Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Ο γενικός εισαγγελέας Mischo ανέπτυξε τις προτάσεις του στην παρούσα υπόθεση στις 4 Νοεμβρίου 1991. Το πέμπτο τμήμα του Δικαστηρίου, στο οποίο είχε ανατεθεί η εκδίκαση της υποθέσεως, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του Κανονισμού Διαδικασίας και επικαλούμενο τη σημασία της υποθέσεως, να την παραπέμψει στην Ολομέλεια. Το Δικαστήριο αποφάσισε κατόπιν αυτού την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτού καλούμαι να διατυπώσω τις προτάσεις μου.
Πρόκειται για καθήκον όχι ιδιαίτερα δύσκολο. Πράγματι, συμφωνώ με τον γενικό εισαγγελέα Mischo ως προς τα περισσότερα σημεία των προτάσεών του.
Το ιστορικό της υποθέσεως
2. Η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του γερμανικού Arbeitsgericht, το οποίο ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αφορά την εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας η οποία, στην περίπτωση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας του εργαζομένου, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση να εξακολουθήσει να του καταβάλλει τον μισθό για περίοδο έξι εβδομάδων (Lohnfortzahlungsgesetz).
Τα τέσσερα μέλη μιας οικογένειας Ιταλών υπηκόων, οι οποίοι εργάζονται στην ίδια γερμανική επιχείρηση, ασθένησαν κατά τη διάρκεια των διακοπών τους στην Ιταλία. Η ασθένειά τους και η εξ αυτής προκύπτουσα ανικανότητα προς εργασία, διαγνώστηκε και ανακοινώθηκε σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες της κοινοτικής και της γερμανικής νομοθεσίας. Ο γερμανός εργοδότης ωστόσο, αρνήθηκε να καταβάλει τους μισθούς που αντιστοιχούσαν στην περίοδο της ασθενείας, ισχυριζόμενος ότι οι ενδιαφερόμενοι είχαν επίσης ασθενήσει κατά τις προηγούμενες διακοπές τους στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, ο εργοδότης αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα πιστοποιητικά ανικανότητας προς εργασία που εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ο αρμόδιος ιταλικός φορέας.
Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι τα στοιχεία που υπήρχαν ως προς το ιατρικό ιστορικό της εν λόγω οικογένειας κατά την περίοδο των διακοπών της στην Ιταλία δικαιολογούσε τόσο σοβαρές και βάσιμες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πιστοποιητικών, ώστε το Arbeitsgericht θα μπορούσε, ενδεχομένως, βάσει της γερμανικής νομοθεσίας να απορρίψει τους ισχυρισμούς που προβάλλουν τα μέλη αυτής της ιταλικής οικογένειας στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησαν κατά του εργοδότη τους.
Από τη Διάταξη παραπομπής, όμως, προκύπτει επίσης ότι η απόφαση που εξέδωσε το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 22/86, Rindone κατά Allgemeine Ortskrankenkasse Bad Urach-Muensingen (Συλλογή 1987, σ. 1339), προκάλεσε την προσοχή του Arbeitsgericht, το οποίο έκρινε ότι η απόφασή του επί της προκειμένης περιπτώσεως έπρεπε να στηρίζεται στις ίδιες εκείνες διατάξεις οι οποίες ερμηνεύθηκαν στην υπόθεση Rindone, και επομένως το κύριο ζήτημα είναι αν μεταξύ της προκειμένης υποθέσεως και της υποθέσεως Rindone υπάρχουν διαφορές τέτοιας φύσεως καθιστούν απρόσφορη την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού που δόθηκε στην υπόθεση Rindone.
Η σημαντικότερη κατά το Arbeitsgericht διαφορά είναι ότι η απόφαση Rindone αφορούσε περίπτωση στην οποία ο αρμόδιος για τη χορήγηση παροχών φορέας ήταν ένα γερμανικό ταμείο υγείας, ενώ στην παρούσα υπόθεση ο
αρμόδιος φορέας είναι ένας ιδιώτης εργοδότης, ο οποίος βεβαίως αντιμετωπίζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού από ό,τι ένα γερμανικό ταμείο υγείας.
Προσδιορισμός των υποβληθέντων ερωτημάτων
3. Από τις κατωτέρω σκέψεις μου θα φανεί ότι συμφωνώ κατ' ουσία με την ανάλυση του Arbeitsgericht, όπως αυτή εκτίθεται στη Διάταξη παραπομπής.
Η πρώτη συνέπεια αυτής της αποδοχής είναι ότι, όπως και ο γενικός εισαγγελέας Mischo, θεωρώ ότι οι καταβαλλόμενες βάσει του Lohnfortzahlungsgesetz παροχές εμπίπτουν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71. Ως προς αυτό το ζήτημα παραπέμπω εξ ολοκλήρου στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo (σημεία 5 έως 14).
Η δεύτερη συνέπεια είναι ότι οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες είναι οι διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72, οι οποίες θέτουν ορισμένους διαδικαστικούς κανόνες στην περίπτωση που πρέπει να καταβληθούν χρηματικές παροχές λόγω ασθενείας σε εργαζομένους οι οποίοι διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
Πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 18 αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο, ενώ στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για εργαζομένους οι οποίοι απλώς διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο. Στην τρίτη παράγραφο των προτάσεών του ο γενικός εισαγγελέας Mischo ανέφερε ότι, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εμπίπτουν στο άρθρο 18 - απευθείας ή κατ' αναλογία, κατά εφαρμογή του άρθρου 24 του κανονισμού 574/72. (Το άρθρο 24, αφορά τις χρηματικές παροχές που καταβάλλονται δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1,
στοιχείο α, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 και καλύπτει εκείνους τους εργαζομένους οι οποίοι διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο. Το άρθρο 24 προβλέπει ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72). Μπορεί, κατά συνέπεια, να διατυπωθεί η υπόθεση ότι τα ζητήματα της προκειμένης υποθέσεως αναφέρονται στην ερμηνεία του άρθρου 18, γεγονός που επίσης αποδέχονται όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Συνεπώς, θα χρησιμοποιώ κατωτέρω τον όρο "κατοικία" - μολονότι σύμφωνα με τα δεδομένα της υποθέσεως, ο όρος "διαμονή" θα ήταν ορθότερος.
4. Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία μιας διατάξεως κανονισμού την οποία έχει ήδη ερμηνεύσει το Δικαστήριο και της οποίας σκοπός, όπως εξάλλου και των υπολοίπων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72, είναι να συμβάλλει στην πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων.
5. Συνεπώς, πριν διατυπωθεί άποψη επί των υποβληθέντων ερωτημάτων επιβάλλεται να εξεταστεί το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 και η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Rindone.
Το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου
Στις προτάσεις που είχε αναπτύξει επί της υποθέσεως Rindone ο γενικός εισαγγελέας Mischo είχε εξετάσει το περιεχόμενο του άρθρου 18. Παραπέμπω στην ανάλυση αυτή και υπογραμμίζω εδώ ορισμένα σημαντικά στοιχεία. Το άρθρο 18 θεσπίζει ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου το κρίσιμο πιστοποιητικό ανικανότητας είναι μία βεβαίωση χορηγούμενη όχι από τον θεράποντα ιατρό, αλλά από τον σύμβουλο ιατρό του αρμόδιου φορέα του τόπου κατοικίας. Το άρθρο 18, κατά συνέπεια, θεσπίζει σύστημα στο πλαίσιο του οποίου ο φορέας του τόπου κατοικίας επιτελεί σημαντική αποστολή, αποφαίνεται δηλαδή ex officio, μέσω του ιατρού συμβούλου του, ως προς το εάν ο εργαζόμενος είναι
ανίκανος προς εργασία και ανακοινώνει το αποτέλεσμα αυτής της εξετάσεως στον αρμόδιο φορέα του κράτους στο οποίο καταβάλλονται οι παροχές (στο εξής: αρμόδιος φορέας). Πρόκειται για διάταξη κοινοτικού δικαίου η οποία επιβάλλει στον φορέα του τόπου κατοικίας την υποχρέωση πραγματοποιήσεως αυτού του ιατρικού ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται από τον φορέα του τόπου κατοικίας "ως εάν (ο ενδιαφερόμενος) ήταν ασφαλισμένος στον εν λόγω φορέα", το δε άρθρο 18 στηρίζεται προφανώς στην άποψη ότι ο φορέας του τόπου κατοικίας ενεργεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα (βλ. την τελευταία φράση της παραγράφου 4).
Στην παράγραφο 5 το άρθρο 18 περιλαμβάνει διάταξη η οποία ρητώς παρέχει στον αρμόδιο φορέα εξουσία ελέγχου. Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 5, ο αρμόδιος φορέας διατηρεί "σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να προβαίνει σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της εκλογής του". Η διάταξη αυτή έχει προφανώς ιδιαίτερη σημασία για τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Παρέχει στον αρμόδιο φορέα τη δυνατότητα να αποκομίσει ένα στοιχείο που θα μπορούσε να επικαλεστεί προκειμένου να θεμελιώσει την άρνησή του να δεχθεί τα πορίσματα του ιατρικού ελέγχου που διεξήγαγε ο φορέας του τόπου κατοικίας.
Υποστηρίχθηκε ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 18 μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στον αρμόδιο φορέα τη γενικότερη δυνατότητα να απορρίπτει τα πορίσματα του ιατρικού ελέγχου. Η παράγραφος 6 α έχει ως εξής: "εάν ο αρμόδιος φορέας αποφασίσει να αρνηθεί τις παροχές εις χρήμα, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας ή αν διαπιστώσει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, κοινοποιεί την απόφασή του στον ενδιαφερόμενο και διαβιβάζει συγχρόνως αντίγραφό της στον φορεά του τόπου κατοικίας." Κατά την άποψή μου η παράγραφος 6 δεν έχει καμία σχέση με τα ερωτήματα που διατυπώθηκαν στην παρούσα υπόθεση.
Πράγματι, η παράγραφος 6, ρυθμίζει δύο καταστάσεις οι οποίες δεν αφορούν τη δυνατότητα του αρμόδιου φορέα να απορρίψει τα πορίσματα του ιατρικού ελέγχου που πραγματοποίησε ο φορέας του τόπου κατοικίας. Εξάλλου, είναι σαφές ότι στην υπόθεση Rindone το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράγραφος 6 δεν είχε σημασία για την απάντηση που έπρεπε να δοθεί στα ερωτήματα που του είχαν υποβληθεί.
Η απόφαση στην υπόθεση Rindone
6. Εκ πρώτης όψεως, η απόφαση στην υπόθεση Rindone είναι εντελώς σαφής και σχετίζεται άμεσα με τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση.
Το κύριο ερώτημα στην υπόθεση Rindone ήταν αν ο αρμόδιος φορέας δεσμεύεται από πιστοποιητικό που χορήγησε ο αρμόδιος ιατρός του φορέα του τόπου κατοικίας, στην περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δεν χρησιμοποίησε το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 5, να ζητήσει δηλαδή εξέταση του ασφαλισμένου από ιατρό της επιλογής του. Η Επιτροπή είχε προτείνει να δοθεί απάντηση καταφατική στο ερώτημα αυτό, ενώ το καθού γερμανικό ταμείο υγείας και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου πρότειναν απάντηση αρνητική, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι "οι ιατρικές διαγνώσεις του φορέα του τόπου κατοικίας", αποτελούν "εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τις οποίες εναπόκειται να εκτιμήσει ο αρμόδιος φορέας".
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Πρέπει να επισημανθεί ότι η ερμηνεία που προβάλλει το αναιρεσίβλητο ταμείο και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δεν μπορεί να δεσμεύεται, πραγματικώς και νομικώς, από τις ιατρικές διαγνώσεις του φορέα του τόπου κατοικίας, δεν δικαιολογείται ούτε από το κείμενο ούτε από τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72." (σκέψη 9)
"Επομένως η διάγνωση της επελεύσεως και της διάρκειας της ανικανότητας προς εργασία εναπόκειται στον φορέα του τόπου κατοικίας, ενώ ο αρμόδιος φορέας διατηρεί μόνο τη δυνατότητα να προβαίνει σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της εκλογής του (άρθρο 18, παράγραφος 5). " (σκέψη 12)
"Η εν λόγω ερμηνεία επιβάλλεται ακόμα λόγω του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 18, του κανονισμού 574/72 καθώς και το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71. Αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατό, όπως τονίζει το παραπέμπον δικαστήριο, να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητά του προς εργασία. 'Ομως αυτές ακριβώς τις δυσχέρειες επιδιώκει να εξαλείψει η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η κατάσταση αυτή θα ήταν απαράδεκτη διότι θα παρεμπόδιζε την 'εγκαθίδρυση μιας όσο το δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, αρχή που περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας' (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, L. A. Spruyt, Συλλογή 1986, σ. 639)." (σκέψη 13)
"Επομένως στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι αν ο αρμόδιος φορέας δεν κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 5, να προβεί σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, δεσμεύεται πραγματικώς και νομικώς από τη διάγνωση του φορέα του τόπου κατοικίας ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία." (σκέψη 15)
Η μόνη δυνατή ερμηνεία αυτής της αποφάσεως είναι ότι το άρθρο 18 περιλαμβάνει κανόνες όχι μόνο ως προς τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν οι εργαζόμενοι που ασθενούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος, προκειμένου να αποδείξουν την ανικανότητά τους προς εργασία, αλλά και ως προς την αποδεικτική αξία που οφείλει να αναγνωρίσει ο αρμόδιος φορέας στο πιστοποιητικό που χορήγησε ο φορέας του τόπου κατοικίας.
Το κύριο ζήτημα της υποθέσεως
7. Για τους λόγους αυτούς δεν χωρεί, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία ως προς το αν στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο
είναι αν πρέπει να επιβεβαιωθεί η λύση της αποφάσεως Rindone ή αν πρέπει να ανατραπεί η νομολογία αυτή ή να μεταρρυθμιστεί κατά έναν ορισμένο βαθμό.
Η επίλυση αυτού του ζητήματος δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα υπέρ της πλήρους επαναβεβαιώσεως της αποφάσεως Rindone, όπως επίσης μπορούν να προβληθούν βάσιμοι λόγοι μεταρρυθμίσεώς της. Θα εξετάσω πρώτα τους τελευταίους αυτούς λόγους και θα αναφερθώ, ειδικότερα σ' αυτό το πλαίσιο, στη σημασία που θα είχε η μεταρρύθμιση της αποφάσεως Rindone βάσει αυτών των λόγων.
Μεταρρύθμιση της αποφάσεως Rindone στην περίπτωση κατά την οποία αρμόδιος φορέας είναι ο εργοδότης
8. 'Οπως προανέφερα, το Arbeitsgericht φρονεί ότι είναι δυνατή μεταρρύθμιση της νομολογίας Rindone, καθόσον αρμόδιος φορέας στην παρούσα υπόθεση είναι ο εργοδότης και όχι το ταμείο υγείας όπως συνέβαινε στην υπόθεση Rindone. Η Επιτροπή, ειδικότερα, συντάχθηκε με την άποψη αυτή, καθόσον υπογράμμισε ότι το σύστημα ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 18 δεν αφορούσε περίπτωση στην οποία ο αρμόδιος φορέας είναι εργοδότης.
Στις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Mischo δεν δέχθηκε ότι το άρθρο 18 μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με τον φορέα που είναι αρμόδιος κατά τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο καταβάλλονται οι παροχές. Συμφωνώ με τον γενικό εισαγγελέα Mischo ως προς το θέμα αυτό και παραπέμπω στα επιχειρήματα που διατύπωσε σχετικώς, ιδίως στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη δυνατότητα επιλύσεως κατά τρόπο διαφορετικό των πρακτικών προβλημάτων των εργοδοτών (σημεία 17 έως 27).
Θεωρώ, κατά συνέπεια, όπως και ο γενικός εισαγγγελέας Μischo, ότι ενδεχόμενη μεταρρύθμιση της νομολογίας Rindone πρέπει να είναι γενικής ισχύος, ανεξάρτητη δηλαδή από τη φύση του οργάνου στη χώρα όπου καταβάλλονται οι παροχές.
Ανατροπή της νομολογίας Rindone
9. Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι η αποδεικτική αξία του πιστοποιητικού που χορηγεί ο φορέας του τόπου κατοικίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αυτή καθορίζεται βάσει των εφαρμοστέων σχετικώς κανόνων στη χώρα όπου καταβάλλονται οι παροχές, διότι πρέπει να διασφαλιστεί η έλλειψη διακρίσεων και η επίτευξη του σκοπού του άρθρου 18.
Καθόσον αντιλαμβάνομαι το αποτέλεσμα αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή της νομολογίας Rindone, ανατροπή την οποία δεν θεωρώ ενδεδειγμένη. Κατά την άποψή μου, η απόφαση Rindone περιέχει ορθή βασική ερμηνεία του άρθρου 18. Πλήρης μεταρρύθμιση των συνεπειών της αποφάσεως Rindone θα παρείχε στον αρμόδιο φορέα τη δυνατότητα να αμφισβητεί την ακρίβεια των πιστοποιητικών που χορηγεί ο φορέας του τόπου κατοικίας, δυνατότητα που δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την ανάγκη διασφαλίσεως έντιμης και διαπνεόμενης από πνεύμα εμπιστοσύνης συνεργασίας μεταξύ των αρχών και των φορέων των κρατών μελών.
10. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δοθεί διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 18. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το σύστημα του άρθρου 18 συνίσταται στο ότι ο φορέας του τόπου κατοικίας ενεργεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα (βλ. την τελευταία φράση της παραγράφου 4) και ότι ο αρμόδιος φορέας, εκτός από την περίπτωση που θα κάνει χρήση της δυνατότητας που παρέχει η παράγραφος 5, βρίσκεται σε κατάσταση όμοια με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν εάν είχε λάβει ο ίδιος απόφαση αναφορικά με την ανικανότητα προς εργασία. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική με την ανικανότητα προς εργασία απόφαση στη χώρα στην οποία καταβάλλονται οι παροχές θα μπορούσε να τροποποιηθεί μόνο κατά
το μέτρο που ένας φορέας έχει το δικαίωμα να τροποποιεί τις δικές του ευεργετικές αποφάσεις. Η ερμηνεία αυτή, την οποία επιτρέπει το γράμμα του άρθρου 18, παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα. Θα είχε προφανώς ως συνέπεια ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο αρμόδιος φορέας θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ορθότητα των πορισμάτων ιατρικού ελέγχου που πραγματοποίησε ο φορέας του τόπου κατοικίας θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρές. Επιπλέον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε ευκολότερα να δικαιολογήσει τη διεξαγωγή του ελέγχου του πιστοποιητικού ικανότητας προς εργασία, ο οποίος στην πράξη πραγματοποιείται σε συνδυασμό με την τροποποίηση των πορισμάτων της ιατρικής εξετάσεως, στο κράτος στο οποίο καταβάλλονται οι παροχές και όχι στο κράτος όπου πραγματοποιήθηκε η ιατρική εξέταση.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο αναφορικά με αυτό το επιχείρημα. Το επιχειρήμα αυτό δεν αναλύθηκε διεξοδικότερα ούτε στην υπόθεση Rindone ούτε στην παρούσα υπόθεση και, τουλάχιστον εξ αυτού του λόγου, είναι δύσκολο να αξιολογηθούν οι πρακτικές του συνέπειες. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία θα συνεπαγόταν πραγματική ανατροπή της νομολογίας Rindone - ανατροπή την οποία δεν θεωρώ ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή.
Μεταρρύθμιση της νομολογίας Rindone σε περιπτώσεις με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
11. Αντιθέτως, επιβάλλεται σοβαρά να εξεταστεί αν οι ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και οι απόψεις που υποστηρίχθηκαν κατά τη διαδικασία δικαιολογούν μια περιορισμένη μεταρρύθμιση της νομολογίας Rindone.
Δύο στοιχεία μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια μεταρρύθμιση. Πρώτον, το γεγονός ότι δεν μπορεί φυσικά να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεταγενέστερων πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι είναι αδύνατο να είναι
ορθό το πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία. Δεύτερον, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το θεσπιζόμενο με το άρθρο 18 σύστημα δεν προστατεύει επαρκώς τα συμφέροντα του αρμόδιου φορέα, στις περιπτώσεις στις οποίες ο φορέας αυτός δεν θα είχε κανέναν λόγο να κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχει η παράγραφος 5 του άρθρου 18, να ζητήσει δηλαδή την πραγματοποίηση ιατρικού ελέγχου από ιατρό της επιλογής του. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το προβλεπόμενο με το άρθρο σύστημα παρουσιάζει κενό στις περιπτώσεις στις οποίες οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πορισμάτων της αρχικής ιατρικής εξετάσεως περιήλθαν σε γνώση του αρμόδιου φορέα σε χρόνο κατά τον οποίο θα ήταν άνευ νοήματος η πραγματοποίηση της εξετάσεως που προβλέπει η παράγραφος 5.
Ο γενικός εισαγγελέας Mischo διατύπωσε ανάλογες παρατηρήσεις στις προτάσεις του της 4ης Ιουνίου 1991.
Θα ήταν χρήσιμο να παρατεθεί το σημείο 29 των προτάσεων Mischo το οποίο συνοψίζει τον πυρήνα του συλλογισμού του:
"Συνεπώς, η διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τον αρμόδιο φορέα (ο οποίος δεν προέβη στον έλεγχο που προβλέπει η παράγραφος 5), παρά μόνο όταν η διάγνωση αυτή είναι αποτέλεσμα χειρισμών που παραπλάνησαν τον φορέα του τόπου διαμονής, και/ή εάν, κατόπιν, αποδείχθηκαν ως προφανώς ανακριβείς. Πράγματι, θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δέχθηκε ως αληθή τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής και έκρινε ότι δεν συντρέχει καταρχήν λόγος να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του - έλεγχο ο οποίος, κατά το σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 18, αποτελεί εν πάση περιπτώσει εξαίρεση - θα παρέμενε δεσμευμένος από τη διάγνωση αυτή ακόμα και αν με βεβαιότητα διαπιστωνόταν, ότι η διάγνωση αυτή είναι ανακριβής και αποτέλεσμα παραπλανήσεως. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να γίνει δεκτό ότι ο αρμόδιος φορέας εξακολουθεί να δεσμεύεται έστω και στην περίπτωση κατά την οποία, ενόσο ακόμα διαρκούσε η ανικανότητα προς εργασία που διαπίστωσε ο φορέας του τόπου διαμονής, ο ενδιαφερομένος ενεπλάκη σε κυκλοφοριακό ατύχημα που συνέβη σε τόπο όπου η προβαλλόμενη κακή κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να μεταβεί, ή στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι επιδόθηκε σε δραστηριότητα ασυμβίβαστη με την κατάσταση της υγείας του; Ομολογώ
ότι τυχόν καταφατική απάντηση θα με εξέπληττε δυσάρεστα. Πάντως, το ζήτημα που προκύπτει είναι αν ειδικώς το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, όπως τον ερμήνευσε το Δικαστήριο, ή γενικώς το κοινοτικό δίκαιο παρέχουν τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη παρόμοιες εξαιρετικές καταστάσεις."
Ο γενικός εισαγγελέας Mischo απάντησε καταφατικά στο ερώτημα αυτό, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι σε ένα τόσο περιορισμένο πλαίσιο εξαιρέσεων δεν μπορεί βασίμως να προβληθεί ζήτημα προστασίας των εργαζομένων.
Σκέφτηκα μήπως θα μπορούσε να γίνει δεκτή η λύση αυτή, ότι δηλαδή ο αρμόδιος φορέας ή οι δικαστικές αρχές του κράτους στο οποίο καταβάλλονται οι παροχές μπορούν να απορρίψουν πιστοποιητικά χορηγηθέντα από τον φορέα του τόπου κατοικίας "όταν η διάγνωση είναι αποτέλεσμα χειρισμών που παραπλάνησαν τον φορέα του τόπου διαμονής και/ή εάν, κατόπιν, αποδείχθηκαν ως προφανώς ανακριβείς." Ωστόσο, κλίνω μάλλον προς την άποψη ότι η εξαίρεση αυτή πρέπει να περιοριστεί σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες οι πληροφορίες επί των οποίων στηρίζονται οι αμφιβολίες περιήλθαν σε γνώση του αρμόδιου φορέα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν θα είχε πλέον νόημα η διεξαγωγή του προβλεπομένου από την παράγραφο 5 ελέγχου.
Το γεγονός ότι τελικώς θεωρώ ως ορθή τη νομολογία Rindone οφείλεται στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ της απόψεως αυτής, καθώς και σε επιχειρήματα που μπορούν να υποστηριχθούν κατά της λύσεως που αναπτύχθηκε ανωτέρω.
Επιβεβαίωση της νομολογίας Rindone
12. Κατά την άποψή μου η απόφαση Rindone αποτελεί την έκφραση της ερμηνείας του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72 η οποία είναι η περισσότερο προφανής, λαμβανομένου υπόψη τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος της εν λόγω διατάξεως - εξεταζόμενης επίσης υπό το πρίσμα του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Εξάλλου, απαιτούνται, βεβαίως, ιδιαίτερα βάσιμοι λόγοι προκειμένου να μεταρρυθμιστεί η συγκεκριμένη νομολογία του Δικαστηρίου. Αυτή η πλευρά του προβλήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες η νομολογία αυτή ερμηνεύει πράξη των κοινοτικών οργάνων την οποία τα κοινοτικά όργανα μπορούν να μεταρρυθμίσουν εάν κρίνουν ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της διατάξεως, ή αν αποδειχθεί ότι οι πρακτικές συνέπειες της νομολογίας του δεν θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν ανεκτές.
Εξάλλου, η νομολογία Rindone παρουσιάζει το πλεονέκτημα ενός εξαιρετικά απλού αποτελέσματος. Αποφεύγει τη δυσκολία που συνεπάγεται κάθε προσπάθεια προσδιορισμού του πλαισίου εντός του οποίου θα επιτρέπεται στους αρμόδιους φορείς του κράτους στο οποίο καταβάλλονται οι παροχές να αρνείται ή να δέχεται πιστοποιητικό χορηγούμενο από τον φορέα του τόπου κατοικίας.
Εξάλλου, θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι η νομολογία Rindone θέτει ορισμένες βασικές αρχές, αφενός μεν, ότι οι μεταξύ των φορέων των κρατών μελών συνεργασία πρέπει να είναι έντιμη και διαπνεόμενη από πνεύμα εμπιστοσύνης (βλ. ιδίως σχετικώς το άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ), αφετέρου δε, ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους οφείλουν να δέχονται την ακρίβεια πιστοποιητικών προερχομένων από τις αρχές άλλων κρατών μελών και χορηγουμένων στο πλαίσιο της εφαρμογής κοινοτικών διατάξεων.
'Οσες φορές το Δικαστήριο, υπό οποιαδήποτε μορφή, δέχθηκε περιορισμούς αυτής της αρχής ήταν πάντοτε υπό εντελώς ιδιαίτερες
περιστάσεις (1). Κατά την άποψή μου τέτοιες προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
Η απόφαση Rindone δεν σημαίνει ότι ο αρμόδιος φορέας δεν έχει καμία δυνατότητα αντιδράσεως στην περίπτωση που περιέρχονται σε γνώση του στοιχεία που δικαιολογούν αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια του πιστοποιητικού που χορήγησε η αρμόδια για τον έλεγχο αρχή του τόπου κατοικίας (εξαπάτηση ή προφανής ανακρίβεια). Είναι φυσικό στις περιπτώσεις αυτές ο αρμόδιος φορέας να διαβιβάζει τα εν λόγω στοιχεία στον φορέα του τόπου κατοικίας ζητώντας τροποποίηση του αρχικού πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η ορθή και φυσική διαδικασία, ευλόγως δε μπορεί να υποτεθεί ότι τα νέα στοιχεία που παρουσιάζονται, αναλόγως του χαρακτήρα τους, θα οδηγήσουν στο αποτέλεσμα που εύχεται ο αρμόδιος φορέας. Βεβαίως, ο φορέας του τόπου κατοικίας υποχρεούται επίσης να συνεργαστεί εντίμως με τον αρμόδιο φορέα.
Μολονότι δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στο στοιχείο αυτό για τη θεμελίωση της ερμηνείας που προτείνω - τουλάχιστον για τον λόγο ότι η
άποψη αυτή δεν υποστηρίχθηκε κατά τη διαδικασία και επομένως δεν διευκρινίστηκε επαρκώς - αναφέρω, ωστόσο, ότι δεν μπορεί κανονικά να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι, σε περιπτώσεις στις οποίες ο φορέας του τόπου κατοικίας αρνείται να τροποποιήσει το πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, ο αρμόδιος φορέας έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας προς διευκρίνιση αυτού του ζητήματος. Θα υπάρξει με τον τρόπο αυτό εκ των υστέρων έλεγχος πιστοποιητικών που αποφαίνονται επί περιπτώσεων ανικανότητας προς εργασία, σε σχέση με ασθένεια που επήλθε στο κράτος κατοικίας και τα οποία εκδόθηκαν από ιατρό που επέλεξε ο αρμόδιος φορέας του τόπου κατοικίας. Τόσο για λόγους αρχής όσο και για πρακτικούς λόγους επιβάλλεται ο εκ των υστέρων έλεγχος της ακρίβειας αυτών των πιστοποιητικών να γίνεται από τα δικαστικά όργανα του κράτους οι φορείς του οποίου εξέδωσαν τα εν λόγω πιστοποιητικά και εντός των ορίων του οποίου έλαβαν χώρα τα περιστατικά στα οποία αναφέρονται τα εν λόγω πιστοποιητικά.
Πρόταση απαντήσεως στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
13. Για τους λόγους αυτούς προτείνω να δοθούν από το Δικαστήριο οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Arbeitsgericht Loerrach:
"Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 έχει την έννοια ότι αν ο αρμόδιος φορέας δεν χρησιμοποίησε τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, δεσμεύεται, πραγματικώς και νομικώς, από τη διάγνωση του φορέα του τόπου κατοικίας ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία. Η ερμηνεία αυτή ισχύει επίσης για την περίπτωση που αρμόδιος φορέας είναι ένας εργοδότης."
ΚΟU/SΑV
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Στις προτάσεις του της 4ης Ιουνίου 1991, ο γενικός εισαγγελέας Mischo ανέφερε την απόφαση επί της υποθέσεως 130/88, Van de Bijl, ως πιθανό παράδειγμα μιας περιορισμένης εξαιρέσεως. Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε στην απόφασή του αυτή ότι "όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που οδηγούν το κράτος υποδοχής στο συμπέρασμα ότι το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανείς ανακρίβειες, το κράτος αυτό έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως προκειμένου να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες" (σκέψη 24) και ότι ακόμα, στη σκέψη 25, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αρχές του κράτους υποδοχής έχουν τη δυνατότητα να μη στηριχθούν στο πιστοποιητικό που χορηγήθηκε στο κράτος προελεύσεως, αποκλειστικώς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αντίστοιχες περίοδοι διανύθηκαν, στην πράξη, στο έδαφος του κράτους υποδοχής - αφορούσαν δηλαδή περιστάσεις τις οποίες μπορούσαν καλύτερα να αξιολογήσουν οι αρχές του κράτους υποδοχής.
Full & Egal Universal Law Academy