ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
CARL OTTO LENZ
της 2ας Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
1.
Η υπόθεση Lagauche, C-46/90, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου, συζητήθηκε μαζί με την υπόθεση Evrard, C-93/91, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1992. Πρόκειται ακόμη μια φορά ( 1 ) για την αξιολόγηση της θέσεως της Régie des télégraphes et téléphones (στο εξής: RTT) από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, και μάλιστα τόσο στον τομέα των τηλεπικοινωνιών όσο και στον τομέα της ραδιοτηλεφωνίας, μολονότι τα ζητήματα αυτά δεν προκύπτουν άμεσα από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
2.
Η υπόθεση Lagauche ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο 1990 με διάταξη που εξέδωσε το Tribunal de première instance των Βρυξελλών στο πλαίσιο ποινικής δίκης. Στην υπόθεση αυτή, η προφορική διαδικασία διεξήχθη στις 2 Μαΐου 1991 και ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 11 Ιουλίου 1991. Η διαδικασία επαναλήφθηκε επειδή, κατά τη διάρκεια της διασκέψεως, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια.
3.
Η κύρια δίκη αφορούσε ποινική δίωξη κατά οκτώ κατηγορουμένων λόγω διαφόρων παραβάσεων των κανόνων σχετικά με τις συσκευές εκπομπής και λήψεως σημάτων ραδιοτηλεπικοινωνίας. Στο μεταξύ, τέσσερις των κατηγορουμένων απηλλάγησαν. Οι εφαρμοζόμενες ποινικές διατάξεις επιβάλλουν κυρώσεις για την παράβαση τόσο των κανόνων περί υποχρεωτικής εγκρίσεως όσον αφορά τις τηλεπικοινωνιακές τερματικές συσκευές, όπως συσκευές εκπομπής ή λήψεως, όσο και της υποχρεώσεως λήψεως υπουργικής άδειας για την κατοχή και τη θέση σε λειτουργία των συσκευών εκπομπής ή λήψεως σημάτων ραδιοτηλεπικοινωνίας. Συγκεκριμένα επρόκειτο για την κατοχή μη εγκεκριμένων ασύρματων τηλεφώνων καθώς και ενός ζεύγους φορητών ραδιοτηλεφώνων χωρίς την απαιτούμενη υπουργική άδεια.
4.
Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς τη συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο των κρίσιμων διατάξεων της βελγικής νομοθεσίας και μάλιστα τόσο εκείνων που επιβάλλουν τον έλεγχο της κατοχής των συσκευών όσο και εκείνων που επιβάλλουν τη λήψη εγκρίσεως των συσκευών σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί της μεταβιβάσεως στην RTT αρμοδιοτήτων για την εκτέλεση των εν λόγω διατάξεων (νόμος της 30ής Ιουλίου 1979 περί των ραδιοτηλεπικοινωνιών και εκτελεστικές διατάξεις του νόμου αυτού, ιδίως δε το βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 1979 και η υπουργική απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1979).
5.
Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«Έχουν τα άρθρα 37 και 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας την έννοια ότι απαγορεύουν, στον τομέα των ραδιοτηλεπικοινωνιών και των ιδιωτικών ραδιοτηλεπικοινωνιών, νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις όπως αυτές του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 παι του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 1979, που προβλέπουν ποινές φυλακίσεως και/ή προστίμου για όσους:
1.
διέθεσαν προς πώληση η εκμίσθωση συσκευή εκπομπής ή λήψεως σημάτων, στην προκειμένη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από την RTT
ή
2.
κατείχαν, εγκατέστησαν ή έθεσαν σε λειτουργία συσκευή εκπομπής, στην προκειμένη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα και ένα ζεύγος φορητών ραδιοτηλεφώνων, χωρίς να έχουν λάβει την έγγραφη, ατομική και ανακλητή άδεια του αρμοδίου υπουργού;»
6.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, ιδίως δε οι ισχυρισμοί των διαδίκων, αναφέρονται διεξοδικά στην έκθεση ακροατηρίου.
Β — Η θέση μου επί της υποθέσεως
7.
Η νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία στηρίχθηκαν οι προτάσεις μου της 11ης Ιουλίου 1991 δεν έχει μεταβληθεί σε κανένα βασικό σημείο. Συνεπώς, εξακολουθώ να φρονώ ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στα σημεία 20 έως 25 των εν λόγω προτάσεων, το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ ουδόλως μπορεί να έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως. Εμμένω επίσης στην άποψη που είχα διατυπώσει όσον αφορά τη θέση της RTT στον τομέα των ραδιοτηλεπικοινωνιών, στο πλαίσιο των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ.
8.
Ανακύπτει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσον η συζήτηση που προκλήθηκε από τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, με σκοπό τη διευκρίνηση του ρόλου της RTT στον τομέα της ραδιοτηλεπιποινωνίας δίδει αφορμή για περαιτέρω συλλογισμούς. Εξάλλου, θεωρώ σκόπιμο να λάβω θέση σχετικά με τις συνέπειες της εν λόγω συζητήσεως για τη διαφορά της κύριας δίκης.
1) Ως προς τις συνέπειες της πιο πρόσφατης νομολογίας για την αξιολόγηση της θέσεως της RTT από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού
9.
Ευθύς εξαρχής πρέπει να επισημανθεί ότι στο μεταξύ έχει εκδοθεί η απόφαση στην υπόθεση C-18/88. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, την αξιολόγηση της θέσεως που έχει παραχωρηθεί στην RTT από το βελγικό κράτος στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών τερματικών, στην ειδική περίπτωση της δεύτερης συσκευής μιας τηλεφωνικής εγκαταστάσεως, η οποία προορίζεται να συνδεθεί με το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που εκμεταλλεύεται η RTL Στην περίπτωση αυτή, στην RTT εναπέκειτο να προσδιορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές των εν λόγω συσκευών, να προβαίνει στην έγκριση τους καθώς και να εποπτεύει την τήρηση των εν λόγω διατάξεων και, κατά περίπτωση, να τις επιβάλλει με κατασταλτικά μέσα. Συγχρόνως, η RTT έδινε το παρόν ως ανταγωνίστρια στην αγορά των δεύτερων τηλεφωνικών συσκευών.
10.
Σε αντίθεση προς την υπόθεση αυτή, όσον αφορά τις συσκευές που αποτελούν το αντικείμενο της υποθέσεως Lagauche C-46/90, η RTT δεν καθορίζει η ίδια τις τεχνικές προδιαγραφές, αλλά περιορίζεται στην εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζει η κυβέρνηση. Ωστόσο, η θέση της RTT που έπρεπε να αξιολογηθεί στην υπόθεση εκείνη είναι σε μεγάλο βαθμό όμοια — μολονότι δεν ταυτίζεται — με εκείνη που πρέπει να αξιολογηθεί στην υπόθεση Lagauche. Αυτό ισχύει εν πάση περιπτώσει για τα ασύρματα τηλέφωνα, τα οποία μπορούν να λειτουργούν μόνον μέσω του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών. Για τις συσκευές αυτές, μόνον η πρόσβαση στο δίκτυο διαφέρει από εκείνη των συσκευών που συνδέονται άμεσα με το δίκτυο.
11.
Ο ορισμός της τερματικής συσκευής κατά την έννοια της οδηγίας 88/301 ( 2 ), ο οποίος διατυπώθηκε με σκοπό τη ρύθμιση του ανταγωνισμού στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών τερματικών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο, περιλαμβάνει «κάθε συσκευή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την απόληξη ενός δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών», ενώ η σύνδεση μπορεί επίσης να γίνει με ηλεκτρομαγνητικά κανάλια ( 3 ). Εξάλλου, τα «κινητά τηλέφωνα» αναφέρονται ρητά στο παράρτημα Ι της οδηγίας.
12.
Δεδομένου ότι τα τεχνικά δεδομένα των δύο υποθέσεων είναι συγκρίσιμα, πρέπει, στο πλαίσιο της εξετάσεως των κρίσιμων νομικών ζητημάτων στην υπόθεση Lagauche, να ερευνηθεί κατά πόσον η απόφαση C-18/88, ενδεχομένως, έχει προδικάσει τα ζητήματα αυτά.
13.
Μολονότι η διαφορά στην υπόθεση C-18/88 ανέκυψε επειδή η RTT έδρασε ως ανταγωνίστρια μιας επιχειρήσεως που αναπτύσσει δραστηριότητες στον κλάδο της πωλήσεως τερματικών, με συνέπεια να καθίσταται σαφές το πρόβλημα που δημιουργεί, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, η θέση που έχει παραχωρηθεί στην RTT, αυτό δε σημαίνει ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση δεν μπορεί να μεταφερθεί στην παρούσα υπόθεση. Καίτοι η κύρια δίκη αφορά ποινικές διώξεις λόγω της παραβάσεως των κανόνων περί υποχρεωτικής εγκρίσεως ορισμένων συσκευών ή, κατά περίπτωση της υποχρεώσεως λήψεως υπουργικής άδειας, η θέση της RTT, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη συμφωνία των εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο.
14.
Η άποψη σχετικά με τη δεσπόζουσα θέση της RTT κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 86 και 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, την οποία διατύπωσα με τις προτάσεις μου της 11ης Ιουλίου 1991 ( 4 ), δεν αμφισβητείται από την απόφαση C-18/88 ( 5 ). Συμπερασματικώς, διαπιστώνεται ότι, τόσο με τη χορήγηση του αποκλειστικού δικαιώματος εκμεταλλεύσεως του δικτύου ραδιοτηλεπικοινωνιών, όσο και με την ανάθεση δημόσιας εξουσίας όσον αφορά την έγκριση των συσκευών και την εποπτεία της τηρήσεως των εφαρμοζομένων διατάξεων, έχει παραχωρηθεί στην RTT δεσπόζουσα θέση σε σχέση με τις επιχειρήσεις που επίσης εκμεταλλεύονται τερματικές συσκευές, μέσω κρατικού μέτρου, τα αποτελέσματα του οποίου έχουν ενισχυθεί από τη σώρευση των αρμοδιοτήτων.
15.
Όσον αφορά το πρόβλημα της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως, η οποία αφορά αναμφίβολα ένα σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς ( 6 ), η άποψη που υποστήριξα, ότι δηλαδή δεν είναι αναγκαίο μια επιχείρηση να επιδεικνύει καταχρηστική συμπεριφορά αλλ' ότι η καθαυτή δομή του ανταγωνισμού, που δημιουργείται με ένα κρατικό μέτρο, μπορεί να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση, βρίσκει έρεισμα στην προαναφερθείσα απόφαση.
16.
Η εν λόγω απόφαση αναφέρει τα ακόλουθα:
«Όμως, ένα καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού, όπως το προβλεπόμενο στη Συνθήκη, μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον εξασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών. Η ανάθεση σε επιχείρηση που εμπορεύεται τερματικές συσκευές της συστηματοποιήσεως των προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τερματικές συσκευές, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των συσκευών αυτών θα ισοδυναμούσε με τη χορήγηση στην επιχείρηση αυτή της εξουσίας να καθορίζει, κατά βούληση, ποιες τερματικές συσκευές επιτρέπεται να συνδέονται με το δημόσιο δίκτυο και με τη χορήγηση, επομένως, προφανούς πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της (...).
Υπό τις συνθήκες αυτές, η διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού και η εγγύηση διαφάνειας απαιτούν η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους και οι εγκρίσεις να πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες υπό συνθήκες ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (...)» ( 7 ).
17.
Καίτοι στην παρούσα υπόθεση η RTT δεν καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές για τα ασύρματα τηλέφωνα αλλά περιορίζεται στην εφαρμογή τους, φρονώ ότι τα προαναφερθέντα επιχειρήματα μπορούν, παρόλα αυτά, να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η έγκριση των τερματικών καθώς και η τήρηση των διατάξεων και η δίωξη λόγω ενδεχομένων παραβάσεων απονέμουν στην RTT οικονομική ισχύ αποκλειομένου του ανταγωνισμού. Εξάλλου, η RTT φαίνεται να μετέχει επίσης στη διαδικασία καθορισμού των τεχνικών προδιαγραφών στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων με τις διεθνείς διοικήσεις των ταχυδρομείων, γεγονός που σαφώς υπογραμμίζει τη συγκρισιμότητα των δύο υποθέσεων.
18.
Η αποτελούσα την αφετηρία του συλλογισμού μου άποψη, ότι δηλαδή μια τροποποίηση της δομής της αγοράς με μέτρα των δημοσίων αρχών μπορεί να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια των κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονται σε θέματα ανταγωνισμού, χωρίς να υφίσταται συγκεκριμένη συμπεριφορά της δημόσιας επιχειρήσεως, επιβεβαιώνεται επίσης από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-48/90 και C-66/90 ( 8 ).
19.
Αναφερόμενος στη νομολογία Continental Can ( 9 ), Telemarketing ( 10 ) και Commercial Solvents ( 11 ), ο γενικός εισαγγελέας εκθέτει ότι η ενίσχυση δεσπόζουσας θέσεως μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, ανεξάρτητα από τα μέσα και τη συμπεριφορά που την προκάλεσαν, εφόσον η εν λόγω ενίσχυση παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό κατά τρόπον ώστε να μη μπορούν πλέον να επιβιώσουν στην αγορά παρά μόνον οι επιχειρήσεις των οποίων η συμπεριφορά εξαρτάται από τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Κατά την άποψη του Van Gerven, η ολλανδική νομοθεσία σχετικά με τα ταχυδρομεία, που ήταν το αντικείμενο της διαφοράς, είχε αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα. ( 12 )
20.
Η θέση που υποστήριξα στις 11 Ιουλίου 1991, με τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-46/90, ότι δηλαδή η θέση που έχει παραχωρηθεί στην RTT και η επιρροή της στο καθεστώς του ανταγωνισμού στην αγορά των τερματικών, στα οποία συγκαταλέγω για τους σκοπούς της εκτιμήσεως της παρούσας υποθέσεως τα ασύρματα τηλέφωνα, είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε θέματα ανταγωνισμού, μπορεί, κατά την άποψη μου, να συνεχίσει να γίνεται δεκτή ανεπιφύλακτα, ακόμη και υπό το φως της πιο πρόσφατης νομολογίας.
2) Ως προς τη θέση της RTT στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των συχνοτήτων και της ραδιοτηλεφωνίας.
21.
Πρέπει ωστόσο να γίνει μια διάκριση, η οποία αποδείχθηκε ουσιώδης κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας. Πρόκειται για την εκτίμηση του νομικού καθεστώτος που ισχύει για τις συσκευές που δεν συνδέονται — ούτε υλικά ούτε μέσω ερτζιανών κυμάτων — με το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών, και συγκεκριμένα στην παρούσα υπόθεση για ένα ζεύγος φορητών ραδιοτηλεφώνων (walkie-talkie).
22.
Οι συσκευές αυτές επίσης χρειάζονται έγκριση, δεδομένου ότι για τις παραβάσεις των εφαρμοζομένων διατάξεων ασκείται δίωξη και επιβάλλονται ποινές κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στην περίπτωση των συσκευών που συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με το δίκτυο ραδιοτηλεπικοινωνιών. Στην RTT εναπόκειται επίσης να λαμβάνει τα μέτρα για την κύρωση της παραβάσεως της υποχρεώσεως λήψεως υπουργικής άδειας για την κατοχή των εν λόγω συσκευών. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν μπορεί να θεωρηθεί ότι και στην αγορά αυτή υφίσταται δεσπόζουσα θέση της RTT και καταχρηστική εκμετάλλευση.
23.
Το μέσο που χρειάζονται για τη μετάδοση σημάτων ή δεδομένων οι συσκευές που λειτουργούν χωρίς πρόσβαση στο δίκτυο είναι ο αιθέρας. Πρόκειται, επομένως, για ένα φυσικό δεδομένο του οποίου δεν είναι δυνατή ούτε η διευθέτηση ούτε η εγκατάσταση, όπως στην περίπτωση του δικτύου τηλεπικοινωνιών, και στου οποίου τη χρήση τίθενται, συνεπώς, φυσικοί περιορισμοί. Εκ παραδόσεως, η διαχείριση του χώρου αυτού, που συνδέεται κατ' ανάγκην με την εκμετάλλευση του, εμπίπτει στην αρμοδιότητα της δημόσιας αρχής.
24.
Όπως εξέθεσε με σαφήνεια η Γερμανική Κυβέρνηση, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η διαχείριση των συχνοτήτων περιλαμβάνει διάφορες λειτουργίες. Πρέπει συναφώς να διακρίνονται οι ακόλουθες λειτουργίες
—
«η απονομή (allocation) των συχνοτήτων για ορισμένες μορφές χρήσεως, π.χ. για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς ή για συσκευές ραδιοτηλεφωνίας σταθερές ή κινητές,
—
η γεωγραφική κατανομή (allotement) των συχνοτήτων
—
η συγκεκριμένη παραχώρηση (assignment) ορισμένης συχνότητας (ή δικτύου συχνοτήτων) σε ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ορισμένη χρήση, καθώς και
—
o έλεγχος της χρήσεως των συχνοτήτων αυτών.» ( 13 )
25.
Η εκ μέρους της δημόσιας αρχής διαχείριση επιβάλλεται επειδή, πρώτον, ενόψει της φυσικής δομής του αιθέρα πρέπει να συναφθούν διεθνείς συμφωνίες και, δεύτερον, απαιτείται να υπάρχει ομοιόμορφη διαχείριση σε ολόκληρο το έδαφος ενός κράτους. Το γεγονός ότι η διαχείριση των συχνοτήτων εναπόκειται εκ παραδόσεως στη δημόσια αρχή δεν εμποδίζει την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού, οσάκις η δημόσια αρχή μεταβιβάζει το σύνολο ή ένα μέρος των εξουσιών της σε έναν δημόσιο οργανισμό. Πράγματι, η εμπορική εκμετάλλευση των συχνοτήτων είναι αναμφίβολα δυνατή.
26.
Γενικά, η άσκηση ορισμένων εξουσιών από τη δημόσια αρχή δεν εμποδίζει την υπόθεση της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως λόγω της ασκήσεως ακριβώς αυτών των εξουσιών, κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η εκ μέρους του κράτους μεταβίβαση δημοσίων εξουσιών σε μια επιχείρηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα η επιχείρηση αυτή να αποκτήσει δεσπόζουσα θέση.
27.
Εξάλλου, η έγκριση των συσκευών και η ποινική δίωξη λόγω της παραβάσεως των σχετικών διατάξεων εμπίπτουν, γενικά, στην αρμοδιότητα του κράτους. Συναφώς, φαίνεται εν προκειμένω αναμφισβήτητο ότι η μεταβίβαση των εν λόγω εξουσιών στην RTT μπορεί να είναι κρίσιμη από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο λογικό συμπέρασμα, δεδομένου ότι, διαφορετικά, ένα κράτος μέλος θα μπορούσε, απονέμοντας αποκλειστικά δικαιώματα σε μια δημόσια επιχείρηση, να εξαιρεί την επιχείρηση αυτή από την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού για μόνον τον λόγο ότι της μεταβιβάζει δημόσιες εξουσίες.
28.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα έγκειται ακριβώς στην απονομή αποκλειστικών δικαιωμάτων σε μια επιχείρηση, ανεξαρτήτως του εάν η επιχείρηση αυτή τα ασκεί ως προνόμια δημόσιας εξουσίας ή σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, ενώ η εν λόγω επιχείρηση συμμετέχει συγχρόνως στις οικονομικές συναλλαγές. Το πρόβλημα αυτό απαντά και στην παρούσα υπόθεση, καθόσον η RTT διαχειρίζεται τις συχνότητες. Η RTT διασφαλίζει τη διαχείριση των συχνοτήτων — πιθανώς με την απονομή και τη συγκεκριμένη παραχώρηση συχνοτήτων —, επιβάλλει κυρώσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως των σχετικών διατάξεων, συγχρόνως δε προμηθεύει συσκευές ( 14 ) και — γεγονός που, στην παρούσα υπόθεση, έχει εν πάση περιπτώσει δευτερεύουσα σημασία — παρέχει υπηρεσίες ( 15 ).
29.
Η ανάθεση τόσον της διαχειρίσεως των συχνοτήτων όσον και της αρμοδιότητας για την έγκριση των συσκευών, περιλαμβανομένης της αρμοδιότητας για την εποπτεία της τηρήσεως των εφαρμοζομένων διατάξεων, ενδεχομένως με χρήση κατασταλτικών μέτρων, πρέπει, πατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως παραχώρηση δεσπόζουσας θέσεως σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι η σώρευση συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση, οσάκις αφορά μια επιχείρηση που δρα συγχρόνως ως ανταγωνίστρια στην αγορά των συσκευών και των παροχών υπηρεσιών. Εξάλλου, και η Επιτροπή υιοθέτησε ( 16 ) αυτήν την εκτίμηση της νομικής καταστάσεως με την οδηγία της 90/388/ΕΟΚ ( 17 ). Συνεπώς, η θέση της RTT μπορεί, κατά την άποψη μου, να συγκριθεί, όσον αφορά τις συσκευές ραδιοτηλεφωνίας, με εκείνη που κατέχει όσον αφορά τις συσκευές που πρέπει να συνδεθούν με το δίκτυο.
30.
Όσον αφορά την υπουργική άδεια για την κατοχή των συσκευών ραδιοτηλεφωνίας, την οποία επίσης αναφέρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, εκτιμάται διαφορετικά από νομικής απόψεως. 'Ενα απαγορευόμενο, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, εθνικό μέτρο συνίσταται στην απονομή αποκλειστικών δικαιωμάτων υπό τις συνθήκες που ήδη περιγράφηκαν. Καθόσον το ίδιο το κράτος επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία ασκήσεως των συναφών ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων, δεν μπορεί να προκύψει κατάσταση απαγορευόμενη από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η άδεια κατοχής των συσκευών εκπομπής πρέπει να χορηγείται, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του βελγικού δικαίου ( 18 ), από τον υπουργό ή από τον υφυπουργό του αρμόδιου υπουργείου, ώστε η δημόσια επιχείρηση που ενοχοποιείται από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού να μην ευθύνεται για την απόφαση αυτή.
31.
Ωστόσο, η RTT φαίνεται να συμμετέχει στη διαδικασία εγκρίσεως, έστω και μόνον επειδή δεν θα μπορούσε να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις συχνότητες με ίδια ευθύνη, εάν ένας άλλος φορέας μπορούσε να αποφασίζει ανεξάρτητα από αυτήν στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κατοχής και θέσεως σε λειτουργία εγκαταστάσεων που προϋποθέτουν τη χρήση συχνοτήτων. Αυτό θα ενίσχυε τη θέση της RTT, γεγονός που επιβεβαιώνει τους συλλογισμούς που διατύπωσα σχετικά με την εκτίμηση της θέσεως που έχει δοθεί στην RTT στον τομέα της ραδιοτηλεπικοινωνίας.
32.
Για λόγους πληρότητας, θέλω να διευκρινίσω ότι κατέταξα τα ασύρματα τηλέφωνα αποκλειστικά στην κατηγορία των συσκευών που πρέπει να συνδεθούν με το δίκτυο και όχι των συσκευών ραδιοτηλεπικοινωνίας, μολονότι η πρόσβαση στο δίκτυο πραγματοποιείται ακριβώς μέσω ερτζιανών κυμάτων, επειδή τα ασύρματα τηλέφωνα έχουν κατά κανόνα τόσο ασθενή ισχύ εκπομπής ώστε να είναι άνευ σημασίας στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των συχνοτήτων ( 19 ).
33.
Εάν πρέπει να ληφθεί ως βάση η σκέψη ότι, όσον αφορά την έγκριση των συσκευών και τις ελεγκτικές εξουσίες που συνοδεύουν την έγκριση αυτή, η θέση της RTT επηρεάζει τη διάρθρωση της αγοράς κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, στο αιτούν δικαστήριο τίθεται σαφώς το ερώτημα ποιες συνέπειες απορρέουν από το γεγονός αυτό για την ποινική δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του.
3) Ως προς τις συνέπειες για την ποινική δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
34.
Βέβαια, δεν είναι αποστολή του Δικαστηρίου να προδικάσει την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, όπως ακριβώς δεν εναπόκειται σ' αυτό να ελέγξει τη συμφωνία του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, το Δικαστήριο προσπαθεί πάντοτε, με την ερμηνεία των υποβαλλομένων ερωτημάτων, να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο κριτήρια που να του επιτρέψουν να αποφανθεί επί της υποθέσεως.
35.
Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι δεν αφορά μια κλασσική σύγκρουση μεταξύ του εθνικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα μπορούσε να επιλυθεί με την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, οι κρίσιμες ουσιαστικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, που οδήγησαν σε ποινικές διώξεις την παρούσα υπόθεση, δεν μπορούν καθαυτές να αμφισβητηθούν από την άποψη του κοινοτικού δικαίου.
36.
Έτσι, η Επιτροπή στηρίζεται στις εφαρμοζόμενες οδηγίες ( 20 ), στην αρχή ότι ο καθορισμός δεσμευτικών τεχνικών προδιαγραφών πρέπει να αναγνωριστεί ως προϋπόθεση εγκρίσεως, ο δε έλεγχος της τηρήσεως τους ως ουσιώδης απαίτηση για τη διατήρηση ενός λειτουργικού δικτύου επικοινωνίας και για την προστασία του χρήστη και του καταναλωτή. Για παράδειγμα, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/388 αναφέρονται τα εξής:
«οι μόνες ουσιώδεις επιταγές που επιτρέπουν παρεκκλίσεις από το άρθρο 59 της Συνθήκης και μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στη χρήση του δημοσίου δικτύου είναι η ακεραιότητα του, η ασφάλεια της λειτουργίας του και, στις δικαιολογημένες περιπτώσεις, η εναλλαξιμότητα και η προστασία των δεδομένων.» ( 21 )
37.
Ούτε το Δικαστήριο άφησε καμία αμφιβολία για το ότι η έγκριση των συσκευών αποτελεί αναπόφευκτη ανάγκη προς το γενικό συμφέρον. Ο γενικός εισαγγελέας Darmon, με τις προτάσεις του στην υπόθεση C-18/88, τάχθηκε ( 22 ) υπέρ της αναγνωρίσεως της διαδικασίας εγκρίσεως ως επιτακτικής απαιτήσεως για την προστασία του καταναλωτή και για τη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος τηλεπικοινωνιών.
38.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση στην υπόθεση C-18/88 της 13ης Δεκεμβρίου 1991, έκρινε τα εξής:
«Για να εξασφαλιστεί ότι οι συσκευές ανταποκρίνονται στις ουσιαστικές απαιτήσεις που είναι κυρίως η ασφάλεια των χρηστών, η ασφάλεια των εκμεταλλευομένων το δίκτυο και η προστασία των δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών από κάθε ζημία, αρκεί να θεσπιστούν οι τεχνικές προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν και να καθιερωθεί η διαδικασία εγκρίσεως με την οποία να ελέγχεται αν οι συσκευές πληρούν τις προδιαγραφές αυτές.» ( 23 )
39.
Συνεπώς, εάν η έγκριση των συσκευών αποτελεί ουσιώδη απαίτηση για την προστασία της δημοσίας τάξεως, η δίωξη λόγω των παραβάσεων της υποχρεώσεως αυτής δεν μπορεί να είναι καθεαυτή παράνομη. Στην παρούσα υπόθεση, η παράβαση του κοινοτικού δικαίου δεν αφορά τις εφαρμοζόμενες ουσιαστικές διατάξεις, αλλά το καθαρά τυπικό στοιχείο της διάρθρωσης του οργανισμού που καλείται να λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις.
40.
Η θεωρητική επίλυση της συγκρούσεως που δημιουργείται από την παράνομη συγκέντρωση δημοσίων και εμπορικών αρμοδιοτήτων θα ήταν νοητή, εάν απαγορευόταν, για παράδειγμα, στη δημόσια επιχείρηση που επιτελεί τα διάφορα ελεγκτικά καθήκοντα να ασκεί εμπορική δραστηριότητα στον τομέα των αγαθών και των παροχών υπηρεσιών.
41.
Μακροπρόθεσμα, στόχος των οδηγιών περί άρσεως των ρυθμιστικών παρεμβάσεων είναι να αποφευχθεί με κάθε τρόπο η συγκέντρωση των δημοσίων αρμοδιοτήτων και της εμπορικής δραστηριότητας σ' έναν φορέα ( 24 ).
42.
Συνεπώς, συντελείται τώρα μια διαδικασία αναδιαρθρώσεως, στο πλαίσιο της οποίας θεσπίστηκε, για παράδειγμα, ο βελγικός νόμος της 21ης Μαρτίου 1991, με τον οποίο ιδρύεται το βελγικό ινστιτούτο για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τις τηλεπικοινωνίες. Δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες δομές αντιβαίνουν προς τη Συνθήκη, πρέπει, ήδη πριν από το πέρας της διαδικασίας αναδιαρθρώσεως που έχει επιβληθεί με τις οδηγίες περί άρσεως των ρυθμιστικών παρεμβάσεων, να προσδοθούν έννομες συνέπειες σε ένα καθεστώς αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας επιβάλλει η έγκριση των συσκευών και η εποπτεία της τηρήσεως των εφαρμοζομένων διατάξεων να μη καταργηθούν χωρίς να υποκατασταθούν από άλλα μέτρα και ότι ούτε η άσκηση ενός καθήκοντος προς το γενικό συμφέρον μπορεί να ανατεθεί αναδρομικά σε άλλον φορέα, μου φαίνεται ότι η αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να επιλυθεί για το μέλλον, εάν απαγορευθεί απλώς στις επιχειρήσεις που ασκούν δημόσιες εξουσίες να έχουν εμπορικές δραστηριότητες στους τομείς που δημιουργούν προβλήματα.
43.
Παραμένει ωστόσο αναπάντητο το ερώτημα πώς μπορούν να επιλυθούν τα προβλήματα που ανέκυψαν στο παρελθόν εξαιτίας της προαναφερθείσας συγκρούσεως. Κατά την άποψη μου, πρέπει να γίνει μια διαφορετική προσέγγιση.
44.
Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης διώκονται ποινικά, ακριβώς επειδή δεν ζήτησαν την έγκριση των επίμαχων συσκευών, χωρίς να είναι σαφές εάν ζητήματα σχετικά με τον ανταγωνισμό μπορούν να διαδραματίσουν συναφώς κάποιον ρόλο. Στην ειδική αυτή περίπτωση, φρονώ ότι, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, η συνέχιση της εν λόγω διαδικασίας θα πρέπει να είναι ανεκτή.
45.
Οι περιπτώσεις στις οποίες η ασυμβίβαστη με το δίκαιο περί ανταγωνισμού θέση της RTT μπορεί, έστω μόνον εν δυνάμει, να έχει επιρροή σε μια συγκεκριμένη νομική διαφορά θα έπρεπε να τύχουν εντελώς διαφορετικής εκτιμήσεως. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην υπόθεση C-18/88, στο πλαίσιο της οποίας η RTT στράφηκε δικαστικώς, υπό την ιδιότητα της ανταγωνίστριας, κατά μιας ανταγωνιστικής επιχειρήσεως, προβάλλοντας ισχυρισμούς στηριζόμενους στο δίκαιο του ανταγωνισμού.
46.
Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει, για παράδειγμα, αν ένας επιχειρηματίας είχε ζητήσει την έγκριση ενός τύπου συσκευής αλλά είχε λάβει αρνητική απάντηση ή απλώς η διαδικασία είχε παραταθεί. Σ' αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μια επιχείρηση, υπό την ιδιότητα της ανταγωνίστριας στην αγορά, να επηρεάζει την απόφαση (η οποία μπορεί επίσης να συνίσταται σε παράλειψη). Υπ' αυτές τις συνθήκες, θα ήταν νοητή η αντικατάσταση της ζητούμενης εγκρίσεως από δικαστική απόφαση εθνικού δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, εθνικού δικαστηρίου σε συνεργασία με το Δικαστήριο. Σ' αυτή την περίπτωση θα ανέπυπτε το ζήτημα της εγγυήσεως της δυνατότητας ένδικης προσφυγής ( 25 ), είτε με τη μορφή που αναφέρεται στην απόφαση C-18/88 είτε με τροποποιημένη μορφή. Θα ήταν ενδεχομένως νοητή και μια αγωγή αποζημιώσεως κατά της επιχειρήσεως λόγω της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς της σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
47.
Η περαιτέρω εξέταση των ζητημάτων αυτών παρέλκει εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα προβλήματα αυτά δεν τίθενται στην παρούσα υπόθεση.
48.
Όλες οι προεκτεθείσες σκέψεις αποτελούν στοιχεία εκτιμήσεως για το εθνικό δικαστήριο. Καταλήγοντας, φρονώ ότι δεν είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο η εξακολούθηση ποινικής δίκης υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της διαδικασίας της κυρίας δίκης. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική εάν η ιδιότητα της RTT ως ανταγωνίστριας είχε επηρεάσει, έστω μόνον εν δυνάμει, τη μη έγκριση των συσκευών ή τη χορήγηση άδειας για την εκμετάλλευση τους. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως δεν απαιτείται να ληφθεί οριστική θέση επί του συνόλου των προβλημάτων.
Γ— Πρόταση
49.
Ενόψει των σκέψεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο, αποκλίνοντας από τις προτάσεις μου της 11ης Ιουλίου 1991, να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:
Τα άρθρα 37 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν, αυτά καθ' εαυτά, στον τομέα των ραδιοτηλεπικοινωνιών και των ιδιωτικών ραδιοτηλεπικοινωνιών νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις όπως αυτές του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 και του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 1979, που προβλέπουν ποινές φυλακίσεως και/ή προστίμου για όσους:
1.
διέθεσαν προς πώληση ή εκμίσθωση συσκευή εκπομπής ή λήψεως σημάτων, στην προκείμενη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από την RTT ή
2.
κατείχαν, εγκατέστησαν ή έθεσαν σε λειτουργία συσκευή εκπομπής, στην προκειμένη περίπτωση ασύρματα τηλέφωνα και ένα ζεύγος φορητών ραδιοτηλεφώνων, χωρίς να έχουν λάβει την έγγραφη, ατομική και ανακλητή άδεια του αρμόδιου υπουργού.
Ωστόσο, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύουν στους φορείς, στους οποίους έχει ανατεθεί ουσιαστικά και τυπικά η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, να εμφανίζονται ως ανταγωνιστές στην αγορά διαθέτοντας στο εμπόριο τέτοιες συσκευές.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Όσον αφορά τη θέση των εθνικών φορέων των ταχυδρομείων και των ραδιοτηλεπικοινωνιών από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1223 και την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-18/88, RTT κατά SA GB Inno ΒΜ, Συλλογή 1991, σ. I-5941.
( 2 ) Οδηγία 88/301/EOK της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών, ΕΕ L 133 της 27ης Μαΐου 1988, σ. 73.
( 3 ) Βλ. το άρθρο 1 της οδηγίας 88/301.
( 4 ) Βλ. σκέψεις 35 και επ.
( 5 ) Σκέψεις 14 επ. της αποφάσεως C-18/88.
( 6 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 322/81, Michelin, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 28- απόφαση της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-41/90, Höfher και Eiser, Συλλογή 1991, σ. I-1979, σκέψη 28.
( 7 ) Βλ. σκέψεις 25 και 26 της αποφάσεως C-18/88. όπ.π.
( 8 ) Προτάσεις της 16ης Οκτωβρίου 1991. παράγραφος 43.
( 9 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1973 στην υπόθεση 6/72, Continental Can Company κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445.
( 10 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 1985 οτην υπόθεση 311/84, CBEM κατά CLT και IDP, Συλλογή 1985, σ. 3261.
( 11 ) Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974 οτις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 7/73, Commercial Solvents Corporation κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 113.
( 12 ) O γενικός εισαγγελέας Van Gerven κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν συνέτρεχε καταχρηστική εκμετάλλευση, για λόγους σχετικούς με τα πραγματικά περιστατικά. Βλ. σκέψη 44.
( 13 ) Βλ. τις απαντήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της 9ης Απριλίου 1992, σ. 2.
( 14 ) Όπως προκύπτει από την απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως σης ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
( 15 ) Για παράδειγμα, ραδιοτηλέφωνα και υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, τις οποίες εκμεταλλεύονται εν πάοη περιπτώσει προσωρινά οι εθνικοί φορείς τηλεπικοινωνιών με τι) μορφή αποκλειστικών δικαιωμάτων, βλ. συναφώς το άρθρο 1, παράγραφος 2, και το άρθρο 2 της οδηγίας 90/388/EOK.
( 16 ) Βλ. την αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 90/388.
( 17 ) Οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ΕΕ L 192 της 24ης Ιουλίου 1990, σ. 10.
( 18 ) Βλ. το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 8 του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979, περί των ραδιοτηλεπικοινωνιών, σε συνδυασμό με το βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 1979 περί των ιδιωτικών ραδιοτηλεπικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στο Moniteur belge (Βελγική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), σ. 826.
( 19 ) Βλ. το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου της 30ής Ιουλίου 1979 σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 1979, όπ.π., τα οποία προβλέπουν εξαίρεση από την υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως για συσκευές των οποίων η ισχύς εκπομπής δεν υπερβαίνει τα 10 Milliwatt.
( 20 ) Βλ. τις οδηγίες 88/301, αιτιολογικές σχέφεις 15 επ., καθώς και 90/388. αιτιολογική σκίψη 8.
( 21 ) Βλ. όπ.π.
( 22 ) Βλ. τις προτάσεις ατην υπόθεση C-18/88 τη; 15ης Μαρτίου 1989. σημείο 17.
( 23 ) Βλ. τη σκέψη 22 της αποφάσεως.
( 24 ) Βλ. τις οδηγίες 88/301 και 90/388.
( 25 ) Βλ. τη οκέψη 34 της αποφάσεως οτην υπόθεση C-18/88 καθώς και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί.
Full & Egal Universal Law Academy