Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Στην παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως, η οποία συνδέεται στενά με την υπόθεση Ryborg (1), η Επιτροπή προσάπτει στη Δανία ότι δεν εφάρμοσε την οδηγία 83/182/EOK για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (2), ιδίως δε του άρθρου 9, παράγραφος 3. Αυτό μας δίνει την αφορμή να διευκρινίσουμε τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το παραδεκτό προσφυγών στο πλαίσιο διαδικασιών κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Στην ανάπτυξη που ακολουθεί επιθυμώ να περιοριστώ στη σύντομη εξέταση του πλαισίου που χαράσσει η οδηγία καθώς και του συνδέσμου με την υπόθεση Ryborg, περαιτέρω δε στη μνεία των συγκεκριμένων σημείων τα οποία πρέπει να εξετασθούν ως συνιστώντα ενδεχομένως αντικείμενο της προσφυγής ή της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας. Κατά τα λοιπά παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
3. Ο σκοπός της οδηγίας εκτίθεται στις δύο πρώτες αιτιολογικές της σκέψεις ως εξής:
"(...) η ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της Κοινότητας στο εσωτερικό της δυσχεραίνεται από τα φορολογικά καθεστώτα που εφαρμόζονται στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής ή επαγγελματικής χρήσης
(...) η κατάργηση των εμποδίων που προκύπτουν από τα φορολογικά αυτά καθεστώτα είναι ιδιαίτερα αναγκαία για τη σύσταση οικονομικής αγοράς που να έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με τα χαρακτηριστικά μιας εσωτερικής αγοράς".
4. Με βάση αυτά τα δεδομένα η οδηγία περιέχει - αναφορικά με τους φόρους κύκλου εργασιών, ειδικούς φόρους καταναλώσεως και άλλους φόρους καταναλώσεως καθώς και με τους αναφερομένους στο παράρτημα φόρους (στη Δανία ο vaegtafgift af motorkoeretoejer) - στα άρθρα 3 έως 6 διατάξεις για την απαλλαγμένη φόρων εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων, ιδίως επιβατικών οχημάτων. Εξάλλου, στα άρθρα 7, 8 και 9, παράγραφος 3, ρυθμίζεται το ζήτημα του καθορισμού της συνήθους κατοικίας και παρέχεται έτσι, σε περίπτωση αμφιβολιών, το κριτήριο βάσει του οποίου δίνεται απάντηση στο ερώτημα ποια από τις δύο χώρες για τις οποίες πρόκειται είναι αρμόδια για την επιβολή φόρου και - αντιστρόφως - ποια χώρα είναι η χώρα της "προσωρινής εισαγωγής".
5. Στην υπόθεση Ryborg επρόκειτο κυρίως για την ερμηνεία μιας από αυτές τις διατάξεις, δηλαδή του άρθρου 7. Το δανικό Hoejesteret αντιμετώπιζε στην υπόθεση αυτή μία περίπτωση κατά την οποία προσήπτετο στον κατηγορούμενο της τότε κύριας δίκης παράβαση των δανικών φορολογικών διατάξεων. Από τα προηγούμενα κατώτερα δικαστήρια είχε καταδικαστεί με βάση αυτή την κατηγορία στην καταβολή φόρου προστιθεμένης αξίας για την εισαγωγή του ταξινομημένου στη Γερμανία επιβατικού του οχήματος καθώς και προστίμου λόγω παράνομης εισαγωγής του οχήματος αυτού. Εν προκειμένω είχε ληφθεί ως δεδομένο ότι ο Ryborg, τότε Δανός υπήκοος, ο οποίος από το 1973 κατοικούσε και εργαζόταν στη Γερμανία, κατοικεί επίσης από τον Νοέμβριο του 1982 στη Δανία. Η εκδοχή αυτή στηρίχθηκε στο ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, από τον Ιούλιο/Αύγουστο 1982 μέχρι την κατάσχεση του οχήματός του στις 17 Ιανουαρίου 1984 διανυκτέρευε σχεδόν συνεχώς και περνούσε τα περισσότερα
Σαββοτοκύριακά του στη Δανία στο σπίτι μιας φίλης. Για τη μετάβαση προς και από τη Δανία χρησιμοποιούσε πάντοτε το δικό του αυτοκίνητο, από τον Νοέμβριο του 1982 πάντως ένα νέο όχημα, που είχε αγοράσει τότε. Κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο, το Hoejesteret ζήτησε από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 177 να ερμηνεύσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας προκειμένου να διευκρινισθεί η ενώπιόν του εκκρεμούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
"1 Η συνήθης κατοικία κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, αντιστοιχεί στο μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του ατόμου και ο τόπος αυτός πρέπει να καθορίζεται βάσει όλων των κριτηρίων που περιλαμβάνονται στη διάταξη αυτή καθώς και όλων των ασκούντων επιρροή πραγματικών περιστατικών. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γεγονός και μόνον ότι ο υπήκοος του κράτους μέλους Β, ο οποίος μετοίκησε στο κράτος μέλος Α, όπου βρήκε εργασία και στέγη, αλλά, μετά ορισμένη ημερομηνία και για μεγαλύτερο του έτους διάστημα, περνούσε όλες σχεδόν τις νύχτες και τα Σαββατοκύριακα στην οικία φίλης του στο κράτος μέλος Β, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα την εργασία και την κατοικία του στο μέλος Α, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι το εν λόγω άτομο μετέφερε τη συνήθη του κατοικία στο κράτος μέλος Β."
6. Το Hoejesteret υπέβαλε επίσης ερώτημα ως προς την ερμηνεία και το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας το οποίο έχει ως εξής:
"Όταν η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας παρουσιάζει στην πράξη δυσκολίες, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών λαμβάνουν με κοινή συμφωνία τις αναγκαίες αποφάσεις λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες για αμοιβαία συνδρομή."
7. To Δικαστήριο αποφάνθηκε:
"Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συνεννοούνται σε κάθε ατομική περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της οδηγίας αυτής προκαλεί δυσκολίες.
Οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων."
8. Συνεπεία των αποφάσεων των δικαστηρίων του καθού κράτους μέλους, οι οποίες εν προκειμένω εκδόθηκαν πριν από την υποβολή των ερωτημάτων του Hoejesteret, ο Ryborg υπέβαλε καταγγελίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και στην Επιτροπή, όπως προκύπτει από ένα έγγραφο της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1985 προς το καθού κράτος μέλος (παράρτημα ΙΙ του δικογράφου της προσφυγής). Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι διαδρομές που πραγματοποιούσε ο Ryborg δεν μετέβαλαν κατά τίποτε τη νομική του κατάσταση σε σχέση με τους κρατικούς κανόνες περί της κατοικίας. Επικαλέστηκε εν προκειμένω το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο μεταξύ άλλων ορίζει:
"Το Βασίλειο της Δανίας μπορεί να διατηρήσει τους ισχύοντες στη χώρα αυτή κανόνες σχετικά με τη συνήθη κατοικία, σύμφωνα με τους οποίους κάθε άτομο, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο β, της παρούσας οδηγίας, θεωρείται ότι έχει τη συνήθη κατοικία του στη Δανία αν διαμένει στη χώρα αυτή επί ένα έτος ή 365 ημέρες σε χρονική περίοδο 24 μηνών.
Εντούτοις, για να αποφευχθεί κάθε διπλή επιβολή φόρου:
- όταν η εφαρμογή των κανόνων αυτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο έχει δύο κατοικίες, η συνήθης κατοικία του ατόμου αυτού βρίσκεται στον τόπο στον οποίο διαμένουν ο/η σύζυγός του και τα τέκνα του,
- στις παρόμοιες περιπτώσεις το Βασίλειο της Δανίας συνεννοείται με το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να καθοριστεί ποια από τις δύο κατοικίες πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιβολή του φόρου."
9. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι στην περίπτωση του Ryborg δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέμεινε στη Δανία ένα χρόνο ή 365 ημέρες σε διάστημα 24 μηνών, επειδή μετέβαινε μόνο ευκαιριακά στη χώρα αυτή. Περαιτέρω, η έννοια του συζύγου κατά το δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση,
της σχετικής διατάξεως πρέπει να ερμηνεύεται στενά, οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί, δεδομένου ότι ο Ryborg δεν ήταν παντρεμένος με το πρόσωπο που επισκεπτόταν.
10. Το έγγραφο αυτό αποτελεί την έναρξη μιας αλληλογραφίας η οποία περιλαμβάνει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ έγγραφα (έγγραφο οχλήσεως, αιτιολογημένη γνώμη) η οποία τελικά είχε ως κατάληξη την παρούσα προσφυγή. Στο έγγραφο οχλήσεως η Επιτροπή αναφέρεται μερικές φορές σε μία δεύτερη υπόθεση (παράλληλα με την υπόθεση Ryborg), δηλαδή την υπόθεση Hansen. Οι λεπτομέρειες της υποθέσεως αυτής περιγράφονται στην αιτιολογημένη γνώμη ως εξής: ο Hansen, Γερμανός υπήκοος, μετέβαινε τα Σαββοτοκύριακα και μερικές φορές και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας στη Δανία για να επισκεφθεί τον γιό του ο οποίος ζεί εκεί με τη μητέρα του, με την οποία ο Hansen δεν είναι παντρεμένος. Με βάση αυτά τα δεδομένα ο Hansen καταδικάστηκε (προφανώς λόγω φορολογικού αδικήματος).
11. Στο έγγραφο οχλήσεως όπως και στην αιτιολογημένη γνώμη η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, οπότε ουδέποτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο το οποίο παραμένει στη Δανία λιγότερο από ένα χρόνο ή 365 ημέρες κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου 24 μηνών έχει την κατοικία του στη Δανία. Εν προκειμένω, και στα δύο έγγραφα αναφέρεται ότι από τις υποθέσεις Hansen και Ryborg προκύπτει ότι οι δανικές αρχές έλαβαν - κακώς - ως δεδομένο ότι τα πρόσωπα, τα οποία παραμένουν στη Δανία λιγότερο από ένα χρόνο ή 365 ημέρες κατά τη διάρκεια της περιόδου 24 μηνών έχουν εκεί τη συνήθη κατοικία τους, όταν επισκέπονται μία "φίλη" ή ένα τέκνο (3).
12. Η Επιτροπή τονίζει περαιτέρω στα δύο έγγραφα ότι η έννοια "σύζυγος" αφορά μόνο το πρόσωπο το οποίο είναι παντρεμένο, με τη νομική έννοια του όρου, με το πρόσωπο το οποίο αφορά ο καθορισμός της κατοικίας.
13. Από τα εκτιθέμενα περιστατικά συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, το οποίο ισχύει μόνο για την περίπτωση της Δανίας, ενώ το άρθρο 7 δεν ισχύει για τη Δανία.
14. Τέλος, στην αιτιολογημένη γνώμη της επικαλείται, αναφερόμενη στην απόφαση Abbink (4), την απαγόρευση της διπλής φορολογίας, η οποία ισχύει όταν ένα όχημα χρησιμοποιείται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος εκτός από το κράτος ταξινομήσεως.
15. Στην απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης η Δανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η εφαρμοστέα για τη Δανία διάταξη σχετικά με τη συνήθη κατοικία δεν είναι μόνο το άρθρο 9, παράγραφος 3, αλλά και ο γενικός κανόνας του άρθρου 7. Συμπληρωματικά προς τις παρατηρήσεις της που αφορούν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής που περιέχονται στην αιτιολογημένη γνώμη, η εν λόγω Κυβέρνηση διατυπώνει μία παρατήρηση σχετικά με το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας. Εν προκειμένω ισχυρίζεται ότι η Δανία είχε έλθει με τη Γερμανία σε διαπραγματεύσεις το 1986 και 1987 σχετικά με τη διαδικασία διαβουλεύσεων που αναφέρεται σ' αυτή τη διάταξη, το δε αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αυτών περιέχεται σε σχετική αλληλογραφία. Από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει ότι οι γερμανικές υπηρεσίες είναι από κάθε άποψη σύμφωνες με τον τρόπο που πρέπει να εφαρμόζεται κατά την άποψη της Δανίας η οδηγία (ιδίως το άρθρο 9) στο δανικό έδαφος.
16. Όσον αφορά τώρα το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, αυτό διασπάται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (περιστατικά και διαδικασία) περιέχεται καταρχάς μία επισκόπηση του σκοπού και των σχετικών διατάξεων
της οδηγίας (Α), κατόπιν συνοψίζεται το περιεχόμενο της πριν από την άσκηση της προσφυγής αλληλογραφίας (Β), τέλος δε "χάριν τάξεως" αναφέρεται η (τότε εκκρεμούσα ακόμη) υπόθεση Ryborg (Γ). Κατά την Επιτροπή, από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση αυτή συνάγεται η σημασία του φορολογικού προβλήματος που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση καθώς και ο επιδιωκόμενος με τη θέσπιση της οδηγίας σκοπός της διασφαλίσεως της ελεύθερης διακινήσεως των κατοίκων της Κοινότητας.
17. Το δεύτερο μέρος της προσφυγής, που η Επιτροπή επιγράφει με τον τίτλο "νομική βάση", περιέχει καταρχάς ένα τμήμα σχετικά με την "αποφυγή διπλής φορολογίας", στο οποίο η Επιτροπή, αναφερόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας και στις αποφάσεις επί των αποφάσεων Profant (5), Ledoux (6) και Abbink (7), αναλύει ορισμένα σημεία της υφιστάμενης προστασίας έναντι της διπλής φορολογίας κατά την προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων που έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Στη συνέχεια, διατυπώνει τις απόψεις της στο δεύτερο τμήμα, το οποίο αφορά τη "συνεργασία με τις φορολογικές αρχές των άλλων κρατών μελών", σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, και του άρθρου 9, παράγραφος 3 (εδώ εννοείται το δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, αυτής της διατάξεως) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται βάσει αυτών των διατάξεων σε συνεργασία προς τον σκοπό αποφυγής της διπλής επιβολής φόρων επί επιβατικών οχημάτων, όταν δύο κράτη απαιτούν την ταξινόμηση του ίδιου οχήματος. Στο τέλος του τμήματος αυτού αναφέρεται ότι η Δανία, σύμφωνα με τις απαντήσεις της (επί του εγγράφου της 11ης Ιουλίου 1985, του εγγράφου οχλήσεως και της αιτιολογημένης γνώμης) ουδέποτε παραδέχθηκε ότι οι δανικές αρχές - όταν
καλούνται να αποφασίσουν επί καταγγελιών ως προς την πρακτική εφαρμογή της οδηγίας - υποχρεούνται να καθορίσουν, σε συμφωνία με το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, πως πρέπει να αποφευχθεί η διπλή φορολογία.
18. Στο τέλος του δικογράφου της προσφυγής της η προσφεύγουσα ζητεί απο το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, ιδίως δε το άρθρο 9, παράγραφος 3, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ
- να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
19. Το καθού κράτος μέλος θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για μια σειρά λόγων, επιπλέον δε και αβάσιμη.
Ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
- επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να την απαλλάξει από τις αιτιάσεις που της προσάπτονται
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
20. Ι - Πριν εξετάσω το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής, επιθυμώ καταρχάς να διευκρινίσω ότι το αίτημα της προσφυγής, κατά τη σαφή διατύπωσή του, καλύπτει μόνο αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται ότι συντρέχει περίπτωση παραβάσεως της οδηγίας. Καθόσον η Επιτροπή, αναφερόμενη με το δικόγραφο της προσφυγής της στην απόφαση Abbink, αναλύει την, όπως διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις Schul (8), υποχρέωση των κρατών μελών βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το απομένον ποσόν του φόρου προστιθεμένης αξίας που εισπράχθηκε στο κράτος εξαγωγής και που εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στην αξία του εμπορεύματος κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής του, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο του αιτήματος της προσφυγής. Επίσης, δεν καλύπτονται από το αίτημα της προσφυγής, σε σχέση με την φορολογία επιβατικών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη, οι περιπτώσεις οι οποίες, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν εμπίπτουν ακόμα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, επειδή προέκυψαν πριν από την έναρξη ισχύος της. Καθόσον η Επιτροπή αναφέρεται σε τέτοιες περιπτώσεις στο τμήμα που επιγράφεται "αποφυγή διπλής φορολογίας" και παραπέμπει στις αποφάσεις Profant και Ledoux, αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται απλώς χάριν κατανοήσεως των προβλημάτων που έχουν ανακύψει.
Με άλλα λόγια, ο έλεγχος του παραδεκτού δεν μπορεί να εκτείνεται σε προβλήματα της διπλής φορολογίας τα οποία δεν αφορά η αναφερόμενη στο αίτημα οδηγία.
21. ΙΙ - Στο πλαίσιο του κατ' αυτόν τον τρόπο περιορισμένου ελέγχου του παραδεκτού πρέπει ήδη να εξετασθεί αν η Επιτροπή τήρησε το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο στο
δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς και να εκτίθενται συνοπτικώς οι ισχυρισμοί των οποίων γίνεται επίκληση.
22. 1. Εν προκειμένω, θα ήθελα και πάλι να λάβω ως σημείο αναφοράς το αίτημα της Επιτροπής για να εξετάσω κατά πόσο με βάση το αίτημα αυτό καθορίζονται με επαρκή ακρίβεια το αντικείμενο της διαφοράς και οι λόγοι της προσφυγής ή - αντιθέτως - έπρεπε να περιέχονται περισσότερα στοιχεία στη νομική και πραγματική βάση της προσφυγής προκειμένου να τηρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως.
23. α) Καταρχάς, όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή προσάπτει στο καθού κράτος μέλος, σύμφωνα με το υποβαλλόμενο αίτημά της, ότι δεν εφήρμοσε τις διατάξεις της οδηγίας 83/182, ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 3. Ο επίδικος κανόνας δικαίου, για την παράβαση του οποίου πρόκειται, χαρακτηρίζεται επομένως μόνο με αναφορά στην εν λόγω οδηγία, έστω και με ιδιαίτερη υπογράμμιση μιας από τις διατάξεις της. Από την εξέταση όμως της οδηγίας αυτής διαπιστώνεται ότι αυτή ρυθμίζει ένα μεγάλο αριθμό τελείως διαφορετικών καταστάσεων, τόσο όσον αφορά τη διενέργεια της εισαγωγής όσο και σε σχέση με τα προβλήματα που συνδέονται με τον καθορισμό της συνήθους κατοικίας. Περαιτέρω, στο άρθρο 10 προβλέπονται - ανεξάρτητα από την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο - ορισμένες παρεπόμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών. Από αυτό έπεται ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν ακόμη επαρκώς καθορισμένο στο αίτημα της προσφυγής. Η προσφεύγουσα έπρεπε επομένως να παραθέσει στοιχεία στο δικόγραφο της προσφυγής της από τα οποία να προκύπτει ποιους από τους κανόνες δικαίου που θεσπίστηκαν με την οδηγία παρέβη το καθού κράτος μέλος. Πράγματι, είναι απαραίτητο για την ακριβή οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς να αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής οι αιτιάσεις επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο (9).
24. β) Όσον αφορά τους λόγους της προσφυγής, ο ακριβής αυτός καθορισμός ήταν ακόμη περισσότερο αναγκαίος. Η Επιτροπή δεν προβαίνει πράγματι, στο αίτημά της - κατά τη γνώμη μου σε αντίθεση προς τη συνήθη πρακτική της - σε κανενός είδους, έστω και τελείως γενική, περιγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών, με άλλα λόγια της συμπεριφοράς η οποία, κατά την άποψή της, συνιστά την παράβαση της Συνθήκης (10). Αντιθέτως, το αίτημα παραμένει τελείως σε θεωρητικό επίπεδο: η Δανία φέρεται να έχει παραβεί τη Συνθήκη, επειδή δεν εφάρμοσε την οδηγία.
25. 2. Ποια συγκεκριμένα στοιχεία περιέχει πράγματι το δικόγραφο της προσφυγής που κατά τα ανωτέρω απαιτούνται;
26. α) Ως προς την αναφορά των παραβιασθέντων κανόνων δικαίου, διαπιστώνεται ότι στο δικόγραφο της προσφυγής, με εξαίρεση μερικούς κανόνες που αναφέρονται στο τμήμα που επιγράφεται "αποφυγή της διπλής φορολογίας", αλλά δεν καλύπτονται από το αίτημα της προσφυγής (11), αναφέρονται μόνο τα άρθρα 9, παράγραφος 3, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται εντούτοις στις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού διαδικασίας.
27. αα) Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή φαίνεται να συνάγει από τη διάταξη αυτή δύο διαφορετικούς κανόνες η παράβαση των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Απ' όσα εξέθεσε σχετικά με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία φαίνεται να υποστηρίζει την άποψη ότι στις περιπτώσεις των οποίων επελήφθη το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να θεωρηθεί ότι οι συγκεκριμένοι οδηγοί των οχημάτων είχαν τη συνήθη
κατοικία τους στη Δανία (12) και ότι η δανική πρακτική, που συνίσταται στην άρνηση χορηγήσεως φορολογικής ατέλειας στην περίπτωση προσωρινής εισαγωγής οχήματος, αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας (13). Επομένως, φαίνεται ότι την Επιτροπή την απασχολεί το γεγονός ότι η Δανία δεν έλαβε υπόψη τον ορισμό της "συνήθους κατοικίας" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως (και έτσι παρέβη το καθήκον της χορηγήσεως φορολογικής ατέλειας σύμφωνα με την οδηγία, όταν ελλείψει συνήθους κατοικίας στη Δανία υφίσταται απλώς προσωρινή εισαγωγή).
28. Στο τελευταίο μέρος του δικογράφου της προσφυγής ("συνεργασία με τις φορολογικές αρχές των άλλων κρατών μελών"), η Επιτροπή συνάγει από το άρθρο 9, παράγραφος 3 - αυτή τη φορά σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 2 - το ακόλουθο συμπέρασμα:
"Οι διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 3, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/182 του Συμβουλίου έχουν επομένως κατ' ανάγκη την έννοια ότι υποχρεώνουν τα κράτη μέλη, προς αποφυγή διπλής φορολογίας σε οχήματα, να συνεργάζονται, όταν δύο κράτη απαιτούν την ταξινόμηση του ίδιου οχήματος."
29. Επομένως, εν προκειμένω θεωρείται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, αποτελεί το έρεισμα του καθήκοντος συνεργασίας των κρατών μελών.
30. Σε κανένα σημείο του δικογράφου της προσφυγής δεν αναφέρεται σαφώς ότι η Δανία παρέβη τον έναν ή τον άλλο (ή και τους δύο) από τους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου. Μόνο σε σχέση με το καθήκον συνεργασίας προβαίνει η Επιτροπή στην αμέσως προαναφερθείσα παρατήρηση ότι η Δανία "ουδέποτε παραδέχθηκε" την ύπαρξη αυτής της υποχρεώσεως. Αυτό όμως δεν
σημαίνει εντούτοις κατ' ανάγκη ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίσταται παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως (ή του κανόνα δικαίου που αποτελεί το έρεισμά της).
31. Επίσης, ούτε από την απλή μνεία των δύο προαναφερθεισών απόψεων μπορούν να συναχθούν οι προθέσεις της Επιτροπής. Πράγματι, η διάταξη την παράβαση της οποίας επικαλείται και στη μία και στην άλλη περίπτωση - το άρθρο 9, παράγραφος 3 - έχει διατυπωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε το τμήμα από το οποίο η Επιτροπή συνάγει την υποχρέωση συνεργασίας - δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση - μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή τότε μόνο θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα διπλή φορολογία. Το αν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν ή όχι στις περιπτώσεις των οποίων έχει επιληφθεί δεν μπορεί να συναχθεί από το δικόγραφο της προσφυγής. Στην πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, που συνοψίζεται στο πρώτο μέρος του δικογράφου της προσφυγής, η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη ότι η Δανία εφαρμόζει το πρώτο εδάφιο, παρόλο που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (14) εξάλλου όμως προσήψε στη Δανία ότι δεν έλαβε υπόψη την έννοια του συζύγου (15), πράγμα που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ του ότι θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του πρώτου εδαφίου.
32. Eπομένως, ανεξάρτητα από την αβεβαιότητα ως προς το ποιας διατάξεως παράβαση συντρέχει σε σχέση με τη συνήθη κατοικία, δεν πρέπει να αποκλεισθεί ότι η Επιτροπή προβάλλει τη μη εφαρμογή κανόνων δικαίου των οποίων δεν μπορεί να υπάρχει ταυτοχρόνως παράβαση σε μία και την αυτή περίπτωση (16).
33. Σ' αυτή την αλληλουχία, νομίζω ότι επιβάλλονται ακόμη δύο διευκρινίσεις.
34. Πρώτον, όσον αφορά την παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας, από το προαναφερθέν χωρίο του δικογράφου της προσφυγής καταδεικνύεται ότι την Επιτροπή απασχολεί η φερόμενη υποχρέωση συνεργασίας σε μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι μία ενδεχόμενη υποχρέωση για τον καθορισμό διαδικασίας γενικής ισχύος σχετικά με τη συνεργασία. Το πνεύμα αυτό του δικογράφου της προσφυγής επιβεβαιώνεται σαφώς από τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως.
35. Δεύτερον, η Επιτροπή μόλις με την απάντησή της κατέστησε γνωστό ότι δεν εμμένει πλέον στην άποψη που διατύπωσε κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν εφαρμόζεται ως προς τη Δανία (17). Από το δικόγραφο της προσφυγής δημιουργείται αντιθέτως η εντύπωση ότι μόνο σε παράβαση (εσφαλμένη εφαρμογή) του άρθρου 9, παράγραφος 3, μπορεί να οφείλεται το ότι η Δανία θεώρησε στο πλαίσιο των εν λόγω πράξεων εισαγωγής ότι υφίσταται συνήθης κατοικία του ενδιαφερομένου στη Δανία (και γι' αυτό τον λόγο δεν χορήγησε φορολογική ατέλεια).
36. Από το σύνολο των προηγουμένων παρατηρήσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή ούτε ρητώς ούτε συμπερασματικώς εξέθεσε στο δικόγραφο της προσφυγής της ποιων, κατά τη γνώμη της, από τους περιεχόμενους στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας κανόνες δικαίου και, κατά συνέπεια, ποιων υποχρεώσεων του καθού κράτους μέλους υφίσταται παράβαση.
37. ββ) Από τις σκέψεις αυτές συνάγεται περαιτέρω ότι δεν προβάλλεται με επαρκή σαφήνεια παράβαση της κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας
υποχρεώσεως, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο χωριστής εξετάσεως αλλ' αναφέρεται από κοινού με το άρθρο 9, παράγραφος 3, για να θεμελιωθεί η υποχρέωση συνεργασίας των κρατών μελών.
38. β) Επιπλέον, έχω τη γνώμη ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε κανέναν ισχυρισμό, όπως απαιτείται από το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Καθόσον κατά τη διάταξη αυτή απαιτείται να προβάλει η Επιτροπή ως προσφεύγουσα συγκεκριμένα περιστατικά που στηρίζουν την αιτίασή της, η προϋπόθεση αυτή δεν έχει τηρηθεί.
39. Τα μόνα συγκεκριμένα περιστατικά για τα οποία γίνεται λόγος στο δικόγραφο της προσφυγής - αλλά και καθόλη την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία - είναι οι περιπτώσεις Hansen και Ryborg. Οι περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούν όμως, όπως προκύπτει από το σημείο Ι Β 5 του δικογράφου της προσφυγής, αντικείμενο της διαδικασίας. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι οι καταγγελίες που αναφέρει η Επιτροπή χρησίμευσαν απλώς και μόνο για να καταστεί σαφές κατά πόσο η δανική πρακτική που συνίσταται στην άρνηση φορολογικής ατέλειας για την προσωρινή εισαγωγή οχήματος από άλλο κράτος μέλος συνιστά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας. Δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η βαλλόμενη πρακτική εκτός των δύο αναφερθεισών περιστάσεων.
40. Δεν αναφέρονται επομένως συγκεκριμένα περιστατικά, αυτό δε δεν επηρεάζεται από το ότι η Επιτροπή στο σημείο Ι Γ του δικογράφου της προσφυγής της αναφέρει ειδικά την υπόθεση C-297/89, επειδή η αναφορά αυτή γίνεται μόνο "χάριν τάξεως" και επειδή, κατά την άποψη της Επιτροπής, από την υπόθεση αυτή προκύπτει η σημασία των φορολογικών προβλημάτων που ανακύπτουν στην παρούσα περίπτωση, καθώς και ο επιδιωκόμενος με τη θέσπιση της οδηγίας σκοπός.
41. Η αντίρρηση που διατύπωσε η Επιτροπή κατά του ισχυρισμού ότι δεν ανακοινώθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και κατά την οποία το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τα στοιχεία που
περιέχονται στον φάκελο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας (έγγραφο οχλήσεως, αιτιολογημένη γνώμη) δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή. Πρώτον, πρέπει, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, στις κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασίες να περιέχονται, τουλάχιστον συνοπτικά στο ίδιο δικόγραφο της προσφυγής, τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που στηρίζουν τις αιτιάσεις της Επιτροπής, χωρίς να επαρκεί εν προκειμένω η αναφορά στα στοιχεία του φακέλου της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας (18). Τέτοιου είδους αναφορές μπορούν το πολύ να λαμβάνονται υπόψη, καθόσον συντελούν στη διευκρίνιση του περιεχομένου των μεμονωμένων αιτιάσεων που διατυπώνονται με το δικόγραφο της προσφυγής (19). Ενόψει αυτών των αρχών ακόμη λιγότερο μπορεί να γίνει αποδεκτό το ότι η Επιτροπή, όπως εν προκειμένω, ούτε καν αναφέρεται ρητά στα στοιχεία που περιέχονται στον φάκελο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και, κατ' αυτό τον τρόπο, αφήνει σε απόλυτη αβεβαιότητα το Δικαστήριο και το καθού κράτος μέλος ως προς τους πραγματικούς λόγους της προσφυγής. Δεύτερον, το ελάττωμα για το οποίο πρόκειται εδώ ασκεί επιρροή όχι μόνο στο δικόγραφο της προσφυγής αλλά και στην αιτιολογημένη γνώμη - στο σημείο αυτό θα επανέλθω αμέσως - έτσι ώστε να μην οδηγεί σε κανένα αποτέλεσμα η εξέταση σε συνδυασμό με τα στοιχεία που περιέχονται στον φάκελο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία.
42. ΙΙΙ - Τέλος, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή δεν υφίσταται νομότυπη πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία.
43. 1. Η προαναφερθείσα ιδιομορφία, ότι η Επιτροπή δεν αναφέρει κανένα συγκεκριμένο περιστατικό για να θεμελιώσει τις αιτιάσεις της, δεν αφορά μόνο το δικόγραφο της προσφυγής της αλλά και την αιτιολογημένη γνώμη. Το ότι οι περιπτώσεις Ryborg και Hansen αναφέρθηκαν μόνο για να καταστεί
σαφέστερο το ερμηνευτικό πρόβλημα για το οποίο πρόκειται εκτίθεται στο σημείο I Α του εγγράφου αυτού. Προηγουμένως αναφέρεται η πρόσθετη διευκρίνιση ότι οι αντιρρήσεις της Επιτροπής δεν σημαίνουν ότι επικρίνει τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
44. Κατά πάγια νομολογία, ουσιώδης προϋπόθεση για το νομότυπο της κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας είναι η παροχή στο κράτος μέλος της δυνατότητας να διατυπώσει τις απόψεις του. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί γι' αυτό το κράτος μέλος - ακόμη και αν θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να κάνει χρήση της - ουσιώδης εγγύηση που επιδιώκεται με τη Συνθήκη (20). Από την αρχή αυτή το Δικαστήριο συνήγαγε (21) ότι η αιτιολογημένη γνώμη
"πρέπει να εκθέτει με λογική πληρότητα και λεπτομερώς τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη".
45. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν τηρούνται όταν η Επιτροπή δεν αναφέρει ποια πράξη ή παράλειψη συνιστά την παράβαση. Ζητείται έτσι από το κράτος μέλος να συναγάγει με εικασίες τους πραγματικούς λόγους στους οποίους στηρίζονται οι αιτιάσεις της Επιτροπής. Το δικαίωμά του να διατυπώσει απόψεις αποδυναμώνεται κατ' αυτόν τον τρόπο και δεν επιτυγχάνεται ο νομικός στόχος που αποσκοπείται με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία.
46. 2. Στο ζήτημα του νομότυπου της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας πρέπει να δοθεί αποφατική απάντηση και ως προς ένα άλλο σημείο το οποίο αφορά τις αιτιάσεις σε σχέση με την υποχρέωση συνεργασίας.
Πράγματι, ούτε στο έγγραφο οχλήσεως ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη διατύπωσε η Επιτροπή μία τέτοια αιτίαση ή άφησε καν να διαφανεί (22). Καθόσον η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της στηρίζεται για τη θεμελίωση αυτής της υποχρεώσεως στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή δεν μνημονεύθηκε σε κανένα στάδιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας. Όσον αφορά περαιτέρω το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, η διάταξη αυτή αναφέρεται μεν στο έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη, εντούτοις όμως μόνο ως τμήμα μιας κατά γράμμα επαναλήψεως όλου της παραγράφου 3 του άρθρου 9. Τα συμπεράσματα που συνάγει συναφώς η Επιτροπή αφορούν εντούτοις μόνο την εσφαλμένη εφαρμογή του πρώτου εδαφίου και τη μη ορθή εφαρμογή του όρου σύζυγος κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου, πρώτη περίπτωση. Από τίποτε δεν καταδεικνύεται ότι η Επιτροπή είχε σκοπό να προβάλει παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας που συνάγει από το δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση.
47. Σε αντιστοιχία προς τον προαναφερθέντα σκοπό της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας η νομολογία λαμβάνει ως αφετηρία το ότι με το έγγραφο οχλήσεως πρέπει να οριοθετείται το αντικείμενο της διαφοράς (23). Η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους ισχυρισμούς (24). Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται ως προς τις αιτιάσεις που εξετάζονται εδώ. Η Επιτροπή δεν απηύθυνε εξάλλου κανένα έγγραφο προς τη Δανική Κυβέρνηση που να περιείχε τα αναγκαία στοιχεία που
θα καθιστούσε ενδεχομένως δυνατή μία εξαίρεση από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις σχετικά με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη (25).
48. 3. Τα διαπιστωθέντα στα δύο προηγούμενα σημεία ελαττώματα της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας δεν θεραπεύονται από το γεγονός ότι το καθού κράτος μέλος στην απάντησή του επί της αιτιολογημένης γνώμης έλαβε θέση ως προς τα περιστατικά των περιπτώσεων Ryborg και Hansen καθώς και ως προς την υποχρέωση συντονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας. Με μια τέτοια απάντηση δεν διευρύνεται το αντικείμενο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και δεν εξαλείφονται τα ελαττώματα της διαδικασίας αυτής (26).
49. Απ' όλες αυτές τις παρατηρήσεις προκύπτει ότι η παρούσα προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί από πολλές απόψεις απαράδεκτη. Η εξέταση επικουρικώς του βασίμου της μου φαίνεται ενόψει του ασαφούς προσδιορισμού του αντικειμένου της διαφοράς και των λόγων της προσφυγής ότι δεν είναι δυνατή, ούτε δε εξάλλου και ενδεδειγμένη λόγω του αριθμού και της βαρύτητας των ελαττωμάτων. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει
- να απορρίψετε την προσφυγή ως απαράδεκτη
- να καταδικάσετε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού διαδικασίας.
PN/b
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-297/89, Rijksadvokaten κατά Ryborg (Συλλογή 1991, σ. I-1943).
(2) Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983 (ΕΕ 1983, L 105, σ. 59).
(3) Καθόσον η έκφραση αυτή περιέχεται στο έγγραφο οχλήσεως η Επιτροπή ανέφερε πάντως στο δικόγραφο της προσφυγής ότι στο έγγραφο αυτό συνεπεία σφάλματος αντιγραφής αναγράφεται "λιγότερο από ένα έτος (...)", ενώ το όρθό θα ήταν "πλέον του ενός έτους (...)". Ανεξάρτητα από το ότι η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να μεταβάλει κατά το χρονικό σημείο της ασκήσεως της προσφυγής το περιεχόμενο του εγγράφου οχλήσεως, και η δεύτερη αυτή διατύπωση δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα νόημα.
(4) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 134/83, Ποινική δίκη κατά Abbink, Συλλογή 1984, σ. 4097).
(5) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 249/84, Εισαγγελική αρχή και Υπουργείο Οικονομικών κατά Profant (Συλλογή 1985, σ. 3237).
(6) Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988, 127/86, Εισαγγελική αρχή και Υπουργείο Οικονομικών του Βασιλείου του Βελγίου κατά Ledoux (Συλλογή 1988, σ. 3741).
(7) Όπ.π.
(8) Αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1982, 15/81, Schul κατά Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen, Συλλογή 1982, σ. 1409 της 21ης Μαΐου 1985, 47/84, Statssecretaris van Financien κατά Schul, Συλλογή 1985, σ. 1491 βλ. επίσης τις αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 39/85, Bergeres-Becque κατά Chef de service interregional des douanes, Συλλογή 1986, σ. 259 της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 299/86, Ποινική δίκη κατά Drexl, Συλλογή 1988, σ. 1213 τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-120/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-621), καθώς και C-119/89, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-641) και C-159/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. Ι-691).
(9) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4747, σκέψη 29).
(10) Βλ. την αναφερόμενη στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση, σκέψη 28.
(11) Βλ. ανωτέρω σημείο 20.
(12) Βλ. το σημείο Ι Β 3 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 7).
(13) Βλ. το σημείο Ι Β 5 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 8).
(14) Βλ. ανωτέρω, σημείο 11.
(15) Βλ. ανωτέρω, σημείο 12.
(16) Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής η υπόθεση ότι θέλησε η κίνηση της διαδικασίας να αφορά δύο από τη φύση τους διαφορετικές περιπτώσεις. Στο μέτρο που αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιστάσεις (υποθέσεις Ryborg και Hansen), από τίποτε δεν καταφαίνεται ότι οι παραβιασθείσες διατάξεις ή υποχρεώσεις θα πρέπει στη μία περίπτωση να είναι διαφορετικές από ό,τι στην άλλη. Βλ., επίσης, κατωτέρω σημείο 38 και επ.
(17) Βλ. ανωτέρω σημείο 13.
(18) Προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Eπιτροπή κατά Ελλάδoς (σκέψεις 16 επ.).
(19) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην προαναφερθείσα υπόθεση C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, παράγραφος 8, στο τέλος προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-43/90, Eπιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-1909, Ι-1924, σκέψη 4).
(20) Πρβλ. π.χ. την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1970, 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Slg. 1970, σ. 25, σκέψη 13.
(21) Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1077, σκέψη 21) της 13ης Δεκεμβρίου 1990, 347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (προαναφερθείσα, σκέψη 24) βλ. επίσης ήδη την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 325/82, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. 777, σκέψη 8).
(22) Πρβλ. ως προς τις εν προκειμένω λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις σχετικά με το έγγραφο οχλήσεως, π.χ. την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 247/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας.
(23) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 8) απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1988, 229/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 6347, σκέψη 12).
(24) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, όπ.π. (προηγούμενη υποσημείωση), σκέψη 14 απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10).
(25) Βλ. ως προς το σημείο αυτό την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, σκέψη 11.
(26) Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1984, 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψεις 6 και επ.) της 10ης Ιουλίου 1990, C-217/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-2879, σκέψη 11, σε συνδυασμό με το σημείο Ι 3 της εκθέσεως ακροατηρίου (σ. 2884, δεξιά στήλη, δεύτερο εδάφιο).
Full & Egal Universal Law Academy