Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή σάς ζητεί να αναγνωρίσετε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη εφαρμόζουσα ορθώς τις διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/831/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979, που τροποποιεί για έκτη φορά την οδηγία 67/548/ΕΟΚ, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών (1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2. Κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας η Επιτροπή παραιτήθηκε από πολλές αιτιάσεις, σε σημείο που μου επιτρέπεται να διερωτηθώ τη στιγμή που αναπτύσσω τις προτάσεις μου τι απομένει από την προσφυγή αυτή.
3. Η προσφυγή αφορά τέσσερις αιτιάσεις, για τις οποίες παραπέμπει στην αιτιολογημένη γνώμη της 17ης Οκτωβρίου 1988. Η μέθοδος αυτή δεν διευκολύνει την ακριβή γνώση των παραβάσεων που προσάπτονται σε κράτος μέλος και δεν αποκλείεται να προσβάλλονται ενδεχομένως τα δικαιώματα άμυνας. Ωστόσο, το άρθρο 38 του Κανονισμού Διαδικασίας απαιτεί μόνο τη "συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση" και η νομολογία σας υπήρξε ελάχιστα
τυπολατρική συναφώς (2). Εξάλλου, η αιτιολογημένη γνώμη επισυνάφθηκε στην προσφυγή και το καθού κράτος δεν υπέβαλε σχετικώς ένσταση απαραδέκτου.
4. Ο γενικός εισαγγελέας Tesauro, στις προτάσεις που ανέπτυξε πριν από την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (3), θεωρεί ότι η προσφυγή μπορεί να αναφέρεται στα επιχειρήματα και στα περιστατικά που εκτίθενται στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, όταν απλώς διευκρινίζεται το περιεχόμενο των αιτιάσεων (4). Εν προκειμένω, η παραπομπή στην αιτιολογημένη γνώμη αφορά μόνο τον κατάλογο και την ονομασία των επικινδύνων ουσιών για τις οποίες η Επιτροπή προσάπτει στη Γερμανία ότι θέσπισε ιδιαίτερες υποχρεώσεις επισημάνσεως όσον αφορά τα νομικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αιτίαση αυτή, περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Ως εκ τούτου, δεν νομίζω ότι η προσφυγή μπορεί να χαρακτηριστεί για τον λόγο αυτό απαράδεκτη.
5. Ι - Η πρώτη αιτίαση, που εκτίθεται στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο α, της προσφυγής και στο τμήμα 2, παράγραφος 6, της αιτιολογημένης γνώμης, αφορά εννέα επικίνδυνες ουσίες, για τις οποίες η γερμανική κανονιστική απόφαση περί των επικινδύνων ουσιών, της 26ης Αυγούστου 1986 (5), που τροποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 16 Δεκεμβρίου 1987, περιλαμβάνει ακριβείς διατάξεις περί της επισημάνσεως, τις οποίες δεν προβλέπει η οδηγία 79/831. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ωστόσο ότι οι ουσίες αυτές περιελήφθησαν "εξ αβλεψίας" στο δικόγραφο της προσφυγής και παραιτείται από την προσφυγή της ως προς το σημείο αυτό. Επιβεβαίωσε τη
θέση της αυτή με έγγραφη απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επομένως να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό.
6. ΙΙ - Η δεύτερη αιτίαση, η οποία εκτίθεται στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο β, της προσφυγής και στο τμήμα 2, παράγραφος 7, της αιτιολογημένης γνώμης, αφορά 78 ουσίες. Ωστόσο, πολλές από αυτές διαγράφηκαν από τις διατάξεις της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως της 26ης Αυγούστου 1986, με τη δεύτερη τροποποιητική κανονιστική απόφαση της 23ης Απριλίου 1990 (6), και με την τρίτη τροποποιητική απόφαση της 5ης Ιουνίου 1991 (7). Οι λοιπές ουσίες αποτέλεσαν, κατά την καθής, αντικείμενο κοινοποιήσεως προς την Επιτροπή βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας 79/831, το οποίο ορίζει ότι, "αν ένα κράτος μέλος κατέχει εμπεριστατωμένες αποδείξεις ότι μία ουσία, καίτοι σύμφωνη με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, παρουσιάζει κινδύνους για τον άνθρωπο ή το περιβάλλον, ως εκ της ταξινομήσεώς της, της συσκευασίας της ή της επισημάνσεώς της, τούτο μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να υποβάλει σε ειδικούς όρους τη διάθεση στην αγορά της επικίνδυνης αυτής ουσίας, στην επικράτειά του. Ενημερώνει σχετικά αμέσως την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη, εκθέτοντας επακριβώς τους λόγους που δικαιολογούν την απόφασή του". Η ανακοίνωση αυτή, που φέρει, νομίζω, ως ημερομηνία 29 Αυγούστου 1989, επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
7. Η Επιτροπή, με έγγραφη απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου, αναγνωρίζει ότι έξι από τις ουσίες αυτές ρυθμίστηκαν με την οδηγία 91/325/ΕΟΚ, της 1ης Μαρτίου 1991, περί δωδεκάτης προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο (8), και ότι 30 άλλες περιλαμβάνονται στην πρόταση οδηγίας περί δεκάτης πέμπτης προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο. Πρέπει να επισημανθεί ότι, μεταξύ των ουσιών που αναφέρει η Επιτροπή, οι ουσίες υπ' αριθ. 183, 721 και
833 δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογημένη γνώμη, όπως δεν περιλαμβάνονται και οι ουσίες υπ' αριθ. 1064, 1328, 1366 και 1431. Η Επιτροπή, στην ίδια αυτή απάντηση, εμμένει στις αιτιάσεις της μόνο για πέντε ουσίες, ήτοι τις ουσίες υπ' αριθ. 102 (Azocyclotin), 376 (κυκλοεμιμίντ), 878 (οκτανοϊκό ιωξυνίλιο), 1332 (Temephos) και 1344 (Tetrachlorovinphos). Πρέπει να παρατηρήσω ότι ούτε οι ουσίες υπ' αριθ. 376 και 878 περιλαμβάνονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Ωστόσο, κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής φαίνεται ότι μετέβαλε την έκταση της παραιτήσεώς της δηλώνοντας ότι, καίτοι είχε διευκρινιστεί ότι για τις ουσίες που περιλαμβάνονται στην πρόταση οδηγίας η αιτίαση μπορεί να καταστεί άνευ αντικειμένου, τούτο δεν σήμαινε ωστόσο ότι η Επιτροπή παρητείτο ως προς το σημείο αυτό.
8. Νομίζω ότι πρέπει να επιμείνω κάπως σ' αυτή τη δυσκολία. Πράγματι, με βάση την ημερομηνία της αιτιολογημένης γνώμης, η παράβαση είναι αναμφιβόλως δεδομένη για ορισμένες ουσίες. Η έγγραφη όμως απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση του Δικαστηρίου περιλαμβάνει ακριβώς τη μνεία ότι, "η απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι ότι η αιτίαση που αφορά την υποχρέωση επισημάνσεως που επιβάλλει η γερμανική κανονιστική απόφαση (...) εξακολουθεί να ισχύει για πέντε ουσίες (βλ. στοιχείο β, ανωτέρω)", πράγμα το οποίο προφανώς σημαίνει παραίτηση ως προς τις άλλες ουσίες που αφορά η αιτίαση του τμήματος 2, σημείο 1, στοιχείο β, της προσφυγής.
9. Σας προτείνω επομένως να περιοριστείτε στους όρους της έγγραφης απαντήσεως που έδωσε το κοινοτικό όργανο στην ερώτηση του Δικαστηρίου, ήτοι στη διατήρηση της αιτιάσεως που αναφέρεται στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο β, της προσφυγής για τις πέντε μόνο προπαρατεθείσες ουσίες, από τις οποίες δύο, όπως προείπα, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Η προσφυγή είναι επομένως απαράδεκτη για τον τελευταίο αυτό λόγο, όσον αφορά τις δύο επίμαχες ουσίες.
10. Κατά συνέπεια, υπολείπονται τρεις ουσίες για τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την αιτίαση. Με την προσφυγή της, η Επιτροπή προσάπτει συναφώς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφενός, ότι δεν κίνησε τη διαδικασία του προπαρατεθέντος άρθρου 23, πράγμα που αμφισβητεί ρητώς το καθού κράτος και, αφετέρου, ότι δεν ανέφερε ρητά, στην ή στις επίμαχες κανονιστικές αποφάσεις ότι τα ληφθέντα μέτρα είχαν προσωρινό χαρακτήρα, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου.
11. Ως προς το πρώτο σημείο, η Επιτροπή, με το υπόμνημα απαντήσεως, αναγνωρίζει ότι το καθού κράτος, όντως κοινοποίησε όλες τις ουσίες για τις οποίες οι υποχρεώσεις επισημάνσεως δεν καταργήθηκαν με τη δεύτερη τροποποιητική απόφαση και το σχέδιο της τρίτης τροποποιητικής αποφάσεως (9). Με την έγγραφη απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θεωρεί αντιθέτως ότι δεν υπήρξε κοινοποίηση και προτείνει να μη ληφθεί υπόψη η ανακοίνωση της 29ης Αυγούστου 1989. Κατά την προφορική διαδικασία διευκρινίστηκε πράγματι ότι η Επιτροπή παρέλειψε να επαληθεύσει, όταν συνέτασσε το υπόμνημα απαντήσεως, αν υπήρξε πράγματι κοινοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας.
12. Πρέπει να υπενθυμίσω ότι το καθού κράτος επισύναψε στο υπόμνημα αντικρούσεως ανακοίνωση που έφερε τον τίτλο "Mitteilung der Bundesrepublik Deutschland gemaess Artikel 23 der Richtlinie 79/831/EWG".
13. Kατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε ότι το έγγραφο αυτό περιήλθε ανεπισήμως στις υπηρεσίες της Επιτροπής και ότι αυτές το χρησιμοποίησαν ως βάση εργασίας, εφόσον όλες οι ουσίες που αφορά η
κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνονται ή θα περιληφθούν σε οδηγίες που τροποποιούν την οδηγία 67/548. Θεώρησε ωστόσο ότι η ανακοίνωση αυτή δεν ισχύει ως κοινοποίηση κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 23.
14. Δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτή την άποψη. Το άρθρο 23 δεν απαιτεί κανένα ιδιαίτερο τύπο. Επιβάλλει απλώς να είναι η κοινοποίηση αιτιολογημένη και να ενημερώνονται σχετικώς τα άλλα κράτη μέλη. Το ζήτημα αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενημέρωσε τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας για την κοινοποίηση αυτή πρέπει να παραμείνει εκτός συζητήσεως, εφόσον η ενδεχόμενη αυτή παράλειψη δεν περιλαμβάνεται στην αιτιολογημένη γνώμη. Δεν αμφισβητείται άλλωστε ότι η Επιτροπή έλαβε την επίδικη ανακοίνωση. Τέλος, εφόσον το βάρος αποδείξεως φέρει το προσφεύγον όργανο, σ' αυτό εναπόκειται να αποδείξει την παντελή έλλειψη εφαρμογής του άρθρου 23 της οδηγίας. Η απόδειξη αυτή ουδόλως αποδεικνύεται ότι προσκομίστηκε εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που προσκόμισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητεί ρητώς η Επιτροπή, ισχυρίζεται δε μόνο ότι δεν τα έλαβε επισήμως. Η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει επομένως, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί.
15. Μένει επομένως μόνο η δεύτερη επίκριση, που στηρίζεται στην έλλειψη μνείας του προσωρινού χαρακτήρα των επιδίκων γερμανικών κανονιστικών αποφάσεων. Η επίκριση αυτή θα εξεταστεί με την τρίτη αιτίαση, που εκτίθεται στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο γ, της προσφυγής, που στηρίζεται επίσης σ' αυτή την επίκριση.
16. ΙΙΙ - Η αιτίαση αυτή, η οποία παραπέμπει άλλωστε στο τμήμα 2, παράγραφος 8, της αιτιολογημένης γνώμης, αφορά τις καρκινογόνες ουσίες. Αφορά το άρθρο 5 της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί των ουσιών αυτών, το οποίο δεν είναι σύμφωνο, κατά την προσφεύγουσα, με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/831. Το τελευταίο αυτό κείμενο ορίζει ότι "οι επικίνδυνες ουσίες που δεν αναγράφονται ακόμη στο παράρτημα Ι, αλλά
απαριθμούνται στο ευρετήριο που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ή που είναι ήδη στην αγορά προ της 18ης Σεπτεμβρίου 1981 πρέπει, καθ' ο μέτρο οι επικίνδυνες ιδιότητές τους είναι επαρκώς γνωστές στον παρασκευαστή, εγκατεστημένο ή όχι στην Κοινότητα, να συσκευάζονται και επισημαίνονται προσωρινώς από τον κατασκευαστή ή τον αντιπρόσωπό του, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 15 έως 18 και τα κριτήρια του παραρτήματος VΙ".
17. Δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες ουσίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και ότι βρίσκονταν ήδη στην αγορά πριν από τις 18 Σεπτεμβρίου 1981. Εμπίπτουν επομένως στη διάταξη αυτή.
18. Η γερμανική κανονιστική απόφαση επιβάλλει, για ορισμένες καρκινογόνες ουσίες ή για εκείνες οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως καρκινογόνες ουσίες από την επιτροπή της Deutsche Forschungsgemeinschaft ή από τον παρασκευαστή ή τον εξαγωγέα, ιδιαίτερη επισήμανση, ενώ, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, και την ερμηνεία που του έδωσε η Επιτροπή, εναπόκειται μόνο στον παρασκευαστή, με ευθύνη του, να αποφασίζει αν πρέπει να συσκευάζει και να επισημαίνει την επίμαχη ουσία σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας, κατά το μέτρο που οι επικίνδυνες ιδιότητες της εν λόγω ουσίας τού είναι λογικά γνωστές. Κατά την Επιτροπή, η γερμανική νομοθεσία είναι επομένως αντίθετη προς το άρθρο 22 της οδηγίας, που ορίζει ότι "τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν, περιορίσουν ή παρεμποδίσουν, για λόγους κοινοποιήσεως, ταξινομήσεως, συσκευασίας ή επισημάνσεως, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, τη διάθεση στην αγορά ουσιών, εφόσον αυτές ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία και τα παραρτήματά της", κατά το μέτρο που η νομοθεσία αυτή, αφενός, δεν κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 23 και, αφετέρου, δεν καθιστά εμφανές στο ίδιο το κείμενο των επιμάχων διατάξεων ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατ' αυτόν τον τρόπο ελήφθησαν προσωρινώς. Θα εξετάσω διαδοχικά τις δύο επικρίσεις στις οποίες βασίζεται η τρίτη αυτή αιτίαση.
19. 'Οσον αφορά το πρώτο σημείο, πρέπει να επισημάνω ότι το παράρτημα VΙ της προσφυγής περιλαμβάνει ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας που φέρει ημερομηνία 14 Ιουλίου 1989. Η ανακοίνωση αυτή αφορά 21 καρκινογόνες ουσίες που ρυθμίζει η γερμανική κανονιστική απόφαση περί των επικινδύνων ουσιών. Περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία: "Κατά την κοινοποίηση της αποφάσεως περί των επικινδύνων ουσιών, συμφωνήθηκε, κατά τις συνομιλίες με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, να μη μεταβληθεί ο εν λόγω εθνικός κατάλογος ουσιών και να μην εφαρμοστεί η διαδικασία του άρθρου 23, εν αναμονή των αποτελεσμάτων των εργασιών της Επιτροπής. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δήλωσαν επανειλημμένως ότι θα επιταχύνουν τις εργασίες τις σχετικές ιδίως με την ταξινόμηση των καρκινογόνων ουσιών, για να εξαλείψουν τις διαφορές που υπάρχουν σε σχέση με τους διάφορους εθνικούς καταλόγους. Με έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 1987, η δέσμευση αυτή υπενθυμίστηκε στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Παράλληλα, τους διαβιβάστηκε, κατόπιν αιτήσεώς τους, κατάλογος προτεραιότητας 21 ουσιών, ταξινομημένων μεν σε εθνικό επίπεδο, όχι όμως ακόμη από την Επιτροπή. 'Εκτοτε, οι συζητήσεις των εμπειρογνωμόνων σε επίπεδο Επιτροπής άρχισαν μόνο για επτά από τις ουσίες αυτές. Λαμβανομένων υπόψη των δυσχερέστατων και χρονοβόρων ενίοτε συζητήσεων που συνεπάγεται η ταξινόμηση σε κοινοτικό επίπεδο και οι οποίες δεν συμβιβάζονται με τους κινδύνους που παρουσιάζουν οι καρκινογόνες ουσίες για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία θεωρεί εαυτή υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 23 για όλες τις προμνημονευθείσες ουσίες, οι οποίες περιλαμβάνονται σε παράρτημα στην παρούσα ανακοίνωση".
20. Με την έγγραφη απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δηλώνει ότι, εκτός δύο ουσιών (1,4 διχλωροβουτένιο και 2,3,4 - τριχλωροβουτένιο - 1), όλες οι ουσίες αυτού του καταλόγου έχουν καταταγεί
ή θα καταταγούν από την κοινοτική ρύθμιση στις υποκείμενες σε υποχρέωση επισημάνσεως.
21. 'Οπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η αιτίαση αφορά ωστόσο την υποχρέωση επισημάνσεως για κάθε καρκινογόνο ουσία γενικώς και όχι μόνο για τις 21 ουσίες που περιλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα ανακοίνωση της 14ης Ιουλίου 1989. Η Γερμανική Κυβέρνηση δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι υπήρχαν εξήντα περίπου ουσίες δυνάμενες να ταξινομηθούν ως καρκινογόνες ουσίες.
22. Δεν νομίζω ότι η επίκριση αυτή ως προς την έλλειψη κοινοποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας για τις καρκινογόνες ουσίες πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριό σας. Πράγματι, το τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο γ, της προσφυγής παραπέμπει στο τμήμα 2, παράγραφος 8, της αιτιολογημένης γνώμης. 'Ομως, καίτοι στη γνώμη αυτή διαπιστώνεται ότι "δεν συνάγεται ρητώς από τη γερμανική κανονιστική απόφαση του 1986 περί των επικινδύνων ουσιών ότι το προαναφερθέν δικαίωμα του κράτους μέλους να επιβάλλει επισήμανση υπάρχει μόνο προσωρινώς" και ότι "η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μετέφερε ορθώς ως προς το σημείο αυτό την οδηγία 79/831 στο εσωτερικό της δίκαιο, εφόσον η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν τροποποίησε την κανονιστική απόφαση του 1986 περί των επικινδύνων ουσιών κηρύσσοντας τα εν λόγω μέτρα προσωρινά", τουναντίον καμιά αιτίαση δεν διατυπώθηκε όσον αφορά την έλλειψη κοινοποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής αναγνώρισε ότι στο τμήμα 2, σημείο 8, της αιτιολογημένης γνώμης ουδόλως έγινε μνεία της αιτιάσεως αυτής.
23. Σύμφωνα με τη νομολογία σας (10), η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέτρο που αφορά, προκειμένου περί των καρκινογόνων ουσιών, την έλλειψη κοινοποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορούσε, πράγματι, να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, εφόσον η τελευταία δεν περιελάμβανε την εν λόγω αιτίαση προκειμένου περί των ουσιών αυτών.
24. Παραμένει επομένως μόνο η επίκριση που βασίζεται στην έλλειψη μνείας του προσωρινού χαρακτήρα του εθνικού μέτρου, η οποία, όπως προείπα, αφορά από κοινού τα στοιχεία β και γ του τμήματος 2, σημείο 1, της προσφυγής.
25. Το καθού κράτος ισχυρίζεται ότι το άρθρο 23 της οδηγίας ουδόλως επιβάλλει τέτοια υποχρέωση και ότι στην πράξη θα ήταν αλυσιτελής, εφόσον η αντίθεση μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και του επιμάχου εθνικού μέτρου επιλύεται μερικές φορές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με την προσαρμογή των κοινοτικών κανόνων (11).
26. Δεν νομίζω - ειρήσθω αμέσως - ότι το άρθρο 23 μπορεί να ερμηνευθεί ως επιβάλλον τέτοια υποχρέωση. Η μνεία "αν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει (...) μπορεί προσωρινώς (12) να απαγορεύσει ή να υποβάλει σε ιδιαίτερες προϋποθέσεις (...)" αναφέρεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή ενημερώνεται αμέσως για το μέτρο και ότι πρέπει εκφέρει αμελλητί τη γνώμη της και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα (13). Τα μέτρα αυτά συνίστανται είτε στην τεχνική
προσαρμογή της οδηγίας, διαδικασία που ρυθμίζεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου είτε, αν το κοινοτικό όργανο θεωρεί τα μέτρα αλυσιτελή, στην κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατ' αυτό τον τρόπο, όπως παρατήρησε το καθού κράτος με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, καίτοι το εθνικό μέτρο έχει χαρακτηριστεί ως προσωρινό, μπορεί κάλλιστα να γίνει οριστικό.
27. Κατά τα λοιπά, η υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη να κάνει μνεία στα επίμαχα κείμενα του προσωρινού χαρακτήρα των ληφθέντων μέτρων δεν φαίνεται ούτε χρήσιμη ούτε καν σκόπιμη. Δύσκολα γίνεται αντιληπτό τι συμφέρον θα είχαν οι επιχειρηματίες από μια τέτοια μνεία. Πρέπει να προσθέσω ότι ο ήδη παλαιός μηχανισμός της οδηγίας δεν είναι άγνωστος στις βιομηχανίες, ιδίως χημικές και φαρμακευτικές, τις οποίες αφορά κυρίως η ρύθμιση αυτή.
28. Η αιτίαση αυτή είναι επομένως αβάσιμη.
29. ΙV - Η τέταρτη αιτίαση, την οποία αφορά το τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο δ, της προσφυγής και το τμήμα 2, παράγραφος 11, της αιτιολογημένης γνώμης, αφορά τις ουσίες υπ' αριθ. 690 (1,2 εποξυπροπάνιο) και 1119 (tetracarbonylnickel). Η ουσία υπ' αριθ. 690 ταξινομήθηκε από την οδηγία 88/490/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1988 (14), και η ουσία υπ' αριθ. 1119 ρυθμίζεται από την πρόταση οδηγίας περί δεκάτης πέμπτης προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο.
30. Η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή της όσον αφορά την ουσία υπ' αριθ. 690 με την έγγραφη απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου. Στο ίδιο αυτό κείμενο δηλώνει, όσον αφορά την ουσία υπ' αριθ. 1119, τα εξής: "Για την ουσία αυτή, η αιτίαση της Επιτροπής θα μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέστη άνευ αντικειμένου" (σύμφωνα με το γερμανικό κείμενο: "Insofern wird die Klage als erledigt betrachtet werden koennen").
31. H μνεία αυτή σημαίνει ότι η Επιτροπή παραιτείται από την προσφυγή της ως προς το σημείο αυτό; Συναντώ εκ νέου εδώ τις ίδιες δυσκολίες με εκείνες που αντιμετώπισα εξετάζοντας την αιτίαση του τμήματος 2, σημείο 1, στοιχείο β. Ακόμη και εδώ, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή φάνηκε να αρνείται ότι είχε την πρόθεση να παραιτηθεί ως προς το σημείο αυτό. Περιορίζομαι να αναζητήσω μέσω των διαδοχικών απόψεων που εξέφρασε η Επιτροπή ποια είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη.
32. Λαμβανομένου υπόψη ότι η έγγραφη απάντηση στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, όπως ήδη επισήμανα, αναφέρει υπό μορφή συμπεράσματος ότι "η αιτίαση εξακολουθεί να ισχύει για πέντε ουσίες", μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ουσία υπ' αριθ. 1119, σας προτείνω, όπως προηγουμένως, να λάβετε υπόψη την απάντηση αυτή μόνο και να θεωρήσετε ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε επίσης όσον αφορά την αιτίαση του τμήματος 2, σημείο 1, στοιχείο δ, της προσφυγής, ως προς την ουσία υπ' αριθ. 1119.
33. Προτείνω επομένως
"1) να λάβετε υπόψη την παραίτηση της Επιτροπής από τις αιτιάσεις που εκτίθενται στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχεία α και β, εκτός από τις ουσίες υπ' αριθ. 102, 376, 878, 1332 και 1344, και στο τμήμα 2, σημείο 1, στοιχείο δ, της προσφυγής,
2) να κηρύξετε την προσφυγή απαράδεκτη όσον αφορά την αιτίαση του τμήματος 2, σημείο 1, στοιχείο β, προκειμένου περί των ουσιών υπ' αριθ. 376 και 878, και την αιτίαση του τμήματος 2, σημείο 1, στοιχείο γ, εφόσον στηρίζεται στην έλλειψη κοινοποιήσεως
κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας 79/831/ΕΟΚ,
3) να απορρίψετε την προσφυγή κατά τα λοιπά,
4) να καταδικάσετε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 13/009, σ. 13.
(2) Για παράδειγμα, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, 26/79 και 86/79, Thy-Marcinelle και Monceau κατά Επιτροπής (Rec. 1980, σ. 1083), της 28ης Απριλίου 1971, 4/69, Luetticke κατά Επιτροπής (Rec. 1971, σ. 325), και της 13ης Ιουλίου 1965, 111/63, Lemmerz Werke κατά Ανωτάτης Αρχής (Rec. 1965, σ. 836).
(3) Συλλογή 1990, σ. Ι-4747.
(4) 'Οπ.π., σημείο 8.
(5) Βundesgesetzblatt I, 5 Σεπτεμβρίου 1986, σ. 1470.
(6) Βundesgesetzblatt I, σ. 790.
(7) Bundesgesetzblatt I, σ. 1218.
(8) ΕΕ L 180, σ. 91.
(9) Εκτός της ουσίας υπ' αριθ. 143 η τελευταία αυτή ουσία περιλαμβάνεται ωστόσο μεταξύ των ουσιών που αφορά η τρίτη τροποποιητική κανονιστική απόφαση στην οριστική της μορφή, όπως συνάγεται ιδίως από την έγγραφη απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην ερώτηση του Δικαστηρίου.
(10) Βλ. κυρίως αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547), της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 459), της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1077), και την προπαρατεθείσα απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.
(11) Υπόμνημα απαντήσεως, σ. 6, γαλλικό κείμενο.
(12) Η υπογράμμιση δική μου.
(13) 'Αρθρο 23, παράγραφος 2.
(14) ΕΕ L 259, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy