ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 11ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις υπό κρίση υποθέσεις, το Bundesfinanzhof ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας και του κύρους τριών κανονισμών της Επιτροπής με τους οποίους έχουν θεσπιστεί μέτρα διασφαλίσεως εφαρμοζόμενα στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών.
Το ιστορικό των υποθέσεων
2.
Οι συναλλαγές περί των οποίων πρόκειται, σε όλες τις υπό κρίση υποθέσεις, χρονολογούνται από δέκα περίπου ετών. Στην υπόθεση C-24/90, η προσφεύγουσα, Werner Faust OHG (στο εξής: Faust), ζήτησε, μεταξύ 20 και 25 Μαρτίου 1981, τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μεγάλης ποσότητας εμπορευμάτων δηλωθέντων ως αγρίων μανιταριών σε κονσέρβες. Συναφώς, η προσφεύγουσα επισύναψε πιστοποιητικό εισαγωγής σχετικά με άγρια μανιτάρια σε κονσέρβες. Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas επέβαλε εισαγωγικούς δασμούς με συντελεστή 23 ο/ο και, στη συνέχεια, εισέπραξε συμπληρωματικό δασμό ύψους 4310612,10 γερμανικών μάρκων ( DM ) υπολογισΟέντα επί συνολικού βάρους 895135 χιλιόγραμμων. Στην ενέργεια αυτή προέβη διότι, στην πραγματικότητα, τα εισαχθέντα προϊόντα δεν ήταν άγρια αλλά μανιτάρια καλλιεργείας και, έτσι, δεν καλύπτονταν από έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Ως νομική βάση της αποφάσεως του, το Hauptzollamt επικαλέστηκε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), και τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιέργειας ( ΕΕ 1980, L 358, σ. 66).
3.
Στην υπόθεση C-25/90η προσφεύγουσα, η εταιρία Wünsche Handelsgesellschaft KG ( στο εξής: Wünsche), αγόρασε τον Οκτώβριο του 1980 3300 τόνους κονσερβών μανιταριών από έναν κινεζικό εμπορικό οργανισμό. Τον ίδιο μήνα πώλησε τα προϊόντα αυτά σε μια ελληνική επιχείρηση. Η ελληνική επιχείρηση πώλησε εκ νέου αυτά στην προσφεύγουσα με βεβαίωση πωλήσεως και τιμολόγιο της 2ας Ιανουαρίου 1981 (δηλαδή μια ημέρα μετά την προσχώρηση της Ελλάδος στις Κοινότητες). Το τιμολόγιο πωλήσεως έφερε τη μνεία: « Duty paid/free customs cleared in Greece ». Σύμφωνα με τη Wünsche, τα σχετικά εμπορεύματα είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ελλάδος, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται από τις τελωνειακές αρχές.
4.
Η εισαγωγή των εμπορευμάτων πραγματοποιήθηκε κατά παρτίδες μέσω διαφόρων τελωνείων του Αμβούργου μεταξύ 27 Ιανουαρίου και 25 Μαρτίου 1981. Η Wünsche προσκόμισε το παραστατικό διαμετακομίσεως που είχε εκδοθεί από το τελωνείο Πειραιά στις 2 Ιανουαρίου 1981. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού. Η Wünsche δεν προσκόμισε πιστοποιητικό εισαγωγής. Αρχικώς, οι τελωνειακές αρχές εισέπραξαν δασμό στον προτιμησιακό συντελεστή που ίσχυε για την Ελλάδα, δηλαδή 20,7 ο/ο επί της αξίας. Στη συνέχεια αποφάσισαν να ζητήσουν δασμό στον συντελεστή που ίσχυε για τις τρίτες χώρες, δηλαδή 23 ο/ο, και απήτησαν την καταβολή, σύμφωνα με τον κανονισμό 3429/80, προσθέτου ποσού ύψους 15827239,90 DM.
5.
Στην υπόθεση C-26/90 προσφεύγουσα είναι πάλι η Wünsche. Μεταξύ 26 Ιουνίου και 3 Ιουλίου 1981 η εν λόγω εταιρία ζήτησε τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 90000, συνολικώς, χαρτοκιβωτίων εμπορευμάτων που είχαν δηλωθεί ως άγρια μανιτάρια σε κονσέρβες, βάρους 896400 χιλιογράμμων. Οι συνολικές διασαφηνίσεις υποβλήθηκαν στις 6 Ιουλίου και στις 6 Αυγούστου 1981 στο Hauptzollamt Hamburg-Jonas. Και στις δύο περιπτώσεις η Wünsche προσκόμισε πιστοποιητικά εισαγωγής σχετικά με άγρια μανιτάρια επί των οποίων το Hauptzollamt κατελόγισε τις εισαχθείσες ποσότητες. Το Hauptzollamt επέβαλε, με την επιφύλαξη μεταγενέστερου ελέγχου, εισαγωγικούς δασμούς με συντελεστή 23 o/ο.
6.
Όταν η Wünsche πληροφορήθηκε, από πόρισμα πραγματογνωμοσύνης, ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν μανιτάρια καλλιέργειας, απέστειλε στο Hauptzollamt δύο πιστοποιητικά σχετικά με την εισαγωγή μανιταριών καλλιέργειας. Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt καταλόγισε επί των πιστοποιητικών αυτών το σύνολο των εισαχθεισών από τη Wünsche ποσοτήτων. Όπως ήταν επόμενο, εξέδωσε σχετικές αποφάσεις με τις οποίες ζήτησε από τη Wünsche συμπληρωματικό ποσό ύψους 464,91 DM ανά 100 χιλιόγραμμα όσον αφορά τις εισαγωγές του Ιουνίου 1981 και συμπληρωματικό ποσό ύψους 425,06 DM ανά 100 χιλιόγραμμα όσον αφορά τις εισαγωγές του Ιουλίου 1981. Τα ζητηθέντα συμπληρωματικά ποσά ανήλθαν συνολικώς σε 4000000 DM. Ως νομική βάση των αποφάσεων του το Hauptzollamt επικαλέστηκε τον κανονισμό 1697/79 καθώς και (σε σχέση με τις εισαγωγές του Ιουνίου 1981) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ 1981, L 82, σ. 8 ), και ( σε σχέση με τις εισαγωγές του Ιουλίου 1981 ) τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας ( ΕΕ 1981, L 175, σ. 23 ). Οι δύο τελευταίοι κανονισμοί αφορούσαν τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως εφαρμοζομένων κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών. Ο κανονισμός 796/81 ίσχυσε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 και, στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1755/81.
7.
Στις αιτιολογικές σκέψεις της σχετικής του αποφάσεως, το Hauptzollamt υποστήριξε ότι τα σχετικά εμπορεύματα ήσαν μανιτάρια καλλιεργείας σε κονσέρβες για τα οποία δεν είχε προσκομιστεί έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Ο καταλογισμός επί των πιστοποιητικών εισαγωγής που προσκομίστηκαν a posteriori δεν ήταν νομότυπος, διότι η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, ως αναποσπάστου μέρους της αιτήσεως εκτελωνισμού, δεν μπορεί να γίνει εκ των υστέρων.
8.
'Ετσι, και στις τρεις υποθέσεις, το Hauptzollamt εισέπραξε συμπληρωματικό ποσό διότι, για τον άλφα ή βήτα λόγο, θεώρησε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα δεν καλύπτονταν από έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Όσον αφορά την υπόθεση C-24/90 κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό επειδή η προσκομισθείσα άδεια αφορούσε άγρια μανιτάρια ενώ τα εισαχθέντα προϊόντα ήσαν — κατ' αυτό — μανιτάρια καλλιέργειας. Στην υπόθεση C-25/90 το Hauptzollamt ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα, τα οποία ήσαν καταγωγής Κίνας, δεν είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ελλάδα και έτσι ήταν απαραίτητη η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής κατά τον εκτελωνισμό τους στο Αμβούργο. Ούτε τέτοιο πιστοποιητικό προσκομίστηκε. Στην υπόθεση C-26/90, όπως και στην υπόθεση C-24/90, το αρχικώς εκδοθέν πιστοποιητικό αφορούσε άγρια μανιτάρια ενώ τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν, όπως αποδείχθηκε, μανιτάρια καλλιεργείας. Καίτοι αργότερα προσκομίστηκε πιστοποιητικό για μανιτάρια καλλιεργείας, το Hauptzollamt αρνήθηκε να το δεχθεί για τον λόγο ότι το πιστοποιητικό αυτό έπρεπε να έχει προσκομιστεί κατά την ημερομηνία της αιτήσεως εκτελωνισμού.
9.
Η Faust και η Wünsche αμφισβήτησαν τις αποφάσεις με τις οποίες τους ζητήθηκαν συμπληρωματικά ποσά. Το Finanzgericht ακύρωσε τις αποφάσεις αυτές και το Hauptzollamt προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Bundesfinanzhof. Στις υποθέσεις C-24/90 και C-25/90 το Bundesfinanzhof υπέβαλε προς το Δικαστήριο, για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό, κατά την έννοια του άρθρου Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80, και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3429/80, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
10.
Στην υπόθεση C-26/90 τα σχετικά ερωτήματα έχουν ως εξής:
« 1)
Πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού της Επιτροπής 796/81 ή του άρθρου 1 του κανονισμού της Επιτροπής 1755/81 και όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: είναι έγκυροι οι κανονισμοί 796/81 και 1755/81, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του συμπληρωματικού ποσού; »
Η σχετική νομοθεσία
11.
Ο λόγος για τον οποίο εμπλέκονται εν προκειμένω τρεις διαφορετικοί κανονισμοί είναι απλώς ότι οι επίμαχες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες. Στις υποθέσεις C-24/90 και C-25/90 το ασκούν επιρροή νομοθετικό μέτρο είναι ο κανονισμός 3429/80, ο οποίος κάλυπτε την περίοδο από 1 Ιανουαρίου μέχρι 31 Μαρτίου 1981. Στην υπόθεση C-26/90 οι εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο και Ιούλιο 1981 και υπόκεινταν σε δύο διαφορετικά νομοθετικά μέτρα: τον κανονισμό 796/81, ο οποίος κάλυπτε την περίοδο από 1 Απριλίου μέχρι 30 Ιουνίου 1981, και τον κανονισμό 1755/81, ο οποίος κάλυπτε την περίοδο από 1 Ιουλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1981.
12.
Το περιεχόμενο των τριών κανονισμών προσομοιάζει πάρα πολύ. Σκοπός και των τριών είναι η λήψη προστατευτικών μέτρων εφαρμοζομένων, όπως προκύπτει από τους τίτλους τους, στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών. Υφίσταται κάποια σύγχυση σχετικά με το ζήτημα αν οι κανονισμοί αφορούσαν μόνο μανιτάρια καλλιεργειας ή αν εφαρμόζονταν και στα άγρια μανιτάρια. Επί του σημείου αυτού υφίστανται διαφορές μεταξύ των διαφόρων σχετικών γλωσσικών αποδόσεων. Σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις δίδεται η εντύπωση ότι οι δύο πρώτοι κανονισμοί εφαρμόζονται τόσο στα άγρια όσο και στα μανιτάρια καλλιεργείας, ενώ ο τρίτος κανονισμός ισχύει μόνον στα μανιτάρια καλλιέργειας. Σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις ορίζεται ότι κανένας από τους τρεις κανονισμούς δεν εφαρμόζεται επί των αγρίων μανιταριών. Εφόσον όμως το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα ως προς το ζήτημα αυτό και εφόσον, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αυτό είναι άσχετο με την επίλυση των υπο κρίση διαφορών, δεν πρόκειται να επανέλθω σ' αυτό στη συνέχεια των προτάσεων μου.
13.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 3429/80, κατά το μέτρο που ασκεί εν προκειμένω επιρροή, έχει ως εξής:
« Η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας των κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας της κλάσεως 20.02 Α του Κοινού Δασμολογίου (... ) που υπερβαίνουν τις ποσότητες που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους κατά τη διάρκεια περιόδου εκτεινομένης από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Μαρτίου 1981. »
14.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 796/81, κατά το μέτρο που ασκεί εν προκειμένω επιρροή, έχει ως εξής:
« Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας των κονσερβών μανιταριών καλλιεργειας της κλάσεως 20.02 Α του Κοινού Δασμολογίου (... ) που υπερβαίνουν τις ποσότητες που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους κατά τη διάρκεια περιόδου από 1ης Απριλίου μέχρι 30ής Ιουνίου 1981. »
15.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1755/81, κατά το μέτρο που ασκεί εν προκειμένω επιρροή, έχει ως εξής:
« Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας των κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας της κλάσεως 20.02 Α του Κοινού Δασμολογίου (... ) που υπερβαίνουν τις ποσότητες που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, υπόκειται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους κατά τη διάρκεια περιόδου από 1ης Ιουλίου μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου 1981.»
16.
Το άρθρο 2 και των τριών κανονισμών ορίζει ότι οι αιτήσεις για πιστοποιητικά εισαγωγής όσον αφορά κονσέρβες μανιταριών καλλιεργειας ικανοποιούνται εντός ορισμένων ποσοτικών ορίων.
17.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 3429/80 ( και το άρθρο 4 των δύο άλλων κανονισμών ) ορίζει ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδίδονται για ποσότητες που υπερβαίνουν αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2 πρέπει να φέρουν την ένδειξη « συμπληρωματικό ποσό προς είσπραξη ».
18.
Και οι τρεις επίδικοι κανονισμοί αναφέρουν ως νομική τους βάση το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226 ). Το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
« 1.
Αν εντός της Κοινότητας η αγορά ενός ή περισσοτέρων προϊόντων υφίσταται ή απειλείται να υποστεί, λόγω των εισαγωγών ή εξαγωγών, σοβαρές διαταραχές που δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, δύνανται να εφαρμοσθούν κατάλληλα μέτρα στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες έως ότου εκλείψει η διαταραχή ή η απειλή διαταραχής.
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει με ειδική πλειοψηφία τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και ορίζει τις περιπτώσεις και τα όρια εντός των οποίων τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν συντηρητικά μέτρα.
2.
Αν προκύψει η κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, αποφασίζει τα αναγκαία μέτρα, τα οποία ανακοινώνονται στα κράτη μέλη και είναι αμέσου εφαρμογής. »
19.
Το άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251 ), ορίζει ότι:
« 1.
Όταν εμφανίζεται η κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77, τα μέτρα τα οποία δύνανται να ληφθούν κατ' εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του εν λόγω άρθρου είναι:
α)
για τα προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς των πιστοποιητικών εισαγωγής:
—
η ολική ή μερική παύση της εκδόσεως πιστοποιητικών, η οποία συνεπάγεται τη μη αποδοχή νέων αιτήσεων
—
η ολική ή μερική απόρριψη των εκκρεμών αιτήσεων για έκδοση πιστοποιητικών
β)
για τα προϊόντα που δεν υπόκεινται στο καθεστώς των πιστοποιητικών εισαγωγής, η ολική ή μερική αναστολή των εισαγωγών
γ)
για όλα τα προϊόντα:
—
ένα σύστημα ελαχίστων τιμών, σε επίπεδο χαμηλότερο των οποίων οι εισαγωγές δύνανται να υποβάλλονται στον όρο, να πραγματοποιούνται σε τιμή τουλάχιστον ίση με την ελαχίστη τιμή που καθορίστηκε για τα εν λόγω προϊόντα,
—
η ολική ή μερική αναστολή των εξαγωγών.
2.
Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν είναι δυνατό να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία. Λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των προϊόντων κατά τη διάρκεια της διακινήσεώς τους προς την Κοινότητα. Πρέπει να αφορούν μόνο τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες ή προορίζονται γι' αυτές. Δύνανται να περιορισθούν σε ορισμένες προελεύσεις, καταγωγές, προορισμούς, ποιότητες ή εμφανίσεις. Δύνανται να περιορισθούν στις εισαγωγές με προορισμό ορισμένες περιοχές της Κοινότητας ή στις εξαγωγές προελεύσεως τέτοιων περιοχών. »
20.
Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τη λήξη ισχύος του κανονισμού 1755/81 άρχισε να ισχύει κανονισμός του Συμβουλίου, συγκεκριμένα ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές μανιταριών καλλιεργειας ( ΕΕ 1981, L 183, σ. 1 ). Ο κανονισμός αυτός φέρεται στηριζόμενος στον κανονισμό 516/77 και ειδικότερα στο άρθρο του 13, παράγραφος 2. Διατήρησε το σύστημα που είχε θεσπιστεί από τους τρεις κανονισμούς της Επιτροπής και καθόρισε το συμπληρωματικό ποσό στο ίδιο με τον κανονισμό 1755/81 ύψος, και συγκεκριμένα στα 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα. Ο κανονισμός αυτός εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
21.
Τέλος, θα πρέπει να μνημονευθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), του οποίου το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
« Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφηνίστηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν. »
Η έκφραση « εισαγωγικοί δασμοί » προσδιορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α, του ίδιου κανονισμού ως « οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος όσο και οι γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ».
Το πρώτο ερώτημα
22.
Το πρώτο ερώτημα είναι κατ' ουσίαν το ίδιο και στις τρεις υποθέσεις. Αφορά το ζήτημα αν οι σχετικοί κανονισμοί προβλέπουν ότι το συμπληρωματικό ποσό πρέπει να εισπράττεται και σε περίπτωση θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Το ερώτημα αυτό ανέκυψε επειδή, και στις τρεις περιπτώσεις, το Finanzgericht έκρινε ότι ο κανονισμός δεν ισχύει επί παρανόμων εισαγωγών. Με άλλα λόγια, το Finanzgericht έχει καθώς φαίνεται την άποψη ότι το άρθρο 1 των κανονισμών απαιτεί την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού όταν η ποσότητα των εισαγομένων μανιταριών σε κονσέρβες υπερβαίνει αυτή που αναγράφεται στο πιστοποιητικό εισαγωγής, ενώ δεν απαιτείται η είσπραξη τέτοιου ποσού όταν μανιτάρια σε κονσέρβες έχουν εισαχθεί χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό.
23.
Συμμερίζομαι την κρίση του Bundesfinanzhof ότι η υποστηριζόμενη από το Finanzgericht θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως προκύπτει, η θέση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την οικονομία και τον επιδιωκόμενο σκοπό των επίμάχων κανονισμών που στηρίζονται στην άποψη ότι, πέραν ορισμένων ποσοτικών ορίων, τα κονσερβοποιημένα μανιτάρια μπορούν να εισάγονται μόνο υπό την προϋπόθεση της επιβολής συμπληρωματικού ποσού. Είναι προφανές ότι ο σκοπός των κανονισμών δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν το συμπληρωματικό ποσό εισπραττόταν αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος εγκύρου πιστοποιητικού εισαγωγής εισήγε ποσότητα μεγαλύτερη από αυτή που αναφερόταν στο εν λόγω πιστοποιητικό, ενώ κανένα συμπληρωματικό ποσό δεν θα μπορούσε να εισπραχθεί σε περίπτωση που τα μανιτάρια θα είχαν εισαχθεί χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό.
24.
Με την απόφαση του με την οποία ακύρωσε την επίδικη απόφαση, το Finanzgericht αποφάνθηκε ότι, στην περίπτωση παράνομης θέσεως εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, η επιβολή συμπληρωματικού ποσού δεν είναι αναγκαία επειδή κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε πλέον να συντελέσει στην προστασία της κοινοτικής αγοράς όπου τα σχετικά προϊόντα είχαν, ούτως ή άλλως, τεθεί σε κυκλοφορία. Επί του σημείου αυτού το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να παραθέσω την περί παραπομπής Διάταξη του Bundesfinanzhof:
« Αν η συλλογιστική αυτή ήταν ορθή, τότε θα έπρεπε να εφαρμοζόταν σε κάθε εισαγωγικό δασμό που αποσκοπεί στην προστασία της οικονομίας της Κοινότητας, άρα, για παράδειγμα, και στους δασμούς. Αντιθέτως, το κοινοτικό δίκαιο βασίζεται στην αρχή της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών που κακώς δεν επιβλήθηκαν [βλ. άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 ]. Την αρχή αυτή επίσης επιβάλλει το συμφέρον της ίσης μεταχειρίσεως' το ύψος των εισαγωγικών δασμών πρέπει καταρχήν να είναι ίσο, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο πιστοποιείται το ορθό τους ύψος. Επομένως, μια τέτοια εκ των υστέρων είσπραξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαράδεκτη ποινή, όπως δέχεται το Finanzgericht. Χωρίς τη θεμελιώδη υποχρέωση για την εκ των υστέρων είσπραξη μη καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών, θα ήταν δυνατή η καταστρατήγηση των μέτρων προστασίας. »
25.
Η άποψη που εκφράζεται στο ανωτέρω χωρίο είναι απολύτως ορθή και εξ αυτού έπεται ότι, και στις τρεις ανωτέρω υποθέσεις, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι ότι το άρθρο 1 του σχετικού κανονισμού επιβάλλεται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να εισπράττεται συμπληρωματικό ποσό και στην περίπτωση κονσερβών μανιταριών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής.
Το δεύτερο ερώτημα
26.
Το Bundesfinanzhof κλίνει υπέρ της απόψεως ότι οι κανονισμοί είναι ανίσχυροι κατά το μέτρο που καθορίζουν το συμπληρωματικό ποσό σε ύψος μεγαλύτερο αυτού που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προστασίας. Παραθέτει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 77/86, The Queen κατά Customs and Excise, ex parte National Dried Fruit Trade Association ( Συλλογή 1988, σ. 757). To εν λόγω δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να αντιστοιχεί περίπου στο κόστος παραγωγής των κονσερβών μανιταριών εντός της Κοινότητας: βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1796/81 που, όπως προανέφερα, αντικατέστησε τον κανονισμό 1755/81. Σύμφωνα με το Bundesfinanzhof, ένα συμπληρωματικό ποσό, ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής κόστους εντός της Κοινότητας και της τιμής εισαγωγής από χώρες μη μέλη, θα ήταν αρκετό για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των παραγωγών της Κοινότητας.
27.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εισπραχθέν σύμφωνα με τους αμφισβητουμένους κανονισμούς συμπληρωματικό ποσό δεν είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον αυτό αποτελεί μέτρο λιγότερο περιοριστικό απ' ό,τι μια συνολική απαγόρευση των εισαγωγών στην οποία θα μπορούσε να είχε καταλήξει εφόσον θα είχε κρίνει κάτι τέτοιο πρόσφορο. Συναφώς, αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wünsche κατά Γερμανίας ( Συλλογή 1984, σ. 1995).
28.
Καμιά από τις αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις δεν μπορεί να ασκήσει αποφασιστική επιρροή όσον αφορά την επίλυση των ανακυψάντων στις υπό κρίση υποθέσεις προβλημάτων. Στην προαναφερθείσα απόφαση National Dried Fruit Trade Association το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο έναν κανονισμό με τον οποίο είχε επιβληθεί εξισωτική εισφορά με συντελεστή ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης τιμής στην παγκόσμια αγορά και της ελαχίστης τιμής που είχε οριστεί από την κοινοτική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« (...) ο σκοπός της εξισωτικής εισφοράς συνίσταται στην τήρηση της ελάχιστης τιμής, προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινοτική προτίμηση στο εμπόριο της σταφίδας εκτός της κορινθιακής και όχι η οικονομική κύρωση του επιχειρηματία ο οποίος προέβη σε εισαγωγές σε τιμή χαμηλότερη της ελάχιστης τιμής. Ωστόσο, η θέσπιση ενιαίας εξισωτικής εισφοράς με σταθερό συντελεστή, η οποία επιβάλλεται ακόμη και στην περίπτωση πολύ μικρής διαφοράς της τιμής εισαγωγής σε σύγκριση με την ελάχιστη τιμή, συνιστά οικονομική κύρωση και η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ένα τέτοιο σύστημα ήταν αναγκαίο για να διασφαλιστεί ο σκοπός του κανονισμού 521/77 ».
29.
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ της υποθέσεως εκείνης και της υπό κρίση υποθέσεως. Στην υπόθεση εκείνη, αυτό που επιδιωκόταν ήταν η τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων να μην είναι κατώτερη της κατωτάτης κοινοτικής τιμής και η εξισωτική εισφορά ίσχυε για όλα τα εισαγόμενα με χαμηλότερη τιμή εμπορεύματα. Με τους επίδικους εν προκειμένω κανονισμούς αποφασίστηκε να επιτραπεί η εισαγωγή ορισμένων ποσοτήτων χωρίς να επιβληθούν γι' αυτές πρόσθετα ποσά και να αποθαρρυνθούν οι πέραν των ποσοτήτων αυτών εισαγωγές.
30.
Η υπόθεση 345/82, στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή, αφορούσε το κύρος ενός από τους επίδικους στην υπό κρίση υπόθεση κανονισμούς. Στην υπόθεση εκείνη το Verwaltimgsgericht Frankfurt am Main ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ερωτήματος αν ήταν έγκυρος ο κανονισμός 3429/80. Στη Διάταξη του περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο είχε εκφράσει αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού εκείνου λόγω του ότι: α) δεδομένου ότι ούτε υφίσταντο ούτε απειλούνταν διαταραχές στην κοινοτική αγορά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως και β) η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να επιβάλει πρόσθετη εισφορά εφόσον κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των μέτρων διασφαλίσεως που ρητώς επέτρεπε στην Επιτροπή να λάβει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 521/77 του Συμβουλίου.
31.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 3429/80. 'Οσον αφορά τον πρώτο προβληθέντα λόγο ακυρώσεως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε υποπέσει σε καταφανή πλάνη θεωρώντας ότι η αγορά ήταν δυνατό να υποστεί σοβαρή διαταραχή. 'Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, εφόσον ρητώς επιτρεπόταν στην Επιτροπή η λήψη προστατευτικών μέτρων εχόντων ως αποτέλεσμα την πλήρη αναστολή των εισαγωγών, μπορούσε, κατά μείζονα λόγο, να θεσπίσει λιγότερο περιοριστικά μέτρα όπως η επιβολή συμπληρωματικού ποσού.
32.
Στην πραγματικότητα η Wünsche είχε προβάλει στην υπόθεση 345/82 και άλλους λόγους ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, είχε ισχυριστεί ότι ο κανονισμός 3429/80 παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας ορίζοντας το συμπληρωματικό ποσό σε επίπεδο υψηλότερο αυτού που ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της κοινοτικής αγοράς από σοβαρές διαταραχές ή την απειλή τέτοιων διαταραχών ( βλ. Συλλογή 1984, σ. 2001 ).
33.
Ωστόσο, στην απόφασή του εκείνη, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το πρόβλημα της αναλογικότητας, κρίνοντας, ίσως, ότι δεν ήταν σκόπιμο να αποφανθεί επί του κύρους ενός κανονισμού για ζητήματα που δεν του είχε επισημάνει το εθνικό δικαστήριο. Αντ' αυτού, περιορίστηκε στο να εξετάσει τους δύο λόγους ακυρότητας που είχαν προβληθεί με τη Διάταξη περί παραπομπής. Κατά συνέπεια, με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 345/82 δεν διαπιστώθηκε κατ' ανάγκη ότι ο κανονισμός 3429/80 ήταν σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας. Καίτοι το πρόβλημα της αναλογικότητας είχε τεθεί στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του προβλήματος αυτού. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα εκείνο δεν εξετάστηκε ούτε από τη γενικό εισαγγελέα Rozès, κατά την οποία ο κανονισμός ήταν ανίσχυρος λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να αποφασίσει την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού.
34.
Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να επανεξετάσει το πρόβλημα του κύρους του κανονισμού 3429/80, εφόσον πρόκειται για λόγο ακυρώσεως με τον οποίον δεν είχε ασχοληθεί στην προηγούμενη απόφαση. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη Διάταξη που εκδόθηκε στην υπόθεση 69/85, Wünsche κατά Γερμανίας ( Συλλογή 1986, σ. 947 ), όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε να ασχοληθεί με νέα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgericht Frankfurt ara Main, με την οποία είχε αμφισβητηθεί το κύρος της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 345/82. Στη σκέψη 15 της Διατάξεως εκείνης, το Δικαστήριο ρητώς παρατήρησε ότι υπό το κύρος με το οποίο περιβάλλεται η απόφαση που εκδίδεται σε υπόθεση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν εμποδίζει εντούτοις το εθνικό δικαστήριο που είναι αποδέκτης της αποφάσεως αυτής, αν κρίνει αναγκαίο, να απευθυνθεί εκ νέου στο Δικαστήριο, ιδίως « όταν του υποβάλλει νέα στοιχεία εκτιμήσεως ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο να απαντήσει διαφορετικά σε ήδη υποβληθέν ερώτημα ». Επομένως, κατά μείζονα λόγο, ένα άλλο δικαστήριο στο πλαίσιο μιας άλλης υποθέσεως μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο νέο προδικαστικό ερώτημα, ιδίως αν το δικαστήριο εκείνο επικαλείται « νέα στοιχεία εκτιμήσεως ».
35.
Προκειμένου να προσδιοριστεί αν το συμπληρωματικό ποσό έχει οριστεί σε τέτοιο ύψος ώστε να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, είναι ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα αν η είσπραξη ενός τέτοιου ποσού αποτελεί το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού και αν ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί, εξίσου αποτελεσματικά, με λιγότερο επαχθή για τους επιχειρηματίες μέσα.
36.
Σκοπός των επίμάχων κανονισμών ήταν η προστασία της κοινοτικής βιομηχανίας μανιταριών η οποία απειλείτο από σοβαρές διαταραχές λόγω των εισαγωγών από τρίτες χώρες σε τιμές σαφώς χαμηλότερες της τιμής κόστους της κοινοτικής βιομηχανίας ( βλ. την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 3429/80). Ένας τέτοιος σκοπός συμβιβαζόταν καταρχήν με το άρθρο 39 της Συνθήκης. Η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού επί των εισαγομένων από τρίτες χώρες μανιταριών αποτελούσε το κατάλληλο καταρχήν μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, εφόσον θα είχε ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των πλεονεκτημάτων ως προς την τιμή που προσέφεραν τα εισαγόμενα μανιτάρια, καταφέροντας έτσι πλήγμα στη ρίζα των απειλουμένων διαταραχών. Κατά την εξέταση του ζητήματος σχετικά με το αν ο εν λόγω σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα, λιγότερο επαχθή για τους επιχειρηματίες, μέσα, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι επίδικοι κανονισμοί δεν υπόκεινται μόνο στη γενική αρχή της αναλογικότητας αλλά και σε ένα ιδιαίτερα αυστηρό κριτήριο αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό να ληφθούν μέτρα « παρά κατά ro μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία». Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται είναι αν ήταν απολύτως αναγκαία η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα, από την 1η Ιανουαρίου 1981 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981, και 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα, από την 1η Ιουλίου 1981 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1981.
37.
Στα προοίμια των επιδίκων κανονισμών δεν αναφέρεται επί ποίας βάσεως έχει υπολογιστεί το συμπληρωματικό ποσό. Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι ο αριθμός των 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα αντιστοιχεί στο κόστος των κονσερβών μανιταριών πρώτης διαλογής που παράγονται στη Γαλλία και παραδίδονται στη Γερμανία. Τα μανιτάρια πρώτης διαλογής έχουν επιλεγεί επειδή αντιπροσωπεύουν τη σημαντικότερη κατηγορία στην αγορά. Το κόστος παραγωγής στη Γαλλία έχει επιλεγεί λόγω του γεγονότος ότι η Γαλλία είναι η σημαντικότερη παραγωγός χώρα της Κοινότητας. Το κόστος παραδόσεως των προϊόντων στη γερμανική αγορά έχει ληφθεί υπόψη επειδή η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος καταναλωτής κονσερβοποιημένων μανιταριών. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1796/81 (ο οποίος όπως και ο προηγούμενος του κανονισμός 1755/81 καθόριζε το συμπληρωματικό ποσό στα 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα ) αναφέρεται ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στο κόστος παραγωγής εντός της Κοινότητας.
38.
Η Faust και η Wünsche διατείνονται ότι ένα συμπληρωματικό ποσό αντίστοιχο προς το κόστος παραγωγής εντός της Κοινότητας είναι υπερβολικό και ότι η κοινοτική βιομηχανία θα προστατευόταν εξίσου αποτελεσματικά με την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής εντός της Κοινότητας και της τιμής των εισαγομένων από τρίτες χώρες εμπορευμάτων.
39.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τήρησε την αρχή της αναλογικότητας επιβάλοντας εισφορά ενώ θα μπορούσε να έχει επιλέξει ένα περισσότερο αυστηρό μέτρο και συγκεκριμένα την πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών. Ισχυρίζεται ότι, ενόψει των επικειμένων στις κυριότερες χώρες εξαγωγής διαπραγματεύσεων, δεν θέλησε να επιβάλει ένα αυστηρό σύστημα ποσοστώσεων. Επειδή το αποτέλεσμα της εισφοράς θα ήταν η διατήρηση στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο των εισαγωγών, τέτοιες πρόσθετες εισαγωγές έπρεπε να εξακολουθήσουν να επιτρέπονται για ειδικούς λόγους. Η Επιτροπή παραδέχεται ευθέως ότι τα μέτρα προστασίας αποσκοπούσαν στην επίτευξη ενός αποτρεπτικού αποτελέσματος· οι άνω ορισμένων ποσοτήτων εισαγωγές έπρεπε να καταστούν οικονομικώς ανεπιθύμητες. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ένας τέτοιος σκοπός δεν μπορούσε να επιτευχθεί μέσω συμπληρωματικού ποσού ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής εντός της Κοινότητας και των τιμών στην παγκόσμια αγορά.
40.
Παρά το επιχείρημα αυτό, δεν καταλαβαίνω με ποιο τρόπο θα μπορούσε η Επιτροπή να δικαιολογήσει την επιβολή συμπληρωματικού ποσού ίσου προς το συνολικό κόστος της παραγωγής μανιταριών εντός της Κοινότητας. Ελλείψει κάποιας λίαν πειστικής δικαιολογήσεως, νομίζω ότι η απαίτηση από τον εισαγωγέα να καταβάλει επιβάρυνση ανερχόμενη στο πλήρες κόστος της εγχώριας παραγωγής είναι καταφανώς υπερβολική. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα εισαγόμενα μανιτάρια υπόκεινταν ήδη σε δασμό 23 %.
41.
Το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωννύεται από τα στοιχεία που η Επιτροπή έχει επισυνάψει στις παρατηρήσεις της. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία είχαν για πρώτη φορά υποβληθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως 345/82, περιλαμβάνουν αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το κόστος παραγωγής εντός της Κοινότητας, την τιμή των εισαγομένων προϊόντων και το αποτέλεσμα του συμπληρωματικού ποσού στην τιμή αυτή. Όπως προκύπτει, μια κονσέρβα 425 γραμμαρίων μανιταριών πρώτης διαλογής γαλλικής καταγωγής κατέληγε να κοστίζει 2,02 DM κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ένα ομοειδές προϊόν κινεζικής καταγωγής είχε τιμή κόστους 1,43 DM στα κοινοτικά σύνορα. Οι δασμοί με συντελεστή 23 % προσέθεταν 0,32 DM στην τιμή. Το συμπληρωματικό ποσό που εισπραττόταν κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3429/80 ανερχόταν σε 2,05 DM ( ελαφρώς διαφορετικό για λόγους που δεν έχουν εξηγηθεί από το προαναφερθέν κόστος παραγωγής), ανεβάζοντας έτσι το συνολικό κόστος των εισαγομένων κινεζικών προϊόντων στα 3,80 DM. Στην πραγματικότητα το κόστος των κινεζικών μανιταριών υπερέβαινε το κόστος των γαλλικών κατά 88 %. Το αποτέλεσμα του συμπληρωματικού ποσού ήταν ακόμα περισσότερο δραματικό σε σχέση με τα μανιτάρια τρίτης διαλογής, εφόσον το ποσό στηριζόταν στο κόστος παραγωγής μανιταριών πρώτης διαλογής. Το κόστος παραγωγής τέτοιων προϊόντων στη Γαλλία ήταν 1,00 DM ανά κονσέρβα 315 γραμμαρίων. Όσον αφορά τα κινεζικά προϊόντα, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 0,81 DM, αριθμός στον οποίο έπρεπε να προστεθούν 0,19 DM (δασμοί) και 1,51 DM (συμπληρωματικό ποσό), πράγμα που συνεπαγόταν ως σύνολο 2,51 DM. Το κόστος των κινεζικών μανιταριών υπερέβαινε αυτό των γαλλικών κατά 151 %.
42.
Αν η κοινοτική αγορά κονσερβών μανιταριών απειλούνταν από σοβαρές διαταραχές οφειλόμενες στις εισαγωγές φθηνών προϊόντων από τρίτες χώρες, δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να ήταν « απολύτως αναγκαίο », προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απειλή αυτή, να επιβληθεί μια επιβάρυνση η οποία είχε ως συνέπεια το κόστος των εισαγομένων προϊόντων να υπερβεί τόσο πολύ το κόστος των κοινοτικών προϊόντων. Η απειλούμενη διαταραχή θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί με την επιβολή πολύ χαμηλότερης εισφοράς.
43.
Δεν συμφωνώ οπωσδήποτε με τα επιχειρήματα της Faust και της Wünsche, κατά τα οποία η εισφορά δεν έπρεπε να έχει υπερβεί τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής εντός της Κοινότητας και της τιμής των εισαγομένων μανιταριών. Νομίζω ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να επιβάλει μια εισφορά η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τα εισαγόμενα προϊόντα αισθητώς ακριβότερα απ' ό,τι τα κοινοτικά, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη ότι ορισμένες ποσότητες που αντικατόπτριζαν τα « παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα » έπρεπε να επιτρέπονται χωρίς εισφορές. Δεν μπορούσε όμως, κατ' εμέ, η Επιτροπή να επιβάλει ένα συμπληρωματικό ποσό το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα η τιμή των εισαγομένων προϊόντων να υπερβαίνει την τιμή των κοινοτικών κατά ένα τόσο σημαντικό ποσό όπως αυτό που προανέφερα.
44.
Καίτοι ot ανωτέρω ( στην παράγραφο 41 ) υπολογισμοί αφορούν το συμπληρωματικό ποσό των 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα που επιβλήθηκε με τους κανονισμούς 3429/80 και 796/81, ουδεμία υφίσταται, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία ότι τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει ισχύουν και όσον αφορά τον κανονισμό 1755/81, όπου προβλέπεται η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ύψους 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα. Και το ποσό αυτό υπερέβαινε σαφώς το μέτρο που ήταν απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση των απειλουμένων διαταραχών.
45.
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έκανε καμιά σοβαρή προσπάθεια προκειμένου να δικαιολογήσει το ύψος του συμπληρωματικού ποσού. Δοθέντος ότι το εν λόγω μέτρο δεν ήταν το « απολύτως αναγκαίο », θα μπορούσε κανείς να προσδοκά ότι το ύψος του προαναφερθέντος ποσού θα δικαιολογούνταν κατά κάποιο τρόπο στους αμφισβητουμένους κανονισμούς. Ωστόσο, στα προοίμια των κανονισμών ουδέν αναφέρεται ούτε όσον αφορά τη βάση επί της οποίας υπολογίστηκε το συμπληρωματικό ποσό ούτε όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν ένα τέτοιο ύψος. Ούτε άλλωστε προβλήθηκε κάποια σχετική δικαιολογία στην παρούσα διαδικασία. Αντιθέτως, η Επιτροπή προσπάθησε να στηριχθεί κατ' ουσίαν στο επιχείρημα ότι είχε το δικαίωμα να επιβάλει μια τόσο επαχθή εισφορά εφόσον θα μπορούσε να λάβει περισσότερο αυστηρά μέτρα απαγορεύοντας πλήρως τις εισαγωγές. Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, θα πρέπει να τονιστούν τα εξής σημεία,
46.
Πρώτον, το γεγονός ότι η διοίκηση δεν χρησιμοποιεί τα δραστικότερα όπλα που διαθέτει δεν αρκεί για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας· η αρχή αυτή επιβάλλει στη διοίκηση να επιλέγει από τα μέτρα που έχει στη διάθεση της για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού αυτό που είναι το λιγότερο επαχθές για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες. Η χρησιμοποίηση ενός κανονιού για τον φόνο μιας μύγας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τον ισχυρισμό ότι για τον ίδιο σκοπό θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί ένας πυρηνικός πύραυλος.
47.
Δεύτερον, είναι δυνατόν, εν πάση περιπτώσει, να τεθούν ερωτήματα σχετικά με το αν η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού στις υπό κρίση υποθέσεις αποτελούσε μέτρο λιγότερο αυστηρό απ' ό,τι η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών, εφόσον η Επιτροπή παραδέχεται απερίφραστα ότι το συμπληρωματικό ποσό στόχευε σε απαγορευτικά αποτελέσματα. Επιπλέον, είναι δυνατό τα συμπληρωματικά ποσά που κατέβαλαν η Faust και η Wünsche να ήσαν επαχθέστερα από τις κυρώσεις που θα μπορούσαν να τους έχουν επιβληθεί αν είχαν εισαγάγει μανιτάρια παραβιάζοντας την απαγόρευση.
48.
Τέλος, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή φάνηκε να υποστηρίζει την άποψη ότι το συγκεκριμένο ύψος που είχε επιλέξει για το συμπληρωματικό ποσό ουδεμίαν ασκεί επιρροή, εντός ορισμένων ορίων, όσον αφορά το ζήτημα της αναλογικότητας. Ωστόσο, όπως προκύπτει, η άποψη αυτή προϋποθέτει ότι το συμπληρωματικό ποσό, εφόσον ισοδυναμεί, όσον αφορά τον στόχο του και τα αποτελέσματά του, με απαγόρευση, ουδέποτε πρόκειται να εισπραχθεί. Μπορεί ίσως να είναι αληθές ότι, αν ουδεμία υποκείμενη στο συμπληρωματικό ποσό εισαγωγή δεν είχε πραγματοποιηθεί, τότε το συγκεκριμένο ύψος του εν λόγω ποσού δεν θα είχε σημασία. Αλλά, όπως σαφέστατα προκύπτει από τις υπό κρίση υποθέσεις, εφόσον πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές υποκείμενες, για οποιονδήποτε λόγο, σε συμπληρωματικό ποσό, ανακύπτει ζήτημα αναλογικότητας, τα δε αξιούμενα εν προκειμένω ποσά, συνολικού ύψους άνω των 24000000 DM, καταδεικνύουν από μόνα τους την έλλειψη αναλογικότητας. Ένα συμπληρωματικό ποσό δεν μπορεί να καθορίζεται με βάση την υπόθεση ότι ουδέποτε πρόκειται να καταβληθεί· πρέπει να καθορίζεται με βάση την υπόθεση ότι είναι δυνατόν ορισμένοι επιχειρηματίες, για τον άλφα ή βήτα λόγο, να υποχρεωθούν να καταβάλουν το ποσό αυτό.
49.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι βαλλόμενοι κανονισμοί είναι ανίσχυροι κατά το μέτρο που προβλέπουν την είσπραξη του συμπληρωματικού ποσού. Το συμπέρασμα αυτό περιορίζεται στους επιδίκους εν προκειμένω κανονισμούς της Επιτροπής' ουδεμία παρίσταται ανάγκη να συναχθεί συμπέρασμα σχετικά με το κύρος του κανονισμού 1796/81, περί του οποίου, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα, και ο οποίος, όπως κατέδειξα ανωτέρω (στην παράγραφο 20), δεν στηριζόταν στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77, και δεν ήταν ανάγκη συνεπώς να πληροί την προϋπόθεση ότι τα σχετικά μέτρα δεν πρέπει να θεσπίζονται « παρά κατά το μέτρο (... ) που κρίνονται απολύτως αναγκαία ».
Πρόταση
50.
Ενόψει του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα.
51.
Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι στα υποβληθέντα από το Bundesfinanzhof στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
Όσον αφορά τις υποθέσεις C-24/90 και C-25/90
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80 είναι ανίσχυρο κατά το μέτρο που προβλέπει την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού ύψους 175 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα.
Όσον αφορά την υπόθεση C-26/90
Το άρθρο 1 τόσο του κανονισμού (ΕΟΚ) 796/81 όσο και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1755/81 είναι ανίσχυρα κατά το μέτρο που προβλέπουν την είσπραξη, αντίστοιχα, συμπληρωματικών ποσών ύψους 175 ECU και 160 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy