Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η εταιρία Weddel & Co. BV ζητεί την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής που της κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990 και με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει σε υπάλληλό της την άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
Τα πραγματικά περιστατικά
2. Κατόπιν εκδικάσεως της υποθέσεως C-354/87, Weddel κατά Επιτροπής, επί της οποίας εξέδωσε απόφαση στις 6 Νοεμβρίου 1990, το Δικαστήριο γνωρίζει ήδη εν μέρει τα πραγματικά περιστατικά της παρούσης υποθέσεως. Στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2539/87 της Επιτροπής, της 24ης Αυγούστου 1987, που αφορά τις ποσότητες κρεάτων βοοειδών υψηλής ποιότητας που μπορούν να εισαχθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τον Καναδά στα πλαίσια του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3928/86, οριζόταν ότι:
"Οι αιτήσεις πιστοποιητικών είναι δυνατόν να υποβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/80 κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου 1987, για συνολική ποσότητα 4 617 τόνων βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Καναδά" (1).
Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας κατανομής της ποσοστώσεως, η εμπορική εταιρία Weddel & Co. BV, η οποία πραγματοποιεί εισαγωγές και
εξαγωγές κρεάτων και άλλων τροφίμων (στο εξής: Weddel) κατέθεσε στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1987 αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής που αφορούσαν συνολικά ποσότητα 320 000 τόνων βοείου κρέατος ενώπιον του Produktschap voor Vee en Vlees (στο εξής: Produktschap), τον ολλανδικό φορέα που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση των πιστοποιητικών εισαγωγής.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1987, αφού πληροφορήθηκε από τον Produktschap τη συνολική ποσότητα που αντιπροσώπευαν οι υποβληθείσες στις Κάτω Χώρες αιτήσεις, η Επιτροπή γνώρισε στον εν λόγω οργανισμό ότι καμία αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής δεν μπορούσε να αντιστοιχεί σε ποσόν υπερβαίνον τη συνολική διαθέσιμη ποσότητα (ήτοι 4 617 τόνους). Στη συνέχεια, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2806/87, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, η Επιτροπή καθιέρωσε τον κανόνα που είναι γνωστός ως κανόνας του ανωτάτου ορίου σχετικά με τις αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών, μειώνοντας έτσι κατ' αναλογία τις αιτούμενες ποσότητες (2). Λόγω αυτού του κανόνα περί ανωτάτου ορίου, η προσφεύγουσα έλαβε πιστοποιητικό μόνο για το 0,2425 % των 4 617 τόνων και, κατά συνέπεια, της επετράπη να εισαγάγει μόνο 11,196 τόνους βοείου κρέατος.
Η προσφεύγουσα άσκησε κατά του εν λόγω κανονισμού της 18ης Σεπτεμβρίου 1987 και του κανόνα περί ανωτάτου ορίου του κανονισμού αυτού προσφυγή ακυρώσεως στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως C-354/87. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990 (3).
3. Τον Νοέμβριο του 1989, η Weddel αποφάσισε να ασκήσει, παράλληλα με την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, αγωγή αποζημιώσεως κατά του Produktschap προς αποκατάσταση της ζημίας της ενώπιον του arrondissementsrechtbank της Χάγης (4).
Η Weddel παρατηρεί ότι, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διαδικασίας κατανομής της ποσοστώσεως, ο Produktschap της παρέσχε (αυθορμήτως) ενδείξεις βάσει των οποίων η προσφεύγουσα υπέβαλε αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής υπερβαίνουσες τη διαθέσιμη ποσόστωση. Κατά συνέπεια, ο Produktschap ευθύνεται για τη ζημία που η Weddel ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της μερικής απορρίψεως των αιτήσεών της για χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής. Ο Produktschap δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι γνωστοποίησε στη Weddel ότι οι αιτήσεις για την παροχή πιστοποιητικών εισαγωγής μπορούσαν να ξεπερνούν τη διαθέσιμη ποσόστωση, αλλά ισχυρίζεται ότι τη δήλωσή του αυτή στήριξε σε ρητές και επανειλημμένες διαβεβαιώσεις που του απηύθυνε η Επιτροπή μέσω υπαλλήλου της απαντώντας στα ερωτήματά του σχετικά με την ύπαρξη ανωτάτων ποσοτήτων ως προς τις αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής.
Προκειμένου να εκτιμήσει με ακρίβεια τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της αγωγής αποζημιώσεως κατά του Produktschap, η Weddel κατέθεσε ενώπιον του arrondissementsrechtbank αίτηση για τη διεξαγωγή προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων και ειδικότερα πέντε προσώπων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο υπάλληλος της Επιτροπής που προέβη στις ανακοινώσεις προς τον Produktschap (5). Στις 11 Δεκεμβρίου 1989, το arrondissementsrechtbank έκανε
δεκτή την εν λόγω αίτηση (6) και, ήδη στις 16 Ιανουαρίου 1990, ο αρμόδιος δικαστής εξέτασε τέσσερις από τους πέντε μάρτυρες. 'Ολοι οι μάρτυρες βεβαίωσαν ότι, απαντώντας σε ορισμένα ερωτήματα του Produktschap, ο προαναφερθείς υπάλληλος της Επιτροπής δήλωσε ρητά, επανειλημμένα και χωρίς επιφυλάξεις, πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για συμμετοχή στην ποσόστωση, ότι "οι αιτούμενες ποσότητες είναι δυνατό να υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες" (7).
4. Ο εμπλεκόμενος υπάλληλος κλήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1990 να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του αρμόδιου δικαστή σχετικά με τις πληροφορίες που έδωσε στον Produktschap. Ωστόσο, το άρθρο 19 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεων των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει ότι:
"Ο υπάλληλος δεν δύναται να προβάλει ενώπιον δικαστικής αρχής, για οποιονδήποτε λόγο, διαπιστώσεις που έκανε λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων του, χωρίς την άδεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Η άδεια αυτή χορηγείται μόνο εάν τούτο απαιτείται από τα συμφέροντα των Κοινοτήτων και αν η άρνηση της αδείας αυτής δεν έχει ποινικές συνέπειες σε βάρος του ενδιαφερομένου υπαλλήλου (...)"
Mε τα από 15 και 29 Νοεμβρίου 1989 έγγραφά της η Weddel ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει στον εμπλεκόμενο υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων που
προαναφέρθηκε (8). Η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει την εν λόγω άδεια στον υπάλληλό της στις 11 Ιανουαρίου 1990 (9) και η Weddel ενημερώθηκε σχετικά με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990 (10).
Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, η Weddel ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την εν λόγω αρνητική απόφαση της Επιτροπής. Στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, θα εξετάσω καταρχάς το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως (σημεία 5 έως 7), στη συνέχεια το κατά πόσον είναι εφαρμοστέο το προπαρατεθέν άρθρο 19 του ΚΥΚ (σημεία 8 και 9), και, τέλος, το ζήτημα της βασιμότητας της αρνήσεως παροχής αδείας στον κληθέντα υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας (σημεία 10 έως 14). Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε ήδη, με Διάταξη της 15ης Μαΐου 1991, την αίτηση της Επιτροπής για απόσυρση από τη δικογραφία ορισμένων εγγράφων ή τμημάτων εγγράφων.
Παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως
5. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως της Weddel ως απαράδεκτη τόσο επειδή στην προσφυγή δεν προσδιορίζεται το αντικείμενο της δίκης με επαρκή ακρίβεια (σημείο 6 κατωτέρω) όσο και επειδή η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως και η απόφαση δεν την
αφορά άμεσα και ατομικά (σημείο 7 κατωτέρω).
6. Το άρθρο 38, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς. 'Οπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η Weddel ζητεί την ακύρωση "της αποφάσεως της Επιτροπής που της κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990". Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το κατατεθέν από τη Weddel δικόγραφο δεν προκύπτει, ή δεν προκύπτει με επαρκή σαφήνεια, ποια είναι η προσβαλλόμενη απόφαση: το από 12 Ιανουαρίου έγγραφο που απηύθυνε ο Γενικός Διευθυντής Γεωργίας στην προσφεύγουσα ή το εσωτερικό σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 1990 (συνημμένο στο προαναφερθέν έγγραφό μου) που ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοικήσεως απηύθυνε στον κληθέντα να καταθέσει υπάλληλο.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Σκοπός του άρθρου 38, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του Κανονισμού Διαδικασίας είναι να καθίσταται αρκετά σαφές στον αντίδικο και στο Δικαστήριο κατά ποιας πράξεως στρέφεται η προσφυγή. Από το εισαγωγικό δικόγραφο προκύπτει όμως σαφώς ότι η προσφυγή ακυρώσεως βάλλει κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να παράσχει στον υπάλληλό της την άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων που προαναφέρθηκε. Η διάκριση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή μεταξύ του εγγράφου της 12ης Ιανουαρίου 1990 και του σημειώματος της 11ης Ιανουαρίου 1990 είναι τεχνητή και αλυσιτελής στην προκειμένη περίπτωση. Η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της αρνητικής αποφάσεως της Επιτροπής, που περιεχόταν στο εσωτερικό σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 1990, με το έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1990 το οποίο αναφέρεται ρητώς στο εν λόγω σημείωμα. 'Αλλωστε, από το υπόμνημα αντικρούσεως προκύπτει ότι το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως ήταν απολύτως σαφές και για την Επιτροπή.
7. Κατά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά των αποφάσεων των οποίων είναι αποδέκτης ή των αποφάσεων που το αφορούν άμεσα και ατομικά. 'Οπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούται καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις.
'Οπως ορθώς αντιτείνει η προσφεύγουσα, το κείμενο του άρθρου 19 του ΚΥΚ ουδόλως αποκλείει το ενδεχόμενο να ζητηθεί από τρίτον να επιτραπεί σε υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας.
Από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής, για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 4 ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση με το αντικείμενο αυτό στην Επιτροπή (11) και ότι η απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, που περιέχεται στο έγγραφο προς τη Weddel και στο εσωτερικό σημείωμα που προσαρτήθηκε στο έγγραφο αυτό, συνιστά άμεση απάντηση στην εν λόγω αίτηση. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή άποψη, η εν λόγω απόφαση απευθύνεται στην προσφεύγουσα η οποία, επομένως, μπορεί να ασκήσει προσφυγή με αντικείμενο την ακύρωσή της.
Ακόμη κι αν η απορριπτική απόφαση δεν απευθυνόταν στην προσφεύγουσα, θα έπρεπε και πάλι να γίνει δεκτό ότι την αφορά άμεσα και ατομικά. Πράγματι, στις 11 Δεκεμβρίου 1989, το arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage έκανε δεκτή την αίτηση της Weddel για τη διεξαγωγή προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων, στους οποίους συγκατελέγετο ο εμπλεκόμενος υπάλληλος, προκειμένου να βεβαιωθεί η προσφεύγουσα ότι υπήρχε επαρκής βάση προς άσκηση ενδεχομένως αγωγής αποζημιώσεως. Η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει στον υπάλληλό της την άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας θίγει κατά συνέπεια άμεσα και ατομικά τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, καθότι η άρνηση αυτή μπορεί
να καταστήσει δυσχερέστερη την εκ μέρους της εκτίμηση των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως μιας αγωγής αποζημιώσεως.
Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 19 του ΚΥΚ
8. Το άρθρο 19 του ΚΥΚ αφορά αποκλειστικά τις "διαπιστώσεις στις οποίες προέβη (ο υπάλληλος) κατά την άσκηση των καθηκόντων του". Κατά συνέπεια - κατά την προσφυγή - το άρθρο 19 του ΚΥΚ δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον δεν πρόκειται για εξέταση του υπαλλήλου σχετικά με τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του, αλλά σχετικά με τις δηλώσεις που με ιδία πρωτοβουλία έκανε προς τον Produktschap. Αντίθετα, κατά την άποψη της Επιτροπής, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 19 του ΚΥΚ, δεδομένου ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη αφορά κάθε πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων προφορικών ή εγγράφων δηλώσεων εντός ή εκτός του οργάνου.
Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Weddel αμφισβητεί τη βασιμότητα της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 19 του ΚΥΚ που υιοθετεί η Επιτροπή. Κατά την προσφεύγουσα, το εν λόγω άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το καθήκον εχεμυθείας του υπαλλήλου, όπως ορίζεται στα άρθρα 214 της Συνθήκης ΕΟΚ και 17 του ΚΥΚ. Κατά την άποψή της, επομένως, το άρθρο 19 του ΚΥΚ αφορά αποκλειστικά τα γεγονότα και τις πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση του υπαλλήλου κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του, καθόσον τα εν λόγω στοιχεία δεν έχουν καταστεί δημοσίως γνωστά και είναι εκ φύσεως εμπιστευτικού χαρακτήρα. Εφόσον η κοινοποιηθείσα από τον υπάλληλο στον Produktschap πληροφορία δεν ήταν εμπιστευτική, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του ΚΥΚ - τουλάχιστον κατά τη συλλογιστική της προσφεύγουσας - οπότε ο υπάλληλος μπορεί να καταθέσει σχετικώς ενώπιον δικαστικού οργάνου χωρίς προηγούμενη άδεια.
9. Θεωρώ ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, όπως καθορίζεται στην πρώτη περίοδό του, δεν μπορεί να οριοθετηθεί περιοριστικά σύμφωνα με την ερμηνεία της προσφεύγουσας. Στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής εμπίπτουν οι "διαπιστώσεις στις οποίες προέβη (ο υπάλληλος) κατά την άσκηση των καθηκόντων του", χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των πληροφοριών που καλύπτονται και εκείνων που δεν καλύπτονται από το καθήκον εχεμυθείας, αφού ο όρος "διαπιστώσεις" στην πραγματικότητα αφορά, κατά τη γνώμη μου, ο,τιδήποτε ο υπάλληλος έπραξε ή δεν έπραξε, έγραψε ή είπε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (12). Αντίθετα, είναι γεγονός ότι, προκειμένου για πληφορορίες μη υποκείμενες στο καθήκον εχεμυθείας, η "αρμοδία για τους διορισμούς αρχή" δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αρνηθεί την παροχή αδείας για κατάθεση ενώπιον δικαστικού οργάνου σχετικά με τις πληροφορίες αυτές. Στην πραγματικότητα, γίνεται δύσκολα αντιληπτό πως η αναφορά, στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον δικαστικού οργάνου, σε πληροφορία τέτοιας φύσεως (που ο υπάλληλος μπορεί καταρχήν να ανακοινώσει) είναι δυνατόν να θίγει τα συμφέροντα της Κοινότητας σε βαθμό που να δικαιολογείται η άρνηση παροχής αδείας σε κοινοτικό υπάλληλο να καταθέσει σχετικώς ενώπιον δικαστικού οργάνου. Οι σκέψεις που ακολουθούν αφορούν το ερώτημα αυτό.
Δικαιολογείται η άρνηση παροχής αδείας στον υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας;
10. Αφού δέχθηκα ότι το άρθρο 19 τυγχάνει εφαρμογής και ότι, κατά συνέπεια, ο κληθείς υπάλληλος χρειάζεται, προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας, άδεια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής, απομένει να εξετάσω αν η άρνηση παροχής της εν λόγω αδείας ήταν δικαιολογημένη. Στο άρθρο 19 προβλέπεται ότι είναι δυνατόν να μην παρασχεθεί η αιτουμένη άδεια μόνον αν αυτό επιβάλλεται από τα συμφέροντα των Κοινοτήτων και αν η εν λόγω άρνηση
δεν μπορεί να συνεπάγεται ποινικές συνέπειες εις βάρος του ενδιαφερομένου υπαλλήλου.
11. Δικαιολογώντας την άρνησή της, η Επιτροπή ισχυρίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
"(( (...) δεδομένου ότι υπόθεση αφορώσα τα ίδια πραγματικά περιστατικά εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Weddel κατά Επιτροπής), στα ερωτήματα επί των οποίων ζητείται η μαρτυρία σας δίδεται η επίσημη απάντηση της Επιτροπής στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης από την εξουσιοδοτημένη αρχή (Νομική Υπηρεσία, εκπρόσωπος της Επιτροπής) ))" (13).
Στην προσφυγή της, η Weddel υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν θεμελίωσε την άρνησή της στα "συμφέροντα των Κοινοτήτων" όπως επιβάλλει το άρθρο 19 του ΚΥΚ.
Στη Διάταξή του της 13ης Ιουλίου 1990 επί της υποθέσεως 2/88 Imm., Zwartveld, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν καταρχήν υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας με τις εθνικές δικαστικές αρχές (14). Μπορεί εντεύθεν να συναχθεί ότι τα "συμφέροντα των Κοινοτήτων" τα οποία, δυνάμει του άρθρου 19 του ΚΥΚ, είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν άρνηση παροχής αδείας σε υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας, πρέπει οπωσδήποτε να έχουν σημαντική βαρύτητα και να είναι ζωτικά για τις Κοινότητες. Επομένως, η Weddel ορθώς κατά την άποψή μου ισχυρίζεται στην προσφυγή της ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς δικαιολόγηση της αρνητικής απαντήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Πράγματι, από τον προβαλλόμενο από την Επιτροπή λόγο, ήτοι το ότι η επίσημη απάντησή της θα δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της σχετιζομένης με την παρούσα υποθέσεως, δεν
προκύπτει σαφώς κατά ποια έννοια η άρνηση παροχής της αδείας εξυπηρετεί τα ζωτικά συμφέροντα των Κοινοτήτων.
Η Επιτροπή φαίνεται να έχει επίσης επίγνωση του γεγονότος αυτού, καθότι, στο υπόμνημά της απαντήσεως, αποσιωπά τη δικαιολογία αυτή και επικαλείται αντίθετα άλλους λόγους, που εξετάζονται κατωτέρω στα σημεία 12 και 13. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει για τον λόγο αυτό να ακυρωθεί.
12. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η άρνησή της να παράσχει την αιτηθείσα άδεια εδικαιολογείτο από το γεγονός ότι η μαρτυρική κατάθεση του υπαλλήλου της θα μπορούσε να παραβλάψει την εύρυθμη λειτουργία της γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν όλοι οι υπάλληλοι που παρέχουν πληροφορίες σε εθνικούς φορείς στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής μπορούσαν να καλούνται στη συνέχεια να παράσχουν σχετικές εξηγήσεις ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, θα ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει την ισχύουσα πρακτική της που συνίσταται στην πραγματοποίηση πολυάριθμων ανεπισήμων επαφών. Ωστόσο, οι εν λόγω ανεπίσημες επαφές είναι χρήσιμες για την επίλυση των πολυάριθμων πρακτικών προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της γεωργικής πολιτικής. Η κατάργησή τους θα μπορούσε να παραβλάψει την εύρυθμη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Είναι αυτονόητο ότι η εύρυθμη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής συγκαταλέγεται στα ζωτικά συμφέροντα της Κοινότητας. Θεωρώ ωστόσο ότι, εν προκειμένω, η εξέταση του εμπλεκομένου υπαλλήλου ως μάρτυρα δεν θέτει σε κίνδυνο την εν λόγω εύρυθμη λειτουργία. Πρώτον, δεν είναι ακριβές ότι ο υπάλληλος καλείται να δώσει εξηγήσεις ενώπιον ολλανδικού δικαστηρίου για τις πληροφορίες που παρέσχε στον Produktschap. Θα του ζητηθεί μόνο να καταθέσει για το τί δηλώσεις έκανε. 'Αλλωστε, και κυρίως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (την οποία, άλλωστε, επικαλείται και η Επιτροπή), οι δηλώσεις υπαλλήλων της Επιτροπής προς τις εθνικές αρχές σχετικά με την
εφαρμογή της γεωργικής νομοθεσίας δεν δεσμεύουν επίσημα την Επιτροπή (15), όπως, άλλωστε, η εκ μέρους κοινοτικού υπαλλήλου εσφαλμένη ερμηνεία κοινοτικής διατάξεως δεν συνιστά, πλην εξαιρέσεων, υπηρεσιακό πταίσμα του υπαλλήλου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στη νομολογία του (16). Οι εθνικές αρχές ενεργούν με δική τους ευθύνη, ακόμη και όταν βασίζονται σε δηλώσεις υπαλλήλων της Επιτροπής. Επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι με ποιον τρόπο η μαρτυρική κατάθεση του κληθέντος υπαλλήλου σχετικά με τις πληροφορίες που παρέσχε στον Produktschap θα υποχρέωνε την Επιτροπή να μεταβάλει την ισχύουσα πρακτική της συνεργασίας με τις εθνικές αρχές.
Μαρτυρική κατάθεση σχετικά με πληροφορίες παρασχεθείσες σε εθνική διοίκηση από υπάλληλο της Επιτροπής θα μπορούσε πράγματι να επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία της γεωργικής πολιτικής στην περίπτωση που θα επρόκειτο για πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως. Ωστόσο, οι δοθείσες πληροφορίες για τις οποίες πρόκειται εν προκειμένω αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο εθνικός φορέας πρέπει να εφαρμόσει μια κοινοτική ρύθμιση σε ιδιώτες τους οποίους, επομένως, οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν άμεσα. Τέτοιες πληροφορίες προορίζονται, ως εκ της φύσεώς τους, για ιδιώτες, οπότε δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό πώς θα μπορούσαν να έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα.
13. Στο υπόμνημα αντικρούσεώς της η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η άρνηση παροχής της αιτηθείσας αδείας δικαιολογείται από το γεγονός ότι η
κατάθεση του υπαλλήλου της ως μάρτυρα ουδόλως θα μετέβαλε την κατάσταση της προσφεύγουσας, ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε άμεση επαφή μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής και ότι η τελευταία δεν μπορεί να επιτρέψει σε έναν από τους υπαλλήλους της να υποχρεωθεί, στο πλαίσιο της μαρτυρικής του καταθέσεως, να ερμηνεύσει κανονιστικό κείμενο της Επιτροπής. Τα δύο πρώτα επιχειρήματα δεν άπτονται βεβαίως των συμφερόντων των Κοινοτήτων και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία για την άρνηση παροχής της αιτηθείσας αδείας. Σε τελική ανάλυση άλλωστε, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια, στο πλαίσιο ενδεχομένης δίκης επί της ουσίας, να κρίνουν αν η μαρτυρία του υπαλλήλου της Επιτροπής μπορεί να μεταβάλει την κατάσταση της προσφεύγουσας. 'Οσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι είναι ανακριβές ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ζητείται από τον υπάλληλό της να ερμηνεύσει το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο. 'Οπως επισήμανα ανωτέρω, θα του ζητηθεί απλώς να αναφέρει τι ανακοίνωσε στον Produktschap.
14. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 19 του ΚΥΚ, η άρνηση παροχής αδείας στον υπάλληλο να καταθέσει ως μάρτυρας επιτρέπεται μόνον εφόσον η εν λόγω άρνηση δεν μπορεί να συνεπάγεται ποινικές συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση ισχύει σωρευτικώς με την πρώτη που εξετάστηκε ήδη (σημεία 11 έως 13), υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση που το κοινοτικό συμφέρον δικαιολογεί άρνηση παροχής της αδείας, ενδέχεται, παρά ταύτα, να πρέπει να δοθεί η άδεια λόγω του κινδύνου ποινικής διώξεως κατά του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Δεδομένου ότι κατέληξα ήδη στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η άρνηση παροχής της αιτηθείσας αδείας δεν δικαιολογείται από το κοινοτικό συμφέρον, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί η δεύτερη αυτή προϋπόθεση.
Πρόταση
15. Με βάση τα προεκτεθέντα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε ανεπαρκώς την άρνησή της να επιτρέψει στον υπάλληλό της να καταθέσει ως μάρτυρας, καθότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέθεσε λόγο συνδεόμενο με τα "συμφέροντα των Κοινοτήτων" όπως επιβάλλει το άρθρο 19 του ΚΥΚ. Περαιτέρω, ούτε οι λόγοι που επικαλέστηκε εκ των υστέρων η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως μπορούν να θεωρηθούν ότι άπτονται του εν λόγω κοινοτικού συμφέροντος. Επομένως, η απόφαση είναι εν πάση περιπτώσει ανεπαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) ΕΕ L 241, σ. 6.
(2) ΕΕ L 268, σ. 59.
(3) Υπόθ. 354/87, Weddel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3847, σκέψεις 35 και 36). Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ούτε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ούτε η αρχή της ασφαλείας δικαίου. Το Δικαστήριο δέχθηκε ιδίως ότι ο επίδικος κανόνας περί ανωτάτου ορίου δεν ήταν παράνομος, καθότι δεν επρόκειτο για νέο κανόνα αλλά απλώς για διευκρίνιση και αναγκαίο παρακολούθημα της ήδη υφισταμένης κοινοτικής νομοθεσίας.
(4) Βλ. την αίτηση για τη διεξαγωγή προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων που κατατέθηκε ενώπιον του arrondissementsrechtbank, σημείο 1, παράρτημα 3 β, της υπό συζήτηση προσφυγής.
(5) Βλ. παράρτημα 3 α της προσφυγής σχετικά με τον σκοπό της προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων και τις διατάξεις που τη διέπουν. Βλ., επίσης, παράρτημα 3 β, ήτοι την αίτηση διεξαγωγής προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων που κατατέθηκε ενώπιον του arrondissementsrechtbank.
(6) Βλ. τη Διάταξη του arrondissementsrechtbank, παράρτημα 3 γ της προσφυγής.
(7) Προσφυγή, σ. 7, και έκθεση περί της εξετάσεως μαρτύρων της 16ης Ιανουαρίου 1990, παράρτημα 4 της προσφυγής. Βλ. ιδίως σ. 7, κατάθεση του επικεφαλής της διευθύνσεως "νομοθεσία ΕΟΚ" του Produktschap, και σ. 10-11, κατάθεση του επικεφαλής της κυρίας διευθύνσεως "προϊόντα κρέατος και πουλερικών" της διευθύνσεως "θέματα οργανώσεως της αγοράς".
(8) Το έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 1989 απευθύνθηκε σε υπάλληλο της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής (παράρτημα 6 β της προσφυγής). Το έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1989 απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής (παράρτημα 6 δ της προσφυγής). Οι υποβληθείσες με τα έγγραφα αυτά αιτήσεις ήσαν πρώιμες, καθότι το arrondissementsrechtbank έκανε δεκτή την αίτηση της Weddel για διεξαγωγή προσωρινής εξετάσεως μαρτύρων μόλις στις 11 Δεκεμβρίου 1989. Με το από 14 Δεκεμβρίου 1989 έγγραφο προς τον Γενικό Διευθυντή Γεωργίας, η Επιτροπή έλαβε γνώση της κλήσεως του υπαλλήλου της να εμφανιστεί ως μάρτυρας στις 23 Ιανουαρίου 1990.
(9) Βλ. το εσωτερικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως της Επιτροπής προς τον εμπλεκόμενο υπάλληλο, που φέρει ημερομηνία από 11 Ιανουαρίου 1990, παράρτημα 2 β της προσφυγής.
(10) 'Εγγραφο του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής από 12 Ιανουαρίου 1990, παράρτημα 2 α της προσφυγής.
(11) Βλ. τα έγγραφα της 15ης και 29ης Νοεμβρίου 1989, στα οποία έγινε αναφορά στην υποσημείωση 8.
(12) Βλ. ανωτέρω, σημείο 8. Η απόδοση του εν λόγω κειμένου σε άλλες γλώσσες συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής. Παραδείγματος χάρη, το ολλανδικό κείμενο διατυπώνεται ως εξής: "hetgeen hij in verband met zijn ambtsbezigheden heeft bevonden" στην αγγλική γλώσσα το κείμενο διατυπώνεται ως εξής: "(...) information of which he has knowledge by reason of his duties" το γερμανικό κείμενο: "(...) bei seiner amtlichen Taetigkeit bekannt gewordenen Tatsachen", και το ιταλικό κείμενο: "(...) fatti di cui sia venuto a conoscenza a causa del suo ufficio".
(13) Βλ. παράρτημα 2 β της προσφυγής.
(14) Βλ. σκέψη 18 της Διατάξεως.
(15) Βλ., π.χ.: αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1983, 188/82, Thyssen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3721) της 10ης Ιουνίου 1982, 217/81, Interagra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2233) και της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex κατά Επιτροπής (Rec. 1980, σ. 1299).
(16) Απόφαση της 28ης Μαΐου 1970, 19/69, 20/69, 25/69 και 30/69, Richez-Parisis κατά Επιτροπής (Jurispr. 1970, σ. 325, σκέψη 36).
Full & Egal Universal Law Academy