ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 16ης Απριλίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο εφεσείων της κύριας δίκης είναι Βρετανός υπήκοος που εγάστηκε στην Ιρλανδία μεταξύ Ιανουαρίου 1981 και Αυγούστου 1982. Τον Οκτώβριο του 1983 άφησε το τέκνο του στην Ιρλανδία και επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου εργάστηκε ως μισθωτός από 15 Νοεμβρίου 1983 μέχρι 13 Απριλίου 1984. Υπήρξε άνεργος στο χρονικό διάστημα από 16 έως 29 Απριλίου 1984, στη συνέχεια δε εργάστηκε ως μη μισθωτός από 30 Απριλίου μέχρι 29 Ιουλίου του ιδίου έτους.
2.
Μετά την άρνηση των αρμόδιων εθνικών αρχών να του χορηγήσουν για την περίοδο αυτή επίδομα συντηρουμένου τέκνου για τον υιό του, με την αιτιολογία ότι το τέκνο δεν βρισκόταν τότε στο Ηνωμένο Βασίλειο, η διαφορά έφθασε τελικά ενώπιον του Court of Appeal in London, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα.
3.
Όσον αφορά την λεπτομερή παράθεση των ισχυουσών εθνικών και κοινοτικών κανονιστικών διατάξεων παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
Επί τον πρώτον ερωτήματος
4.
Το πρώτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Όταν ένα άτομο έχει την ιδιότητα του μη μισθωτού και δικαιούται ( δυνάμει του εθνικού δικαίου) επιδόματος ανεργίας λόγω του ότι έπαυσε χωρίς τη θέληση του να εργάζεται ως μη μισθωτός και δικαιούται τέτοιων παροχών βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν για λογαριασμό του ενώ είχε την ιδιότητα του μισθωτού, πρέπει αυτό το άτομο να θεωρηθεί ως μισθωτός για την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως; »
5.
Αφορμή για το ανακύπτον πρόβλημα αποτελεί το άρθρο 73, παράγραφος Ι, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), το οποίο, κατά το διάστημα που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά ( 1 ), είχε ως εξής:
« Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφός του. »
6.
Προκύπτει, επομένως, ότι, αν ο εφεσείων της κύριας δίκης είχε εργαστεί ως μισθωτός από 30 Απριλίου μέχρι 29 Ιουλίου 1984, η απουσία του τέκνου του από την επικράτεια του χορηγούντος το επίδομα κράτους δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για να στερηθεί τα σχετικά οικογενειακά επιδόματα για την εν λόγω περίοδο.
7.
Είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, ο Middleburgh ήταν μη μισθωτός εργαζόμενος κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Είχε όμως δικαίωμα να λάβει επίδομα ανεργίας αν ο κίνδυνος αυτός επραγματοποιείτο, όχι λόγω της ιδιότητάς του ως μη μισθωτού, διότι τα άτομα της κατηγορίας αυτής δεν δικαιούνται τέτοιου επιδόματος, αλλά λόγω του ότι είχε καταβάλει προηγουμένως εισφορές ως μισθωτός.
8.
Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται είναι αν αυτό αρκεί για να θεωρηθεί ο εφεσείων ως μισθωτός υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 73.
9.
Ο τελευταίος αρύεται δύο επιχειρήματα από το γράμμα του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, θεωρώντας ότι οι γενικές διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή στο σύνολο του κανονισμού και ειδικότερα όσον αφορά το άρθρο 73.
10.
Ο εφεσείων της κύριας δίκης διατείνεται ότι υπάγεται στην κατηγορία που καθορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ii, καθόσον ήταν υποχρεωτικώς ασφαλισμένος βάσει συστήματος γενικής εφαρμογής, του οποίου « οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως (... ) επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού ». Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής και των πραγματικών περιστατικών της προκειμένης υποθέσεως, ναι μεν βάσει της εν λόγω διατάξεως συνάγεται αναμφίβολα ότι ο Middleburgh είναι εργαζόμενος, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί και ως μισθωτός.
11.
Πράγματι, κατά την επίμαχη περίοδο, ο εφεσείων της κύριας δίκης ήταν ασφαλισμένος ως μη μισθωτός, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι κατέβαλλε τις εισφορές του με την ιδιότητα αυτή, αυτό δε παρά το γεγονός ότι είχε επίσης ορισμένα δικαιώματα απορρέοντα από την ιδιότητα του μισθωτού την οποία είχε προηγουμένως. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπαγόταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, σε σύστημα του οποίου οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού.
12.
Ο εφεσείων της κύριας δίκης προβάλλει ένα δεύτερο επιχείρημα, βασιζόμενο και αυτό στο γράμμα των εφαρμοστέων διατάξεων, το οποίο αντικρούεται παρομοίως. Ισχυρίζεται ότι, αν δεν υπάγεται στο στοιχείο ii του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, υπάγεται στο στοιχείο i, στο οποίο αναφέρεται ότι ως « μισθωτός» και « μη μισθωτός» νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο
« το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ».
13.
Όπως και το στοιχείο ii, η διάταξη αυτή δεν παρέχει ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι ο εφεσείων πρέπει να θεωρηθεί μισθωτός, ενώ υπαγόταν σε ασφαλιστικό σύστημα ως μη μισθωτός, έστω και αν είχε ασφαλιστική κάλυψη κατά του κινδύνου ανεργίας με βάση τις εισφορές που είχε καταβάλει υποχρεωτικά στο παρελθόν λόγω της ιδιότητας του μισθωτού την οποία είχε προηγουμένως.
14.
O εφεσείων της κύριας δίκης στηρίζεται επίσης στην απόφαση Brack ( 2 ), με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε διασταλτικά τον όρο « εργαζόμενος » του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71. Πρέπει όμως να υπομνησθεί ότι η υπόθεση αυτή διαφέρει από την παρούσα σε περισσότερα από ένα σημεία.
15.
Καταρχάς, δεν αφορά διάκριση στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1, αλλά τον καθορισμό του πεδίου αυτού όσον αφορά τα άτομα που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό. Επιπλέον, το Δικαστήριο σαφώς διευκρίνισε ότι η ερμηνεία του άρθρου 22 στην οποία προέβη ισχύει μόνο για την εφαρμογή του άρθρου 22 του ίδιου κανονισμού, αφορώντος την ασφάλιση ασθενείας· η σχετική παροχή συνδεόταν με εισφορές που είχε καταβάλει ο Brack, την οποία όμως υπήρχε κίνδυνος να απολέσει απλώς και μόνο λόγω του τόπου στον οποίο πραγματοποιήθηκε ο κίνδυνος. Αντίθετα, οι προκείμενες οικογενειακές παροχές δεν συνδέονται με τέτοιες εισφορές.
16.
Ο εφεσείων της κύριας δίκης επικαλείται, τέλος, τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού 1408/71. Κατ' αυτόν, από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται οικογενειακές παροχές είτε εφόσον είναι μισθωτοί και καταβάλλουν τις σχετικές εισφορές είτε είναι μεν άνεργοι, αλλά λαμβάνουν παροχές που τους χορηγούνται βάσει τέτοιων εισφορών. Επομένως δεν είναι λογικό να μη χορηγούνται οι παροχές αυτές σε άτομο που πληροί μία προϋπόθεση της πρώτης περιπτώσεως, ήτοι όταν το εν λόγω άτομο έχει κάποια εργασία, και μία άλλη της δεύτερης, δηλαδή όταν μπορεί να λάβει παροχές ανεργίας.
17.
Ωστόσο δεν νοείται ότι ένα άτομο μπορεί να είναι κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου ταυτόχρονα μη μισθωτός και άνεργος μισθωτός. Δεδομένου ότι o Middleburgh προφανώς δεν είναι άνεργος, δεν δικαιούται να επικαλείται το άρθρο 74. Εξάλλου, δεν δικαιούται να επικαλείται ούτε το άρθρο 73, αφού αυτό εφαρμόζεται μόνο στους μισθωτούς, όπως ρητά ορίζεται και στη σκέψη 8 της αποφάσεως Delbar ( 3 ). Μόλις όμως απέδειξα ότι ο εφεσείων ήταν μη μισθωτός εργαζόμενος, έστω και αν ήταν ασφαλισμένος κατά του κινδύνου ανεργίας λόγω των εισφορών που είχε καταβάλει παλαιότερα όταν ήταν μισθωτός.
18.
Προτείνω επομένως να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
« Όταν ένα άτομο είναι μη μισθωτός και δικαιούται (βάσει της εθνικής νομοθεσίας) παροχών ανεργίας σε περίπτωση που παύει χωρίς τη θέληση του να εργάζεται ως μη μισθωτός, έχοντας αποκτήσει το δικαίωμα αυτό βάσει των εισφορών οι οποίες καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν όταν ο ίδιος ήταν μισθωτός, το εν λόγω άτομο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μισθωτός όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. »
Επί τον οεντέρον ερωτήματος
19.
Το δεύτερο ερώτημα έχει ως εξής:
« Εάν υπήκοος του κράτους μέλους Α κατοικεί για ένα χρονικό διάστημα στο κράτος μέλος Β και εκεί α ) εργάζεται ως μισθωτός και β ) συγκατοικεί με υπήκοο του κράτους μέλους Β με την οποία έχει αποκτήσει τέκνο, παραβαίνει το κράτος μέλος Α είτε το άρθρο 48 είτε το άρθρο 52 της Συνθήκης, όταν αρνείται να καταβάλει οικογενειακές παροχές για το τέκνο αυτό με μόνη αιτιολογία την απουσία του τέκνου από το κράτος μέλος Α για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπήκοος αυτός, μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος Α, εργαζόταν ως μη μισθωτός εκεί, ενώ το τέκνο παρέμενε στο κράτος μέλος Β; »
20.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και του εφεσίβλητου της κύριας δίκης, κατά την οποία, αφού το υποβληθέν ερώτημα διευκρινίζει ότι ο εφεσείων επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως μη μισθωτός, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το πρόβλημα όσον αφορά ειδικά το άρθρο 48.
21.
Όπως προέκυψε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο εφεσείων στηρίζεται στο αξίωμα ότι ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος έρχεται να εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιούται, βάσει του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 52, οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα του που παρέμειναν στη χώρα καταγωγής του εργαζομένου. Ο Middleburgh θέλει, στην περίπτωση αυτή, να εξομοιωθεί προς τους εν λόγω αλλοδαπούς. Θα εξετάσω καταρχάς αυτή την περίπτωση ( πρώτο μέρος ), στη συνέχεια δε το ζήτημα αν το πρόβλημα τίθεται με διαφορετικό τρόπο όταν ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια της χώρας στην οποία εγκαθίσταται έχοντας προηγουμένως εργαστεί σε κάποιο άλλο κράτος μέλος ( δεύτερο μέρος ).
Πρώνο μέρος
22.
Στην προαναφερθείσα απόφαση Delbar το Δικαστήριο αντιμετώπισε την περίπτωση ενός Βέλγου δικηγόρου ασκούντος το επάγγελμά του στη Γαλλία, ενώ τα τέκνα του παρέμειναν στο Βέλγιο, στον οποίο δεν χορηγούνταν γαλλικές οικογενειακές παροχές. Το εθνικό δικαστήριο ρώτησε αν τούτο συμβιβάζεται προς το άρθρο 51 της Συνθήκης. Η απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό ήταν καταφατική, διότι το άρθρο 51 αφορά αποκλειστικά τους μισθωτούς. Ενώ το παραπέμπον δικαστήριο δεν ανέφερε τον κανονισμό 1408/71, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, παρά την επέκταση της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στους μη μισθωτούς, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 του εν λόγω κανονισμού δεν είχε ακόμα τροποποιηθεί όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά και ότι ίσχυε μόνο για τους μισθωτούς. Δεδομένου όμως ότι η απόφαση Delbar είναι μεταγενέστερη των δύο αποφάσεων Pinna ( 4 ), αν το Δικαστήριο είχε αμφιβολίες σχετικά με τη συμφωνία του άρθρου 73 του κανονισμού, όπως ίσχυε τότε, προς το άρθρο 52 της Συνθήκης (δεδομένου ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης ήταν μη μισθωτός ), θα άφηνε να διαφανεί κάτι τέτοιο σε ένα obiter dictum, ώστε να παρακινήσει το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει περαιτέρω ερώτημα. Με τη σιωπή του το Δικαστήριο έδωσε μάλλον την εντύπωση ότι συμφώνησε προς την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro, ήτοι ότι, δυστυχώς,
« στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ο ισχυρισμός του Delbar να ανεύρει νομικό θεμέλιο στη Συνθήκη ΕΟΚ ή στο παράγωγο δίκαιο προκειμένου να συναγάγει τη γένεση υποχρεώσεων για την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων, για την οποία εμπόδιο αποτελεί η κατοικία των τέκνων του σε χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία ασκεί τη δραστηριότητά του ως ανεξάρτητος εργαζόμενος, είναι αβάσιμος. Το κανονιστικό πλαίσιο δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ούτε όσον αφορά την ερμηνεία ούτε όσον αφορά τον ενδεχομένως παράνομο χαρακτήρα ( σημείο 4 των προτάσεων, Συλλογή 1989, σ. 4073 ) ».
23.
Πιστεύω ότι αυτή η θεώρηση των πραγμάτων ήταν και εξακολουθεί να είναι απόλυτα ορθή. Πράγματι, καθώς το άρθρο 51 αφορά μόνο τους μισθωτούς και δεν υπάρχει καμία παράλληλη διάταξη όσον αφορά τους μη μισθωτούς, τα μέτρα που έπρεπε να λάβει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου αυτού, τα οποία αποτέλεσαν διαδοχικά το αντικείμενο των κανονισμών 3/58 και 1408/71, δεν μπορούσαν παρά να αφορούν τους μισθωτούς. Η κατάσταση δεν άλλαξε παρά μόνο όταν το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι η εναρμόνιση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που ίσχυαν για τους μισθωτούς και τους μη μισθωτούς ήταν απαραίτητη για την πραγματοποίηση ενός των στόχων της Κοινότητας, οπότε μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άρθρο 235 για να επεκτείνει την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 στους μη μισθωτούς.
24.
Στην ουσία, με την άποψη του Middleburgh υποστηρίζεται ότι οι ανωτέρω κανονισμοί έχουν μόνο δηλωτικό χαρακτήρα, ότι δηλαδή απλώς συγκεκριμενοποιούν τα δικαιώματα που απορρέουν ούτως ή άλλως άμεσα και έμμεσα από τους κανόνες περί απαγορεύσεως των διακρίσεων των άρθρων 48 και 52. Τούτο συμβαίνει ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του διακινουμένου εργαζομένου να λαμβάνει οικογενειακές παροχές για τα τέκνα του που παρέμειναν στη χώρα καταγωγής του. Επομένως, τα δύο αυτά άρθρα όχι μόνο έχουν άμεσο αποτέλεσμα, καθόσον παρέχουν στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα να τυγχάνουν της ιδίας μεταχειρίσεως με αυτήν που κάθε κράτος επιφυλάσσει στους ημεδαπούς, αλλά ακόμα οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται απευθείας τα ανωτέρω άρθρα και να ζητούν τα πλεονεκτήματα τα οποία το κράτος εγκαταστάσεως παρέχει μόνο στους δικούς του υπηκόους, εν προκειμένω το δικαίωμα « εξαγωγής » των οικογενειακών επιδομάτων. Νομίζω ότι μπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση αυτή σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται στον εργαζόμενο για το τέκνο του το οποίο κατοικεί σε άλλη χώρα. Πάγματι, αφού τα οικογενειακά επιδόματα χορηγούνται υπέρ του τέκνου, πρέπει να μεταφέρονται στη χώρα κατοικίας του τέκνου αυτού. Συνεπώς, πρόκειται για μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 51, στοιχείο β, της Συνθήκης, το οποίο επιβάλλει στο Συμβούλιο τη λήψη μέτρων που να εξασφαλίζουν
« την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών ».
25.
Δεν μπορώ όμως να πιστέψω ότι τα άρθρα 48 και 52 μπρορούν να θεωρηθούν, όσον αφορά ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα όσο εκείνο της « εξαγωγής » των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, ως σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις. Ασφαλώς με αυτά θεσπίζεται ο κανόνας που επιτάσσει στα κράτη να μην κάνουν διακρίσεις ανάλογα με την ιθαγένεια, κανόνας ο οποίος
« αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις νομικές διατάξεις της Κοινότητας. Δεδομένου ότι ο κανόνας αυτός αναφέρεται σε ένα σύνολο νομοθετικών διατάξεων οι οποίες ισχύουν πράγματι στη χώρα εγκαταστάσεως για τους ημεδαπούς, οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών μπορούν να τον επικαλούνται απευθείας ». ( 5 )
Από την άλλη πλευρά όμως,
« όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 54 και 57 της Συνθήκης, η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν διασφαλίζεται πλήρως με τη μόνη εφαρμογή του κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών, δεδομένου ότι αυτή η εφαρμογή διατηρεί όλα τα εμπόδια εκτός αυτών που προκύπτουν από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής και, ειδικότερα, όλα τα εμπόδια που προκύπτουν από τη διαφορά των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται, βάσει των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών, η απόκτηση κατάλληλων επαγγελματικών προσόντων. Προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρως η ελευθερία εγκαταστάσεως, το άρθρο 54 της Συνθήκης ορίζει ότι το Συμβούλιο εκδίδει γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και το άρθρο 57 προβλέπει ότι, μεταξύ άλλων μέτρων, το Συμβούλιο εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων». ( 6 )
26.
Πιστεύω ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει την ίδια λειτουργία, σε σχέση με τα εμπόδια που ανακύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως, με εκείνη των οδηγιών περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων σχετικά με τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί αποκτήσεως επαγγελματικών προσόντων.
27.
Ορθά ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθύμισε τα περίπλοκα προβλήματα που θέτει η « εξαγωγή » των οικογενειακών παροχών. Ο κανονισμός 1408/71 και ο κανονισμός 574/72, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του 1408/71, αποτελούν απτό παράδειγμα αυτής της καταστάσεως.
28.
Έτσι κατέστη απαραίτητο να ληφθούν ορισμένα μέτρα ώστε να είναι βέβαιο ότι οι οικογενειακές παροχές χρησιμοποιούνται πράγματι προς συντήρηση των μελών της οικογενείας για τα οποία προορίζονται (άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο β, του κανονισμού 1408/71 ) και να αποφεύγεται η σώρευση των οικογενειακών παροχών στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας από τη μητέρα που παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του εργαζομένου, οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές και επιδόματα και βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα τέκνα ( άρθρο 76 ). Όταν ο εργαζόμενος λάβει κάποτε σύνταξη ή πρόσοδο δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, πρέπει να καθορίζεται η νομοθεσία ποιανού κράτους θα διέπει τις οικογενειακές παροχές ( άρθρο 77 του κανονισμού ). Ανάλογα προβλήματα τίθενται σε περίπτωση αποβιώσεως εργαζόμενου ή του δικαιούχου συντάξεως ή προσόδου ( άρθρο 78 του κανονισμού ). Εξάλλου, ακόμα και στον τομέα των οικογενειακών παροχών, μπορεί να τεθεί το πρόβλημα του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν βάσει δύο ή περισσοτέρων νομοθεσιών. Πράγματι, όσον αφορά τις παροχές αυτές, για την κτήση του σχετικού δικαιώματος μπορεί να απαιτείται η συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, εργασίας ή μη έμμισθης επαγγελματικής δραστηριότητας, μπορεί δε να καθίσταται απαραίτητη η πρόβλεψη ενός συτήματος βάσει του οποίου να είναι δυνατός ο υπολογισμός κατά τρόπο αξιόπιστο των περιόδων που συμπληρώνονται σε άλλο κράτος μέλος ( άρθρο 72 του κανονισμού 1408/71 ).
29.
Για τους λόγους αυτούς ασφαλώς οι συντάκτες της Συνθήκης προέβλεψαν, παράλληλα προς το άρθρο 48 το οποίο θεσπίζει την αρχή της καταργήσεως κάθε διακρίσεως με βάση την ιθαγένεια, το άρθρο 51 που προβλέπει τη λήψη των « αναγκαίων μέτρων για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινούμενους εργαζομένους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα» το συνυπολογισμό όλων των σχετικών περιόδων και την καταβολή των παροχών στο έδαφος άλλων κρατών μελών.
30.
Όπως δεν είναι δυνατό να αντλήσει ο μισθωτός δικαιώματα απευθείας από το άρθρο 48, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, όταν λαμβάνονται υπόψη διάφορες νομοθεσίες ή πρέπει να γίνει « εξαγωγή » ορισμένων παροχών, δεν μπορεί ούτε ο μη μισθωτός να αντλήσει τέτοια δικαιώματα από το άρθρο 52.
31.
Από την απόφαση Pinna Ι, στην οποία βασίστηκε κυρίως ο Middleburgh, δεν συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, διότι προέβλεπε ότι οι απασχολούμενοι στη Γαλλία εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη ελάμβαναν οικογενειακές παροχές από τις γαλλικές αρχές μόνο μέχρι του επιπέδου που προβλεπόταν στη χώρα κατοικίας των τέκνων. Το Δικαστήριο έκρινε, βέβαια, ότι ο κανόνας αυτός επιβάλλει συγκαλυμμένες δυσμενείς διακρίσεις, διότι
« το πρόβλημα της κατοικίας των μελών της οικογενείας εκτός της Γαλλίας τίθεται ουσιαστικά για τους διακινούμενους εργαζομένους ».
32.
Η κρίση όμως του Δικαστηρίου δεν αφορούσε το γαλλικό δίκαιο. Αντίθετα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι
« το άρθρο 51 της Συνθήκης προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών. Επομένως το άρθρο 51 επιτρέπει να εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά. Επομένως, οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως κάθε κράτους μέλους και, κατ' επέκταση, μεταξύ των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά δεν θίγονται από το άρθρο 51 της Συνθήκης » ( σκέψη 20 ).
33.
Αυτό το οποίο, αντίθετα, θέλησε να καυτηριάσει το Δικαστήριο είναι το γεγονός ότι
«το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 δημιουργεί, για τους διακινούμενους εργαζομένους, δύο διαφορετικά συστήματα, αναλόγως του αν οι εν λόγω εργαζόμενοι υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία ή στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Έτσι, επαυξάνει τις οιαφορές που προκύπτουν από τις ίδιες τις εθνικές νομοθεσίες και παρακωλύει, ως εκ τούτου, τους σκοπούς που διακηρύσσονται στα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης ».
34.
Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο είναι ότι το κριτήριο του άρθρου 73, παράγραφος 2, που προβλέπει την καταβολή των παροχών κατά τις διατάξεις του τόπου κατοικίας των τέκνων, το οποίο δεν εξασφαλίζει την ισότητα μεταχειρίσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 48,
« δεν μπορεί επομένως να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο νου συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 51 της Συνθήκης με σκοπό την προαγωγή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 48 » ( σκέψη 24 ).
35.
Όσον αφορά τις αποφάσεις Bronzino και Gatto (της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88 και C-12/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-531 και Ι-557 ), αναφέρονται και αυτές, ρητώς μάλιστα (βλ. τη σκέψη 15 των εν λόγω αποφάσεων), μόνο στο άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71.
36.
Η Επιτροπή δίνει επίσης μεγάλη σημασία στις αποφάσεις Segers ( 7 ) και Stanton, καθώς και στην απόφαση Wolf κ.λπ. ( 8 ). Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποτελούν δικαστικό προηγούμενο σε σχέση με την υπόθεση που μας απασχολεί. Η υπόθεση Segers αφορούσε απλή ούρηση υπαγωγής σε γενικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας της χώρας εγκαταστάσεως. Αντίθετα, στις υποθέσεις Stanton και Wolf οι προσφεύγοντες ζητούσαν να απαλλαγούν από την υποχρέωση υπαγωγής στο σύστημα ασφαλίσεως των ανεξαρτήτως απασχολουμένων της οικείας χώρας. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν τέθηκε πρόβλημα « εξαγωγής » παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, συνυπολογισμού περιόδων κ.λπ.
37.
Απομένει, τέλος, να πω λίγα λόγια σχετικά με το επιχείρημα το οποίο ο Middleburgh αρύεται από το άρθρο 53 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν εισάγουν νέους περιορισμούς για την εγκατάσταση στην επικράτειά τους των υπηκόων άλλων κρατών μελών. Κατ' εμέ η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, διότι το βρετανικό μέτρο αφορά την κοινωνική ασφάλιση. Στον εν λόγω τομέα η Συνθήκη δεν επιβάλλει εναρμόνιση, επομένως τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να τροποποιούν τη νομοθεσία τους, αρκεί να μη θίγονται τα μέτρα συντονισμού που ελήφθησαν σε κοινοτικό επίπεδο. Όσον αφορά όμως το πρόβλημα που μας απασχολεί, οι σχετικές νομοθεσίες εναρμονίστηκαν μόλις το 1989 ( 9 ), δηλαδή κατόπιν της τροποποιήσεως της βρετανικής νομοθεσίας.
38.
Επομένως, είμαι πεπεισμένος ότι κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν υποχρέωνε τις βρετανικές αρχές να χορηγούν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών οι οποίοι εγκαθίσταντο στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά μείζονα λόγο δε ούτε και τους Βρετανούς υπηκόους που επέστρεφαν στη χώρα τους, επιδόματα συντηρουμένων τέκνων για τέκνο το οποίο κατοικούσε σε άλλο κράτος μέλος.
Δεύτερο μέρος
39.
Το Δικαστήριο θα έχει ασφαλώς αντιληφθεί ότι, κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι πρόκειται για πρόβλημα « εξαγωγής » παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, η έννοια της επιβολής συγκαλυμμένων διακρίσεων, που ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο άλλων περιπτώσεων, δεν μπορεί να έχει εν προκειμένω σημασία.
40.
Εντούτοις και ο εφεσείων και η Επιτροπή επικαλούνται τη σχετική νομολογία κατά την οποία το άρθρο 52, ως ειδική έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως,
« απαγορεύει όχι μόνο την πρόδηλη διάκριση λόγω ιθαγενείας, αλλά ακόμη οποιαδήποτε συγκεκαλυμμένη μορφή διακρίσεως η οποία, κατ' εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πραγματικότητα στο ίδιο αποτέλεσμα » ( απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1989, σ. 4035, σκέψη 8 ).
41.
Απομένει να εξετάσω, επικουρικά, για την περίπτωση κατά την οποία, παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεχθεί την άποψη του εφεσείοντος και της Επιτροπής, αν η εν λόγω αρχή πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όταν το άτομο που επικαλείται το άρθρο 52 έχει την ιθαγένεια του κράτους στο οποίο εγκαθίσταται αφού είχε εργαστεί στο εξωτερικό.
42.
Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, Bouchoucha, σκέψη 13 (C-61/89),
« το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται από τις ευεργετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι υπήκοοι συγκεκριμένου κράτους μέλους, όταν αυτοί, επειδή είχαν συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και απέκτησαν εκεί επαγγελματικά προσόντα που αναγνωρίζονται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, βρίσκονται, έναντι του κράτους καταγωγής τους, σε κατάσταση παρόμοια με αυτή όλων όσοι απολαύουν των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εξασφαλίζει η Συνθήκη ». ( 10 )
43.
Ο Middleburgh « έχει κάνει χρήση των διευκολύνσεων που παρέχονται στον τομέα της κυκλοφορίας και της εγκαταστάσεως » ( βλ. τη σκέψη 20 των αποφάσεων Knoors και Broekmeulen ). Σημαίνει αυτό ότι απέκτησε το δικαίωμα παροχών για συντηρούμενα τέκνα στη χώρα καταγωγής του ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του τέκνου του;
44.
Συναφώς μπορεί να σημειωθεί καταρχάς ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 52 της Συνθήκης, αυτό στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί το δικαίωμα του Middleburgh όσον αφορά τη χορήγηση των βρετανικών οικογενειακών παροχών δεν είναι το γεγονός ότι πήγε να εργαστεί, ως Βρετανός υπήκοος, σε άλλο κράτος μέλος, αλλά το ότι, αφού εργάστηκε στην Ιρλανδία, επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του: σ' αυτή τη χώρα επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα της ελεύθερης εγκαταστάσεως, το οποίο αποτελεί τη βάση των απαιτήσεων του. Όμως, δεν είναι βέβαιο ότι το δικαίωμα του υπηκόου κράτους μέλους να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του αφού εργάστηκε σε άλλο κράτος μέλος απορρέει από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας ούτε, επομένως, ότι οι προϋποθέσεις ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος διέπονται από τους κανόνες αυτούς.
45.
Εν πάση περιπτώσει, με τις αποφάσεις Knoors, Broekmeulen και Bouchoucha, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξομοίωση του ημεδαπού προς κάθε άλλο ενδιαφερόμενο που απολαμβάνει των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη εξαρτάται όχι μόνο από την προϋπόθεση ότι ο ημεδαπός αυτός κατοίκησε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αλλά επίσης από την προϋπόθεση ότι απέκτησε δικαιώματα βάσει του κοινοτικού δικαίου: στην περίπτωση των ενδιαφερομένων ατόμων στις ανωτέρω υποθέσεις το σχετικό ζήτημα αφορούσε την επίκληση στη χώρα καταγωγής των δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος ασκώντας το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας.
46.
Επομένως, για να υπαχθεί η προκειμένη περίπτωση στο πλαίσιο των υποθέσεων Knoors, Broekmeulen και Bouchoucha, θα έπρεπε ο Middleburgh να επικαλεστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, χώρα στην οποία εγκαταστάθηκε και όπου διατείνεται ότι είναι θύμα δυσμενών διακρίσεων αντιθέτων προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, δικαιώματα τα οποία απέκτησε στην Ιρλανδία όταν κατοικούσε και εργαζόταν εκεί και τα οποία αναγνωρίζονται από το κοινοτικό δίκαιο.
47.
Ο Middleburgh όμως επικαλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαίωμα το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποκτήσει στην Ιρλανδία απλώς και μόνο από το γεγονός ότι εργάστηκε εκεί ως μισθωτός: πράγματι, στο Ηνωμένο Βασίλειο αξιώνει βρετανικές οικογενειακές παροχές, ενώ στην Ιρλανδία εδικαιούτο ιρλανδικές οικογενειακές παροχές. Ομοιότητες της εν λόγω καταστάσεως προς εκείνη των υποθέσεων Knoors, Broekmeulen και Bouchoucha θα μπορούσαν να υπάρξουν αν ζητούσε στο Ηνωμένο Βασίλειο ιρλανδικές οικογενειακές παροχές, τις οποίες εδικαιούτο στην Ιρλανδία, στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
48.
Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτάσσει τα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση οικογενειακών παροχών στους δικούς τους υπηκόους που εργάστηκαν σε άλλο κράτος μέλος από τις ίδιες προϋποθέσεις οι οποίες ισχύουν για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.
49.
Με την προαναφερθείσα απόφαση Stanton το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους εργαζόμενους που ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος, εξαιτίας της οποίας όμως περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση οι εργαζόμενοι εκείνοι που εργάστηκαν προεχόντως ως μισθωτοί σε άλλο κράτος μέλος, δεν εισάγει έμμεσα διακρίσεις λόγω ιθαγενείας και, επομένως, δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί οι εργαζόμενοι οι οποίοι περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση είναι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο αλλοδαποί.
50.
Εντούτοις αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να δεχθεί ότι μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση είναι αντίθετη προς τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης, εφόσον εξαιτίας της καθίσταται επαχθέστερη η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους ( σκέψη 14 ).
51.
Έτσι, στο μέτρο που δέχεται έμμεσα την εφαρμογή των άρθρων 48 και 52 στα εμπόδια σε βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας τα οποία θέτει η νομοθεσία κράτους μέλους στην άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, η απόφαση αυτή είναι πρόδρομος της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 81/87, Daily Mail ( Συλλογή 1988, σ. 5483), με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ρητά ότι
« οι διατάξεις αυτές έχουν μεν κύριο σκοπό να εξασφαλίσουν στο κράτος μέλος υποδοχής ίση μεταχείριση προς τους ημεδαπούς, απαγορεύουν όμως και στο κράτος μέλος καταγωγής να εμποδίζει την εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ενός από τους υπηκόους του (... ) » (σκέψη 16).
52.
Είναι η βρετανική νομοθεσία τέτοιας φύσεως ώστε να εμποδίζει την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός του εδάφους της Μεγάλης Βρετανίας; Με άλλα λόγια, υπάρχει κίνδυνος Βρετανοί υπήκοοι να μην ασκήσουν το δικαίωμα που έχουν να εργάζονται σε άλλο κράτος μέλος λόγω του γεγονότος ότι, μετά την επάνοδο στη χώρα τους, δεν θα δικαιούνται βρετανικές παροχές για τα συντηρούμενα τέκνα στην περίπτωση στην οποία τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο εξωτερικό δεν επιστρέφει μαζί τους;
53.
Πιστεύω ότι, και αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, η παρεμπόδιση της ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός του βρετανικού εδάφους θα ήταν τόσο έμμεση και υποθετική ώστε πολύ δύσκολα να μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί απαγορευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Πράγματι, θα εξηρτάτο από την επέλευση γεγονότων μεταγενέστερων της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, ήτοι, αφενός, τη γέννηση τέκνου και, αφετέρου, την επάνοδο του ενδιαφερομένου στη χώρα καταγωγής του, επάνοδο η οποία, επιπλέον, θα πρέπει να γίνει χωρίς ο επιστρέφων να συνοδεύεται από το γεννηθέν στο μεταξύ τέκνο.
54.
Προτείνω λοιπόν, επίσης επικουρικά, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι, στο πλαίσιο της προκειμένης περιπτώσεως, η άρνηση εκ μέρους του κράτους μέλους να χορηγήσει οικογενειακές παροχές είναι σύμφωνη προς το άρθρο 52.
Επί του τρίτου ερωτήματος
55.
Το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής:
« Εάν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική, έχει το άρθρο 48 ή το άρθρο 52 άμεσα αποτελέσματα ενόψει των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης; »
56.
Δεδομένου ότι πρότεινα να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, το τρίτο ερώτημα αποβαίνει, κατ' εμέ, άνευ αντικειμένου.
57.
Ωστόσο, προς καλή διευκρίνιση των πραγμάτων, θα ήθελα να επαναλάβω μία ακόμη φορά ότι, κατά τη γνώμη μου, όταν πρόκειται περί « εξαγωγής » παροχών ή όταν εμπλέκονται διάφορες νομοθεσίες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει άμεσο αποτέλεσμα ούτε το άρθρο 48 ούτε το άρθρο 52.
Συμπέρασμα
58.
Βάσει όλων αυτών των λόγων που εξέθεσα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα ερωτήματα του Court of Appeal in London:
« 1)
Ο μη μισθωτός που δικαιούται ( δυνάμει του εθνικού δικαίου ) επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση που παύσει να εργάζεται χωρίς τη θέληση του και ο οποίος απέκτησε το δικαίωμα αυτό βάσει εισφορών που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν όταν ήταν μισθωτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μισθωτός για την εφαρμογή του άρθρου 73, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
2)
Αν υπήκοος κράτους μέλους Α κατοικεί για ορισμένη χρονική περίοδο σε κράτος μέλος Β και, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, α ) εργάζεται ως μισθωτός και β ) συγκατοικεί με υπήκοο του κράτους μέλους Β, έχοντας αποκτήσει με αυτήν τέκνο, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 52 της Συνθήκης η άρνηση του κράτους μέλους Α να καταβάλει οικογενειακές παροχές για το τέκνο αυτό με μόνη αιτιολογία ότι το τέκνο δεν κατοικεί στο κράτος Α την περίοδο κατά την οποία ο υπήκοος του εν λόγω κράτους Α έχει επιστρέψει στο κράτος μέλος Α και εργάζεται σ' αυτό ως μη μισθωτός, ενώ το τέκνο παραμένει στο κράτος μέλος Β.
3)
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα, το τρίτο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαίου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς του κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ L 143, σ. 1 ).
( 2 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976, υποθ. 17/76, Drack ( Rec. 1976, σ. 1429 ).
( 3 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, υποθ. C-114/88, Delbar ( Συλλογή 1989, σ. 4067 ).
( 4 ) Αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, υπόθ. 41/84 ( Συλλογή 1986, σ. 1 ), και της 2ας Μαρτίου 1989, υποθ. 359/87 (Συλλογή 1989, σ. 585).
( 5 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1977, υποθ. 11/77, Palrick ( Rec. 1977, σ. 1199, περβηψη, αριθ. 1 ).
( 6 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθ. 136/78, Auer (Rec. 1979, σ. 437, 449).
( 7 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 79/85 ( Συλλογή 1986, σ.2375).
( 8 ) Αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87 (Συλλογή 1988, σ. 3877), καθώς και 154/87 και 155/87 (Συλλογή 1988, σ. 3897).
( 9 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 572/72 ( ΕΕ L 331, σ. 1 ).
( 10 ) Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors ( Rec. 1979, σ. 399, σκέψη 24), και της 6ης Οκτωβρίου 1981, 246/80, Broekmeulen (Συλλογή 1981, α 2311, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy