Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η ενώπιον του Arbeitsgericht Loerrach (Γερμανία) διαφορά μεταξύ του Vittorio Paletta, της συζύγου του και των τέκνων τους, και της εργοδότριάς τους εταιρίας Brennet AG, θέτει το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου (1), υπό την έννοια που αυτός ερμηνεύτηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1987, Rindone, 22/86 (Συλλογή 1987, σ. 1339), επί νομοθετικής ρυθμίσεως όπως αυτής του γερμανικού Lohnfortzahlungsgesetz, της 27ης Ιουλίου 1969 (BGΒl.Ι, σ. 946, στο εξής: LFZG), δυνάμει της οποίας την υποχρέωση καταβολής των προβλεπομένων χρηματικών παροχών στον δικαιούχο εργαζόμενο υπέχει ο εργοδότης και όχι ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.
2. Ως προς τις λεπτομέρειες των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης και τις κρίσιμες διατάξεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου τα στοιχεία αυτά θα τα επαναλάβω μόνο καθόσον απαιτείται για την ορθή κατανόηση των προτάσεων αυτών.
3. Στο παρόν στάδιο αρκεί να τονίσω ότι, κατά το άρθρο 1 του LFZG, εργαζόμενος που κωλύεται να ασκήσει τη δραστηριότητά του λόγω ασθενείας δικαιούται να λαμβάνει, χωρίς διακοπή, τον μισθό του για περίοδο έξι εβδομάδων. Το εθνικό δικαστήριο σε κανένα σημείο της Διατάξεώς του δεν αμφισβητεί ότι η προβλεπόμενη από τον LFZG συνέχιση καταβολής του μισθού συνιστά χρηματική παροχή που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθενείας, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (2), και ότι για τον λόγο αυτό εμπίπει στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, είτε απευθείας είτε κατ' αναλογία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 του ιδίου κανονισμού. Μάλιστα το εθνικό δικαστήριο ρητώς υπογραμμίζει ότι
"Οι χρηματικές παροχές που καταβάλλονται σε περίπτωση ασθενείας, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 51 της Συνθήκης, περιλαμβάνουν προφανώς τόσο τις χρηματικές παροχές του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, όσο και τις χρηματικές παροχές του εργοδότη."
4. Βεβαίως, το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, το οποίο καθορίζει το πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής, ρητώς προβλέπει, στην παράγραφο 2, ότι
"ο παρών κανονισμός ισχύει (...) για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη (...)".
Ωστόσο, όπως διευκρινίζει η ίδια αυτή διάταξη πρέπει να πρόκειται για υποχρεώσεις "εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1". Μεταξύ των εν λόγω παροχών περιλαμβάνονται, στο σημείο α, οι παροχές ασθενείας. Στις παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, οι Κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας αμφισβητούν ότι οι καταβάλλομενες δυνάμει του LFZG παροχές συνιστούν παροχές ασθενείας και υποστηρίζουν, κατά συνέπεια, ότι δεν έχουν επ' αυτών εφαρμογή οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72. Συνεπώς, πριν δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί, όπως επίσης υποστηρίζει η Επιτροπή, αν οι παροχές που καταβάλλονται στο πλαίσιο του προβλεπομένου από τον LFZG δικαιώματος για συνέχιση της μισθοδοσίας εμπίπτουν στο πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Επί της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
5. Θα μπορούσε να δοθεί μία συνοπτική απάντηση στο προκαταρκτικό αυτό ερώτημα. Πράγματι, στην απόφασή του της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kuehn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 7), το Δικαστήριο ρητώς δέχθηκε ότι
"η εξακολούθηση καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου σε περίπτωση ασθενείας εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης".
Η υπόθεση εκείνη αφορούσε επίσης τον γερμανικό LFZG. Βεβαίως, το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνοντας απλώς την άποψη που είχε διατυπώσει το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει τους λόγους. Είναι επίσης αληθές ότι η διαπίστωση αυτή προξενεί έκπληξη αν αντιπαραβληθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία δεν περιλαμβάνονται στην έννοια της αμοιβής, κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης,
"τα συστήματα ή οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως οι συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας, που ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο αποκλείοντας κάθε στοιχείο διαβουλεύσεως στους κόλπους της επιχειρήσεως ή του οικείου επαγγελματικού κλάδου, και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων" (3).
Πράγματι, ο LFZG έχει αυτά τα χαρακτηριστικά.
6. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογράμμισε πάντοτε, στο πλαίσιο της ίδιας αυτής νομολογίας, ότι
"οφέλη που έχουν τη φύση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αποκλείονται, κατ' αρχήν από την έννοια της αμοιβής".
Συνεπώς, δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι ίδιες παροχές να είναι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, μολονότι περιλαμβάνονται στην έννοια της αμοιβής, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης.
7. 'Οσον αφορά το ζήτημα αν οι επίδικες παροχές μπορούν να θεωρηθούν ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως και, ειδικότερα, ασθενείας, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, απαιτούνται δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, το γεγονός ότι ο LFZG δεν αναφέρεται στις δηλώσεις που υπέβαλε η Γερμανία βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71, δεν αποτελεί κώλυμα για τον χαρακτηρισμό της νομοθετικής αυτής ρυθμίσεως ως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού (4). Δεύτερον, το γεγονός ότι κατά τη γερμανική νομοθεσία, όπως δέχεται και η Επιτροπή, οι παροχές που προβλέπει ο LFZG δεν θεωρούνται ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν αποτελεί στοιχείο κρίσιμο για τον αποκλεισμό τους, εξ απόψεως κοινοτικού δικαίου, από το πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (5). 'Οπως ρητώς τόνισε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 10ης Ιανουαρίου 1980, 69/79. Jordens-Vosters (Rec. 1980, σ. 75, σκέψη 6),
"δεν αμφισβητείται ότι η επιταγή της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου εντός της Κοινότητας συνεπάγεται ότι οι έννοιες που χρησιμοποιεί το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να διαφοροποιούνται με βάση τις ιδιομορφίες της κάθε εθνικής νομοθεσίας, αλλά ότι πρέπει να στηρίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά, καθοριζόμενα σε κοινοτικό πλαίσιο".
Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι
"σύμφωνα μ' αυτή την αρχή, η έννοια των παροχών ασθενείας και μητρότητας, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να καθοριστεί, για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, όχι ανάλογα με τον τύπο της εθνικής νομοθεσίας στην οποία περιλαμβάνονται οι εσωτερικές διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση αυτών των παροχών, αλλά βάσει κοινοτικών
κανόνων που καθορίζουν τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω παροχών".
8. Κατά πάγια νομολογία (6),
"η διάκριση μεταξύ παροχών που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και παροχών που εμπίπτουν σ' αυτό στηρίζεται ουσιαστικά στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, κυρίως στους σκοπούς της και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της."
Βεβαίως, η νομολογία αυτή αφορούσε περιπτώσεις στις οποίες επρόκειτο να κριθεί αν συγκεκριμένη παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβανόταν στην κατηγορία των παροχών που ρητώς αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, όπως οι παροχές "κοινωνικής και ιατρικής πρόνοιας" (7) ή των παροχών υπέρ των θυμάτων πολέμου και των συνεπειών του (8). Ωστόσο, λόγω του γενικού της χαρακτήρα, η νομολογία αυτή έχει επίσης εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, στις οποίες πρόκειται να προσδιοριστεί εάν μία ορισμένη παροχή εμπίπτει σε έναν από τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου 4.
9. Επιβάλλεται σχετικώς να διαπιστωθεί ότι η επίδικη παροχή σχετίζεται με έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση sine qua non προκειμένου να υπαχθεί στο πεδίο καθ' ύλην εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (9): πράγματι, η παροχή αυτή καταβάλλεται μόνο σε περίπτωση ασθενείας του εργαζομένου. 'Οπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, η σχέση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι κατά τις έξι πρώτες εβδομάδες ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας, εφόσον καταβάλλονται παροχές δυνάμει του LFZG, αναστέλλονται τα ημερήσια επιδόματα ασθενείας, ως προς τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αποτελούν παροχές ασθενείας: συνεπώς, το δικαίωμα συνεχίσεως καταβολής του μισθού επιτελεί, κατά την αρχική περίοδο της ασθενείας, τη λειτουργία των ημερησίων επιδομάτων ασθενείας. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 10 του LFZG, στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης δεν απασχολεί κανονικώς περισσότερα από 20 πρόσωπα, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας την απόδοση του 80 % του μισθού που εξακολουθεί να καταβάλλεται, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί επ' ακριβώς στο ύψος του ημερησίου επιδόματος ασθενείας το οποίο καταβάλλει κανονικά το ταμείο υγείας: μολονότι η διάταξη αυτή είναι περιορισμένης εφαρμογής, επιβεβαιώνει ότι το δικαίωμα για εξακολούθηση καταβολής του μισθού υποκαθιστά, τουλάχιστον μέχρι του ορίου του 80 % του μισθού, παροχή λόγω ασθενείας.
10. Κατά τα ανωτέρω, η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση 39/76, Mouthaan, η οποία θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να θεωρεί ότι παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με αυτήν. Η υπόθεση Mouthaan αφορούσε ολλανδικό νόμο περί ανεργίας, ο οποίος προέβλεπε, πέραν της χορηγήσεως παροχών ανεργίας, την καταβολή, εκ μέρους του αρμόδιου κοινωνικού φορέα, καθυστερουμένων μισθών που όφειλε να καταβάλει ο πτωχεύσας εργοδότης, αναλαμβάνοντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεις του εργοδότη, ο οποίος κατέστη αφερέγγυος, έναντι του εργαζομένου. Το ζήτημα που ανέκυπτε ήταν αν οι εν λόγω παροχές αποτελούν "παροχές ανεργίας", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, του κανονισμού 1408/71. Στην απόφασή του της 15ης Δεκεμβρίου 1976 (Rec. 1976, σ. 1901, σκέψη 20), το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά, με το σκεπτικό
"ότι η υποκατάσταση αυτή δεν έχει τη φύση των παροχών ανεργίας που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, του κανονισμού 1408/71 οι οποίες αποβλέπουν κυρίως να διασφαλίσουν υπέρ του ευρισκομένου σε ανεργία εργαζομένου την καταβολή ποσών τα οποία δεν αντιστοιχούν σε υπηρεσίες που παρέσχε ο εν λόγω εργαζόμενος κατά την περίοδο απασχολήσεώς του".
Κατά συνέπεια, το στοιχείο που το Δικαστήριο έκρινε κρίσιμο δεν είναι ότι οι εν λόγω παροχές απορρέουν απευθείας από τη σχέση εργασίας αλλά ότι δεν είχαν σχέση με ένα από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, συγκεκριμένα τον κίνδυνο της ανεργίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι το ποσό των εν λόγω παροχών αντιστοιχούσε στο οριζόμενο στη σύμβαση εργασίας ύψος του μισθού.
11. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι καταβαλλόμενες δυνάμει του LFΖG παροχές ισοδυναμούν με ποσό ίσο με την προβλεπόμενη στη σύμβαση εργασίας αμοιβή και σε ποσό υψηλότερο των ημερησίων επιδομάτων ασθενείας, δεν νομίζω ότι μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα τους ως παροχών ασθενείας. Αφενός μεν, τα ημερήσια επιδόματα ασθενείας σχετίζονται επίσης άμεσα με τις συνήθως καταβαλλόμενες αμοιβές. Αφετέρου δε, δεν είναι σπάνιο, κατά την αρχική περίοδο καταβολής τους, ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως να έχουν μεγαλύτερη σημασία απ' όσο κατόπιν.
12. Εξάλλου, το γεγονός ότι τις προβλεπόμενες από τον LFZG παροχές χρηματοδοτεί ο εργοδότης, ενώ τα ημερήσια επιδόματα ασθενείας χρηματοδοτούνται από εισφορές των εργοδοτών και των εργαζομένων, δεν έχει σημασία στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής, καθόσον, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου (10)
"ο χαρακτηρισμός ενός επιδόματος ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουσας στον κανονισμό (1408/71) δεν εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδοτήσεως αυτού του επιδόματος".
Επίσης, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει τη σχέση μεταξύ της χρηματοδοτήσεως των δύο παροχών: η χρηματοδότηση των παροχών του LFZG εκ μέρους των εργοδοτών συνεπάγεται μείωση των εισφορών τους για τη χρηματοδότηση των ημερησίων επιδομάτων ασθενείας, δεδομένου ότι το ύψος των εισφορών που καταβάλλουν ρυθμίζεται βάσει της αρχής της καλύψεως των σχετικών δαπανών.
13. Τέλος, θα έπρεπε ίσως να τονισθεί ότι ο όρος "παροχή", όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο κ, του κανονισμού 1408/71, "πρέπει να νοείται κατά τον πιο ευρύ τρόπο" (11), ώστε προκειμένου να περιληφθεί το δικαίωμα διατηρήσεως του μισθού, όπως αυτό προβλέπεται στον LFZG, στον εν λόγω ορισμό, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να επισημανθεί στη διάταξη αυτή ένα ρητό στοιχείο που να επιτρέπει την ένταξη αυτού του δικαιώματος στον ορισμό της παροχής, αλλά αντίθετα αρκεί να μην επισημανθεί κανένα στοιχείο που θα απέκλειε την ένταξη αυτή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
14. Από τις ανωτέρω σκέψεις μπορεί, κατά συνέπεια, να συναχθεί ότι η βαρύνουσα τον εργοδότη υποχρέωση συνεχίσεως καταβολής του μισθού σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος κωλύεται να ασκήσει τη δραστηριότητά του λόγω ανικανότητας προς εργασία οφειλόμενης σε ασθένεια, όπως προβλέπεται στον LFZG, συνιστά "παροχή ασθενείας", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72, όπως ερμηνεύθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Rindone, σε μία περίπτωση κατά την οποία "αρμόδιος φορέας", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι ο εργοδότης και όχι ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.
Επί του πρώτου και δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
15. Τα δύο πρώτα ερωτήματα έχουν ως εξής:
"1) Μπορούν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου - τρίτο τμήμα - της 12ης Μαρτίου 1987, στην υπόθεση 22/86, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, κατ' αναλογία να ισχύσουν, πλήρως ή μερικώς, στην περίπτωση που φορέας αρμόδιος για τη χορήγηση χρηματικών παροχών σε περίπτωση ασθενείας είναι, βάσει του Lohnfortzahlungsgesetz (νόμου περί συνεχίσεως της καταβολής του μισθού) της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της 27ης Ιουλίου 1969 (Βundesgesetzblatt, I, σ. 946, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με τον νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 1988 - Βundesgesetzblatt, I, σ. 2477), ο εργοδότης και όχι ο φορέας κοινωνικών ασφαλίσεων;
Ειδικότερα:
2) Υπέχει ο αρμόδιος φορέας για τη συνέχιση της καταβολής μισθού σε περίπτωση ασθενείας την υποχρέωση, κατά το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κατά τα άρθρα 1 επ. του Lohnfortzahlungsgesetz, να στηρίξει την απόφασή του σχετικά με αίτηση καταβολής χρηματικών παροχών, πραγματικώς και νομικώς απόψεως, επί των διαπιστώσεων του ασφαλιστικού φορέα του τόπου κατοικίας του εργαζομένου σχετικά με την επέλευση της ασθενείας και τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία;"
16. Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση Rindone το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
"το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι αν ο αρμόδιος φορέας δεν κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπει η παράγραφος 5, να προβεί σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της εκλογής του, δεσμεύεται πραγματικώς και νομικώς από τη διάγνωση του φορέα του τόπου κατοικίας ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία".
Συνεπώς, με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η αρχή αυτή ισχύει επίσης στην περίπτωση κατά την οποία αρμόδιος φορέας είναι ο εργοδότης.
17. Νομίζω ότι η απάντηση μπορεί να είναι σύντομη. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιε, σημείο iv, του κανονισμού 1408/71,
"ως 'αρμόδιος φορέας' νοείται, αν πρόκειται περί συστήματος σχετικού με τις υποχρεώσεις του εργοδότη για τις παροχές που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, είτε ο εργοδότης είτε ο ασφαλιστής που τον
υποκαθιστά, είτε ελλείψει αυτών, ο οργανισμός ή η αρχή που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους."
Δυνάμει του άρθρου 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 574/72,
"oι ορισμοί του άρθρου 1 του κανονισμού (1408/71) έχουν την έννοια η οποία τους έχει αποδοθεί στο εν λόγω άρθρο".
Δεδομένου ότι στο παράρτημα 2 του κανονισμού 574/72, στο οποίο απαριθμούνται οι αρμόδιοι φορείς του κάθε κράτους μέλους (βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 2), δεν υπάρχει, στο τμήμα του "Γ. Γερμανία", στο σημείο "1. Ασφάλεια ασθενείας", καμία διαφορετική ένδειξη, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, το οποίο χρησιμοποιεί χωρίς διάκριση τον όρο "αρμόδιος φορέας", έχει επίσης εφαρμογή σε περίπτωση όπως η παρούσα στην οποία ο αρμόδιος φορέας είναι ο εργοδότης.
18. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν αρμόδιος φορέας στην υπόθεση Rindone ήταν κάποιο ταμείο υγείας, η λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 12ης Μαρτίου 1987 ισχύει επίσης και για μια τέτοια περίπτωση. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, όπως υπογράμμισε το ίδιο στη σκέψη 13 της αποφάσεώς του,
"επιβάλλεται ακόμη λόγω του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, καθώς και το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71".
Πράγματι,
"αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατόν (...) να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητά του προς εργασία. 'Ομως αυτές ακριβώς τις δυσχέρειες επιδιώκει να εξαλείψει η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η κατάσταση αυτή θα ήταν απαράδεκτη διότι θα παρεμπόδιζε την 'εγκαθίδρυση μιας όσο το δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, αρχής που περιλαμβάνεται στις βάσεις της
Κοινότητας' (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, L. A. Spruyt (Συλλογή 1986, σ. 693)".
19. Προτείνω, κατά συνέπεια, να δοθεί καταφατική απάντηση στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
20. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
"Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο υπ' αριθ. 1 ερώτημα, πρέπει η απάντηση να είναι επίσης καταφατική και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης, ο οποίος κατά το άρθρο 1 φέρει επίσης την υποχρέωση συνεχίσεως καταβολής του μισθού, δεν διαθέτει καμία πρακτική ή νομική δυνατότητα ελέγχου των σχετικών με την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία διαπιστώσεων, εκτός από το να ζητήσει από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος, ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση δεν υπέχει άμεση υποχρέωση καταβολής, να προβεί στην εξέταση του εργαζομένου από γιατρό (σύμβουλο) της επιλογής του, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72;"
21. Το Arbeitsgericht Loerrach εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου επί των δυσχερειών που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας εργοδότης που θα ήθελε να ελέγξει την επέλευση μιας ανικανότητας προς εργασία μέσω ιατρού της επιλογής του, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72. 'Οπως και η Γερμανική και Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στις εν λόγω δυσχέρειες και εκτιμώ τις προσπάθειες που κατέβαλε η Επιτροπή προκειμένου να συμβιβάσει τη λύση αρχής στην οποία κατέληξε, και με την οποία συμφωνώ, με τις ιδιομορφίες της καταστάσεως του εργοδότη, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη στο άρθρο 18. Επιβάλλεται τροποποίηση της διατάξεως αυτής. Μήπως όμως, εν τω μεταξύ, θα μπορούσε θα θεωρηθεί, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, ότι σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν υπάρχουν "σοβαρές και βάσιμες αμφιβολίες ως προς την ανικανότητα προς εργασία που διαπίστωσε ο φορέας του τόπου κατοικίας", θα ήταν ενδεδειγμένο να θεωρηθεί ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 18, παράγραφος 5, έλεγχος δεν αποτελεί τη μόνη δυνατότητα που έχει ένας εργοδότης να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία του πιστοποιητικού
ανικανότητας προς εργασία του φορέα του τόπου διαμονής; 'Εχω ορισμένες αμφιβολίες να αποδεχθώ ως έχει την πρόταση αυτή της Επιτροπής.
22. Κατά τρόπο γενικότερο, όπως ήδη τόνισε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 12ης Ιουλίου 1990, C-236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3163, σκέψη 17), το γεγονός ότι κατά την εφαρμογή των κανονισμών περί κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να προκύψουν πρακτικές δυσχέρειες δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια προσβολή δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αρύονται από τις γενικές αρχές της κοινωνικής νομοθεσίας της Κοινότητας εξάλλου, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην ίδια αυτή απόφαση, τα πρακτικά αυτά προβλήματα μπορούν να παραπεμφθούν προς εξέταση στη διοικητική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, που προβλέπεται στα άρθρα 80 και 81 του κανονισμού 1408/71. Εξάλλου, στην απόφασή του της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. Ι-531, σκέψη 14), το Δικαστήριο τόνισε ότι
"μειονεκτήματα (...) τα οποία συνεπάγεται η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού αυτού, η οποία απορρέει τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό του κανονισμού".
Επιπροσθέτως, υπό την προϋπόθεση τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη μπορούν, μονομερώς, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα διοικητικά μέτρα ώστε στο πλαίσιο συστημάτων ασφαλίσεως υγείας κατά τα οποία ως "αρμόδιος φορέας" θεωρείται ο εργοδότης, να παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα ασκήσεως των δικαιωμάτων που του παρέχει το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72.
23. 'Εχοντας υπόψη τις γενικής φύσεως σκέψεις αυτές, θα μπορούσαν να διατυπωθούν οι ακόλουθες επί μέρους παρατηρήσεις ως προς τις δυσχέρειες που προέκυψαν στην παρούσα υπόθεση.
24. Πρώτον, αν εφαρμοστεί ορθώς το άρθρο 18, παράγραφος 3, ο εργοδότης πρέπει να ενημερωθεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών ως προς την επέλευση και την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία. Πράγματι, δεδομένου ότι "αρμόδιος φορέας" είναι ο εργοδότης, ακόμα και έναντι του φορέα του τόπου κατοικίας, σ' αυτόν οφείλει ο εν λόγω φορέας να διαβιβάσει την έκθεση του ελεγκτή ιατρού εντός τριών ημερών από τη διεξαγωγή του ελέγχου. Τα πιθανά προβλήματα θα έπρεπε να επιλύονται στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που προβλέπονται ειδικώς, ιδίως στο άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν μεταξύ τους όλες τις πληροφορίες τις σχετικές με τα μέτρα που ελήφθησαν για την εφαρμογή του κανονισμού, οι δε αρχές και τα όργανα των κρατών μελών προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες για τη διευκόλυνση της εφαρμογής του κανονισμού.
25. Δεύτερον, ως προς τις δαπάνες που απαιτούνται για τον έλεγχο της καταστάσεως του εργαζομένου από ιατρό της επιλογής του εργοδότη - "αρμοδίου φορέα", ο οποίος πρέπει να διεξαχθεί στο κράτος του φορέα του τόπου διαμονής (βλ. σκέψη 21 της αποφάσεως Rindone) - αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος και δεν μπορούν φυσικά να στερήσουν από τον ιδιώτη το δικαίωμα που αρύεται από το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, όπως αυτός ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, και το οποίο συνίσταται στο ότι δεν υποχρεούται να επιστρέψει στο κράτος του αρμοδίου φορέα προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρικό έλεγχο. Εξάλλου, το κράτος μέλος στο οποίο υφίσταται σύστημα ασφαλίσεως υγείας, στο πλαίσιο του οποίου ο εργοδότης επιτελεί το λειτούργημα του "αρμόδιου φορέα", έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ορίσει ότι τα ταμεία υγείας καλύπτουν, πλήρως ή μερικώς, τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εργοδότης στο πλαίσιο της ασκήσεως αυτού του λειτουργήματος. Εξάλλου, ο LFZG προβλέπει ότι, στην περίπτωση εργοδοτών που απασχολούν κανονικώς λιγότερο από 20 πρόσωπα, το ταμείο υγείας οφείλει να αποδώσει το 80 % του μισθού του εργαζομένου που ασθενεί. Βασίμως, λοιπόν, μπορεί να υποτεθεί ότι στο ίδιο ταμείο εναπόκειται να προβεί στον προβλεπόμενο από το άρθρο 18, παράγραφος 5, έλεγχο, με συνέπεια μόνο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις να βαρύνονται οι ίδιες με τις δαπάνες ελέγχου.
26. Τέλος, προκειμένου να παραμερισθούν τα προβλήματα που προκύπτουν από το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν έχει τις ίδιες σχέσεις με τον φορέα του τόπου διαμονής που θα είχε ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως επίσης δεν έχει, στην πράξη, τις ίδιες με έναν φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως δυνατότητες προκειμένου να προβεί σε έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, τα κράτη μέλη έχουν ασφαλώς τη δυνατότητα να προβλέψουν κατάλληλους τρόπους συνεργασίας μεταξύ εργοδότη και κανονικώς αρμόδιου φορέα, στον οποίο είναι ασφαλισμένοι οι εργαζόμενοι, ή ακόμα, προς διευκόλυνση της ορθής εφαρμογής του άρθρου 18, την υποκατάσταση του πρώτου φορέα με τον δεύτερο. Θα μπορούσε, εξάλλου, να τονισθεί ότι στο πλαίσιο του LFZG, όταν ο εργαζόμενος διαμένει εκτός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του νόμου, κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, όπως συνέβη στην περίπτωση της οικογένειας Paletta, υποχρεούται να δηλώσει αμελλητί την ανικανότητα προς εργασία όχι μόνο στον εργοδότη του, αλλά και στο ταμείο υγείας στο οποίο είναι ασφαλισμένος. Η ταυτόχρονη αυτή ανακοίνωση μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας συνεργασίας που θα έδινε στον εργοδότη την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικώς τις δυνατότητες που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72. Συνεπώς, η Γερμανία θα μπορούσε να περιλάβει στη νομοθεσία της διάταξη κατά την οποία σε περιπτώσεις αμφιβολιών, εναπόκειται στο αρμόδιο ταμείο υγείας να πραγματοποιήσει επιτόπιους ελέγχους, κατόπιν πρωτοβουλίας του, ή, εν πάση περιπτώσει, κατόπιν αιτήσεως ενός εργοδότη. Επίσης, τα ταμεία υγείας ενός κράτους μέλους θα μπορούσαν από κοινού να επεξεργαστούν σύστημα ελέγχου σε άλλα κράτη μέλη.
27. Απομένει να εξεταστεί εάν τα ανωτέρω ισχύουν και όταν υπάρχουν "σοβαρές και βάσιμες αμφιβολίες" ως προς την ανικανότητα προς εργασία που διαπίστωσε ο φορέας του τόπου κατοικίας." Θα μπορούσε σχετικώς να τονισθεί ότι, εάν οι αμφιβολίες αυτές μπορούσαν να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι, κατ' εξαίρεση, ο αρμόδιος φορέας δεν δεσμεύεται, από πραγματικής και νομικής απόψεως, από τα ιατρικά πιστοποιητικά του φορέα του τόπου διαμονής, σχετικά με την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, αυτό θα έπρεπε να ισχύει τόσο στην περίπτωση που αρμόδιος φορέας είναι ένας εργοδότης, όσο και στην περίπτωση που πρόκειται για φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως.
28. Εξάλλου, δεν αρκεί η ύπαρξη απλών αμφιβολιών προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο αρμόδιος φορέας δεν δεσμεύεται από τα πιστοποιητικά του φορέα του
τόπου διαμονής: πράγματι, κατά το σύστημα του άρθρου 18 όταν ακριβώς υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια της διαγνώσεως του φορέα του τόπου διαμονής ο αρμόδιος φορέας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 της εν λόγω διατάξεως και να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του.
29. Συνεπώς, η διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τον αρμόδιο φορέα (ο οποίος δεν προέβη στον έλεγχο που προβλέπει η παράγραφος 5), παρά μόνο όταν η διάγνωση αυτή είναι αποτέλεσμα χειρισμών που παραπλάνησαν τον φορέα του τόπου διαμονής, και/ή εάν, κατόπιν, αποδείχθηκαν ως προφανώς ανακριβείς. Πράγματι, θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δέχθηκε ως αληθή τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής και έκρινε ότι δεν συντρέχει καταρχήν λόγος να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του - έλεγχο ο οποίος, κατά το σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 18, αποτελεί εν πάση περιπτώσει εξαίρεση - θα παρέμενε δεσμευμένος από τη διάγνωση αυτή ακόμα και αν με βεβαιότητα διαπιστωνόταν, ότι η διάγνωση αυτή είναι ανακριβής και αποτέλεσμα παραπλανήσεως. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να γίνει δεκτό ότι ο αρμόδιος φορέας εξακολουθεί να δεσμεύεται έστω και στην περίπτωση κατά την οποία, ενόσο ακόμα διαρκούσε η ανικανότητα προς εργασία που διαπίστωσε ο φορέας του τόπου διαμονής, ο ενδιαφερομένος ενεπλάκη σε κυκλοφοριακό ατύχημα που συνέβη σε τόπο όπου η προβαλλόμενη κακή κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να μεταβεί, ή στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι επιδόθηκε σε δραστηριότητα ασυμβίβαστη με την κατάσταση της υγείας του; Ομολογώ ότι τυχόν καταφατική απάντηση θα με εξέπληττε δυσάρεστα. Πάντως, το ζήτημα που προκύπτει είναι αν ειδικώς το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, όπως τον ερμήνευσε το Δικαστήριο, ή γενικώς το κοινοτικό δίκαιο παρέχουν τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη παρόμοιες εξαιρετικές καταστάσεις.
30. Η απάντησή μου θα είναι καταφατική, αφενός μεν, καθόσον φρονώ ότι δεν αντιβαίνει προς τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση
Rindone, αφετέρου δε, καθόσον στη νομολογία του Δικαστηρίου απαντώνται παρόμοιες περιπτώσεις.
31. Κατ' αρχάς, ο λόγος για τον οποίο στην απόφαση Rindone το Δικαστήριο περιόρισε τις δυνατότητες του αρμόδιου φορέα να αμφισβητεί τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής, επιτρέποντας μόνο τον έλεγχο από ιατρό της επιλογής του είναι ότι
"αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατόν (...) να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητά του προς εργασία" (σκέψη 13 της αποφάσεως).
Στο πλαίσιο αυτό το ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι ούτε να δοθεί στον φορέα η "ελευθερία" να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής ούτε να ζητηθεί από εργαζόμενο ο οποίος ανέκτησε εν τω μεταξύ την ικανότητά του για εργασία να αποδείξει την προγενέστερη ανικανότητά του προς εργασία. Αντιθέτως, εναπόκειται στον αρμόδιο φορέα να αποδείξει κατά τρόπο που πρακτικώς να μην επιδέχεται αμφισβήτηση ότι η διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής δεν είναι ακριβής και ότι υπήρξε αποτέλεσμα παραπλανητικών πράξεων.
32. Εξάλλου, στη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων υπάρχουν προηγούμενα όπου το Δικαστήριο ρητώς υπογράμμισε ότι η ερμηνεία που έδωσε σε μια συγκεκριμένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν ισχύει σε περιπτώσεις που συνιστούν κατάχρηση ή παραπλάνηση. Για παράδειγμα, στην απόφασή του της 21ης Ιουνίου 1988, στην υπόθεση 39/76, Lair (Συλλογή 1988, σ. Ι-3161), το Δικαστήριο τόνισε, καταρχάς, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση υποτροφίας για πανεπιστημιακές σπουδές από την προϋπόθεση της προηγούμενης συμπληρώσεως μιας ελάχιστης περιόδου επαγγελματικής δραστηριότητας στο έδαφός τους κατόπιν, όμως, υπογράμμισε ότι
"ορισμένες καταχρήσεις, οι οποίες θα εμφανίζονταν π.χ. στις περιπτώσεις στις οποίες από αντικειμενικά στοιχεία θα αποδεικνυόταν
ότι ο εργαζόμενος εισήλθε σε ένα κράτος μέλος με μοναδικό σκοπό να αξιώσει μετά από μία πολύ σύντομη περίοδο επαγγελματικής δραστηριότητας τη σπουδαστική υποτροφία (...) δεν καλύπτονται από τις επίμαχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου" (σκέψη 43 της αποφάσεως).
33. Εξάλλου, στην υπόθεση 130/88, Van de Bijl (Συλλογή 1989, σ. 3039), το αντικείμενο ήταν ένα σύστημα πιστοποιητικών που παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με το σύστημα του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72. 'Ενα από τα προς επίλυση ζητήματα ήταν το αν, δυνάμει των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38), το κράτος μέλος υποδοχής είχε την υποχρέωση να χορηγεί την άδεια ασκήσεως ελεύθερου επαγγέλματος του ελαιοχρωματιστή στο έδαφός του βάσει πιστοποιητικού χορηγηθέντος στο κράτος προελεύσεως, ακόμα και στην περίπτωση που το πιστοποιητικό αυτό περιέχει προφανείς ανακρίβειες ή παραλείψεις, που αφορούν ιδίως την πραγματική διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας που άσκησε ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως. Στην απόφασή του το Δικαστήριο υπογράμμισε, καταρχάς, ότι
"το κράτος μέλος υποδοχής (...) δεσμεύεται καταρχήν από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορηγεί το κράτος μέλος προελεύσεως, ειδάλλως το πιστοποιητικό αυτό δεν θα είχε καμία πρακτική χρησιμότητα" (σκέψη 22),
τονίζοντας στη συνέχεια ότι
"όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που οδηγούν το κράτος υποδοχής στο συμπέρασμα ότι το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανείς ανακρίβειες, το κράτος αυτό έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως προκειμένου να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες" (σκέψη 24).
Συνεπώς, όπως και στην παρούσα υπόθεση, η αρμόδια υπηρεσία ενός κράτους μέλους δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αντίστοιχης υπηρεσίας άλλου κράτους μέλους, εκτός εάν ζητήσει τη διεξαγωγή συμπληρωματικών ελέγχων. Ωστόσο, μολονότι οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 64/427 δεν το
προβλέπουν ρητώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις εντελώς εξαιρετικές, το κράτος μέλος υποδοχής δεν δεσμεύεται από το πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής του κράτους προελεύσεως. 'Εκρινε ότι
"το κράτος μέλος υποδοχής έχει υποχρέωση να αγνοήσει γεγονότα που συνέβησαν στο ίδιο του το έδαφος και έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα αν είναι γνήσια και πραγματική η περίοδος επαγγελματικής δραστηριότητας που διανύθηκε στο κράτος μέλος προελεύσεως" (σκέψη 26 της αποφάσεως)
κατέληξε δε, απαντώντας στο ερώτημα που του υποβλήθηκε, ότι
"η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής (...) δεν υποχρεούται να χορηγήσει αυτόματα την αιτούμενη άδεια, όταν το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανή ανακρίβεια, καθόσον βεβαιώνει ότι το πρόσωπο που αφορά η οδηγία έχει συμπληρώσει ορισμένη περίοδο επαγγελματικής απασχολήσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως, μολονότι είναι βέβαιο ότι κατά την ίδια αυτή περίοδο το πρόσωπο αυτό ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής" (σκέψη 27).
34. Βεβαίως, το Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα αυστηρό ως προς τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του, καταρχήν, δεσμευτικού πιστοποιητικού που εκδόθηκε στο κράτος μέλος προελεύσεως. Θεωρώ, πάντως, ότι η στάση αυτή εξηγείται, αφενός μεν, από το γεγονός ότι η απάντηση του Δικαστηρίου ήταν προσαρμοσμένη στα συγκεκριμένα περιστατικά της υποθέσεως, αφετέρου δε, από τις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία δεν προβλέπει απευθείας έλεγχο εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους υποδοχής στο έδαφος του κράτους μέλους προελεύσεως. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν θεμελίωσε ρητώς τη συλλογιστική του στη γενική αρχή fraus omnia corrumpit, όπως είχε προτείνει ο γενικός εισαγγελέας Darmon, σημείο 17 των προτάσεών του (Συλλογή 1989, σ. 3050). Κατά την άποψη του Δικαστηρίου αρκούσε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μιας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου που θα προσέβαλε τον κοινό νου και θα αγνοούσε την προφανή και αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Θεωρώ, ωστόσο, εύλογο να εκληφθεί η απόφαση αυτή ως προηγούμενο αρνήσεως του Δικαστηρίου να αναγνωρίσει την καταρχήν δεσμευτική αξία των διαπιστώσεων στις οποίες προβαίνει η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους όταν αυτό θα είχε
ως συνέπεια την αναγνώριση καταστάσεων προφανώς ανακριβών και/ή διαγνώσεων που υπήρξαν αποτέλεσμα παραπλανήσεως. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποκλείει την εφαρμογή αυτής της αρχής και στο πλαίσιο του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72.
35. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί καταφατική απάντηση και στο τρίτο ερώτημα, η οποία όμως θα περιέχει και την ακόλουθη συμπληρωματική διευκρίνιση:
"Διαφορετική πρέπει να είναι η εκτίμηση όταν διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος άσκησε δραστηριότητες στις οποίες δεν του επέτρεπε κανονικά να επιδοθεί το είδος της ανικανότητάς του προς εργασία, όπως το διέγνωσε ο φορέας του τόπου διαμονής."
Πρόταση
36. Συνεπώς, οι απαντήσεις που προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Arbeitsgericht Loerrach είναι οι ακόλουθες:
"1) Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δεν χρησιμοποίησε τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, δεσμεύεται, πραγματικώς και νομικώς, από τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης αποτελεί τον αρμόδιο φορέα για τη χορήγηση χρηματικών παροχών σε περίπτωση ασθενείας.
2) Η απάντηση πρέπει να είναι η ίδια και όταν ο εργοδότης δεν έχει καμία άλλη δυνατότητα, πραγματική ή νομική, να ελέγξει την ακρίβεια της διαγνώσεως ανικανότητας προς εργασία, εκτός από το να ζητήσει από το αρμόδιο ταμείο υγείας την εξέταση του
ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
Διαφορετική είναι η εκτίμηση όταν διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος άσκησε δραστηριότητες στις οποίες δεν του επέτρεπε κανονικά να επιδοθεί το είδος της ανικανότητάς του προς εργασία, όπως το διέγνωσε ο φορέας του τόπου διαμονής."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Κανονισμός της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογένειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
(3) Βλ. τις αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne (Rec. 1971, σ. 445, σκέψη 7), της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus (Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 17), και της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Βarber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 22).
(4) Βλ. την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981, 70/80, Vigier (Συλλογή 1981, σ. 229, σκέψη 15).
(5) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, 139/82, Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427, σκέψη 9).
(6) Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 11) και 122/84, Scrivner (Συλλογή 1985, σ. 1027, σκέψη 8).
(7) Βλ., εκτός από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Piscitello, Hoechx και Scrivner, τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1972, 1/72, Frilli (Rec. 1972, σ. 457), της 28ης Μαΐου 1974, 187/73, Callemeyn (Rec. 1974, σ. 553), της 9ης Οκτωβρίου 1974, 24/74, Biason (Rec. 1974, σ. 999), της 13ης Νοεμβρίου 1974, 39/74, Costa (Rec. 1974, σ. 1251), της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85 έως 381/85 και 93/86, Giletti (Συλλογή 1987, σ. 959). Στις τελευταίες αυτές αποφάσεις το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο συγκεκριμένη εθνική νομοθετική ρύθμιση, λόγω του πεδίου προσωπικής εφαρμογής της, των σκοπών της και των προϋποθέσεων εφαρμογής της, να παρουσιάζει ομοιότητες τόσο προς τη μία όσο και προς την άλλη από τις δύο αυτές κατηγορίες."
(8) Βλ. τις αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1978, 9/78, Gillard (Rec. 1978, σ. 1661), και της 31ης Μαΐου 1979, 207/78, Even (Rec. 1979, σ. 2019).
(9) Βλ. αντιστοίχως σκέψεις 12 και 19 των προαναφερθεισών αποφάσεων Hoeckx και Scrivner.
(10) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85 έως 381/85 και 93/86, Giletti (Συλλογή 1987, σ. 955, σκέψη 7).
(11) Βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Μαΐου 1974, 187/73, Callemeyn (Rec. 1974, σ. 553, σκέψη 10).
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Π Ρ Ο Τ Α Σ Ε Ι Σ
του γενικού εισαγγελέα
Claus Gulmann
στην υπόθεση C-45/90
Alberto Paletta και μέλη οικογένειας
κατά
Brennet A.G.
Αναπτύχθηκαν κατά τη συνεδρίαση
του Δικαστηρίου
(ολομέλεια)
της 21ης Νοεμβρίου 1991
Full & Egal Universal Law Academy