ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 5ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που σας υπέβαλαν οι Social Security Commissioners του Ηνωμένου Βασιλείου σας οδηγούν, μετά τις αποφάσεις σας Drake ( 1 ) και Achterberg-te Riele ( 2 ), να καθορίσετε εκ νέου το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 3 ).
2.
Τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Η Johnson σταμάτησε κάθε επαγγελματική δραστηριότητα γύρω στο 1970 για να ασχοληθεί με τη μόρφωση της θυγατέρας της, που ήταν τότε ηλικίας έξι ετών. Το 1980 υπέβαλε αίτηση επιδόματος ανεργίας και στη συνέχεια επιδόματος ασθενείας. Οι δύο αυτές αιτήσεις της Johnson απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις καταβολής εισφορών. Αντίθετα, της χορηγήθηκε το 1981 σύνταξη αναπηρίας μη εξαρτώμενη από την καταβολή παροχών (Non-Contributory Invalidity Pension, στο εξής: NCIP), λόγω της ανικανότητα της προς εργασία εξαιτίας μιας παθήσεως στην πλάτη. Ωστόσο, η εν λόγω σύνταξη έπαυσε να της καταβάλλεται από το 1982, με την αιτιολογία ότι συζούσε έκτοτε με κάποω σύντροφο και έπρεπε κατά συνέπεια να αποδείξει ότι ήταν ανίκανη να εκτελέσει τις συνήθεις οικιακές εργασίες ( 4 ). Στις 17 Αυγούστου 1987, τα Citizens Advice Bureaux υπέβαλαν εξ ονόματος της αίτηση επιδόματος βαριάς αναπηρίας ( Severe Disablement Allowance, στο εξής: SDA). Ο Adjudication Officer απέρριψε αυτή την αίτηση στις 13 Νοεμβρίου 1987. Το Sutton Social Security Appeal Tribunal, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν ενστάσεως της Johnson, επικύρωσε την εν λόγω απορριπτική απόφαση. Η ενδιαφερόμενη άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον των Social Security Commissioners. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, ο Adjudication Officer προέβαλε δύο λόγους για τους οποίους η Johnson δεν είχε δικαίωμα επί του SDA. Ο πρώτος έγκειται στο ότι η ενδιαφερόμενη δεν ανήκε στον « ενεργό πληθυσμό » που αναφέρεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 και δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του κοινοτικού κειμένου, ο δεύτερος στο ότι το άρθρο 165 Α του Sočiai Security Act του 1975, όπως προέκυπτε τότε από το άρθρο 17 του Social Security Act του 1985, είχε εξαρτήσει το δικαίωμα επί του SDA από προηγούμενη λήψη ή αίτημα για NCIP.
3.
Το αιτούν δικαστήριο σας υπέβαλε επομένως ένα σύνολο προδικαστικών ερωτημάτων από τα οποία τα τρία πρώτα αφορούν το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 και το τέταρτο το περιεχόμενο των κελευσμάτων της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων σε σχέση με τις προϋποθέσεις λήψεως επιδόματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
4.
Θα εξετάσω αυτά τα ερωτήματα διαδοχικά. Με τα τρία πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο σας ερωτά κατ' ουσίαν αν ένα πρόσωπο, το οποίο δεν εργάζεται και κωλύεται λόγω ασθενείας να αναλάβει εκ νέου εργασία, ανήκει ή όχι στον « ενεργό πληθυσμό » που αναφέρεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 79/7.
5.
Όπως τόνισα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Achterberg-te Reile, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 οριοθετείται διπλά, εφόσον, αφενός μεν, το άρθρο 2 ορίζει ότι « εφαρμόζεται επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων », αφετέρου δε, το άρθρο 3 απαριθμεί τους κινδύνους επί των οποίων εφαρμόζεται το κοινοτικό κείμενο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ασθένεια και η αναπηρία. Πρέπει επομένως να πληρούνται οι προϋποθέσεις της διπλής αυτής οριοθετήσεως ratione personae και ratione matériáé, για να υπαχθεί κάποιος στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας.
6.
Στην απόφαση Drake ( 5 ) διευκρινίσατε ότι το προαναφερθέν άρθρο 2
« στηρίζεται στην ιδέα ότι ένα πρόσωπο του οποίου η εργασία διακόπηκε από έναν από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3 ανήκει στον ενεργό πληθυσμό »,
συνάγοντας εξ αυτού το συμπέρασμα ότι πρόσωπο που έπαυσε να εργάζεται αποκλειστικά και μόνον λόγω της αναπηρίας της μητέρας του έπρεπε να θεωρηθεί ότι ανήκει στον ενεργό πληθυσμό.
7.
Επίσης, με την απόφαση Achterberg-te Riele, υπενθυμίσατε ότι
« η οδηγία εφαρμόζεται επί προσώπων που δεν είχαν ποτέ μετάσχει στην αγορά εργασίας ή που έπαυσαν να μετέχουν, χωρίς αιτία γι' αυτό να αποτελεί η επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία » ( 6 ).
8.
Κατά συνέπεια, εάν το άρθρο 2 αφορά τους εν στενή εννοία εργαζομένους των οποίων η δραστηριότητα διακόπηκε λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται η οδηγία, φαίνεται ωστόσο ότι μπορεί να περιλάβει ως υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού κειμένου τα πρόοωπα που αναζψοΰν εργασία και των οποίων η προοπτική κατέστη εφεξής αδύνατη λόγω επελεύσεως ενός από τους προαναφερθέντες κινδύνους. Η απόφαση Achterberg-te Riele, στην προαναφερθείσα σκέψη, πράγματι αναφερόταν στα πρόσωπα που « ήταν διαθέσιμα στην αγορά εργασίας », δηλαδή τόσο στους εργαζομένους όσο και σ' εκείνους που αναζητούσαν εργασία. Ο « κοινωνικού κινδύνου » χαρακτήρας του γεγονότος που κάνει ορισμένους να χάσουν την ιδιότητα τυ εργαζομένου ή του αναζητούντος εργασία δικαιολογεί το ότι θεωρούνται ότι ανήκουν πάντα στον ενεργό πληθυσμό.
9.
Αντίθετα, ναι μεν στην απόφαση Drake δεχθήκατε ότι η επέλευση ενός από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται η οδηγία αφορά κυρίως όχι τον εργαζόμενο αλλά μέλος της οικογενείας του, εντούτοις από την απόφαση Achterberg-te Riele προκύπτει ότι, κατά την επέλευση του κινδύνου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει την ιδιότητα είτε του εργαζομένου είτε του αναζητούντος εργασία. Πράγματι, η οδηγία δεν λαμβάνει υπόψη την απόσυρση του προσώπου από τον ενεργό πληθυσμό, από τη στιγμή που η απόσυρση αυτή οφείλεται σ' έναν από τους προαναφερθέντες κινδύνους· πρέπει όμως να συναχθεί λογικά ότι δεν παύει κανείς να ανήκει σ' έναν πληθυσμό στον οποίον ουδέποτε ανήκε. Πρέπει να αποδείξει την ιδιότητα του αναζητούντος εργασία κατά τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου για να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας.
10.
Η αντίθετη λύση, που προτείνει η Johnson, θα είχε ως συνέπεια ότι κάθε πρόσωπο που δεν αναζήτησε ποτέ εργασία, αφότου το ίδιο — ή, από την απόφαση Drake, μέλος της οικογενείας του — προσβάλλεται από ασθένεια ή αναπηρία, θα μπορούσε να βεβαιώσει την πρόθεση του να εργαστεί σε περίπτωση ελλείψεως αυτής της ασθενείας ή της αναπηρίας και, συνεπώς, να αποτελέσει εφεξής μέρος του ενεργού πληθυσμού κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
11.
Βεβαίως, ένα ποσοστό — σε τελική ανάλυση αρκετά μικρό — γυναικών που διέκοψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα για να ασχοληθούν με την ανατροφή των τέκνων τους μπορούν να υποστούν τις δυσμενείς διακρίσεις που υφίστανται σε ορισμένες εθνικές νομοθεσίες εάν, προτού αναζητήσουν εργασία, προσβληθούν από ασθένεια ή καταστούν ανίκανες προς εργασία. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι είναι αδύνατο να γίνει διάκριση μεταξύ αυτής της πραγματικής καταστάσεως και εκείνης ενός προσώπου που ουδέποτε είχε πραγματική πρόθεση να εργαστεί.
12.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας θα μπορούσε ίσως να δώσει απάντηση στην τελευταία αυτή δυσκολία. Επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας « την απόκτηση δικαιωμάτων επί παροχών μετά από περιόδους διακοπής της εργασίας, λόγω μορφώσεως των τέκνων ». Επομένως, οι θετικές διακρίσεις υπέρ των γυναικών που εγκατέλειψαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα για να ασχοληθούν με τη μόρφωση των τέκνων τους δεν θα αντέβαιναν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
13.
Μια παρατήρηση ακόμη. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το πρόσωπο που, ελλείψει ασθενείας, θα αναζητούσε εργασία πρέπει, για να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, να έχει εγκαταλείψει την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται η οδηγία.
14.
Η απάντηση φαίνεται ότι πρέπει να είναι αρνητική. Το άρθρο 2 του κοινοτικού κειμένου εφαρμόζεται εφόλων «των προσώπων που αναζητούν εργασία », χωρίς διάκριση αναλόγως του λόγου για τον οποίο εγκατέλειψαν προηγούμενη εργασία, εφόσον μπορούσαν κάλλιστα να μην έχουν ποτέ στο παρελθόν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα. Η ιδιότητα του αιτούντος εργασία αρκεί για να ανήκει κάποιος στον ενεργό πληθυσμό.
15.
Υπ' αυτή την έννοια προτείνω να απαντήσετε στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου. Εναπόκειται επομένως σ' αυτό να κρίνει εάν πράγματι η Johnson αναζητούσε εργασία τη στιγμή κατά την οποία κατέστη ανίκανη προς εργασία. Το εθνικό δικαστήριο θα μπορέσει μέσα από την ανάλυση αυτή να λάβει υπόψη την εγγραφή σε οργανισμό επιφορτισμένο με την έρευνα των προσφορών εργασίας ή με την παροχή συνδρομής στους αιτούντες εργασία κατά τις προσπάθειες τους, τις αιτήσεις υποψηφιότητας της ενδιαφερόμενης σε εργοδότες, ή τις βεβαιώσεις επιχειρήσεων που πιστοποιούν ότι η Johnson παρουσιάστηκε σε συνεντεύξεις στο πλαίσιο προσλήψεως.
16.
Θα εξετάσω τώρα το τέταρτο ερώτημα. Χωρίς αμφιβολία είναι ανάγκη να υπενθυμίσω προηγουμένως την εξέλιξη της βρετανικής νομοθεσίας. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Borrie Clarke ( 7 ), οδηγήθηκε στην εξιστόρηση μέρους αυτής της εξελίξεως. Διαπιστώσατε, πράγματι, ότι το 1983 απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ορισμένων γυναικών
« για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας που δεν εξαρτάται από εισφορές [Non Contributory Inbalidity Pension (...)] βάσει μιας προϋποθέσεως σχετικής με την ικανότητα εκτελέσεως των συνήθων οικιακών εργασιών, προϋποθέσεως που δεν απαιτούνταν για πρόσωπα του άλλου φύλου » ( 8 ),
και επίσης ότι
« η NCIP καταργήθηκε από τις 29 Νοεμβρίου 1984 και θεσπίστηκε μια καινούργια παροχή, καλούμενη επίδομα βαριάς αναπηρίας ( Severe Disablement Allowance), την οποία δικαιούνται πρόσωπα και των δύο φύλων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Η ημέρα που καθορίστηκε για την έναρξη ισχύος του επιδόματος βαριάς αναπηρίας ήταν κανονικά η 29η Νοεμβρίου 1985. Αλλά, το άρθρο 20, παράγραφος 1, των Social Security (Severe Disablement Allowance) Regulations 1984 (...) επέτρεψε στα πρόσωπα που δικαιούνταν να λάβουν την παλιά NCIP να μπορούν να τύχουν αυτομάτως, από τις 29 Νοεμβρίου 1984, του καινούριου επιδόματος βαριάς αναπηρίας, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν ότι πληρούν τις καινούργιες προϋποθέσεις. Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει, συνεπώς, ότι το δικαίωμα αυτόματης καταβολής του νέου επιδόματος βάσει των μεταβατικών αυτών διατάξεων υπέκειτο στα ίδια κριτήρια με αυτά που καθόριζαν το δικαίωμα παροχής της παλιάς NCIP » ( 8 ).
Στο σημείο αυτό κρίνατε ότι:
« Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αφήνει να υφίστανται μετά τις 22 Δεκεμβρίου 1984 ( 9 ) ανισότητες μεταχειρίσεως οφειλόμενες στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος επί των παροχών είναι προγενέστερες αυτής της ημερομηνίας. Το γεγονός ότι οι ανισότητες αυτές προκύπτουν από μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες θεσπίστηκαν με την ευκαιρία της καθιερώσεως μιας νέας παροχής, δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική εκτίμηση » ( 10 ).
17.
Αλλά το άρθρο 17 του Social Security Act του 1985 εισήγαγε στον νόμο του 1975 το καινούργιο άρθρο 165 Α που εφαρμόζεται από τις 2 Σεπτεμβρίου 1985. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, « κανείς δεν δικαιούται οποιοδήποτε ευεργέτημα εκτός εάν (... )
α)
υποβάλει αίτηση γι' αυτό
i)
κατά τον προδιαγεγραμμένο τρόπο και
ϋ)
υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2 κατωτέρω, εντός της ταχθείσας προθεσμίας (... )
(...)
( 3 )
Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου, κανείς δεν δικαιούται
c)
οποιοδήποτε άλλο επίδομα για περίοδο μεταλύτερη των 12 μηνών πριν από την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση ».
18.
Κατά τον Adjudication Officer, δεδομένου ότι η Johnson ζήτησε το SDA μόλις στις 17 Αυγούστου 1987 — δηλαδή, ας σημειωθεί, περίπου δύο μήνες μετά την απόφαση Borrie Clarke — και ουδέποτε ζήτησε τη NCIP πριν από τις 29 Νοεμβρίου 1984, δεν μπορεί, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 165 Α, να πληροί τις προϋποθέσεις λήψεως της SDA, εφόσον δεν αποδεικνύει ότι δικαιούνταν τη NCIP ή, τουλάχιστον, ότι είχε υποβάλει σχετική αίτηση. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι αυτό αποτελεί ορθή ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Δεν εναπόκειται ωστόσο στο Δικαστήριο σας να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού· το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι αρκούντως ακριβές και λεπτομερές και φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να έχει ενδιαφέρον για την επίλυση της κυρίας δίκης. Θα περιοριστώ λοιπόν στην εξέταση της προβληματικής που περιγράφει το εν λόγω ερώτημα.
19.
Το αιτούν δικαστήριο σας ερωτά αν η νομοθεσία που εξαρτά το δικαίωμα επιδόματος εφεξής καταργηθέντος, η οποία νομοθεσία συνεπαγόταν μια προϋπόθεση εισάγουσα δυσμενή διάκριση εις βάρος των γυναικών εργαζομένων συμβιβάζεται προς το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7.
20.
Φρονώ συναφώς ότι διάταξη σαν αυτή του προαναφερθέντος άρθρου 165 Α δεν εισάγει αυτή καθαυτή δυσμενείς διακρίσεις. Η εν λόγω διάταξη περιορίζεται να προσδιορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί κανείς να ζητήσει κάποιο επίδομα. Έχει ως αποτέλεσμα δυσμενή διάκριση μόνο εξαιτίας του συνδυασμού του με διάταξη σαν αυτή του άρθρου 20, παράγραφος 1, των Social Security (Severe Disablement Allowance ) Regulations του 1984, που επιτρέπει στα πρόσωπα που μπορούσαν να αξιώσουν τη NCIP να λάβουν αυτομάτως το SDA, χωρίς να χρειάζεται να πληρούν τις καινούργιες πιο περιοριστικές προϋποθέσεις του τελευταίου αυτού επιδόματος, πράγμα το οποίο διαιωνίζει τη δυσμενή διάκριση που περιέχουν οι κανόνες χορηγήσεως της NCIP. Όμως η απόφαση Borrie Clarke έκρινε ήδη ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορούσε να αφήνει να υφίστανται τέτοιες προϋποθέσεις που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις μετά τις 22 Δεκεμβρίου 1984. Μπορεί να διερωτηθεί κανείς εάν το παρόν προδικαστικό ερώτημα περιλαμβάνει πράγματι ένα καινούργιο στοιχείο σε σχέση με την κατάσταση που έδωσε αφορμή στην προαναφερθείσα απόφαση σας.
21.
Εν πάση περιπτώσει, ο συνδυασμός των δύο ανωτέρω διατάξεων οδηγεί σε μια κατάσταση που ενέχει δυσμενείς διακρίσεις. Δεν φαίνεται, στην πράξη, εύλογο να απαιτείται από τα πρόσωπα που αποκλείονται από ένα επίδομα να έχουν ζητήσει το επίδομα αυτό, τη στιγμή μάλιστα που το εν λόγω επίδομα επρόκειτο να καταργηθεί και τούτο για να τύχουν ενός καινούργιου επιδόματος.
23.
Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Cruz Vilaça με τις προτάσεις του στην υπόθεση Borrie Clarke,
« δεν προβλέπεται καμία παρέκκλιση που να επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να παρατείνει τα αποτελέσματα που δημιουργούν διακρίσεις προγενεστέρων εθνικών διατάξεων και είναι εξίσου αντίθετο προς την οδηγία να διατηρούνται τέτοια αποτελέσματα, όπως και να διατηρούνται οι επίμαχες εθνικές διατάξεις» ( 11 ).
23.
Κατά την προφορική διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνώρισε ότι η νομική κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω δεν συμβιβαζόταν με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Δεν μπορούμε παρά να το λάβουμε υπόψη.
24.
Κατά συνέπεια, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι εφαρμόζεται σε πρόσωπο που αναζητεί εργασία, του οποίου η εξερεύνηση διακόπηκε από την επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
2)
Δεν ενδιαφέρει σχετικά το ότι το πρόσωπο αυτό εγκατέλειψε προηγούμενη εργασία για άλλο λόγο εκτός από τους προαναφερθέντες κινδύνους.
3)
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το πρόσωπο που επικαλείται τις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ αναζητούσε πράγματι εργασία κατά τη στιγμή της επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.
4)
Το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αντίκειται, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, στα αποτελέσματα εθνικής διατάξεως που εξαρτά τη λήψη ενός επιδόματος από αίτηση για προηγούμενο επίδομα οι προϋποθέσεις κτήσεως του οποίου ήταν ασυμβίβαστες με τις επιταγές αυτού του άρθρου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 150/85 ( Συλλογή 1986, σ. 1995).
( 2 ) Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, 48/88, 106/88, 107/88 ( Rec. 1963, σ. 1963 ).
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
( 4 ) 'Αρθρο 36, παράγραφος 2, στοιχείο ρ, του Social Security Act του 1975.
( 5 ) Υπόθεση 150/85, προαναφερθείσα, σκέψη 22.
( 6 ) ΣυνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 48/88, 106/88 και 197/88, σκέψη II.
( 7 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, 384/85 ( Συλλογή 1987, σ.2865).
( 8 ) Σκέψη 3.
( 9 ) Ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που προβλέπει η οδηγία 79/7 για τη συμμόρφωση των εθνικών δικαίων.
( 10 ) Σκέψη 10' ρλ. επίσης απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, FNV (Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψεις 21 και 22 ) απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, Mc Dermo et Coller ( Συλλογή 1987, σ. 1453, σκέψεις 18 και 19 ) απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, 80/87, Dik cl Mcnkiitos-Demirci ( Συλλογή 1988, σ. 1601, σκέψη 9 ).
( 11 ) Συλλογή 1987, σ. 2875, παράγραφος 30.
Full & Egal Universal Law Academy