ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 11ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Οι προτάσεις που αναπτύσσω σήμερα αφορούν μια υπόθεση που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής δίκης ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι, η από απόψεως κοινοτικού δικαίου εκτίμηση των κρατικών μονοπωλίων παροχής υπηρεσιών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, τα οποία είναι συγχρόνως αρμόδια τόσο για την έγκριση των συσκευών τηλεπικοινωνίας όσο και για τον έλεγχο των διατάξεων περί εγκρίσεως και τα οποία είναι τα ίδια ανταγωνιστές στην αγορά των συσκευών τηλεπικοινωνίας.
2.
Ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων της κύριας δίκης είναι ότι διέθεσαν προς πώληση ή εκμίσθωση ασύρματα τηλέφωνα, χωρίς να έχουν λάβει την απαιτούμενη έγκριση της Régie des Télégraphes et Téléphones (στο εξής: RTT). Επίσης τους προσάπτεται ότι κατείχαν ή έθεσαν σε λειτουργία ασύρματα τηλέφωνα και ένα ζεύγος φορητών ραδιοτηλεφώνων (walkie-talkie) χωρίς να έχουν λάβει την έγγραφη, ατομική και ανακλητή άδεια του αρμόδιου υπουργού.
3.
Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει εάν οι εθνικές διατάξεις, στις οποίες βασίζεται η ποινική δίωξη, συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Έχουν τα άρθρα 37 και 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας την έννοια ότι απαγορεύουν, στον τομέα των ραδιοτηλεπικοινωνιών των ιδιωτικών ραδιοτηλεπικοινωνιών, νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις όπως αυτές του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 και του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 1979, που προβλέπουν ποινές φυλακίσεως και/ή προστίμου για όσους:
1.
διέθεσαν προς πώληση ή εκμίσθωση συσκευή εκπομπής ή λήψεως σημάτων, στην προκειμένη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από την RTT
ή
2.
κατείχαν, εγκατέστησαν ή έθεσαν σε λειτουργία συσκευή εκπομπής σημάτων, στην προκειμένη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα και ένα ζεύγος φορητών ραδιοτηλεφώνων (walkie talkie), χωρίς να έχουν λάβει την έγγραφη, ατομική και ανακλητή άδεια του αρμοδίου υπουργού;»
4.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, το νομικό πλαίσιο καθώς και οι ισχυρισμοί των διαδίκων αναφέρονται διεξοδικά στην έκθεση ακροατηρίου. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της δικογραφίας μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση των προτάσεων μου.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
5.
Από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος δημιουργείται η εντύπωση ότι το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει εάν η επιβολή, επί ποινή προστίμου, της υποχρεώσεως λήψεως εγκρίσεως ή άδειας είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Από τα συμφραζόμενα όμως της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό άλλο πρίσμα. Κατά τα συμφραζόμενα, το αιτούν δικαστήριο δεν θεωρεί, στην πραγματικότητα, προβληματικές την υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως ή άδειας και την επιβολή της υποχρεώσεως αυτής με ποινικές διατάξεις, αλλά μάλλον θεωρεί προβληματικό τον συνδυασμό με τη θέση που έχει παραχωρηθεί στην RTT στον τομέα των ραδιοτηλεπικοινωνιών και των ιδιωτικών ραδιοτηλεπικοινωνιών, η οποία καλύπτει την εκμετάλλευση του τηλεφωνικού δικτύου και την πώληση συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο αυτό. Με τη διάταξη του, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η RTT αποτελεί «ένα είδος μονοπωλίου». Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες κατά πόσον αυτό συμβιβάζεται προς τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων καθώς και προς τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε θέματα ανταγωνισμού. Συνεπώς, προκειμένου να απαντήσουμε στο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να ερμηνεύσουμε τις κρίσιμες διατάξεις της Συνθήκης, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση που έχει παραχωρηθεί στην RTT.
6.
Συγχρόνως, μια διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με παρόμοια προβληματική εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου ( 1 ). Στην υπόθεση αυτή, το αιτούν δικαστήριο στήριξε τις αμφιβολίες που έχει από απόψεως κοινοτικού δικαίου, ιδίως, στο γεγονός ότι η RTT μπορεί να καθορίζει τους όρους εγκρίσεως των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών. Αυτό που προβληματίζει το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-18/88, πέραν των ζητημάτων που αφορούν τα ένδικα μέσα και την αποζημίωση για τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παράβαση των εφαρμοζομένων διατάξεων, είναι η απαίτηση εγκρίσεως για τις συσκευές που μπορούν να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο. Μολονότι ο γενικός εισαγγελέας Darmon έχει αναπτύξει τις προτάσεις του ήδη από τις 15 Μαρτίου 1989, η απόφαση στην υπόθεση αυτή δεν έχει εκδοθεί ακόμη.
1. Οι διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
7.
Η σώρευση των διαφόρων καθηκόντων της RTT, δηλαδή η αποκλειστική εκμετάλλευση εκ μέρους της RTT του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική έγκριση των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο αυτό, αρμοδιότητα που επίσης ασκείται από την RTT, και, τέλος, η ανατεθείσα στην ίδια αυτή επιχείρηση αρμοδιότητα εποπτείας, όσον αφορά την τήρηση των εφαρμοστέων ως προς την έγκριση διατάξεων, μπορεί να είναι ασυμβίβαστη προς τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως αυτοί προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ. Η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική εξαιτίας του γεγονότος ότι η RTT είναι επίσης ανταγωνίστρια στην αγορά για την πώληση συσκευών εκπομπής και λήψεως σημάτων.
8.
Το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει τις αμφιβολίες που έχει όσον αφορά τη συμφωνία της μονοπωλιακής θέσεως της RTT με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πάρειπέμψε ρητά μόνο στο άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ωστόσο, κατά την εξέταση των ζητημάτων κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να περιορίζεται στην ερμηνεία των άρθρων της Συνθήκης που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο. Συνεπώς, η ερμηνεία των διατάξεων που έχουν σχέση με την υπόθεση μπορεί επίσης να συμβάλει στην απάντηση που θα δοθεί στα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα.
9.
α)
Γι' αυτό τον λόγο, πρέπει να εκκινήσουμε από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς παι όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα που τίθεται, κατ' αρχάς, είναι εάν η προϋπόθεση εγκρίσεως και ο σχετικός με αυτήν έλεγχος συνιστούν εν γένει εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Σύμφωνα με την ευρεία ερμηνεία που έχει δοθεί στο άρθρο 30 από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς θεωρείται η εμπορική ρύθμιση κράτους μέλους που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο ( 2 ).
10.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι συσκευές που δεν πληρούν τους όρους εγκρίσεως θα μπορούσαν, εάν η έγκριση δεν ήταν υποχρεωτική, να εισάγονται στο Βέλγιο και να διατίθενται στο εμπόριο στη βελγική αγορά και ότι, συνεπώς, η προϋπόθεση εγκρίσεως καταδεικνύεται ως εμπόδιο των συναλλαγών.
11.
Προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα εν δυνάμει εμπόδιο πρέπει να απορρέει από μια κρατική εμπορική ρύθμιση. Επομένως, η Βελγική Κυβέρνηση ορθώς διακρίνει, με τις παρατηρήσεις της, μεταξύ αφενός του βελγικού κράτους και αφετέρου της RTT, που είναι δημόσια επιχείρηση. Ο τρόπος με τον οποίο η RTT ασκεί τις εξουσίες εγκρίσεως και ελέγχου δεν μπορεί, συνεπώς, να καταλογιστεί στο βελγικό κράτος, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να θεωρηθεί ως αυτόνομη συμπεριφορά της ανεξαρτητοποιημένης επιχειρήσεως. Η μόνη συμπεριφορά που μπορεί να καταλογιστεί συναφώς στο βελγικό κράτος είναι ότι καθιέρωσε την υποχρεωτική έγκριση και ότι ανέθεσε τη διεξαγωγή της διαδικασίας εγκρίσεως σε δημόσια επιχείρηση.
12.
Όσον αφορά την υποχρεωτική έγκριση των συσκευών, αυτή καθεαυτή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εφαρμόζεται πατά τον ίδιο τρόπο τόσο στα εθνικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα και ότι δεν αφορά ειδικά τα εισαγόμενα προϊόντα ( 3 ). Βέβαια, εθνική εμπορική ρύθμιση που εφαρμόζεται τόσο στα εθνικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί επίσης να αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά μόνον όταν δεν επιβάλλεται από επιτακτικές απαντήσεις.
13.
Εν προκειμένω, οι επιτακτικές ανάγκες είναι η προστασία των χρηστών, η χρηστότητα των εμπορικών συναλλαγών και ιδιαίτερα η προστασία του τηλεπικοινωνιακού δικτύου του οποίου η εκμετάλλευση γίνεται προς το γενικό συμφέρον. Τόσο η εκμετάλλευση του δικτύου όσο και η διαχείριση των συχνοτήτων εξυπηρετούν ένα λειτουργικό σύστημα ραδιοτηλεπικοινωνίας και τηλεπικοινωνίας. Ο έλεγχος ασφαλείας των προς σύνδεση συσκευών εξυπηρετεί επίσης τη διατήρηση της καλής λειτουργίας του συστήματος ραδιοτηλεπικοινωνίας και τηλεπικοινωνίας. Συναφώς, τα ασύρματα τηλέφωνα πρέπει να καταταχθούν στην κατηγορία των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο, αφού οι συσκευές αυτές μπορούν να λειτουργούν μόνο μέσω του τηλεπικοινωνιακού δικτύου, παρόλο που δεν συνδέονται από υλικής απόψεως με το δίκτυο αυτό. Αυτό ισχύει και για τα ζεύγη φορητών ραδιοτηλεφώνων. Η ασφαλής διαχείριση των συχνοτήτων είναι δυνατή μόνον όταν αποφεύγονται οι διαταράξεις που οφείλονται στη χρήση μη εγκεκριμένων συσκευών.
14.
Όσον αφορά την υποχρεωτική έγκριση για τις τηλεφωνικές συσκευές, ο γενικός εισαγγελέας Dannon, στις προτάσεις του στην υπόθεση C-18/88, έλαβε ως βάση, αφενός, τις επιτακτικές απαιτήσεις της προστασίας των χρηστών χάριν του γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, τη διατήρηση της καλής λειτουργίας του τηλεπικοινωνιακού δικτύου ( 4 ). Όμως, για την έγκριση των ασύρματων τηλεφώνων δεν μπορεί να ισχύει κάτι διαφορετικό. Συνεπώς, η διαδικασία εγκρίσεως δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 30.
15.
Επομένως, δεν χρειάζεται να προβούμε σε έλεγχο, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, των περιστάσεων που δικαιολογούν τους ενδεχόμενους περιορισμούς των εισαγωγών ή των εξαγωγών κατά την έννοια των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, μολονότι θα ήταν νοητό αυτοί οι περιορισμοί να δικαιολογούνται από την άποψη της δημόσιας τάξεως και της δημόσιας ασφάλειας.
16.
Σε περίπτωση που θα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι ο τρόπος εφαρμογής της διαδικασίας εγκρίσεως συνιστά εμπόδιο, δεν θα επρόκειτο για εμπόδιο υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφού η συμπεριφορά αυτή καταλογίζεται στη δημόσια επιχείρηση και όχι άμεσα στο κράτος.
17.
Ανεξάρτητα από το ζήτημα του καταλογισμού, διοικητική πρακτική παρεμποδίζουσα τις εισαγωγές συνιστά μέτρο απαγο-ρευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ μόνο όταν «εμφανίζει ορισμένο βαθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας ( 5 )», ενώ η στάση που υιοθετείται έναντι μιας μόνον επιχειρήσεως μπορεί, κατά περίπτωση, να πληροί ήδη την προϋπόθεση αυτή ( 6 ).
18.
Το πραγματικό πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση δεν είναι, κατά την άποψη μου, η υποχρεωτική έγκριση και η εφαρμογή της με την επιβολή ποινικών κυρώσεων, αλλά η σύγκρουση συμφερόντων που έγκειται στο γεγονός ότι αφενός μεν έχουν ανατεθεί στην RTT οιονεί κυριαρχικά καθήκοντα, καθόσον η εν λόγω επιχείρηση είναι αρμόδια τόσο για την έγκριση των συσκευών όσο και για τη δίωξη των ενδεχομένων παραβάσεων των εφαρμοζομένων διατάξεων, αφετέρου όμως η RTT είναι επίσης ανταγωνίστρια στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών συσκευών. Ωστόσο, η σύγκρουση συμφερόντων δεν εμπίπτει αυτή καθεαυτή στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
19.
Αν από την εν λόγω σύγκρουση συμφερόντων ήθελε προκύψει πρακτική εισάγουσα διακρίσεις κατά την εφαρμογή των διαδικασιών εγκρίσεως και τη δίωξη των παραβάσεων σχετικά με τους όρους εγκρίσεως, αυτή θα μπορούσε να είναι λυσιτελής μόνον στο πλαίσιο του άρθρου 37 ως πρακτική δημόσιας επιχειρήσεως εισάγουσα διακρίσεις ή στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού.
20.
β)
Στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, πρέπει να εξεταστεί εάν το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί ενδεχομένως να τύχει εφαρμογής ως ειδική διάταξη. Το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη τη διαρρύθμιση των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα «κατά τρόπο, ώστε με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών».
21.
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι η RTT δεν διαθέτει κανένα εμπορικό μονοπώλιο. Η RTT δεν έχει μονοπώλιο ούτε για την εισαγωγή ούτε για τη διάθεση στο εμπόριο τηλεπικοινωνιακών συσκευών. Αντιθέτως, καθόσον είναι η μόνη που εκμεταλλεύεται το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, έχει μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών. Ανακύπτει το ερώτημα πώς επηρεάζεται η μονοπωλιακή αυτή θέση από τη μεταβίβαση στην RTT των εξουσιών εποπτείας και ελέγχου της διαδικασίας εγκρίσεως. Τόσον αναφορικά με την έγκριση των συσκευών όσον και αναφορικά με την εποπτεία της τηρήσεως των εφαρμοζόμενων διατάξεων πρόκειται για οιονεί κυριαρχικές εξουσίες. Ωστόσο, η άσκηση των εν λόγω εξουσιών δεν αρκεί για να μετατρέψει το μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών σε εμπορικό μονοπώλιο.
22.
Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, η ύπαρξη και μόνο ενός εμπορικού μονοπωλίου δεν είναι, αυτή καθεαυτή, αντίθετη προς το άρθρο 37, το οποίο επιβάλλει την μετατροπή των εμπορικών μονοπωλίων μόνο καθόσον είναι απαραίτητο για την αποτροπή των δυσμενών διακρίσεων όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ούτε το γεγονός ότι πρόκειται για μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών συνεπάγεται κατ' ανάγκην, ότι η εφαρμογή του άρθρου 37 αποκλείεται a priori. Αντιθέτως, όπως προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 37, το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται «σε κάθε οργανισμό με τον οποίο κράτος μέλος, νομικά ή πραγματικά ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών».
23.
Το Δικαστήριο έχει στο μεταξύ κρίνει επανειλημμένως ότι το άρθρο 37 αφορά μόνον τις εμπορικές ανταλλαγές και όχι μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών να μπορεί να επηρεάζει έμμεσα τις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών ( 7 ). Το ζήτημα εάν η δραστηριότητα της RTT είχε πράγματι αρνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο των συσκευών τηλεπικοινωνίας μεταξύ των κρατών μελών παραμένει ανοιχτό. Στο πλαίσιο των προβαλλόμενων επιχειρημάτων, το ενδεχόμενο η δραστηριότητα αυτή να συνιστά εμπόδιο απλώς εικάζεται. Ωστόσο, τέτοιου είδους εικασίες δεν αρκούν για να μπορεί να διαπιστωθεί αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, σύμφωνα με το γράμμα της επίμαχης διατάξεως, πρέπει να εξεταστεί η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, ένα κριτήριο το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν πληρούται όταν επιβάλλονται οι ίδιοι όροι τόσο για τα εισαγόμενα προϊόντα όσο και για τα εγχώρια προϊόντα που υπάγονται στο μονοπώλιο ( 8 ).
24.
Άλλο ένα επιχείρημα, το οποίο περιλαμβάνεται επίσης στους ισχυρισμούς της Βελγικής Κυβερνήσεως, συνηγορεί κατά του χαρακτηρισμού των επίμαχων οικονομικών δραστηριοτήτων ως μονοπωλιακής συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η άσκηση του μονοπωλίου παροχής υπηρεσιών με τη μορφή της εκμεταλλεύσεως του δικτύου τηλεπικοινωνιών και της διαχειρίσεως των συχνοτήτων δεν έχει καμία αρνητική επίδραση στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η έγκριση των τηλεπικοινωνιακών συσκευών και ο σχετικός με αυτήν έλεγχος δεν συνιστούν οικονομική δραστηριότητα, αλλά ενέχουν χαρακτηριστικά κυριαρχικής εξουσίας. Ωστόσο, το προβαλλόμενο εμπόδιο των συναλλαγών θα έπρεπε να απορρέει από «δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά προς την άσκηση της ειδικής λειτουργίας του οικείου μονοπωλίου» ( 9 ).
25.
Δεν είναι δυνατό να συναχθεί διαφορετική μεταχείριση λόγω της δομής των εφαρμοζομένων νομικών διατάξεων, αφού οι διατάξεις σχετικά με την έγκριση εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα. Ακόμη κι αν ο τρόπος με τον οποίο οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται από τη μονοπωλιακή επιχείρηση συνεπάγεται διακρίσεις, θα πρόκειται το πολύ για παράβαση των περί ανταγωνισμού διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
2. Οι περί ανταγωνισμού διατάξεις της Συνθήκης
26.
Τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ απευθύνονται σε επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η άμεση εφαρμογή τους προκειμένου για την εκτίμηση της θέσεως και της συμπεριφοράς μιας δημόσιας επιχειρήσεως. Ωστόσο, το άρθρο 90, παράγραφος 1, απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα που αντιβαίνουν προς τη Συνθήκη ΕΟΚ και ιδίως προς τα άρθρα 7 καθώς και 85 έως 94, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. Με βάση τη διάταξη αυτή και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι τα κράτη μέλη απαγορεύεται να λαμβάνουν μέτρα δυνάμενα να μειώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 10 ).
27.
Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί εάν η θέση που έχει παραχωρηθεί στην RTT, η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση αφενός έχει μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών, αφετέρου δε είναι αρμόδια για να χορηγεί τις εγκρίσεις και να μεριμνά για την τήρηση των περί εγκρίσεως διατάξεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η RTT είναι ανταγωνίστρια στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών συσκευών, συνιστά παράβαση των απαγορεύσεων του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως, το πρόβλημα δεν έγκειται — για να το υπογραμμίσω ακόμα μια φορά — στη συναλλακτική συμπεριφορά της RTT, αλλά στην προκληθείσα από το κράτος σώρευση διαφόρων αρμοδιοτήτων που έχουν τον χαρακτήρα αποκλειστικών δικαιωμάτων.
28.
Η περίπτωση αυτή, που ενέχει σύγκρουση συμφερόντων, έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως του Δικαστηρίου σε ένα άλλο πλαίσιο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είχε εκδόσει, με βάση το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, μια οδηγία σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών, με την οποία είχε την πρόθεση να αποκλείσει για το μέλλον μια σώρευση αρμοδιοτήτων όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση ( 11 ). Το άρθρο 6 της οδηγίας ορίζει ότι «η συστηματοποίηση των προδιαγραφών (...) και ο έλεγχος της εφαρμογής τους, καθώς και οι σχετικές εγκρίσεις, πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή/και υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών».
29.
Πολλά κράτη μέλη προσέβαλαν την προπαρατεθείσα οδηγία ενώπιον του Δικαστηρίου ( 12 ). Στην εν λόγω υπόθεση, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα για την έκδοση της προαναφερθείσας διατάξεως, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, συνεπώς, με την προαναφερθείσα απόφαση, επί του προβλήματος που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, δηλαδή επί της σωρεύσεως των αρμοδιοτήτων σε δημόσια επιχείρηση ( 13 ).
30.
Στην προπαρατεθείσα απόφαση, το Δικαστήριο αναφέρει ότι καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον εξασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών. Κατά το Δικαστήριο, η ανάθεση σε επιχείρηση, η οποία εμπορεύεται τερματικές συσκευές, της συστηματοποιήσεως τοον προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τερματικές συσκευές, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των συσκευών αυτών θα ισοδυναμούσε με την παροχή στην επιχείρηση αυτή της δυνατότητας να καθορίζει, κατά βούληση, ποιες τερματικές συσκευές μπορούν να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο, καθώς και με τη χορήγηση σ' αυτήν, επομένως, προφανούς πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της. Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο επικύρωσε τον διαχωρισμό στον οποίο προέβη η Επιτροπή μεταξύ, αφενός, των επιχειρήσεων που παρέχουν αγαθά ή υπηρεσίες και, αφετέρου, των φορέων που χορηγούν την έγκριση.
31.
Εφόσον το Δικαστήριο δεν ακύρωσε το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι το άρθρο αυτό παράγει έννομες συνέπειες από την 1η Ιουλίου 1989 ( 14 ). Από την ημερομηνία αυτή το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει να ανατίθεται σε επιχείρηση που παρέχει αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, ταυτόχρονα, η συστηματοποίηση των προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους καθώς και η χορήγηση εγκρίσεων για τα τηλεπικοινωνιακά τερματικά. Στα δικαστήρια των κρατών μελών εναπόκειται να συναγάγουν ενδεχομένως τα σχετικά συμπεράσματα.
32.
Οι εξουσίες που απονέμονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ διαφέρουν από τις εξουσίες διαπιστώσεως παραβάσεων της Συνθήκης, που της παρέχονται από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να υφίσταται κατάσταση αντίθετη προς τη Συνθήκη ( 15 ) για να εκδίδει η Επιτροπή, στηριζομένη στο νομικό αυτό έρεισμα, οδηγίες ή αποφάσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά την συγκεκριμενοποίηση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, η λήψη μέτρων από μέρους της Επιτροπής από το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκην παράβαση της Συνθήκης.
33.
Η προπαρατεθείσα απόφαση στην υπόθεση C-202/88 αφορά μεν ακριβώς την σύγκρουση συμφερόντων στην οποία βασίζεται η προκειμένη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, όμως δεν απαντά άμεσα στα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση τίθεται το ερώτημα εάν μια οφειλόμενη σε κρατικά μέτρα κατάσταση, η οποία ευνοεί τη δημιουργία συγκρούσεων συμφερόντων — χωρίς ωστόσο να έχουν ήδη δημιουργηθεί τέτοιες συγκρούσεις — συνιστά αφ' εαυτής παράβαση του άρθρου 86 σε συνδυασμό με το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Ωστόσο, η προαναφερθείσα απόφαση αναμφισβήτητα παρέχει ενδείξεις για την απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, κατά μείζονα λόγο εφόσον η αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδίδει οδηγίες και αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ εκτείνεται στην άσκηση των ελεγκτικών της αρμοδιοτήτων ως προς την εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό σημαίνει ότι, για τη θεμιτή άσκηση της αρμοδιότητας της, πρέπει σε κάθε περίπτωση να υφίσταται κίνδυνος ή τεκμήριο παραβάσεως της Συνθήκης.
34.
Προκειμένου να γίνει δεκτό ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 86 σε συνδυασμό με το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, η δημόσια επιχείρηση θα έπρεπε να κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και συγχρόνως να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως αυτής. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εναπόκειται τελικά στο εθνικό δικαστήριο. Ωστόσο, στο Δικαστήριο εναπόκειται να υποδείξει στο εθνικό δικαστήριο τα κριτήρια για την κρίση επί της ουσίας.
35.
α)
Κατ' αρχάς, η επιχείρηση πρέπει να έχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Όταν στην επιχείρηση αυτή έχει παραχωρηθεί μονοπώλιο από τον νόμο, στο ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση χωρίς κανένα πρόβλημα ( 16 ). Όταν όμως σε μια επιχείρηση έχουν απονεμηθεί σωρευτικά διάφορες αρμοδιότητες, η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα εξαρτάται από τις αρμοδιότητες για τις οποίες πρόκειται. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να γίνει η διάκριση αυτή, δεδομένου ότι πρόκειται τουλάχιστον για ένα διπλό μονοπώλιο.
36.
Πρέπει κατ' αρχάς να ληφθεί υπόψη το μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών, το οποίο έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση ενός τηλεπικοινωνιακού δικτύου και τη διαχείριση των συχνοτήτων. Με το μονοπώλιο αυτό συνδέεται στενά η διάθεση στο εμπόριο, με τη μορφή πωλήσεως και εκμισθώσεως, συσκευών τηλεπικοινωνίας, με σκοπό να γίνεται χρήση των παρεχομένων υπηρεσιών.
37.
Εάν για τον προσδιορισμό της συναφούς αγοράς χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο ο τομέας της παροχής υπηρεσιών, η δεσπόζουσα θέση της επιχειρήσεως είναι αναμφισβήτητη, ενόψει της μονοπωλιακής θέσεως που κατέχει. Αυτό όμως δεν ισχύει και στον τομέα της εμπορίας των συσκευών τηλεπικοινωνίας. Στον τομέα αυτό ο ανταγωνισμός είναι κατ' αρχήν δυνατός και υφίσταται. Τελικά, τα ενδεχόμενα εμπόδια του ανταγωνισμού στο επίπεδο αυτό θα πρέπει να εκτιμηθούν στο πλαίσιο μιας συνολικής θεωρήσεως.
38.
Εάν η συναφής αγορά οριστεί ως η αγορά γενικά των συσκευών τηλεπικοινωνίας και ειδικότερα των ασυρμάτων τηλεφώνων και των ζευγών φορητών ραδιοτηλεφώνων, μια δημόσια επιχείρηση, όπως η RTT, κατέχει αναμφισβήτητα δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι η θέση οικονομικής ισχύος την οποία κατέχει μια επιχείρηση και η οποία της επιτρέπει να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά, καθόσον της προσφέρει, σε σημαντικό βαθμό, τη δυνατότητα ανεξάρτητης, έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών, συμπεριφοράς ( 17 ). Η δεσπόζουσα θέση θα μπορούσε να συνίσταται στο γεγονός ότι η επιχείρηση, χάρη στις στενές σχέσεις τις οποίες διατηρεί με τους πελάτες της και οι οποίες απορρέουν από το γεγονός ότι συνδυάζει το μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών με την προσφορά συσκευών, κατέχει, σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις που παρέχουν επίσης συσκευές, προνομιούχα θέση, η οποία της επιτρέπει αυτή την ανεξάρτητη συμπεριφορά.
39.
Η δεσπόζουσα θέση που παρουσιάζει αυτά ή άλλα παρόμοια χαρακτηριστικά ενισχύεται σημαντικά από το γεγονός ότι νομοθετικά μέτρα απονέμουν στην ίδια αυτή επιχείρηση τόσο την εξουσία για την έγκριση των συσκευών τηλεπικοινωνίας ή για τη χορήγηση άδειας για την εκμετάλλευση τους, όσο και την εξουσία για τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων περί εγκρίσεως.
40.
Εξάλλου, η έγκριση των συσκευών καθεαυτή συνιστά επίσης μια σαφώς οριοθετημένη αγορά, εντός της οποίας η επιχείρηση, στην οποία έχουν απονεμηθεί οιονεί κυριαρχικές εξουσίες εγκρίσεως και ελέγχου, απολαμβάνει επίσης μονοπωλιακή θέση και κατέχει και μόνο γι αυτό το λόγο δεσπόζουσα θέση ( 18 ). Ο συλλογισμός αυτός υπογραμμίζει το βαθμό στον οποίο ενισχύεται η θέση της εν λόγω επιχειρήσεως στην αγορά των συσκευών τηλεπικοινωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, η επιχείρηση πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση σε ένα σαφώς οριοθετημένο τμήμα της αγοράς εντός του χώρου της κοινής αγοράς ή ενός σημαντικού τμήματος της. Το έδαφος του κράτους μέλους επί του οποίου εκτείνεται το μονοπώλιο αποτελεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς ( 19 ).
41.
Αυτή καθεαυτή η παραχώρηση μονοπωλιακής θέσεως σε μια επιχείρηση με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο (αφενός εκμετάλλευση του δικτύου και διαχείριση των συχνοτήτων, αφετέρου έγκριση και εξουσία ελέγχου) δεν μπορεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να αποτελεί παράβαση των άρθρων 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 20 ).
42.
β)
Επιπροσθέτως, πρέπει να υπάρχει το στοιχείο της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως. Πρέπει συναφώς να ληφθεί υπόψη ότι η μεταβίβαση σε μια επιχείρηση δημοσίων εξουσιών δεν μπορεί να συνιστά καθεαυτή καταχρηστική εκμετάλλευση ( 21 ). Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το γεγονός της μεταβιβάσεως αποκλειστικών εξουσιών σε μια επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρείται, συγχρόνως, ως δημιουργία δεσπόζουσας θέσεως και ως καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως αυτής ( 22 ).
43.
Συμφωνά με τον ορισμό που έχει δώσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του, η έννοια της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως είναι αντικειμενική έννοια, η οποία αφορά τη συμπεριφορά επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση, η οποία είναι ικανή να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της εν λόγω επιχειρήσεως, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η οποία εμποδίζει τη διατήρηση του ανταγωνισμού που υπάρχει ακόμη στην αγορά ή την ανάπτυξη του ανταγωνισμού αυτού, με τη βοήθεια μέσων που διαφέρουν από αυτά του συνήθους ανταγωνισμού των προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των παροχών των επιχειρηματιών ( 23 ).
44.
Μια από τις ιδιαιτερότητες της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι δεν πρέπει να εξετασθεί, για παράδειγμα, ορισμένη συμπεριφορά μιας δημόσιας επιχειρήσεως, αλλά η δομή που έχει δημιουργηθεί με νομοθετικές πράξεις, όσον αφορά το συμβατό της με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
45.
Με την προηγούμενη νομολογία του, το Δικαστήριο είχε κρίνει απαραίτητο η συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως να πληροί την προϋπόθεση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ωστόσο, πρέπει συναφώς να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση του στην υπόθεση Continental Can ( 24 ), είχε ήδη κρίνει ότι η προϋπόθεση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως πληρούται όταν μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση ενισχύει τη θέση της «σε σημείο τέτοιο, ώστε ο βαθμός επικρατήσεως που επιτυγχάνεται έτσι να εμποδίζει ουσιωδώς τον ανταγωνισμό, δηλαδή να επιτρέπει τη διατήρηση μόνο των επιχειρήσεων που εξαρτώνται, ως προς τη συμπεριφορά τους, από τη δεσπόζουσα επιχείρηση ( 25 )». Στην υπόθεση αυτή, το γεγονός ότι η πρακτική της επιχειρήσεως έθιγε «μια πραγματική διάρθρωση ανταγωνισμού ( 26 )» αρκούσε για να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, ανεξάρτητα από «τα μέσα ή τις διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν προς αυτό το σκοπό ( 27 )».
46.
Σε προγενέστερες αποφάσεις ( 28 ), οι οποίες είχαν ως αντικείμενο περιπτώσεις στις οποίες ο ανταγωνισμός κινδύνευε από κρατικά μέτρα, ένα από τα στοιχεία που συνιστούσαν την δεσπόζουσα θέση ή εκείνο που θεωρούνταν ως αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της επίμαχης συμπεριφοράς ως παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ήταν πάντοτε η συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως στη συναφή αγορά.
47.
Οι πιο πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις C-41/90 ( 29 ) σχετικά με το αποκλειστικό δικαίωμα διαμεσολαβήσεως για την ανεύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και C-260/89 ( 30 ) σχετικά με το διπλό μονοπώλιο της εκπομπής και της εκμεταλλεύσεως τηλεοπτικών εκπομπών, είναι ασαφείς, τουλάχιστον όσον αφορά στην αιτιολογία τους ως προς το σημείο αυτό. Με την απόφαση στην υπόθεση C-41/90, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις απαγορεύσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ μόνον εφόσον η οικεία επιχείρηση, με το να ασκεί απλώς το αποκλειστικό δικαίωμα που της έχει χορηγηθεί, εκμεταλλεύεται καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της ( 31 ).
48.
Η καταχρηστική εκμετάλλευση με τη μορφή περιορισμού της παροχής υπηρεσιών σε βάρος των αποδεκτών, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί να συνίσταται στο γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία μια επιχείρηση δεν είναι προφανώς σε θέση να ικανοποιήσει τη ζήτηση της αγοράς για τέτοιες υπηρεσίες, η δε πραγματική άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών εκ μέρους ιδιωτικών εταιριών καθίσταται αδύνατη λόγω της διατηρήσεως σε ισχύ μιας νομοθετικής διατάξεως ( 32 ).
49.
Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του στην υπόθεση C-260/89 στις 18 Ιουνίου 1991. Το σημείο 4 του διατακτικού της αποφάσεως, στα γερμανικά, έχει ως εξής:
«Artikel 90 Absatz 1 EWG-Vertrag steht der Einräumung eines ausschließlichen Rechts zur Ausstrahlung von Sendungen und eines ausschließlichen Rechts zur Übertragung von Fernsehsendungen an ein einziges Unternehmen entgegen, wenn durch diese Rechte eine Lage geschaffen werden könnte, in der dieses Unternehmen durch eine seine eigenen Programme bevorzugende diskriminierende Sendepolitik gegen Artikel 86 EWG-Vertrag verstößt;...» ( 33 )
50.
Μολονότι η διατύπωση αυτή δίδει έμφαση στην κατάσταση που δημιουργείται με τις νομοθετικές διατάξεις, μπορεί εντούτοις να εκληφθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου η πολιτική εκπομπών μιας επιχειρήσεως να καλύπτεται από τις απαγορεύσεις του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να διαπιστώνεται ότι η εν λόγω πολιτική πράγματι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις. Στο γαλλικό κείμενο της αποφάσεως η έμφαση ελαφρώς διαφέρει. Το γαλλικό κείμενο έχει ως εξής:
«L'article 90 paragraphe 1 du traité s'oppose à l'octroi d'un droit exclusif de diffusion et d'un droit exclusif de retransmission d'émissions de télévision à une seule entreprise, lorsque ces droits sont susceptibles de créer une situation dans laquelle cette entreprise est amenée à enfreindre l'article 86 par une politique d'émission discriminatoire en faveur de ses propres programmes (...)» ( 34 )
51.
Φρονώ ότι η διατύπωση αυτή έχει την έννοια ότι απαγορεύεται η θεσπισθείσα από ένα κράτος διάταξη, εφόσον αυτή ενδέχεται να οδηγήσει ή να παρασύρει μια επιχείρηση σε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ μέσω μιας πολιτικής ευμενών διακρίσεων υπέρ της εκπομπής των δικών της προγραμμάτων, χωρίς, ωστόσο, να απαιτείται η επιχείρηση να έχει πράγματι διαπράξει παράβαση, προκειμένου η διάταξη της κρατικής νομοθεσίας να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
52.
Στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-260/89 ανέφερα επίσης, στις παραγράφους 40 και 41, ότι το διπλό μονοπώλιο που διέθετε η ΕΡΤ ήταν καθεαυτό αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Φρονώ ότι ήδη η ροπή μιας δομής προς την καταχρηστική εκμετάλλευση είναι επικριτέα αυτή καθεαυτή και ότι πρέπει να αποδοκιμάζεται με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
53.
Με βάση τον συλλογισμό αυτό, φρονώ ότι και στην υπό κρίση περίπτωση η σώρευση των διαφόρων αποκλειστικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων σε μια δημόσια επιχείρηση, η οποία είναι συγχρόνως ανταγωνίστρια στην αγορά των συσκευών τηλεπικοινωνίας, συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
54.
Ο ανταγωνισμός, που είναι ήδη εξασθενημένος λόγω της υπάρξεως μιας δημόσιας επιχειρήσεως, η οποία διαθέτει μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών όσον αφορά την εκμετάλλευση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και συγχρόνως διαθέτει στο εμπόριο τις συσκευές που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο αυτό, μπορεί να εξασθενήσει ακόμη περισσότερο λόγω του ότι η επιχείρηση αποφασίζει για την έγκριση των ανταγωνιστικών συσκευών και ελέγχει, ασκώντας δημόσια εξουσία, την τήρηση των συναφών διατάξεων. Η τελευταία αυτή αρμοδιότητα διαφέρει εντελώς από ένα μέσο που καθιστά δυνατή τη διασφάλιση ενός «φυσιολογικού ανταγωνισμού των προϊόντων ή των υπηρεσιών» ( 35 ).
55.
γ)
Ως τρίτο στοιχείο της παραβάσεως — πέραν της δεσπόζουσας θέσεως και της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της θέσεως αυτής — η επίμαχη δομή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Αρκεί να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά αυτή μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα ( 36 ).
Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη δικογραφία, τα ασύρματα τηλέφωνα και τα ζεύγη φορητών ραδιοτηλεφώνων εισάγονται από τη Δανία και τη Γερμανία μέσω του Βελγίου ( 37 ), η υποχρεωτική αυτή έγκριση επιβάλλεται στα εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
56.
δ)
Για να ολοκληρώσω τους συλλογισμούς μου σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει ακόμη να επισημάνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπόκεινται στους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης μόνο «κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί.»
57.
Νομίζω ότι στο ζήτημα αυτό μπορώ να αναφερθώ συντόμως. Το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση δεν έγκειται στη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων, καθεαυτών, σε μια δημόσια επιχείρηση, αλλά στη σωρευτική παραχώρηση τους σε μια επιχείρηση η οποία είναι, επιπλέον, ανταγωνίστρια στην αγορά. Οι αρμοδιότητες αυτές θα μπορούσαν να ασκούνται τουλάχιστον εξίσου καλά, εάν είχαν μεταβιβασθεί σε περισσότερους διαφορετικούς φορείς.
Δικαστικά έξοδα
58.
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αποδίδονται.
Γ — Πρόταση
59.
Ενόψει, των προεκτεθέντων συλλογισμών, προτείνω στο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
Το γεγονός ότι οι νομοθετικές διατάξεις επιτρέπουν σε δημόσια επιχείρηση που εκμεταλλεύεται το τηλεφωνικό δίκτυο να διαθέτει στην αγορά συσκευές τηλεπικοινωνίας, ενώ συγχρόνως της μεταβιβάζουν την αρμοδιότητα εγκρίσεως των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο και την αρμοδιότητα καταστολής των παραβάσεων της διαδικασίας εγκρίσεως, συνιστά μέτρο το οποίο έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, και το οποίο είναι αντίθετο προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
( *1 ) Γλίόοσα του πρωτότυπου: η γερμανική.
( 1 ) Υπόθεση C-18/88, RTT κατά SA, GB Inno.
( 2 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonvillc, Συλλογή τόμο; 1974, σ. 411.
( 3 ) Βλ. την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 οτην υπόθεση 120/78. REWE-Zentral ΛΟ κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein, Συλλογή τόμος 1979/1, σ.321.
( 4 ) Προτάσεις στην υπόθεση C-18/88, παράγραφος 13.
( 5 ) Απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, 21/84, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1985, σ. 1355, σκέψη 13.
( 6 ) Βλ. τις προτάσεις στην υπόθεση 21/84, όπ.π. και την απόφαση στην ίδια υπόθεση, σκέψη 13.
( 7 ) Βλ. τις αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi, Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκέψεις 6 επ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 1983, 271/81, Amélioration dc l'devagc κατά Mialocq, Συλλογή 1983, σ. 2057, σκέψεις 8 επ. καθώς και την απόφαση της 4ης Μαΐου 1988, 30/87, Bodson κατά Pomprcs funèbres des régions libćtócs, Συλλογή 1988, σ. 2479, σκέψη 10 τέλος, την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, ο. I-2925, σκέψεις 15 και 16, καθώς και τις προτάσεις στην ίδια υπόθεση, παράγραφοι 24 επ.
( 8 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1979, 13/70, Cinzano κατή Hauptzollamt Saarbrücken, Συλλογή τόμος 1969-1971, ο. 573, σκέψη 9.
( 9 ) Βλ. την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux Services fiscaux de la Haute-Saône et du Territoire de Belfort, Συλλογή τόμος 1979-1, σ. 481, σκέψη 35.
( 10 ) Βλ. την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, Inno κατά ΑΤΑΒ, Συλλογή τόμος 1977, σ. 653, σκέψεις 28 en., καθώς και την απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84, Ministère public κατά Asjes, «Nouvelles Frontières», Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψεις71 επ.- απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86 Ahmed Saeed Flugreisen κατά Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs, Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψεις 47 επ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 281/83, Cullet κατά Leclerc, Συλλογή 1985, σ. 305.
( 11 ) Οδηγία 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, ΕΕ L 131 της 27ης Μαίου 1988, σ. 73 επ.
( 12 ) Βλ. την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1223.
( 13 ) Απόφαση C-202/88, όπ.π., σκέψεις 51 και52.
( 14 ) Το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, από την 1η Ιουλίου 1989, η συστηματοποίηση των προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 5 και ο έλεγχος της εφαρμογής τους, καθώς και οι σχετικές εγκρίσεις, πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή/και υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών».
( 15 ) Βλ. υπόθεση C-202/88, όπ.π., σκέψη 18.
( 16 ) Βλ. την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1975, 26/75, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 425 την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1986, 226/84, British Leyland κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 3263- την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, CBEM κατά CLT και 1ΡΒ, Συλλογή 1985, σ. 3261 την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Höfner κατά EIser/Macrotron, Συλλογή 1991, σ. I-1979, σκέψη 28 και την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 31.
( 17 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands κατή Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 75, σκέψη 65.
( 18 ) Βλ. την απόφαση -tilg 13ης Νοεμβρίου 1975, 26/75, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ.425, σκέψεις 7 έως 9 και την υπόθεση 226784, όπ.π., σκέψεις 3 επ.
( 19 ) Βλ. την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, 0.3461, σκέψη 28, καθώς και την υπόθεση C-4I/90, όπ.π., σκέψη 28.
( 20 ) Βλ. την απόφαση στην υπόθεση 155/73, όπ.π., σκέψη 14.
( 21 ) Βλ. τις αποφάσεις στις υποθέσεις 26/75, όπ.π.. καθώς και 226/84, όπ.π., και C-202/88, σκέψη 55.
( 22 ) Βλ. τις προτάσεις στην υπόθεση 18/88, παράγραφοι 34 επ.
( 23 ) Βλ. την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 215, σκέψη 91.
( 24 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973 στην υπόθεση 6/72, Euroemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, α 445.
( 25 ) Βλ. την απόφαση στην υπόθεση 6/72, όπ.π., σκέψη 26.
( 26 ) Απόφαση στην υπόθεση 6/72, όπ.π.
( 27 ) Απόφαση στην υπόθεση 6/72, όπ.π., σκέψη 27.
( 28 ) Υπόθεση 26/75, όπ.π. υπόθεση 226/84, όπ.π. και απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, 21/84, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1985, σ. 1355.
( 29 ) Υπόθεση C-41/90, όπ.π., υποσημείωση 16.
( 30 ) Υπόθεση C-260/89, όπ.π., υποσημείωση 16.
( 31 ) Βλ. υπόθεση C-4I/90, όπ.π., σκέφη29η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 32 ) Υπόθεση C-41/90. όπ.π., σκέψεις 30 και31.
( 33 ) Υπόθεση C-260/89, όπ.π. η υπογράμμιση είναι δική μου. Σ.τ.μ.: η ακριβής μετάφραση του γερμανικοΰ κειμένου έχει ως εξής: «Αντιβαίνει προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος μεταδόσεως και αποκλειστικού δικαιώματος αναμεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών σε μια και την αυτή επιχείρηση, όταν μέσω της παραχωρήσεως των δικαιωμάτων αυτών ΰα μπορούσε να δημιουργηθεί μια κατάσταση, κατά την οποία η επιχείρηση αυτή παραβαίνει το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ μέσω μια πολιτικής ευμενών διακρίσεων υπέρ της εκπομπής των δικών της προγραμμάτων (...)»
( 34 ) Υπόθεση C-260/89, όπ.π. η υπογράμμιση είναι δική μου. Σ.τ.μ.: η ακριβής μετάφραση του γαλλικού κειμένου έχει ως εξής: «Αντιβαίνει προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος μεταδόσεως και αποκλειστικού δικαιώματος αναμεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών σε μια και την αυτή επιχείρηση, όταν τα δικαιώματα αυτά ενδέχεται να οδηγήσουν'εκ των πραγμάτων την επιχείρηση αυτή σε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης μέσω μιας πολιτικής ευμενών διακρίσεων υπέρ της εκπομπής των δικών της προγραμμάτων (...)»
( 35 ) Βλ. την υπόθεση 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 91.
( 36 ) Βλ. την υπόθεση 322/81, Michelin κατά Επιτροπή?, όπ.π., σκέψη 104, και υπόθεση C-41/90, όπ.π., σκέψη 32.
( 37 ) Βλ. τις απαντήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy