ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 6ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Το Cour du travail της Λιέγης υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Μπορεί ένα κράτος μέλος να αρνηθεί, λόγω της ιθαγενείας τους, τη χορήγηση κοινωνικού πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 στα συντηρούμενα τέκνα εργαζομένου που είναι υπήκοος τρίτου κράτους (του Μαρόκου), με το οποίο η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας περιέχουσα ρήτρα ίσης μεταχειρίσεως, από άποψη κοινωνικής ασφαλίσεως, υπέρ των διακινουμένων εργαζομένων της χώρας αυτής, οι οποίοι απασχολούνται εντός της Κοινότητας, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους που συγκατοικούν μαζί τους; »
1. Ιστορικό
2.
Η Bahia Kziber, Μαροκινή υπήκοος, κατοικεί με τους γονείς της στο Βέλγιο. Ο πατέρας της, επίσης Μαροκινός υπήκοος, εργαζόταν ως μισθωτός στο Βέλγιο και τώρα είναι συταξιούχος εργάτης ορυχείων. Μετά το πέρας των σπουδών της στο Βέλγιο η Kziber υπέβαλε αίτηση προς χορήγηση επιδόματος αναμονής βάσει του άρθρου 124 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 περί απασχολήσεως και ανεργίας ( 1 ). Βάσει της διατάξεως αυτής χορηγείται, στο πλαίσιο ενός συστήματος παροχών ανεργίας, επίδομα αναμονής στους νέους εργαζόμενους οι οποίοι, μετά το πέρας των σπουδών ή της μαθητείας τους, δεν βρίσκουν εργασία.
Το Office national de l'emploi ( εθνικό γραφείο εργασίας, στο εξής: Onem) θεώρησε ότι η Kziber πληρούσε ασφαλώς όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 124, η χορήγηση όμως του εν λόγω επιδόματος δεν ήταν δυνατή λόγω της μαροκινής της ιθαγένειας. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1984 του Tribunal du travail της Λιέγης. Το αιτούν δικαστήριο, το Cour du travail της Λιέγης, έχει επιληφθεί εφέσεως του ΟΝΕΜ κατά της απόφάσεως αυτής.
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Kziber ζητεί να επικυρωθεί η απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1984. Στηρίζει την επιχειρηματολογία της στο άρθρο 41 της Συμφωνίας Συνεργασίας που συνήφθη το 1978 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου ( 2 ) (στο εξής: Συμφωνία), δυνάμει της οποίας:
« Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων, οι εργαζόμενοι μαροκινής υπηκοότητος και τα μέλη της οικογενείας τους, που διαμένουν με αυτούς, απολαύουν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία απασχολούνται. »
3.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η παρατε-θείσα διάταξη έχει άμεσο αποτέλεσμα. Διερωτάται εντούτοις αν το προαναφερθέν άρθρο 41 αποτελεί επαρκές νομικό έρεισμα για να μπορεί να ζητήσει η Kziber επίδομα αναμονής. Πράγματι, κατά την απόφαση περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η Kziber δεν έχει την ιδιότητα του « εργαζομένου » υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δεδομένου ότι, μετά τις σπουδές της, δεν εργάστηκε ποτέ ως μισθωτός ουσιαστικά και πραγματικά. Επιπλέον, δεν μπορούσε να ζητήσει τη χορήγηση του επιδόματος ούτε υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας εργαζομένου, διότι, δυνάμει του άρθρου 41 της Συμφωνίας, έχει μόνο « παρεπόμενα δικαιώματα », ενώ το εν λόγω επίδομα αναμονής αποτελεί παροχή υπέρ των νέων ανέργων βάσει της προσωπικής τους καταστάσεως ( 3 ).
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στη συνέχεια στην απόφαση Deák του 1985 ( 4 ). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε ότι παροχές όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 124 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963 πρέπει να θεωρούνται ως « κοινωνικό πλεονέκτημα » υπό την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1612/68 ( 5 ), οι οποίες πρέπει να χορηγούνται επίσης, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους, στα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου που είναι ο ίδιος υπήκοος ενός των κρατών μελών ( 6 ). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί επί του παρόντος αν η ερμηνεία που υιοθετήθηκε στην απόφαση Deák ισχύει επίσης όσον αφορά μέλος της οικογενείας εργαζομένου υπηκόου τρίτου κράτους με το οποίο η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας. Ειδικότερα ερωτά αν η προαναφερθείσα ρήτρα περί ίσης μεταχειρίσεως που περιλαμβάνεται στη Συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Μαρόκου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι Μαροκινοί υπήκοοι εργαζόμενοι και τα μέλη της οικογενείας τους τα οποία κατοικούν μαζί τους δικαιούνται να ζητήσουν να τους χορηγηθεί « κοινωνικό πλεονέκτημα » υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68.
2. Το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος
4.
Από την προηγηθείσα ανάπτυξη προκύπτει ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία μιας διατάξεως της Συμφωνίας. Με άλλα λόγια, η διαφορά δεν αφορά την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1612/68 ( 7 ), ούτε και την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 8 ). Κανένας από τους δύο κανονισμούς δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ατόμου που βρίσκεται στην κατάσταση της Kziber ( δηλαδή είναι άτομο που αναζητεί εργασία, με μαροκινή ιθαγένεια, και είναι μέλος της οικογενείας Μαροκινού υπηκόου). Πράγματι, ο κανονισμός 1408/71 ισχύει βάσει του άρθρου 2, για τους εργαζόμενους που είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Ο κανονισμός 1612/68 ισχύει μόνο για τους εργαζομένους που είναι υπήκοοι κράτους μέλους. Επομένως, οι κανονισμοί αυτοί δεν παρουσιάζουν άμεσο ενδιαφέρον για την εκτίμηση της νομικής καταστάσεως της Kziber, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι είναι μέλος της οικογενείας εργαζομένου, υπηκόου κράτους μέλους. Με άλλα λόγια, τα δικαιώματα της Kziber στη διαφορά της κύριας δίκης πρέπει να εκτιμηθούν αποκλειστικά στο πλαίσιο της Συμφωνίας.
5.
Καταρχάς πρέπει να διευκρινιστεί το τί ζητείται από το Δικαστήριο. Όπως είδαμε προηγουμένως (σημείο 3), το αιτούν δικαστήριο βασίζεται, πρώτον, στην ιδέα ότι το άρθρο 41 της Συμφωνίας έχει άμεσο αποτέλεσμα και, δεύτερον, ότι η Kziber δεν μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος ως « εργαζόμενη », ούτε ως « μέλος της οικογενείας » εργαζομένου. Η πρώτη βάση αντικρούεται από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και του Onem η δεύτερη βάλλεται στις παρατηρήσεις της Kziber και της Επιτροπής. Το υποβληθέν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα δεν αφορά, στην κυριολεξία, παρά μόνο το δικαίωμα προς λήψη « κοινωνικού πλεονεκτήματος » υπό την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, το οποίο ενδέχεται να έχουν τα τέκνα εργαζομένου υπηκόου τρίτου κράτους (στην προκειμένη περίπτωση, του Μαρόκου ), με το οποίο η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία. Δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η Kziber δεν μπορεί να επικαλεστεί τα εκ του κανονισμού 1612/68 δικαιώματα (αλλά ούτε και όσα απορρέουν από τον κανονισμό 1408/71 ), το προδικαστικό ερώτημα αφορά σε τελική ανάλυση την ερμηνεία της Συμφωνίας, ειδικότερα δε το άμεσο αποτέλεσμα της και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41.
Όσον αφορά την εξουσία ερμηνείας του Δικαστηρίου, η στενή διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο. Πράγματι, η Συμφωνία, συναφθείσα σύμφωνα με το άρθρο 238 της Συνθήκης, αποτελεί προφανώς, όσον αφορά την Κοινότητα, πράξη ενός των οργάνων της υπό την έννοια του άρθρου 177, πρώτο εδάφιο, περίπτωση β, της Συνθήκης. Οι διατάξεις μιας τέτοιας συμφωνίας αποτελούν, από τη στιγμή της ενάρξεως της ισχύος της, αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης ( 9 ). Για τον λόγο αυτό η ενιαία εφαρμογή τους εντός της Κοινότητας πρέπει να εξασφαλίζεται από το Δικαστήριο, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να διαφέρουν τα αποτελέσματα τους ανάλογα με την ερμηνεία που τους δίδεται στα διάφορα κράτη μέλη ( 10 ). Επομένως, η εξέταση του Δικαστηρίου μπορεί και οφείλει να αφορά την ερμηνεία της Συμφωνίας και ειδικότερα το άμεσο αποτέλεσμα, το πεδίο εφαρμογής και την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 41.
6.
Επισημαίνω, τέλος, ότι η ανάλυση μου δεν αφορά παρά μόνο το άρθρο 41 και, σε συνδυασμό με αυτό, το άρθρο 42 της Συμφωνίας. Το άρθρο 41 περιλαμβάνει απαγόρευση εισαγωγής διακρίσεων « στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως ». Στις παρατηρήσεις της η Επιτροπή ενδιαφέρεται επίσης για το άρθρο 40 της Συμφωνίας, το οποίο θεσπίζει κανόνα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων « όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής ». Ωστόσο συμφωνώ με την άποψη της, ότι ένα επίδομα αναμονής όπως το προκείμενο στη διαφορά της κύριας δίκης δεν αποτελεί όρο εργασίας ή στοιχείο της αμοιβής, αλλά είναι στην πραγματικότητα παροχή στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
3. To ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος
7.
Ο παγίως εφαρμοζόμενος κανόνας στη νομολογία του Δικαστηρίου είναι ο εξής:
« Διάταξη συμφωνίας που συνήφθη από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας, όταν, ενόψει του γράμματος της, καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως » ( 11 ).
Επομένως, για να εξακριβωθεί αν η εξεταζόμενη διάταξη περιλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η Συμφωνία στο σύνολο της, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και της φύσεως της, καθώς επίσης του κειμένου της εν λόγω διατάξεως της Συμφωνίας.
3.1. Φύση και αντικείμενο της Συμφωνίας
8.
Το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει αυτά τα ζητήματα σχετικά με διάταξη συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, η οποία ήταν ακόμη τότε χώρα μέλος της ΕΖΕΣ ( 12 ), όσον αφορά συμφωνίες συνδέσεως με τα συνδεδεμένα με την Κοινότητα αφρικανικά κράτη και τη Μαδαγασκάρη ( 13 ) και σχετικά με τη συμφωνία συνδέσεως με την Ελλάδα ( 14 ), η οποία τότε δεν ήταν ακόμη κράτος μέλος, και την Τουρκία ( 15 ). Στο πλαίσιο των σχετικών υποθέσεων το Δικαστήριο δέχθηκε κάθε φορά, παρά τις αισθητές διαφορές μεταξύ των εξετα-σθεισών συμφωνιών, ότι η φύση και το αντικείμενο των εν λόγω συμφωνιών δεν απέκλειαν τη δννανόνητα να έχει κάποια διάταξη τους άμεσο αποτέλεσμα. Σχετικά με την GATT [ Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου ], το Δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετική λύση. Στην περίπτωση αυτή έλαβε υπόψη τον ελάχιστα αυστηρό χαρακτήρα των διατάξεων της Γενικής Συμφωνίας, ιδίως εκείνων που αφορούν τις δυνατότητες παρεκκλίσεως, τα δυνάμενα να ληφθούν σε περίπτωση εξαιρετικών δυσχερειών μέτρα και τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ( 16 ).
Όταν προβαίνει σε ανάλυση της φύσεως και του αντικειμένου μιας διεθνούς συμφωνίας, το Δικαστήριο εξετάζει αν αυτή η συμφωνία περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από την απλή επιβολή αμοιβαίων υποχρεώσεων στα συμβαλλόμενα κράτη, με άλλα λόγια αν η συμφωνία είναι τέτοιας φύσεως ή έχει τέτοιο αντικείμενο, ώστε να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια συμφωνία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι « ευρείας εκτάσεως » ( ή, αλλιώς, να αποσκοπεί στην ενσωμάτωση στην Κοινότητα ) για να είναι δυνατό οι διατάξεις της να εφαρμόζονται απευθείας. Ασφαλώς, στην απόφαση Van Gend en Loos ( 17 ) το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι από την οικονομία μιας κοινής αγοράς απορρέει ότι οι κανόνες της απευθύνονται άμεσα στους υπηκόους της Κοινότητας. Ωστόσο, τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να έχουν τέτοια ισχύ και κανόνες συμφωνιών με πιο περιορισμένη έκταση ( 18 ).
9.
Θα εξετάσω τώρα το αντικείμενο και τη φύση της εν λόγω Συμφωνίας στη διαφορά της κύριας δίκης. Αυτή η Συμφωνία έχει ως στόχο να προαγάγει τη συνεργασία μεταξύ της Κοινότητας και του Μαρόκου, για να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Μαρόκου και να ευνοήσει την ενίσχυση των σχέσεων των δύο μερών ( 19 ). « Για τον σκοπό αυτό », συνεχίζει το άρθρο 1 της Συμφωνίας, « θα θεσπισθούν και θα εφαρμοσθούν διατάξεις και ενέργειες στον τομέα της οικονομικής, τεχνικής και χρηματοδοτικής συνεργασίας, στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών, καθώς και στον κοινωνικό τομέα ». Όσον αφορά το περιεχόμενο, η Συμφωνία διέπει τρεις τομείς: την οικονομική, τεχνική και χρηματοδοτική συνεργασία ( τίτλος Ι ), την εμπορική συνεργασία (τίτλος ΙΙ) και τη συνεργασία στον τομέα του εργατικού δυναμικού (τίτλος III). Κατά τη γνώμη μου, ούτε το αντικείμενο ούτε η φύση της εν λόγω Συμφωνίας εμποδίζουν την απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της, όπως δεν εμποδίστηκε, κατά το Δικαστήριο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο από το αντικείμενο και τη φύση των διαφόρων συμφωνιών ποικίλου περιεχομένου με τις οποίες έχει ασχοληθεί το Δικαστήριο (βλ. σχετική νομολογία στο σημείο 8 ανωτέρω ).
Στην απόφαση Bresciani ( 20 ) το Δικαστήριο κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα, αν και διαπίστωσε ότι η σχετική σύμβαση ( Yaoundé Ι ) δεν είχε συναφθεί προς εξασφάλιση της ισότητας στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η Κοινότητα έναντι των συνδεδεμένων κρατών, αλλά μάλλον για να ευνοήσει την ανάπτυξη τους. Με την απόφαση Kupferberg ( 21 ) το Δικαστήριο δέχθηκε τη δυνατότητα της απευθείας εφαρμογής μιας συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών παρά την ύπαρξη ενός ιδιαιτέρου θεσμικού πλαισίου για τις διαβουλεύσεις και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και τις ρήτρες διασφαλίσεως, που, βέβαια, δεν είχαν εφαρμογή παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μολονότι με την απόφαση Demirel ( 22 ) το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι είχαν άμεσο αποτέλεσμα δύο διατάξεις της συμφωνίας συνδέσεως με την Τουρκία λόγω του προγραμματικού χαρακτήρα τους, ωστόσο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ορισμένες (άλλες) διατάξεις της συμφωνίας αυτής να έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με την απόφαση Pabst & Richarz ( 23 ), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είχαν άμεσο αποτέλεσμα ορισμένες διατάξεις μιας συμφωνίας συνδέσεως με την Ελλάδα, η οποία παρουσίαζε μεγάλη ομοιότητα προς τη συμφωνία συνδέσεως με την Τουρκία ( 24 ).
Στην υπό εξέταση Συμφωνία με το Μαρόκο υπάρχει σε πολύ λιγότερο βαθμό ανισότητα όσον αφορά τις υποχρεώσεις, ιδίως στον κοινωνικό τομέα, σε σχέση με τη σύμβαση συνδέσεως περί της οποίας επρόκειτο στην απόφαση Bresciani. Ακόμη, η Συμφωνία έχει τον ίδιο θεσμικό χαρακτήρα και, ασφαλώς, δεν περιλαμβάνει ρήτρες διασφαλίσεως ευρύτερες από τις περιεχόμενες στη συμφωνία που ερμηνεύθηκε με την απόφαση Kupferberg ( βλ. την επομένη ενότητα ), δεν έχει δε τον « προγραμματικό χαρακτήρα » της εξετασθείσας στο πλαίσιο της αποφάσεως Demirel συμφωνίας. Αυτή η τελευταία παρατήρηση ισχύει ιδιαίτερα για τις διατάξεις του τίτλου II της Συμφωνίας (που ορίζει, για ορισμένο αριθμό προϊόντων προελεύσεως Μαρόκου, την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των δασμών ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος) και του τίτλου III ( που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των Μαροκινών και των κοινοτικών εργαζομένων). Αυτές οι διατάξεις περιλαμβάνουν συχνά λεπτομερείς κανόνες, οι οποίοι προδήλως έχουν ως σκοπό τη ρύθμιση της νομικής καταστάσεως των ιδιωτών.
10.
To γεγονός ότι η Συμφωνία προβλέπει ένα ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο (δηλαδή τη σύσταση « Συμβουλίου Συνεργασίας » ) ( 25 ), ότι επιτρέπει στα μέρη να λαμβάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις μονομερή μέτρα ( 26 ) και ότι προβλέπει επίσης, για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, μια διαδικασία η οποία δεν επιβάλλει στα μέρη ούτε τους παρέχει τη δυνατότητα να υποβάλλουν αυτές τις διαφορές στο Δικαστήριο ( 27 ) δεν είναι τέτοιας φύσεως, όπως δέχεται η προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, ώστε να αποκλεισθεί καταρχήν το άμεσο αποτέλεσμα μιας συμφωνίας ( 28 ). Ασφαλώς, στο πλαίσιο της GATT, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προβλεπόμενος σ' αυτή τη συμφωνία τρόπος επιλύσεως των διαφορών και η δυνατότητα λήψεως μέτρων διασφαλίσεως που παρέχει αποκλείουν την απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της ( 29 ). Σε αντίθεση με την GATT, η υπό εξέταση Συμφωνία παρέχει πολύ πιο περιορισμένη δυνατότητα προς λήψη μέτρων διασφαλίσεως, προβλέπει δε επίσης την υποχρεωτική διευθέτηση των διαφορών ( με διαιτησία ). Όσον αφορά μάλιστα δύο σημεία, περιλαμβάνει διατάξεις πιο αυστηρές από εκείνες της συμφωνίας με την Πορτογαλία που εξετάστηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Kupferberg ( 30 ) ( 31 ). Αναφορικά με αυτή την τελευταία συμφωνία, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφαση Kupferberg, τα εξής:
« Το γεγονός και μόνο ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο για διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους σχετικά με την εκτέλεση της Συμφωνίας δεν είναι αρκετό για να αποκλεισθεί κάθε εφαρμογή της Συμφωνίας αυτής από τα δικαστήρια. Όταν το δικαστήριο ενός από τα μέρη εφαρμόζει σε συγκεκριμένη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του μια διάταξη της Συμφωνίας, που συνεπάγεται σαφή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση και συνεπώς δεν απαιτεί καμία προηγουμένη επέμβαση ( της μικτής επιτροπής ), δεν θίγει την αρμοδιότητα που η Συμφωνία παρέχει στην επιτροπή αυτή » ( σκέψη 20).
«Όσον αφορά τις ρήτρες διασφαλίσεως που επιτρέπουν στα μέρη να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της Συμφωνίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εφαρμόζονται μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις και, κατά γενικό κανόνα, κατόπιν από κοινού εξετάσεως εντός της μικτής επιτροπής. Πλην ειδικών συνθηκών που συνεπάγονται την εφαρμογή των ρητρών αυτών, οι οποίες, άλλωστε, δεν επηρεάζουν τις διατάξεις περί απαγορεύσεως των φορολογικών διακρίσεων, η ύπαρξη τους δεν δύναται αυτή καθ' εαυτή να επιδρά στην απευθείας εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της Συμφωνίας» (σκέψη 21 ).
Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν εξίσου ή κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τη Συμφωνία με το Μαρόκο την οποία εξετάζει σήμερα το Δικαστήριο.
3.2. Οι κρίσιμες διατάξεις της Συμφωνίας
11.
Εφόσον γίνει δεκτό ότι η φύση και το αντικείμενο της Συμφωνίας δεν εμποδίζουν την απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της, πρέπει να εξακριβωθεί στη συνέχεια αν η παράγραφος 1 του άρθρον 41 της Συμφωνίας προβλέπει επαρκώς σαφή υποχρέωση, της οποίας η εκτέλεση ή το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τη λήψη καμιάς μεταγενέστερης πράξεως. Κρίνω ότι είναι χρήσιμο να παραθέσω in extenso το κείμενο των άρθρων 40, 41 και 42:
« Άρθρο 40
Κάθε κράτος μέλος παρέχει στους εργαζομένους μαροκινής υπηκοότητος, οι οποίοι απασχολούνται στην επικράτεια του, καθεστώς που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στην ιθαγένεια σε σχέση με τους ιδίους του υπηκόους, όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής.
Το Μαρόκο παρέχει το ίδιο καθεστώς στους εργαζομένους, υπηκόους των κρατών μελών, που απασχολούνται στο έδαφός του.
Άρθρο 41
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων, οι εργαζόμενοι μαροκινής υπηκοότητος και τα μέλη της οικογενείας τους, που διαμένουν με αυτούς, απολαύουν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία απασχολούνται.
2. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή διαμονής, των συμπληρουμένων στα διάφορα κράτη μέλη, όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, καθώς και την ιατρική περίθαλψη τόσο των ιδίων όσο και των μελών της οικογενείας τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητος.
3. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν των οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητος.
4. Οι εργαζόμενοι αυτοί απολαύουν της ελευθέρας μεταφοράς στο Μαρόκο, βάσει της ισοτιμίας που εφαρμόζεται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους ή των κρατών μελών τα οποία είναι οφειλέτες των συντάξεων γήρατος, θανάτου, εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής νόσου καθώς και αναπηρίας, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου.
5. Το Μαρόκο παρέχει στους εργαζομένους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι απασχολούνται επί της μαροκινής επικρατείας, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους, καθεστώς ανάλογο του προβλεπόμενου στις παραγράφους 1, 3 και 4.
Άρθρο 42
1. Προ του τέλους του πρώτου έτους μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας αυτής το Συμβούλιο Συνεργασίας θεσπίζει τις διατάξεις που επιτρέπουν την εξασφάλιση της εφαρμογής των αρχών οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 41.
2. Το Συμβούλιο Συνεργασίας καθορίζει τους τρόπους εφαρμογής διοικητικής συνεργασίας, που εξασφαλίζει τις εγγυήσεις διαχειρίσεως και ελέγχου, τις αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ».
Η διατύπωση της παραγράφου 1 του άρθρου 41 είναι σαφής και ακριβολόγος: στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, απαγορεύεται κάθε διάκριση βασιζόμενη στην ιθαγένεια. Πανομοιότυπη είναι η διατύπωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 40, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στην ιθαγένεια όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής, διάταξη για την οποία και η Επιτροπή δέχεται ότι έχει άμεσο αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 41 απαγόρευση των διακρίσεων θεσπίζεται « με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων (... ) » δεν καθιστά λιγότερο σαφή των απαγόρευση. Οι διατάξεις των άλλων παραγράφων του άρθρου 41 περιλαμβάνουν προσθέτους χαρακτηρισμούς ή διευκρινίζουν τον κανόνα της απαγορεύσεως των διακρίσεων, χωρίς να μειώνουν τη σαφήνεια του κανόνα της παραγράφου 1 ή χωρίς να τον καθιστούν λιγότερο συγκεκριμένο.
12.
Το επιχείρημα που προβάλλουν η Επιτροπή, η Γαλλική Κυβέρνηση και το Onem, που αρνούνται το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 41, βασίζεται στο γεγονός ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 42 παρέχει στο Συμβούλιο Συνεργασίας την εξουσία να λάβει αποφάσεις προς εφαρμογή του άρθρου 41 (και όχι του άρθρου 40). Υποστηρίζουν ότι οι θεσπιζόμενες στο άρθρο 41 « αρχές » δεν μπορούν να αποκτήσουν άμεσο αποτέλεσμα χωρίς να μεσολαβήσει πράξη του Συμβουλίου Συνεργασίας. Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει. Ασφαλώς, από τη διατύπωση της Συμφωνίας συνάγεται ότι η τήρηση του κανόνα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, ο οποίος θεσπίζεται στο άρθρο 41, πρέπει να διευκολύνεται με τις πράξεις του Συμβουλίου Συνεργασίας, όχι όμως ότι εξαρτάται πάντοτε από τις ενέργειες του ( 32 ). Με άλλα λόγια, βάσει του συνδυασμού των άρθρων 41 και 42 αποκλείεται κάθε άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του άρθρου 41, που χρειάζονται μέτρα εφαρμογής τα οποία καθιστούν « σαφή και συγκεκριμένη » την υποχρέωση που περιλαμβάνουν οι διατάξεις αυτές ( 33 ). Αυτό μπορεί να συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση μέτρων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής η οποία θεσπίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 41 ( συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως). Ωστόσο, η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, αφορά κατάσταση η οποία μπορεί να εκτιμηθεί άμεσα όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 41 της Συμφωνίας ( 34 ): δεν αμφισβητείται ότι η Kziber πληροί όλες τις προϋποθέσεις για τη λήψη του επιδόματος και ότι η χορήγηση του εμποδίστηκε για τον μοναδικό λόγο ότι έχει τη μαροκινή ιθαγένεια. Σε μια τέτοια περίπτωση η εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν πρέπει ( κατά το άρθρο 42 ) να « εξασφαλιστεί » με λεπτομέρειες εφαρμογής, τις οποίες καθορίζει το Συμβούλιο Συνεργασίας, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της αρχής αυτής εξασφαλίζεται ήδη με μία σαφή απαγόρευση επιβολής διακρίσεων, την οποία το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εφαρμόσει απευθείας.
13.
Υπάρχει ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το άρθρο 42 δεν εμποδίζει την απευθείας εφαρμογή των σαφών και συγκεκριμένων διατάξεων του άρθρου 41: η καθοριζόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 42 προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να θεσπιστούν από το Συμβούλιο Συνεργασίας οι λεπτομέρειες εφαρμογής, έληξε την 1η Νοεμβρίου 1979 ( 35 ). Επ' αυτού θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο δεν δίστασε να δεχθεί ότι έχουν άμεσο αποτέλεσμα ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ( όπως για παράδειγμα τα άρθρα 52και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ) παρά το γεγονός ότι άλλα άρθρα της προβλέπουν « πράξεις περί θέσεως σε εφαρμογή » των διατάξεων αυτών ( 36 ) Προβαίνοντας στη σύγκριση αυτή, δεν διατείνομαι ότι υπάρχει πλήρης παραλληλισμός μεταξύ της θεωρίας περί αμέσου αποτελέσματος των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και της αναφερομένης στα αποτελέσματα των διατάξεων συμφωνιών που έχουν συναφθεί με τρίτα κράτη. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει αναλογία στο μέτρο που προβάλλεται εν προκειμένω ο ισχυρισμός ότι μία σαφής και συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα για τον μοναδικό λόγο ότι μία άλλη διάταξη προβλέπει τη ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής.
4. Το πεδίο εφαρμογής και η ερμηνεία του άρθρου 41 της Συμφωνίας
14.
Αφού αποδείχθηκε ότι το άρθρο 41 της Συμφωνίας έχει άμεσο αποτέλεσμα σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, πρέπει ακόμα να δοθούν απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής (με άλλα λόγια, το περιεχόμενο) και την ερμηνεία αυτής της διατάξεως. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής πρέπει να εξακριβωθεί αν ένα επίδομα, όπως αυτό το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και το οποίο συνιστά, όπως προανέφερα, στοιχείο του συστήματος παροχών ανεργίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αναφερομένου » γενικά στις κανονιστικές ρυθμίσεις « στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως άρθρου 41, παράγραφος 1 ». Όσον αφορά την ερμηνεία, πρέπει να αποσαφηνιστεί αν η Kziber πρέπει να θεωρηθεί ως « εργαζόμενη » ή ως « μέλος της οικογενείας », το οποίο συγκατοικεί με εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας. Αυτές οι εκφράσεις αντιστοιχούν (ή τουλάχιστον παρουσιάζουν μια σχετική ομοιότητα) προς τις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στις Συνθήκες ή στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εντούτοις, οι διατάξεις των διεθνών συμφωνιών πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το γράμμα τους και λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκομένου στόχου, η δε ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο σε παρόμοιους κανόνες ή εκφράσεις, που απαντώνται στις Συνθήκες ή στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να μεταφερθεί με απλή αναλογία σε μια διεθνή συμφωνία: καταρχάς πρέπει να διαπιστωθεί συναφώς ότι το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας δεν εμποδίζουν μια τέτοια μεταφορά ( 37 ).
4.1. Το πεδίο εφαρμογής τον άρθρον 41
15.
Θα εξετάσω καταρχάς τη σημασία του όρου « κοινωνική ασφάλιση«, ο οποίος είναι καθοριστικός για το πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως υποστήριξε ότι ο όρος αυτός δεν αφορά τις παροχές και, επομένως, το επίδομα αναμονής, ως ειδική μορφή τέτοιων παροχών. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίχθηκε σε δύο λόγους: πρώτον, στο γεγονός ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 41, που αναφέρεται στον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στους διάφορους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν προβλέπει αυτόν τον συνυπολογισμό όσον αφορά το δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας δεύτερον, στο γεγονός ότι δεν υφίσταται ασφάλιση ανεργίας στο Μαρόκο.
Πιθανότατα, όσον αφορά τους όιακινουμένους κοινοτικούς εργαζομένους, οι παροχές ανεργίας υπάγονται προφανώς στην ευρεία έννοια της « κοινωνικής ασφαλίσεως », όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71. Εντούτοις, από τις δύο παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως τίθεται το ερώτημα αν η αναφερόμενη στο άρθρο 41 της Συμφωνίας έννοια της « κοινωνικής ασφαλίσεως » έχει το ίδιο ευρύ πεδίο εφαρμογής. Πρώτον, η παράγραφος 2 του άρθρου 41 προβλέπει ένα σύστημα συνυπολογισμού για όλους τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως για τους οποίους ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει επίσης ένα σύστημα συνυπολογισμού, εξαιρέσει του κλάδου ανεργίας. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους. Είτε σημαίνει ότι, όσον αφορά τις παροχές ανεργίας, οι Μαροκινοί εργαζόμενοι έχουν καταρχήν πράγματι δικαίωμα να μην επιβάλλονται σε βάρος τους διακρίσεις, χωρίς όμως οι παροχές αυτές να συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως. Είτε σημαίνει ότι οι παροχές ανεργίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41. Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα στηρίζεται ακόμα στο γεγονός ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 41 προβλέπει μία ειδική διάταξη όσον αφορά την ελεύθερη μεταφορά χρηματικών ποσών προς το Μαρόκο για όλους τους παραδοσιακούς κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, όχι όμως για τον κλάδο ανεργίας.
Ακόμα και αν δεχθούμε ότι δεν υφίσταται ασφάλιση ανεργίας στο Μαρόκο ( δεύτερο επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως), αυτό επιβεβαιώνει την ίδια άποψη, λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 41, το Μαρόκο παρέχει στους κοινοτικούς υπηκόους καθεστώς ανάλογο του προβλεπομένου στην παράγραφο 1 ( που απαγορεύει τις διακρίσεις ) και στις παραγράφους 3 και 4. Το γεγονός ότι υπάρχει ηθελημένη αμοιβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, συνδυαζόμενο προς την έλλειψη ειδικών διατάξεων περί των παροχών ανεργίας, μπορεί να αποτελέσει ένδειξη του ότι δεν υπήρχε πρόθεση να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 οι παροχές ανεργίας που υπάρχουν μεν στα διάφορα κράτη μέλη, αλλά όχι στο Μαρόκο.
Επομένως δικαιολογούνται ορισμένες αμφιβολίες, δεν θεωρώ αναγκαίο όμως να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό. Θα δούμε αργότερα ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 41 αφορά επίσης τις παροχές ανεργίας, η απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, δεν παρέχει τη δυνατότητα σε άτομα όπως η Kziber να ζητούν τη χορήγηση του επιδόματος αναμονής το οποίο αφορά η διαφορά της κύριας δίκης.
4.2. Οι έννοιες «μέλος της οικογενείας ενός εργαζομένου» και «εργαζόμενος» στο άρθρο 41
16.
Το ζήτημα που θα εξετάσω τώρα αφορά το αν ένα άτομο όπως η Kziber πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της οικογενείας που συγκατοικεί με εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας υπό την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
Η Γερμανική Κυβέρνηση το αμφισβητεί, διατεινόμενη ότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι ο πατέρας της Kziber είναι συνταξιούχος και, επομένως, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως « εργαζόμενος » ο οποίος « εργάζεται σε ένα κράτος μέλος της Κοινότητας υπό την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως, οπότε η ίδια η Kziber δεν είναι μέλος της οικογενείας συγκατοικούν με έναν τέτοιο εργαζόμενο. Αυτό ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι ο δικαιούχος συντάξεως δεν είναι πλέον εργαζόμενος και δεν μπορεί να ζητεί την εφαρμογή θεσπισμένου από τη Συμφωνία συστήματος περί απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά τη γνώμη μου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να θέλησαν κάτι τέτοιο: πράγματι, ένα σημαντικό μέρος του « τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως », στον οποίο έχει εφαρμογή το άρθρο 41, αφορά τα δικαιώματα των συνταξιούχων εργαζομένων. Τούτο προκύπτει ιδίως από την παράγραφο 4 του άρθρου 41, που επιτρέπει στους « εργαζομένους » μαροκινής ιθαγενείας να μεταφέρουν στο Μαρόκο κάθε είδους συντάξεις και προσόδους. Θεωρώ συνεπώς ότι το άρθρο 41 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του άτομα μαροκινής ιθαγενείας, τα οποία εργάστηκαν εντός της Κοινότητας και λαμβάνουν στη συνέχεια σύνταξη.
17.
Ένα άλλο ζήτημα είναι το αν μέλος της οικογενείας ενός εργαζομένου μπορεί, δυνάμει του συστήματος που βασίζεται στην αναφερόμενη στο άρθρο 41 ίση μεταχείριση, να ζητήσει να του χορηγηθεί το αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης επίδομα αναμονής (πάντοτε εφόσον γίνει δεκτό ότι οι παροχές ανεργίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 ). Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα άτομα αυτά έχουν μόνο « παράγωγα δικαιώματα », δηλαδή δικαιώματα που τους παρέχονται λόγω της ιδιότητάς τονς ως μέλους της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου. Όμως, το βελγικό επίδομα αναμονής — όπως θεωρεί το αιτούν δικαστήριο ότι συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου — δεν είναι « παρεπόμενο δικαίωμα », αλλά « ίδιο δικαίωμα » του νέου που αναζητεί εργασία.
18.
Η έννοια του «παρεπομένου δικαιώματος » αναφέρθηκε στη νομολογία επ' ευκαιρία ερμηνείας από το Δικαστήριο σχετικά με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού αυτού θεσπίζεται ένας κανόνας ίσης μεταχειρίσεως, ο οποίος ισχύει για τους διακινούμενους εργαζομένους υπηκόους κράτους μέλους, « καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους » ( 38 ). Με την απόφαση Kermaschek του 1976 ( 39 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε δύο σαφώς διαφορετικές κατηγορίες: αφενός στους εργαζόμενους και αφετέρου στα μέλη των οικογενειών τους. Ενώ τα ανήκοντα στην πρώτη κατηγορία άτομα μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων προς λήψη παροχών τα οποία αναφέρονται στον κανονισμό 1408/71 ως «ίδια δικαιώματα», τα μέλη της οικογενείας τους έχουν μόνο « παρεπόμενα δικαιώματα », δηλαδή δικαιώματα που παρέχονται λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογενείας εργαζομένου την οποία έχουν. Από αυτό το Δικαστήριο συνεπέρανε ότι τα μέλη της οικογενείας (όποια και αν είναι η ιθαγένεια τους) των διακινουμένων εργαζομένων υπηκόων ενός από τα κράτη μέλη δικαιούνται μόνο τις παροχές που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών υπέρ των μελών της οικογενείας των διακινουμένων εργαζομένων λόγω αυτής ακριβώς της ιδιότητας τους ( 40 ).
Την απόφαση Kermaschek επιβεβαίωσε η απόφαση Deák του 1985 ( 41 ), τη φορά αυτή ειδικά σε σχέση με το επίδομα αναμονής που προβλέπει η βελγική νομοθεσία για τους νέους που αναζητούν εργασία. Με την απόφαση Deák το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτά τα επιδόματα αναμονής αποτελούν παροχή χορηγούμενη στους νέους που αναζητούν εργασία λόγω της προσωπικής τους καταστάσεως και όχι λόγω του γεγονότος ότι είναι μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου. Με άλλα λόγια πρόκειται για ίδιο δικαίωμα, του οποίου, επομένως, δεν μπορούν να τύχουν τα μέλη της οικογενείας ενός διακινουμένου εργαζομένου δυνάμει του κανονισμού 1408/71 ( 42 ).
Νομίζω ότι η ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 1408/71 στην υπόθεση Kermaschek, που επιβεβαιώθηκε και εφαρμόστηκε στην περίπτωση του επιδόματος αναμονής με την απόφαση Deák, πρέπει να ισχύσει επίσης και για το άρθρο 41 της Συμφωνίας. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του περιεχομένου της Συμφωνίας, καθώς και του γράμματος του άρθρου 41, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή παρέχει στα μέλη της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου ευρύτερα δικαιώματα (ήτοι όχι μόνο παρεπόμενα αλλά και ίδια ) από τα παρεχόμενα στα μέλη της οικογενείας εργαζομένου κοινοτικού υπηκόου με τον κανονισμό 1408/71, ο οποίος αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Για τον λόγο αυτόν, μέλος της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου δεν μπορεί να ζητήσει, βάσει του άρθρου 41 της Συμφωνίας, τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος αναμονής.
19.
Εντούτοις, με την απόφαση Deák, το Δικαστήριο εξέτασε επίσης αν μπορεί να αποκλειστεί η χορήγηση του επιδόματος αυτού στα τέκνα ( ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους ) των εργαζομένων υπηκόων κράτους μέλους, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ( 43 ). Το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, με την αιτιολογία ότι το προαναφερθέν άρθρο 7, παράγραφος 2, εγγυάται στους εργαζομένους υπηκόους των άλλων κρατών μελών όλα τα κοινωνικά πλεονεκτήματα τα οποία είναι ικανά « να διευκολύνουν την κινητικότητα τους στο εσωτερικό της Κοινότητας » ( 44 ). Όμως, αν αποκλείεται η χορήγηση του θεσπισθέντος υπέρ των νέων που αναζητούν εργασία επιδόματος αναμονής στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν εγκατασταθεί και εργάζονται, οι εν λόγω εργαζόμενοι « δεν θα ενθαρρύνονταν να παραμείνουν στο κράτος μέλος ( αυτό ) » ( 45 ).
Ωστόσο, για τους εργαζομένους μαροκινής ιθαγενείας δεν υφίσταται διάταξη παρόμοια προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό, βάσει της γενικής απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 41 της Συμφωνίας, ότι και τα τέκνα αυτών των εργαζομένων μπορούν να τύχουν « κοινωνικών πλεονεκτημάτων » συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων αναμονής που χορηγούνται υπέρ των νέων εγγεγραμμένων ως ανέργων; Πιστεύω πως όχι. Από το σκεπτικό της αποφάσεως Deák προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση του Δικαστηρίου βασίστηκε σε εκτιμήσεις που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Εντούτοις, η Συμφωνία δεν έχει ως στόχο να διευκολύνει την πρόσβαση των Μαροκινών εργαζομένων στην αγορά και στις θέσεις εργασίας της Κοινότητας (και αντιστρόφως), ούτε τη διακίνηση αυτών των ατόμων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Στόχος της είναι μόνο η εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως στους εργαζομένους που έχουν ήδη γίνει δεκτοί στην αγορά εργασίας. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και της φύσεως της εν λόγω Συμφωνίας, ασφαλώς δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί το άρθρο 41 με τον ίδιο τρόπο όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, με την απόφαση Deák, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Εφαρμοζόμενη στην κατάσταση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, η συλλογιστική αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο όπως η Kziber δεν μπορεί να επικαλεστεί την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 41 της Συμφωνίας για να ζητήσει να λάβει ένα επίδομα αναμονής, το οποίο χορηγείται υπέρ των νέων που αναζητούν εργασία, ακόμα και αν το εν λόγω επίδομα αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68.
20.
Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα αν η Kziber πρέπει να θεωρηθεί ως « εργαζόμενη » υπό την έννοια του άρθρου 41 της Συμφωνίας και αν μπορεί, με την ιδιότητά της αυτή, να ζητήσει τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος αναμονής.
Και πάλι ο κανόνας είναι ότι η έννοια του « εργαζομένου » πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της Συμφωνίας, καθώς και του γράμματος της εξεταζόμένης διατάξεως. Νομίζω όμως ότι η ευρεία ερμηνεία από το Δικαστήριο της έννοιας του « εργαζομένου », όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν μπορεί να μεταφερθεί με απλή αναλογία στην έννοια του « εργαζομένου » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 41 της Συμφωνίας.
Στη σχετική με το άρθρο 48 της Συνθήκης νομολογία η έννοια του « εργαζομένου » ερμηνεύεται ευρέως, καθόσον καθορίζει το πεδίο εφαρμογής μιας από τις θεμελιώσεις ελευθερίες της Κοινότητας ( 46 ). Η Συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της εξετάσεως μας επιδιώκει όμως διαφορετικούς στόχους από τη Συνθήκη ΕΟΚ. Όπως επισήμανα προηγουμένως, δεν αποσκοπεί στη διευκόλυνση της προσβάσεως στην αγορά εργασίας της Κοινότητας των ατόμων μαροκινής ιθαγενείας, ούτε στην προώθηση της διακινήσεως των ατόμων αυτών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Σκοπός της είναι αποκλειστικά η εξασφάλιση της αποφυγής διακρίσεων σε βάρος των ατόμων μαροκινής ιθαγενείας που εργάζονται ήδη (ή που εργάζονταν στο παρελθόν) στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους που συγκατοικούν μαζί τους. Επομένως, το γεγονός ότι ένα άτομο ενεγράφη ως άνεργος για ορισμένο χρόνο στα γραφεία ευρέσεως εργασίας ενός κράτους μέλους, όπως φαίνεται ότι συνέβη στην περίπτωση της Kziber, χωρίς όμως να έχει ποτέ απασχοληθεί στο πλαίσιο σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν αρκεί για να μπορεί το άτομο αυτό να θεωρηθεί ως «εργαζόμενος» υπό την έννοια του άρθρου 41 της Συμφωνίας.
5. Συμπέρασμα
21.
Τελειώνοντας, ύστερα από την προηγηθείσα ανάπτυξη, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Cour du travail της Λιέγης:
«Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να αρνηθεί τη χορήγηση ενός επιδόματος αναμονής, το οποίο προβλέπει η νομοθεσία του υπέρ των νέων που αναζητούν εργασία, σε μέλος της οικογενείας εργαζομένου μαροκινής ιθαγενείας που συγκατοικεί μαζί του, με την αιτιολογία ότι ο αναζητών εργασία έχει τη μαροκινή ιθαγένεια. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Moniteur belge της 18.1.1964, σ. 506.
( 2 ) Η εν λόγω Συμφωνία Συνεργασίας συνήφθη, στο όνομα της Κοινότητας, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2211/78 του Συμβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130 ). Τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1978.
( 3 ) Βλ. σ. 7, στην αρχή, της αποφάσεως περί υποβολής προ-δικαστικού ερωτήματος.
( 4 ) Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, ΟΝΕΜ κατά Deák ( 94/85, Συλλογή 1985, σ. 1873 ).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ). Η εν λόγω παράγραφος 2 του άρθρου 7 ορίζει ότι ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει στο έδαφος των άλλων κρατών μελών των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
( 6 ) Βλ. σκέψεις 20 έως 24 της αποφάσεως. Επ' αυτής της ερμηνείας, βλ. επιπλέον σημείο 19 κατωτέρω.
( 7 ) Προαναφερθέντος στην υποσημείωση 5.
( 8 ) Όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983 ( EEL 230, σ. 6).
( 9 ) Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, Demirel κατά Δήμου του Schwäbisch-Gmünd, σκέψη 7 ( 12/86, Συλλογή 1987, σ. 3719), όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Haegeman ( 181/73, Συλλογή 1984, σ. 469), και απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, Ελλάς κατά Επιτροπής, σκέψη 12 ( 30/88, Συλλογή 1989, σ. 3711 ).
( 10 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, Sevince κατά Staatssecretaris van Justitie, σκέψη 11 ( 192/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-1461 ), όπου γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg ( 104/81, Συλλογή 1982, σ. 3641 ) και της 16ης Μαρτίου 1983, SPI και SAMI ( 267/81-269/81, Συλλογή 1983, σ. 801 ).
( 11 ) Απόφαση Demirel, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 14.
( 12 ) Βλ. απόφαση Kupferberg, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 13 ) Βλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, Bresciani ( 87/75, Jurispr. 1976, σ. 129).
( 14 ) Βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 1982, Pabst & Richarz (17/81, Συλλογή 1982, σ. 1331).
( 15 ) Βλ. απόφαση Demirel, όπ.π., υποσημείωση 9, και απόφαση Sevince, όπ.π., υποσημείωση 10.
( 16 ) Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, International Fruit Company, σκέψεις 19 έως 27 (21/72 έως 24/72, Jurispr. 1972, σ. 1219 ), όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, Schlüter ( 9/73, Jurispr. 1973, σ. 1135), απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, SIOT (266/81, Συλλογή 1983, σ. 731 ) και απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, SPI και SAMI (267/81-269/81, Συλλογή 1983, σ. 801 ).
( 17 ) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963 (26/62, Jurispr. 1963, σ. 3 ).
( 18 ) Βλ. τη νομολογία που αναφέρεται στις υποσημειώσεις 12 έως 15 και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Sevince (όπ.π., υποσημείωση 10), που αναπτύχθηκαν στη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 1990, Συλλογή 1990, σ. I-3473, σκέψεις 27 και 28.
( 19 ) Βλ. άρθρο 1 και δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της Συμφωνίας.
( 20 ) Όπ.π., υποσημείωση 13.
( 21 ) Όπ.π., υποσημείωση 10.
( 22 ) Όπ.π., υποσημείωση 9.
( 23 ) Όπ.π., υποσημείωση 14.
( 24 ) Βλ. επ' αυτού προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Sevince, όπ.π. υποσημείωση 18, σημεία 22 έως 29.
( 25 ) Βλ. άρθρα 44 έως 48 της Συμφωνίας.
( 26 ) Βλ. άρθρα 51 και 53 της Συμφωνίας.
( 27 ) Βλ. άρθρο 52 της Συμφωνίας, που αναθέτει την επίλυση διαφορών μεταξύ των μελών, εφόσον δεν μπορούν να επιλυθούν από το Συμβούλιο Συνεργασίας, αποκλειστικά σε έναν ad hoc διαιτητή.
( 28 ) Τούτο προκύπτει π.χ., όσον αφορά τις διατάξεις περί επιλύσεως των διαφορών, από την απόφαση Bresciani, που αναφέρεται στις συμβάσεις του Yaounde. Οι συμβάσεις αυτές ορίζουν ότι οι διαφορές ως προς την ερμηνεία και των εφαρμογή τους, εάν δεν μπορούν να επιλυθούν από το Συμβούλιο Συνδέσεως, θα εκδικάζονται από διαιτητικό δικαστήριο το οποίο συνίσταται με τις εν λόγω συμβάσεις ( βλ. άρθρο 51 της Συμβάσεως του 1963 και το άρθρο 53 της Συμβάσεως του 1969). Η ρύθμιση αυτή είναι παρόμοια προς εκείνη η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 52 της Συμφωνίας Συνδέσεως με το Μαρόκο. Το γεγονός ότι, λόγω του μικτού χαρακτήρα μιας συμφωνίας, δεν ανατίθεται στο Δικαστήριο υποχρεωτικά ή έστω και δυνητικά η αρμοδιότητα προς επίλυση των εξ αυτής διαφορών δεν εμποδίζει καθόλου τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί ενός σχετικού ζητήματος όταν πρόκειται να ερμηνεύσει τη Συμφωνία στο πλαίσιο ερμηνευτικών προβλημάτων που προέκυψαν εντός της Κοινότητας: βλ. τη ρητή διάταξη επ' αυτού του άρθρου 5 της εσωτερικής συμφωνίας 80/1154/ΕΟΚ σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν για την εφαρμογή της δεύτερης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ στη Λομέ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 300) και το άρθρο 6 της εσωτερικής συμφωνίας 86/127/ΕΟΚ σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν για την εφαρμογή της τρίτης Σύμβασης ΑΚΕ-ΕΟΚ (ΕΕ L 86, σ. 221).
( 29 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση International Fruit Company.
( 30 ) Όπ.π., υποσημείωση 10.
( 31 ) Πρβλ. άρθρα 51 και 53 της Συμφωνίας με το Μαρόκο και τη δυνατότητα λήψεως μονομερών μέτρων ή μέτρων διασφαλίσεως που προβλέπεται στα άρθρα 25 έως 31 της συμφωνίας με την Πορτογαλία, καθώς και το άρθρο 52 της Συμφωνίας με το Μαρόκο και τη συμφιλιωτική διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 30 της συμφωνίας με την Πορτογαλία. Η Συμφωνία με το Μαρόκο προβλέπει, σχετικά με τα μέτρα διασφαλίσεως, μια αυστηρώς καθορισμένη κανονιστική ρύθμιση και σχετικά με την επίλυση των διαφορών, μια πω δεσμευτική ρύθμιση.
( 32 ) Πρβλ. σκέψη 20 της αποφάσεως Kupferberg (όπ.π., υποσημείωση 10), όπου το Δικαστήριο δέχθηκε το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεως « που συνεπάγεται σαφή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση και συνεπώς δεν απαιτεί καμία προηγούμενη επέμβαση (εκ μέρους της μικτής επιτροπής που συστήθηκε με τη συμφωνία με την Πορτογαλία ) » ( δική μου η υπογράμμιση ).
( 33 ) Επιπλέον, με την απόφαση Sevince (όπ.π., υποσημείωση 10) το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις μιας διεθνούς συμφωνίας μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα και όταν ακόμα άλλες διατάξεις ( εν προκειμένω σε εθνικό επίπεδο ) πρέπει να θεσπιστούν για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Στη σκέψη 22 το Δικαστήριο δέχθηκε σχετικά: « Πράγματι, οι διατάξεις αυτές απλώς διευκρινίζουν την υποχρέωση των κρατών μελών για τη λήψη των διοικητικής φύσεως μέτρων που, ενδεχομένως, συνεπάγεται ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, χωρίς να παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαρτούν από όρους ή να περιορίζουν την άσκηση του συγκεκριμένου και ανεπιφύλακτου δικαιώματος (... ) ».
( 34 ) Όποιο και αν είναι το περιεχόμενο της εξεταζομενης διατάξεως, βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες τις υποσημειώσεις 14 έως 20.
( 35 ) Η Συμφωνία άρχισε να ισχύει την 1η Νοεμβρίου 1978 ( βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω ).
( 36 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, Reyners ( 2/74, Jurispr. 1974, σ. 631 ).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, Polydor, σκέψεις 14 έως 21 ( 270/80, Συλλογή 1982, σ. 329 ) και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Kupferberg, σκέψεις 29 έως 31.
( 38 ) Βλ. συνδυαζόμενες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
( 39 ) Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976 (40/76, Jurispr.1976, σ. 1669).
( 40 ) Βλ. σκέψεις 7 έως 9.
( 41 ) Όπ.π., υποσημείωση 4.
( 42 ) Βλ. σκέψη 15.
( 43 ) Όπ.π., υποσημείωση 5.
( 44 ) Βλ. σκέψη 21.
( 45 ) Βλ. σκέψη 23.
( 46 ) Βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 1989, Bettray, σκέψη 11 (344/87, Συλλογή 1989, σ. 1621 ), με παραπομπή στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum, ( 66/85, Συλλογή 1986, α 2121).
Full & Egal Universal Law Academy