ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 30ής Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Στην παρούσα διαδικασία ζητείται από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της ( 1 ) (στο εξής: δεύτερη οδηγία).
2.
Αναφέρω συνοπτικά το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο και το ιστορικό των υποθέσεων στις κύριες δίκες.
Με τον ελληνικό ν όμο 1386/1983 της 5ης Αυγούστου 1983 ( 2 ) ιδρύθηκε ο «Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων» (στο εξής: ΟΑΕ ), ανώνυμη εταιρία της οποίας το κεφάλαιο κάλυψε εξ ολοκλήρου το Δημόσιο και η οποία έχει ως σκοπό να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Προς τούτο, ο ΟΑΕ μπορεί ειδικότερα να αναλαμβάνει τη διοίκηση και την τρέχουσα διαχείριση των υπό εξυγίανση ή των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 8, του νόμου, κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως ο ΟΑΕ μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποφασίζει, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του δικαίου των ανωνύμων εταιριών ως προς την αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως, να αυξήσει το εταιρικό κεφάλαιο της οικείας εταιρίας. Οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν πάντως το δικαίωμα προτιμήσεως που πρέπει να ασκηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας.
Ο νόμος 1386/1983 υπήρξε αντικείμενο της αποφάσεως 86/167/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1987 ( 3 ), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε αντιρρήσεις για την εφαρμογή του νόμου υπό την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα τροποποιούσε τις διατάξεις που αφορούν την αύξηση του κεφαλαίου ώστε να τις καταστήσει σύμφωνες προς τα άρθρα 25, 26, 29 και 30 της δεύτερης οδηγίας. Στις 17 Μαρτίου 1989, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ επικαλούμενη παράβαση εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων που αυτή υπέχει από τη δεύτερη οδηγία. Στις 10 Μαρτίου 1990, το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε τελικά τον νόμο 1882/1990 ( 4 ) με τον οποίο τροποποιήθηκε η προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση, ακριβώς ως προς το αμφισβητούμενο σημείο και όπως επιθυμούσε η Επιτροπή.
3.
Οι αιτούντες στη διαφορά της κύριας δίκης είναι μέτοχοι της εταιρίας « Κλωστήρια Βέλκα ΑΕ», η οποία υπήχθη στις διατάξεις του νόμου 1386/1983 με απόφαση του Υφυπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας της 14ης Δεκεμβρίου 1983 ( 5 ). Στις 28 Μαΐου 1986, ο ΟΑΕ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαχείριση της εταιρίας, αποφάσισε, βάσει του αναφερθέντος άρθρου 8, παράγραφος 8, να αυξήσει το εταιρικό κεφάλαιο, το οποίο ανερχόταν σε 200 περίπου εκατομμύρια δραχμές, κατά 400 εκατομμύρια. Η απόφαση εγκρίθηκε από τις ελληνικές αρχές με την απόφαση 162 της 6ης Ιουνίου 1986 ( 6 ).
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώπιον του οποίου προσέφυγαν οι αιτούντες αιτούμενοι την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκε η αύξηση του κεφαλαίου — θεωρώντας αυτήν ως παράνομη λόγω του ότι αντίκειται προς το ελληνικό σύνταγμα και τη δεύτερη οδηγία —, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους ακυρώσεως ως προς την αντισυνταγματικότητα της αποφάσεως, αλλά συγχρόνως αποφάσισε να αναβάλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της εν λόγω κοινοτικής οδηγίας.
4.
Με το πρώτο ερώτημα το εκδικάζον δικαστήριο, αναφερόμενο έμμεσα στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την άμεση εφαρμογή των οδηγιών, ερωτά αν οι διατάξεις του άρθρου 25, σε συνδυασμό προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 42 της δεύτερης οδηγίας είναι απηλλαγμένες προϋποθέσεων αποκειμένων στην εκτίμηση των κρατών μελών και αρκούντως επακριβείς, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση αυτών έναντι της διοικήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου υπό διοικουμένου, προβάλλοντος ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές ρύθμιση εμπεριεχόμενη σε διάταξη νόμου.
Αφήνω προς το παρόν κατά μέρος την εξέταση της ενδεχόμενης άμεσης εφαρμογής του άρθρου 42, επιφυλασσόμενος να εξετάσω το ζήτημα αυτό στο τελευταίο μέρος των προτάσεων μου. Αντίθετα, όσον αφορά το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό καθιερώνει με όρους εξαιρετικά σαφείς και ακριβείς μια αρχή γενικού χαρακτήρα σχετικά με την αύξηση του κεφαλαίου των ανωνύμων εταιριών, ορίζοντας στην παράγραφο 1 ότι « κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση ». Ένας τέτοιος κανόνας δεν φαίνεται να εξαρτάται από τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου, κατά την οποία το καταστατικό, η ιδρυτική πράξη ή η γενική συνέλευση μπορούν να επιτρέπουν την αύξηση του καλυ-φθέντος κεφαλαίου λαμβάνοντας πρόνοια ώστε το ανώτατο ποσό να μην είναι μεγαλύτερο από το ποσό που τυχόν προβλέπει ο νόμος. Η παράγραφος 2 προβλέπει πράγματι ακριβή και σαφώς καθοριζόμενη παρέκκλιση από την αρχή κατά την οποία οι αποφάσεις αυξήσεως του κεφαλαίου επιφυλάσσονται στη γενική συνέλευση, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα για τον εθνικό νομοθέτη να παρεκκλίνει από την αρχή αυτή εκτός των περιπτώσεων οι οποίες προβλέπονται ρητά. Επομένως, η παρέκκλιση της παραγράφου 2 δεν παρεμποδίζει το άμεσο αποτέλεσμα της παραγράφου 1 του άρθρου 25.
5.
Ο ίδιος λόγος ισχύει για το άρθρο 41 της δεύτερης οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το άρθρο 25 αν οι παρεκκλίσεις είναι αναγκαίες για τη θέσπιση ή την εφαρμογή των διατάξεων που αποβλέπουν στη διευκόλυνση της συμμετοχής των εργαζομένων ή άλλων κατηγοριών προσώπων, που ορίζει η εθνική νομοθεσία, στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι η διάταξη παρέχει στις εθνικές αρχές τη διακριτική ευχέρεια να παρεκκλίνουν από την αρχή που καθιερώνεται με το άρθρο 25, είναι εξίσου αληθές ότι η δυνατότητα αυτή περιορίζεται ρητά στην προβλεπόμενη περίπτωση, όπου ευνοείται η λαϊκή συμμετοχή στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας την αγορά μετοχών από ορισμένες κατηγορίες προσώπων και ειδικότερα από τους εργαζομένους.
Ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή προκύπτει, εκτός από τη ρητή αναφορά στους εργαζομένους, και από το γεγονός ότι προβλέπεται επίσης παρέκκλιση από το άρθρο 9, παράγραφος 1, και από το άρθρο 26, κατά τα οποία οι μετοχές που εκδόθηκαν έναντι εισφορών πρέπει να εξοφληθούν τουλάχιστον κατά ποσοστό 25 ο/ο της ονομαστικής τους αξίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται πράγματι να διευκολυνθεί η αγορά μετοχών από κοινωνικά στρώματα τα οποία κανονικά δεν διαθέτουν σημαντικά ποσά.
Επομένως, το άρθρο 41 δεν παρέχει την ευχέρεια στα κράτη μέλη να περιορίζουν ad nutum την έκταση του περιεχομένου της αρχής που διατυπώνεται με το άρθρο 25, αλλά περιορίζεται στο να διατυπώνει συγκεκριμένη παρέκκλιση εν όψει καθορισμένου σκοπού κοινωνικής πολιτικής. Η ίδια αναφορά σε «άλλες κατηγορίες προσώπων » πρέπει ως εκ τούτου να νοηθεί ως αναφερόμενη σε ενώσεις εργαζομένων ή νομικά πρόσωπα τα οποία οπωσδήποτε έχουν ως σκοπό να ευνοήσουν τη λαϊκή συμμετοχή και όχι προφανώς τους πιστωτικούς οργανισμούς ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και ανεξάρτητα από τον σκοπό που αυτό επιδιώκει. Επομένως, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά, το περιεχόμενο του άρθρου 41 δεν είναι τέτοιο ώστε να συνιστά εμπόδιο στο άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 25.
6.
Με το δεύτερο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 41, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, διάταξη νόμου η οποία δεν ρυθμίζει ως πάγιο νομικό καθεστώς τα της αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας, αλλ' αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, έχουν περιέλθει επιχειρήσεις που είναι ιδιαιτέρας από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, προβλέποντας, χάριν του σκοπού της εξασφαλίσεως της επιβιώσεώς τους και της συνεχίσεως της λειτουργίας τους, ότι είναι δυνατή η διά διοικητικής πράξεως λήψη αποφάσεων περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου, δια-φυλασσομένου πάντως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών.
Το πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος αφορά το ίδιο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το Συμβούλιο Επικρατείας φέρεται προς την άποψη ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής νομοθετική ρύθμιση η οποία δεν ρυθμίζει ειδικά την περίπτωση της αυξήσεως του κεφαλαίου των εταιριών, αλλά συνιστά νόμο-μέτρο, ο οποίος αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, έχουν περιέλθει ορισμένες επιχειρήσεις.
Αναφέρω αμέσως ότι η προσέγγιση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πράγματι, η δεύτερη οδηγία έχει ειδικότερα ως σκοπό να εξασφαλίσει μια ελάχιστη ισοδύναμη προστασία των μετόχων. Το να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μπορεί, με ειδική ή εξαιρετική νομοθεσία, να παρεκκλίνει από τις διατάξεις που καθιέρωσε προς τούτο ο κοινοτικός νομοθέτης θα εσή-μαινε ότι βλάπτεται σημαντικά το σύστημα εγγυήσεων που επιδιωκόταν να καθοριστεί με την οδηγία, διότι διακυβεύεται η ομοιομορφία του κατωτάτου επιπέδου προστασίας των μετόχων.
Κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από την όλη οικονομία της διατάξεως που να επιτρέπει να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε ως σκοπό να περιορίσει την έκταση του περιεχομένου του άρθρου 25 στην περίπτωση των επιχειρήσεων οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, αφήνοντας ελεύθερα τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ειδικές ή κατά παρέκκλιση διατάξεις ανάλογα με τις καταστάσεις κρίσεως· αντίθετα, με τη δεύτερη οδηγία αντιμετωπίζεται ρητά μια τέτοια περίπτωση, χωρίς ωστόσο να γίνεται νύξη σε ενδεχόμενες πιθανές παρεκκλίσεις από άλλες διατάξεις της οδηγίας και περιορίζεται στο να ορίσει ότι, σε περίπτωση σοβαρής απώλειας του αναληφθέντος κεφαλαίου, πρέπει να συγκαλείται η γενική συνέλευση εντός της προθεσμίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, προκειμένου να εξεταστεί αν είναι αναγκαίο να λυθεί η εταιρία ή να ληφθούν άλλα μέτρα.
7.
Εξάλλου, στις περιπτώσεις όπου έπρεπε να χορηγηθεί στα κράτη μέλη η εξουσία να θεσπίζουν ειδικά μέτρα προκειμένου να διαφυλάξουν ζωτικά συμφέροντα, η ίδια η Συνθήκη ΕΟΚ προβλέπει τούτο ρητά και, γενικά, περιλαμβάνει τους κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου προκειμένου να αποφεύγονται οι καταχρήσεις ( 7 ).
Πράγματι, είναι προφανές ότι αν θεωρηθεί ότι κάθε διάταξη κοινοτικού δικαίου υπόκειται σε γενική επιφύλαξη, σε συσχετισμό με εξαιρετικές περιστάσεις, θα υπήρχε ο κίνδυνος να διακυβευθεί ο δεσμευτικός χαρακτήρας και η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( 8 ).
Προς επιβεβαίωση της νομοθετικής προσεγγίσεως κατά την οποία οι ενδεχόμενες παρεκκλίσεις διατυπώνονται ρητά, υπενθυμίζω ότι η οδηγία 78/855/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1978, περί των συγχωνεύσεων των ανωνύμων εταιριών ( 9 ), με ειδική διάταξη επιτρέπει στα κράτη μέλη να μη εφαρμόζουν τις διατάξεις της οδηγίας όταν μία ή περισσότερες εταιρίες, που απορροφώνται ή εξαφανίζονται, βρίσκονται στο στάδιο της διαδικασίας πτωχεύσεως, συμβιβασμού ή άλλης ανάλογης διαδικασίας (άρθρο 1, παράγραφος 3).
Από την έλλειψη ανάλογων διατάξεων στη δεύτερη οδηγία πρέπει να συναχθεί ότι πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να προσδώσει το πλέον ευρύ περιεχόμενο στη διάταξη με την οποία επιφυλάσσονται στη γενική συνέλευση οι αποφάσεις για την αύξηση του κεφαλαίου, λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη τα σημαντικά αποτελέσματα που μια τέτοια μεταβολή μπορούσε να συνεπάγεται για την εταιρία εν γένει.
8.
Όσον αφορά την περίπτωση ότι η επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να εμπίπτει στις παρεκκλίσεις που προβλέπονται ρητά στο άρθρο 41 της δεύτερης οδηγίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι από το κείμενο του νόμου 1386/1983 προκύπτει ότι η μεταβίβαση μετοχών, ειδικότερα στους εργαζομένους ή στις αντιπροσωπευτικές τους οργανώσεις, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε κοινοφελή ιδρύματα, σε κοινωνικούς φορείς ή και ιδιώτες ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ), αντιπροσωπεύει μόνο μία από τις πιθανές και ενδεχόμενες δραστηριότητες του ΟΑΕ και όχι το κύριο αντικείμενο των δραστηριοτήτων του. Επομένως, η διάταξη δεν είναι τέτοια ώστε να καθιστά στο σύνολο της την επίδικη νομοθεσία σύμφωνη προς τις διατάξεις της δεύτερης οδηγίας.
Το γεγονός δε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση τροποποίησε την εν λόγω νομοθεσία — ακριβώς στο σημείο για το οποίο γίνεται λόγος εν προκειμένω — συνιστά, αν θέλετε, μεταγενέστερη επιβεβαίωση, μολονότι όχι καθαυτό αποφασιστική, των παρατηρήσεων που αναπτύχθηκαν ώς τώρα.
9.
Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα σχετικά με την ερμηνεία των αναφερόμενων διατάξεων με απαλλάσσουν από το να λάβω υπόψη το ζήτημα ως προς την άμεση εφαρμογή του άρθρου 42 της δεύτερης οδηγίας, καθώς και το τρίτο ερώτημα ως προς την ερμηνεία της ίδιας διατάξεως ( 10 ).
10.
Προτού καταλήξω θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία στο αίτημα, το οποίο υπέβαλε ειδικά η Ελληνική Κυβέρνηση, ως προς τον ενδεχόμενο χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Σχετικώς, παρατηρώ προκαταρκτικά ότι η ερμηνεία που το Δικαστήριο δίδει σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου, ασκώντας την αρμοδιότητα που του έχει αναγνωριστεί με το άρθρο 177 της Συνθήκης, διαφωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Απ' αυτό προκύπτει ότι ο κανόνας που έχει κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθεί μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμα και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και συστάθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον, εξάλλου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων η σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα διαφορά ( 11 ).
Μόνο κατ' εξαίρεση το Δικαστήριο μπορεί, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρή αναστάτωση που η απόφαση του μπορεί να προκαλέσει στις έννομες σχέσεις οι οποίες, στο παρελθόν, είχαν συσταθεί καλόπιστα, να περιορίσει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν την κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείσα διάταξη για να αμφισβητήσουν τις έννομες αυτές σχέσεις ( 12 ).
Το Δικαστήριο έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής εν όψει συγκεκριμένων περιστάσεων, δηλαδή εν όψει κινδύνου σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων οφειλομένων ειδικότερα στον μεγάλο αριθμό των έννομων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία κρίθηκε έγκυρη, παρά το γεγονός ότι οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές επέδειξαν συμπεριφορά μη συνάδουσα προς την κοινοτική ρύθμιση λόγω της αντικειμενικής και σημαντικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων, αβεβαιότητα στην οποία ενδεχομένως συνέβαλε η συμπεριφορά που επέδειξαν τα κράτη μέλη ή η Επιτροπή ( 13 ).
Εντούτοις, ακόμη και ενώπιον μιας τέτοιας περιπτώσεως, το Δικαστήριο διαφύλαξε πάντως τα δικαιώματα εκείνων οι οποίοι πριν από την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως είχαν ασκήσει ένδικη αγωγή ή άλλη αντίστοιχη προσφυγή.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, ούτε ως προς την ερμηνεία της κανονιστικής ρυθμίσεως ούτε ως προς τον αριθμό των ενδιαφερομένων προσώπων, ώστε να δικαιολογείται παρέκκλιση από την αρχή της αναδρομικότητας των αποφάσεων περί ερμηνείας. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να εμμείνει στα αυστηρά κριτήρια στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη σχετική νομολογία του και να μη περιορίσει χρονικά την ισχύ της αποφάσεώς του.
11.
Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων προτείνω, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας, να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
« 1)
Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 25 και 41, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/91/EOK του Συμβουλίου είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση τους έναντι της διοικήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου υπό διοικούμενου, προβάλλοντος ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές ρύθμιση εμπεριεχόμενη σε διάταξη νόμου.
2)
Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 25 και 41, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εμποδίζουν την εφαρμογή διατάξεως η οποία, αποσκοπούσα να ρυθμίσει τη διαχείριση ορισμένων επιχειρήσεων που διέρχονται κρίση, διαφυλασσομένου πάντως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων, επιτρέπει τη λήψη αποφάσεως περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου με διοικητική πράξη και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230.
( 2 ) ΦΕΚ αριθ. 107 της 8.8.1983, σ. 1926.
( 3 ) EE L 76,o. 18.
( 4 ) ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 43, της 23.3.1990.
( 5 ) ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 725, της 14.12.1983.
( 6 ) ΦΕΚ τεύχος Β, αριθ. 374, της 10.6.1986.
( 7 ) Βλ. ειδικότερα τα άρθρα 36,48, παράγραφοι 3 και 4,73, παράγραφος 2, 92, παράγραφος 3, 100 Λ, παράγραφος 4,108,109,223,224,226.
( 8 ) Βλ. σχετικώς την απόφαση της 15ης Matou 1986, στην υπόθεση 222/86, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 26 ).
( 9 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 38.
( 10 ) Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το Συμβούλιο της Επικρατείας ερωτά αν μια ρύθμιση όπως ή προβλεπόμενη με τον νόμο 1386/1983, μη επιβάλλουσα όπως η τιμή εκδόσεως των νέων μετοχών καθορίζεται υπό της διοικήσεως βάσει της, κατά τρόπο αντικειμενικό εξευρι-σκομένης, καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως και της εν όψει αυτής εσωτερικής αξίας των παλαιών μετοχών, αλλά καταλείπουσα στην ουσιαστική κρίση της διοικήσεως τον καθορισμό της τιμής αυτής, ώστε να καταστεί εφικτή η αναγκαίουσα άμεση εισροή κεφαλαίων σε εταιρίες που, λόγω του προβληματικού τους χαρακτήρα, έχουν κλονισμένη πίστη, πλην όμως διασφαλίζουσα το δικαίωμα προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών, συμβιβάζεται με το άρθρο 42 της δεύτερης οδηγίας που επιβάλλει στα κράτη μέλη να εγγυώνται ίση μεταχείριση των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση.
( 11 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, στην υπόθεση 61/79, Denkavit italiana ( Racc. 1980, σ. 1205, σκέψη 16 )· απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 66, 127 και 128/79, Salumi (Racc. 1980, σ. 1237, σκέψη 9 ).
( 12 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, Denkavit italiana, όπ.π., σκέψη 17' απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, Salumi, όπ.π., σκέψη 10.
( 13 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, στην υπόθεση 262/88, Barber ( Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψεις 40 έως 45) απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, στην υπόθεση 24/86, Blaizot (Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψεις 25 έως 35 ) απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, στην υπόθεση 43/75, Defrenne ( Racc. 1976, σ. 455, σκέψεις 69 έως 75).
Full & Egal Universal Law Academy