απαγορεύσεως των διακρίσεων
30
Προς στήριξη του λόγου αυτού, ο προσφεύγων διατυπώνει ουσιαστικά δύο αιτιάσεις. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η κατά διαφορετικό τρόπο διόρθωση των γραπτών ανάλογα με τη γλώσσα του υποψηφίου εισήγαγε δυσμενή διάκριση:
—
αφενός, επειδή ουδόλως διασφαλιζόταν ότι οι υποβληθείσες στην εξεταστική επιτροπή μεταφράσεις αντιστοιχούσαν πράγματι στο πρωτότυπο και,
—
αφετέρου, επειδή το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διόρθωση των γραπτών εξετάσεων μέχρι τη διενέργεια των προφορικών, οι οποίες διεξήχθησαν, αντίστοιχα, από τις 19 έως τις 21 Ιουνίου, στη συνέχεια δε από τις 5 έως 6 Ιουλίου 1989, παρέσχε στους υποψηφίους της δεύτερης ομάδας τη δυνατότητα να επωφεληθούν των εμπειριών που αποκόμισε η πρώτη.
31
Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το γραπτό του της δεύτερης γραπτής εξέτασης, το οποίο ανέγνωσε επί της οθόνης, ήταν ισάξιο με εκείνα των λοιπών υποψηφίων της ιταλικής γλώσσας που έγιναν δεκτοί στις προφορικές εξετάσεις, γραπτά τα οποία μπόρεσε επίσης να αναγνώσει επί της οθόνης.
32
Το Συμβούλιο αντικρούει την πρώτη αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι, όσον αφορά τα γραπτά που περιελάμβαναν μαθηματικούς τύπους ή σύμβολα πληροφορικής, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και τα πάρεδρα μέλη διέθεταν όχι μόνο το μεταφρασμένο έγγραφο αλλά και φωτοτυπία του πρωτοτύπου. Στις άλλες περιπτώσεις, είχαν πάντα τη δυνατότητα, σε περίπτωση αμφιβολίας, να ανατρέξουν στις φωτοτυπίες των πρωτοτύπων που βρίσκονταν στη διάθεση τους.
33
Επί της δεύτερης αιτίασης, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι, λόγω της αναγκαίας διαδικασίας διορθώσεως των γραπτών στις διάφορες γλώσσες, μεσολάβησε χρονική απόσταση μεταξύ της εκ μέρους του ειδικού διορθώσεως των εξετάσεων και της αξιολογήσεώς τους από την εξεταστική επιτροπή. Τα αποτελέσματα των γραπτών εξετάσεων κοινοποιήθηκαν από την εξεταστική επιτροπή στη διοίκηση αμέσως μόλις κατέστησαν διαθέσιμα και συγκεκριμένα στις 29 Μαΐου 1989 όσον αφορά την πρώτη ομάδα και στις 26 Ιουνίου 1989 όσον αφορά τη δεύτερη ομάδα. Υπό την έννοια αυτή, οι υποψήφιοι της πρώτης ομάδας κλήθηκαν για την προφορική εξέταση ενωρίτερα από εκείνους της δεύτερης ομάδας. Εν πάση περιπτώσει, καμιά εξεταστική επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να εξετάσει όλους τους υποψηφίους αυθημερόν. Κατά το Συμβούλιο, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα είχε ως συνέπεια την κατά διαφορετικό τρόπο ή εισάγουσα διάκριση βαθμολόγηση των γραπτών ή ότι οι υποψήφιοι της δεύτερης ομάδας, μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων, έτυχαν προνομιακής μεταχειρίσεως.
34
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι, κατά τον προσφεύγοντα, τα γραπτά που ανέγνωσε επί της οθόνης ήταν εκείνα της δεύτερης γραπτής εξέτασης. Στην περίπτωση του προσφεύγοντος, το γραπτό της εξετάσεως αυτής δεν βαθμολογήθηκε από την εξεταστική επιτροπή λόγω της μη επαρκούς βαθμολογίας που έλαβε στην πρώτη γραπτή εξέταση και η οποία συνεπήχθη τον αποκλεισμό του από τον διαγωνισμό, δεδομένου ότι η επιτυχής συμμετοχή και στις τρεις γραπτές εξετάσεις αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, οι βαθμοί που έλαβαν οι λοιποί υποψήφιοι ιταλικής γλώσσας είναι παρεμφερείς προς τη μέση βαθμολογία του συνόλου των υποψηφίων του πρώτου γύρου.
35
Καίτοι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνιστά θεμελιώδη αρχή στο πλαίσιο της διενεργείας διαγωνισμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 130/75, Prais κατά Συμβουλίου, Rec. 1976, σ. 1589), είναι, πάντως, προφανές ότι, όταν πρόκειται για διαγωνισμό που αποσκοπεί στην πρόσληψη υποψηφίων από όλα τα κράτη μέλη, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, ο διαγωνισμός αυτός δεν μπορεί να διενεργηθεί σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή, χωρίς να τεθεί στη διάθεση των μελών της εξεταστικής επιτροπής και των παρέδρων μελών που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα ορισμένων υποψηφίων μετάφραση των γραπτών τους. Το γεγονός απλώς και μόνο ότι ορισμένα γραπτά μεταφράστηκαν προτού βαθμολογηθούν δεν σημαίνει αφε-αυτού διάκριση μεταξύ των υποψηφίων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η μετάφραση των γραπτών προκάλεσε στους υποψηφίους ιταλικής γλώσσας, πολύ περισσότερο δε στον ίδιο, συγκεκριμένη ζημία. Συνεπώς, το πρώτο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
36
Όσον αφορά τον αρυόμενο από το μεσολαβήσαν μεταξύ των ημερομηνιών των προφορικών εξετάσεων χρονικό διάστημα ισχυρισμό,πρέπει να τονιστεί ότι, μολονότι η αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει τη διενέργεια των γραπτών εξετάσεων την αυτή ημέρα για όλους τους υποψηφίους (προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 130/75, Prais), η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί όσον αφορά τις προφορικές εξετάσεις, οι οποίες λόγω της φύσεως τους είναι αδύνατο να γίνουν για όλους τους υποψηφίους την αυτή στιγμή και οι οποίες, άλλωστε, δεν έχουν κατ' ανάγκη το αυτό περιεχόμενο για όλους τους υποψηφίους. Στην προκειμένη περίπτωση, η σημειωθείσα χρονική απόσταση κατά την εξέταση των γραπτών εξετάσεων και τη διενέργεια των προφορικών δεν φαίνεται υπερβολική. Επιπλέον, κατά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, εκείνοι που ευνοήθηκαν, υπό την έννοια ότι μπόρεσαν να επωφεληθούν της εμπειρίας των λοιπών υποψηφίων, είναι οι υποψήφιοι των γλωσσών πλην της αγγλικής, γαλλικής και ολλανδικής, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ίδιος ο προσφεύγων. Τέλος, έχοντας αποκλειστεί από τη φάση των γραπτών εξετάσεων, ο προσφεύγων δεν έχει συμφέρον να προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί.
37
Ως προς τον ισχυρισμό του ότι οι απαντήσεις του στη δεύτερη γραπτή εξέταση δεν ήταν λιγότερο ορθές από εκείνες των λοιπών υποψηφίων, τις οποίες μπόρεσε να αναγνώσει επί της οθόνης, αρκεί να αναγνωριστεί ότι, επειδή αποκλείστηκε από τις γραπτές εξετάσεις λόγω των ανεπαρκών αποτελεσμάτων στην πρώτη γραπτή εξέταση, ο προσφεύγων δεν δικαιολογεί συμφέρον, ώστε να προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό.
38
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί της παραβιάσεως των αρχών της ορθής όιαχειρίσεως και χρηστής διοικήσεως
39
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε κανένα μέτρο, στα πλαίσια της εσωτερικής διαδικασίας δακτυλογραφήσεως και διορθώσεως των εξετάσεων, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υποψήφιος, υπηρετών στο όργανο αυτό και έχων πρόσβαση στο σύστημα επεξεργασίας κειμένων, να λάβει γνώση των γραπτών των λοιπών υποψηφίων, να τα συγκρίνει με το δικό του και να προβεί σε τροποποίηση των απαντήσεών του ή εκείνων των λοιπών υποψηφίων. Η έλλειψη αυτή λήψεως προφυλάξεων, ιδίως του απορρήτου, θίγει κατάφωρα την αντικειμενικότητα των διαδικαστικών πράξεων του διαγωνισμού, επισύροντας την απόλυτη ακυρότητά του.
40
Κατά την προφορική διαδικασία, το Συμβούλιο δέχθηκε ότι υπήρξαν προβλήματα κατά τη διόρθωση των γραπτών εξετάσεων του εν λόγω διαγωνισμού, του πρώτου που οργάνωσε το Συμβούλιο για την πρόσληψη ειδικών πληροφορικής πανεπιστημιακού επιπέδου. Πάντως, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι έγινε περαιτέρω ανάγνωση και σύγκριση σε κάθε στάδιο των γραπτών, τηρήθηκε απόλυτα η ανωνυμία των υποψηφίων και, συνακόλουθα, μόνον αυτοί ήταν σε θέση να πιστοποιήσουν την ταυτότητα τους. Επιπλέον, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστά αφεαυτής παράβαση του άρθρου 14 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που υποχρεώνει τον υπάλληλο ο οποίος αναγκάζεται να εκφέρει γνώμη επί θέματος στον χειρισμό του οποίου έχει προσωπικό συμφέρον να ενημερώσει σχετικά την ΑΔΑ. Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο προσφεύγων απέτυχε στην πρώτη γραπτή εξέταση, η οποία διορθώθηκε χωρίς μετάφραση και η επιτυχής συμμετοχή στην οποία συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση, έπρεπε να αποκλειστεί ανεξάρτητα από τον τρόπο διορθώσεως της δεύτερης γραπτής εξέτασης.
41
Πάντως, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Συμβούλιο συνήψε στο υπόμνημα αντικρούσεως του δύο εκθέσεις της εξεταστικής επιτροπής, η μία από τις οποίες, και συγκεκριμένα η συμπληρωματική έκθεση της 26ης Οκτωβρίου 1989, αναφέρεται σε « ζωηρές ανησυχίες» της εξεταστικής επιτροπής όσον αφορά το απόρρητο των εργασιών της και ζητεί από την ΑΔΑ να διατάξει διοικητική εξέταση επί των περιστάσεων που οδήγησαν στην άσκηση της προσφυγής και να λάβει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο θεραπείας των παραλείψεων ή παραβάσεων που σημειώθηκαν. Με το υπόμνημα απαντήσεως του, ο προσφεύγων στηρίζεται στα στοιχεία αυτά.
42
Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί παρά να αποδοκιμάσει με λύπη το γεγονός ότι ο προσφεύγων, υποψήφιος εργαζόμενος σε όργανο και συμμετέχων σε γενικό διαγωνισμό του οργάνου, κατέστη δυνατό να έχει πρόσβαση στο γραπτό του ύστερα από τη γραπτή εξέταση, ακόμη δε περισσότερο στα γραπτά άλλων υποψηφίων. Πάντως, για να κερδίσει τη δίκη, ο προσφεύγων έπρεπε ή να αποδείξει ότι εθίγησαν συγκεκριμένα τα συμφέροντά του ή να δικαιολογήσει αντικειμενικό ενδιαφέρον για την ακύρωση όλων των πράξεων του διαγωνισμού — ή τουλάχιστον του συνόλου των γραπτών και προφορικών εξετάσεων — λόγω σοβαρής και πρόδηλης παραβίασης των αρχών της ορθής διαχειρίσεως και χρηστής διοικήσεως, θίγουσας τα δικαιώματα όλων των υποψηφίων.
43
Όπως προαναφέρθηκε, ο προσφεύγων αποκλείστηκε από τις γραπτές εξετάσεις λόγω των ανεπαρκών αποτελεσμάτων που σημείωσε στην πρώτη εξέταση. Φαίνεται ότι τα γραπτά της εξετάσεως αυτής δεν ήταν προσπελάσιμα σε υποψηφίους προερχομένους από το όργανο και ο προσφεύγων δεν απέδειξε με κανένα τρόπο ότι οι απαντήσεις που περιείχε το γραπτό του παραποιήθηκαν κατά κάποιο τρόπο μετά τη διενέργεια της εξετάσεως αυτής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μπορεί να προβάλει βλάβη των προσωπικών συμφερόντων του.
44
Επί του προβαλλομένου αντικειμενικού ενδιαφέροντος προς ακύρωση του διαγωνισμού, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων, μοναδικό πρόσωπο που είχε επίγνωση της δυνατότητας ενός υποψηφίου προερχομένου από το ίδιο όργανο να αλλοιώνει τα γραπτά, δεν έκρινε χρήσιμο αλλ' ούτε επείγον να επισύρει την προσοχή των ιεραρχικά προϊσταμένων του επί του ενδεχομένου αυτού. Επειδή δεν αντέδρασε την κατάλληλη στιγμή, δεν νομιμοποιείται να ζητεί στην παρούσα φάση την ακύρωση όλων των πράξεων του διαγωνισμού σε βάρος των υποψηφίων που πέτυχαν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Πρωτοδικείο αποδοκιμάζει με λύπη τα όσα συνέβησαν, θεωρεί όμως ότι δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ορθής διαχειρίσεως αρκούντως σοβαρή ώστε να επιφέρει την ακύρωση του διαγωνισμού. Επομένως, και αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
45
Από το σύνολο των σκέψεων που προηγήθηκαν προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
46
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται mutatis mutandis και στο Πρωτοδικείο, δυνάμει του άρθρου 11, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, που προαναφέρθηκε, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπάρχει παρόμοιο αίτημα του αντιδίκου. Πάντως, κατά το άρθρο 70 του κανονισμού αυτού, όταν πρόκειται για προσφυγή υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν τα όργανα δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ( τέταρτο τμήμα )
αποφαίνεται:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Edward
Schintgen
García-Valdecasas
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Οκτωβρίου 1990.
Ο γραμματέας
Η. Jung
Ο Πρόεδρος
R. Schintgen
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy