Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Πριν από μερικά χρόνια, συγκεκριμένα στις 2 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι παρέβη υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από την οδηγία 76/160/ΕΟΚ (1) περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως. Κατά την Επιτροπή, τα ύδατα της περιοχής κολυμβήσεως του Blackpool και της παρακείμενης στο Formby και στο Southport περιοχής κολυμβήσεως δεν ανταποκρίνονται στις ποιοτικές απαιτήσεις της οδηγίας, πράγμα το οποίο συνιστά παράβαση του άρθρου 4 της οδηγίας.
2. Κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προφορικής διαδικασίας, τον Οκτώβριο του 1992, η προσφυγή στηριζόταν στις αιτιάσεις ότι τα ύδατα κολυμβήσεως των περιοχών του Blackpool, του Southport και, εν μέρει, του Ainsdale δεν ήταν σύμφωνα προς τις τιμές που καθόριζε η οδηγία. Η αιτίαση που αφορούσε την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως του Formby είχε ήδη αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
3. Εδώ και κάποιον καιρό έχουν προγραμματιστεί έργα που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας του ύδατος, αλλά δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατή η πραγματοποίησή τους αν και η προφορική διαδικασία αναβλήθηκε δυο φορές. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εμμένει στην προσφυγή της και ζητεί να καταδικαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω μη τηρήσεως των οριακών τιμών που καθορίζει το άρθρο 3 της οδηγίας.
4. Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Β * Νομική εκτίμηση
1. Το παραδεκτό
5. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει διάφορες ενστάσεις απαραδέκτου, αλλά δεν διαχωρίζει τους συναφείς ισχυρισμούς από την επιχειρηματολογία του κατά του βασίμου της προσφυγής. Τα επιχειρήματα κατά του παραδεκτού της προσφυγής, αφενός, και κατά του βασίμου αυτής, αφετέρου, επικαλύπτονται σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι δύσκολο να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της εξετάσεως του παραδεκτού και της εξετάσεως της ουσίας.
6. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ενστάσεις απαραδέκτου αντλούμενες κατ' ουσίαν από τη συμπεριφορά της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διοικητικής φάσεως. Η Επιτροπή δεν έλαβε θέση επί των κριτηρίων που διατυπώθηκαν και κοινοποιήθηκαν το 1979, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των υδάτων ως υδάτων κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας, πράγμα το οποίο ισοδυναμούσε με έγκριση των κριτηρίων αυτών. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως χωρίς προηγουμένως να έχει διατυπώσει την άποψή της επί των κριτηρίων αυτών. Το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να διευκρινίσει προηγουμένως τη θέση της συνιστά αυτοτελή παράβαση της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας υπό την έννοια του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα το οποίο συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής. Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να λάβει, εντός της προθεσμίας των δυο μηνών που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, άλλα λογικώς δυνατά μέτρα εκτός αυτών που είχε ήδη λάβει τότε.
7. Κατά το μέτρο που το Ηνωμένο Βασίλειο αντλεί τα επιχειρήματά του προς στήριξη των ενστάσεων απαραδέκτου από τους ισχυρισμούς που προβάλλει κατά του βασίμου της προσφυγής, οι αμυντικοί ισχυρισμοί της Επιτροπής άπτονται ωσαύτως των προβλημάτων ουσίας που ανακύπτουν εν προκειμένω.
8. Τα επιχειρήματα της Επιτροπής που αφορούν το παραδεκτό μπορούν να συνοψισθούν εν συντομία στο ότι δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο προσέδιδε στα κριτήρια προσδιορισμού των υδάτων κολυμβήσεως που διατύπωσε το 1979 έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τόσον την καθ' ύλην όσο και τη διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν είχε κανένα λόγο να κινήσει τη σχετική διαδικασία. Ακόμη και αν υποτεθεί, ωστόσο, ότι η Επιτροπή κακώς δεν ενήργησε, τούτο δεν -δικαιολογεί την εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου παραβίαση της Συνθήκης. Επιπλέον, η απόφαση περί του αν θα κινήσει ή όχι τη διαδικασία λόγω παραβάσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής.
9. Όσον αφορά την τελευταία αυτή εναντίωση, συντάσσομαι κατ' ουσίαν με τη γνώμη της Επιτροπής, ότι η κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως εμπίπτει στη δική της διακριτική ευχέρεια. Δεν υπάρχει συναφής υποχρέωση επεμβάσεως της Επιτροπής, της οποίας να μπορεί να γίνει επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων. Πρόκειται αντιθέτως περί δυνατότητας ενεργείας.
10. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν ενεργεί στο πλαίσιο νομικού κενού, υπό την έννοια ότι η ελευθερία της Επιτροπής όσον αφορά τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει νομικούς περιορισμούς. Ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να ανακύψει, επί παραδείγματι, από το γεγονός ότι έχει ήδη παύσει προηγουμένως η παράβαση (2).
11. Τούτο όμως δεν ισχύει εν προκειμένω. Είναι αναμφισβήτητο ότι, ακόμη και κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, τα ύδατα κολυμβήσεως που αφορά η παρούσα υπόθεση δεν ανταποκρίνονταν ακόμη στους ποιοτικούς κανόνες της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ. Οι απόψεις των διαδίκων διίστανται ως προς το αν η κατάσταση αυτή πρέπει να θεωρηθεί παραβίαση της Συνθήκης ή αν, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν υπάρχει παραβίαση. Ωστόσο, η προβληματική αυτή αποτελεί πράγματι κλασσική περίπτωση της εξετάσεως της ουσίας κατά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους. Εφόσον η Επιτροπή θεωρεί ότι ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή μια συγκεκριμένη νομική κατάσταση αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο, έχει την ευχέρεια να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.
12. Παρά ταύτα, θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα αν η Επιτροπή, λόγω της προηγουμένης συμπεριφοράς της, απώλεσε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή, υπό την έννοια ότι δημιούργησε την εντύπωση στο κράτος μέλος ότι ενεργούσε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και κατόπιν άλλαξε γνώμη κατά τη στιγμή που το κράτος μέλος δεν ήταν πλέον αντικειμενικά σε θέση να ανταποκριθεί εγκαίρως στις υποχρεώσεις του.
13. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι ένα τέτοιο στοιχείο εμπιστοσύνης απορρέει από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε αντιρρήσεις κατά των κριτηρίων που κοινοποιήθηκαν το 1979 και αφορούσαν τον προσδιορισμό των υδάτων κολυμβήσεως.
14. Θα ήθελα κατ' αρχάς να επισημάνω ότι το 1979 δεν είχε ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία που είχε ταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, για την επίτευξη των στόχων που καθόρισε η οδηγία. Μέχρι το τέλος του 1981 μπορούσαν ακόμη να επιτρέπονται και παρεκκλίσεις υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας. Φαίνεται ότι ούτε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αγνοούσε το γεγονός αυτό, διότι στο σημείο 2 του επιμάχου εγγράφου διευκρίνιζε τα εξής:
"2. (...) 'τα ύδατα κολυμβήσεως' πρέπει να ελέγχονται τακτικά και εφόσον η ποιότητά τους δεν είναι σύμφωνη προς τις ποιοτικές απαιτήσεις της οδηγίας πρέπει να καταστεί σύμφωνη προς αυτές μέχρι τον Δεκέμβριο του 1985. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις, εάν, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1981, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή την πρόθεσή της να παράσχει περισσότερο χρόνο και έχει δικαιολογήσει την απόφασή της βάσει σχεδίου διαχειρίσεως των εν λόγω υδάτων (...)" (3).
15. Το εν λόγω έγγραφο καλούσε τις αρμόδιες αρχές να καθορίσουν τα ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας προκειμένου να εξασφαλιστεί ο έλεγχός τους. Όσον αφορά τον σαφή καθορισμό συγκεκριμένων υδάτων κολυμβήσεως, το έγγραφο έχει ακόμη προσωρινό χαρακτήρα:
"Οι αποφάσεις περί του αν μια συγκεκριμένη επιφάνεια ύδατος εμπίπτει στον δεύτερο ορισμό ΕΟΚ πρέπει να βασίζονται στο βαθμό χρήσεώς της από τους λουομένους που πράγματι εισέρχονται στο νερό. Η υπηρεσία υδάτων και το αρμόδιο περιφερειακό συμβούλιο πρέπει να εξετάζουν από κοινού αν στη συγκεκριμένη επιφάνεια ύδατος 'συνηθίζεται η κολύμβηση από μεγάλο αριθμό λουομένων' , έχοντας υπόψη τους τις κατευθυντήριες αρχές και το Παράρτημα Α. Οι υπηρεσίες υδάτων πρέπει να αποστείλουν το συντομότερο δυνατόν στο Υπουργείο Περιβάλλοντος κατάλογο των υδάτων ως προς τα οποία έχει συμφωνηθεί ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Κάθε διαφωνία μεταξύ της υπηρεσίας υδάτων και του περιφερειακού συμβουλίου πρέπει να υποβάλλεται στην κρίση του Υπουργείου Περιβάλλοντος ή του Welsh Office, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 ανωτέρω" (4).
16. Οι κατευθυντήριες γραμμές του παραρτήματος Α, στις οποίες παραπέμπει το έγγραφο, ουδόλως δίνουν την εντύπωση ότι καθορίζουν οριστικά ποια ύδατα αποτελούν ύδατα κολυμβήσεως:
"4. (...) Στις υπηρεσίες υδάτων εναπόκειται να αποφασίσουν περί της μεθόδου εκτιμήσεως του βαθμού χρήσεως των υδάτων, αλλά στην παράγραφο 6, κατωτέρω, παρέχονται κάποιες κατευθύνσεις ως προς τον αναμενόμενο κατά το Υπουργείο και το Welsh Office αριθμό των λουομένων σε μια παραλία που προσελκύει 'μεγάλο αριθμό' λουομένων" (5).
17. Η παράγραφος 6 ορίζει τα εξής:
"6. Το Υπουργείο και το Welsh Office δεν θεωρούν ότι οι επιφάνειες ύδατος μπορούν να χαρακτηρίζονται ως 'ύδατα κολυμβήσεως' υπό την έννοια της οδηγίας, εκτός αν έχει υπολογιστεί ότι σε κάποιο χρονικό σημείο της περιόδου κολυμβήσεως τουλάχιστον 500 άτομα είχαν εισέλθει στο νερό (ανεξαρτήτως του μήκους της εν λόγω επιφανείας ύδατος). 'Ολες οι επιφάνειες ύδατος στις οποίες ο αριθμός των λουομένων έχει υπολογιστεί σε περισσοτέρους των 1500 ανά μίλι χαρακτηρίζονται ως ύδατα κολυμβήσεως. Όπου ο αριθμός των λουομένων έχει υπολογιστεί μεταξύ 750 και 1500 ανά μίλι, οι υπηρεσίες υδάτων και τα περιφερειακά συμβούλια πρέπει να εξετάζουν από κοινού αν τα εν λόγω ύδατα χρησιμοποιούνται από αρκετούς λουομένους ώστε να χαρακτηρίζονται ως ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας" (6).
18. Πράγματι, στο σημείο αυτό παρατίθενται για πρώτη φορά συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία. Τίποτα δεν δημιουργούσε την εντύπωση ότι δεν έχουν καθορισθεί ορθώς, πολλώ δε μάλλον εφόσον, λόγω της ευρείας διατυπώσεώς τους, δεν υπήρχε λόγος να θεωρηθούν ως απόλυτα κριτήρια αποκλεισμού.
19. Το γεγονός ότι ο Επιτροπή δεν εναντιώθηκε κατά των κριτηρίων που διατυπώθηκαν για τον καθορισμό υδάτων κολυμβήσεως, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας, δεν την εμποδίζει να ασχοληθεί πολύ αργότερα, εφόσον δεν έχουν επιτευχθεί τα αναμενόμενα από την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών αποτελέσματα, με την ανεπαρκή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο που οφείλεται ιδίως στη διστακτικότητα κατά την πρακτική του χαρακτηρισμού των υδάτων ως υδάτων κολυμβήσεως. Επιπλέον, όπως παρατήρησε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού, σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, τα επίμαχα εν προκειμένω ύδατα έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας.
20. Ουδόλως δημιουργήθηκαν στοιχεία εμπιστοσύνης αντιτάξιμα στην άσκηση προσφυγής εκ μέρους της Επιτροπής λόγω ανεπαρκούς εφαρμογής της οδηγίας. Ενόψει της χρονολογίας και του περιεχομένου των εγγράφων που της κοινοποιήθηκαν, η Επιτροπή δικαίως τήρησε στάση αναμονής.
21. Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των κριτηρίων μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής παράβαση της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας υπό την έννοια του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφενός, το άρθρο 5 δεν θεσπίζει καμία υποχρέωση της Επιτροπής. Οι υποχρεώσεις της Επιτροπής απορρέουν από άλλες διατάξεις της Συνθήκης. Αφετέρου, με την προσφυγή της, η Επιτροπή δεν βάλλει κατά των κριτηρίων αυτών καθαυτών. Όπως έχει εκθέσει η Επιτροπή, η ορθή εφαρμογή των κριτηρίων αυτών θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα να εμπίπτουν τα ύδατα κολυμβήσεως, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η Επιτροπή δεν χρειάστηκε να αμφισβητήσει την ορθότητα των κριτηρίων προκειμένου να δικαιολογήσει τις αιτιάσεις της. Παρά ταύτα, το Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο των αμυντικών του ισχυρισμών, προσέδωσε μεγάλη σημασία στα κριτήρια.
22. Ακόμη και αν η Επιτροπή είχε θεωρήσει ότι τα κριτήρια έπρεπε να τύχουν διαφορετικής νομικής εκτιμήσεως από αυτήν που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν θα χρειαζόταν να κινήσει προκριματική διαδικασία προηγουμένη της προς της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας για να ενημερώσει συναφώς το κράτος μέλος. Αντιθέτως, ο λόγος υπάρξεως της διοικητικής φάσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως συνίσταται στην εξάλειψη των διαστάσεων απόψεων, ερμηνευτικών συγκρούσεων και άλλων παρομοίων διαφωνιών, προκειμένου να επιτευχθεί η φιλική διευθέτηση της υποθέσεως.
23. Συνεπώς, η άποψη που υιοθέτησε η Επιτροπή ως προς τα εν λόγω κριτήρια πριν από την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της προσφυγής.
24. Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν λογικώς δυνατά μέτρα εντός της δίμηνης προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζεται στην άποψη ότι ήταν φυσικώς αδύνατον να ληφθούν μέτρα για να τακτοποιηθεί η κατάσταση. Ανεξαρτήτως της απόψεως επί του ζητήματος αν έπρεπε να έχουν ληφθεί μέτρα και, αν ναι, ποια, θα ήταν εν πάση περιπτώσει εύλογο να απαγορευθεί η κολύμβηση στα μολυσμένα ύδατα. Το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό με εσωτερικά έγγραφα δεν ασκεί επίδραση στις υποχρεώσεις του κράτους μέλους αυτού από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε ενδεχομένως να φροντίσει επίσης να διαθέσει κονδύλια για την επιτάχυνση των απαραίτητων έργων. Όποιο ενδεχόμενο και αν γίνει δεκτό, δεν πρόκειται εν πάση περιπτώσει περί πραγματικής αδυναμίας.
25. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η δίμηνη προθεσμία παρέχεται στο κράτος μέλος προκειμένου να προετοιμάσει τους αμυντικούς ισχυρισμούς του. Στην περίπτωση που η τακτοποίηση της καταστάσεως απαιτεί μεγαλύτερη προθεσμία είτε επειδή πρέπει να ληφθούν νομοθετικά μέτρα είτε επειδή πρέπει να επέλθουν υλικές μεταβολές στο περιβάλλον, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δεν επιτρέπει να συναχθεί το απαράδεκτο της προσφυγής από τις περιστάσεις αυτές. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να κινηθεί η διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους μέλους το οποίο προκάλεσε σοβαρές καθυστερήσεις στην εκτέλεση των απαραιτήτων έργων, πράγμα το οποίο θα ερχόταν σε αντίθεση με αυτόν τούτον τον σκοπό της διαδικασίας αυτής.
26. Η Επιτροπή, ειρήσθω εν παρόδω, εφήρμοσε την προθεσμία των δύο μηνών κατά τρόπο κάθε άλλο παρά τυπολατρικό. Οι αιτιολογημένες γνώμες χρονολογούνται από τον Φεβρουάριο του 1988. Η προσφυγή ασκήθηκε τον Μάρτιο του 1990 και η προφορική διαδικασία αναβλήθηκε εν τέλει δυο φορές με τη συναίνεση της Επιτροπής, η δε δεύτερη αναβολή δόθηκε το καλοκαίρι του 1992, μέχρι τον Οκτώβριο του 1992.
27. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
2. Το βάσιμο
α) Επί των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία
28. Πριν εξετάσω το ζήτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 76/160/ΕΟΚ, πρέπει να δώσω έναν αφηρημένον ορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία. Η οδηγία θεσπίζει υποχρεώσεις η φύση των οποίων ποικίλλει. Πρώτον, επιβάλλει τη θέσπιση των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη συμμόρφωση προς την οδηγία. Για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής χορηγήθηκε στα κράτη μέλη διετής προθεσμία από της κοινοποιήσεως της οδηγίας (7). Στο Ηνωμένο Βασίλειο η προθεσμία αυτή εξέπνευσε στις 31 Δεκεμβρίου 1977, αφού η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1975.
29. Εκτός από την υποχρέωση λήψεως νομοθετικών μέτρων, η οδηγία επιβάλλει την υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένων οριακών τιμών ως προς την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως. Για να εξασφαλίσουν τα κράτη μέλη τη συμμόρφωση προς τους κανόνες αυτούς, τους χορηγήθηκε σαφώς μεγαλύτερη, δηλαδή δεκαετής, προθεσμία (8). Η προθεσμία αυτή, ασυνήθιστης διάρκειας για την εφαρμογή οδηγίας, εμφαίνει ήδη ότι κατά την έκδοση της οδηγίας ήταν αναμενόμενο ότι θα υπήρχαν ενδεχομένως δυσκολίες στην τήρηση των οριακών τιμών.
30. Εκτός από τη δεκαετή προσθεσμία, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ζητηθεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση προς τους προβλεπόμενους κανόνες. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να τηρηθεί ορισμένη διαδικασία. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, οι λόγοι που δικαιολογούν μια τέτοια παρέκκλιση, βασιζόμενοι επί σχεδίου διαχειρίσεως των υδάτων, πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή το αργότερο εντός προθεσμίας έξι ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
31. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να προσπαθήσουν να προσδιορίσουν, κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων ετών, τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να υπάρξουν δυσκολίες κατά τη συμμόρφωση προς τους ποιοτικούς κανόνες, προκειμένου να καταρτισθούν σχέδια για την αντιμετώπισή τους. Οι διοικητικές αρχές πρέπει να έχουν σφαιρική εικόνα της καταστάσεως τέσσερα χρόνια πριν από την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
β) Επί του προσδιορισμού των υδάτων κολυμβήσεως, υπό την έννοια της οδηγίας, ως αφετηρίας της προθεσμίας
32. Σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά την έννοια των υδάτων κολυμβήσεως κατά την οδηγία, η δεκαετής προθεσμία για την επίτευξη της συμμορφώσεως προς τις οριακές τιμές δεν αρχίζει να τρέχει παρά μόνον από τη στιγμή που τα εν λόγω ύδατα χαρακτηρίστηκαν ως ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας. Τούτο σημαίνει, όσον αφορά τα επίδικα ύδατα κολυμβήσεως, ότι κατόπιν του χαρακτηρισμού τους ως υδάτων κολυμβήσεως το 1987, δεν πρέπει να ανταποκρίνονται στα ποιοτικά επίπεδα που καθορίζει η οδηγία παρά από το 1997.
33. Περισσότερα από ένα στοιχεία αντιστρατεύονται την ερμηνεία αυτή. Αφενός, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ρητώς την κοινοποίηση της οδηγίας ως αφετηρία της δεκαετούς προθεσμίας. Η κοινοποίηση μιας οδηγίας πραγματοποιείται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, εν προκειμένω την 31η Δεκεμβρίου 1975, η οποία δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ελεύθερης διαθέσεως.
34. Δεύτερον, ουδόλως γίνεται λόγος στην οδηγία περί ορισμού των υδάτων κολυμβήσεως ο οποίος θα αποτελούσε συστατικό στοιχείο για την εφαρμογή της οδηγίας. Αν ήταν δυνατόν ο χαρακτηρισμός υδάτων ως υδάτων κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας να αποτελεί προϋπόθεση της δυνατότητας εφαρμογής των διατάξεων, τούτο θα έπρεπε τουλάχιστον να απορρέει από την οδηγία αυτή καθαυτή. Η οδηγία πάντως δεν επιτρέπει τέτοια ερμηνεία. Δεδομένου ότι η οδηγία επιβάλλει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την πραγματοποίηση των στόχων της, η ερμηνεία που έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν προσωρινώς πολλά ύδατα κολυμβήσεως εκτός του πεδίου εφαρμογής της αντιβαίνει προς την οδηγία. Ελλείψει συναφών ενδείξεων, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η άποψη ότι το κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να προσδιορίζει σε ποια ύδατα κολυμβήσεως, υπό την έννοια της οδηγίας, εφαρμόζονται οι κανόνες της οδηγίας.
γ) Επί της φύσεως των κριτηρίων χαρακτηρισμού των υδάτων
35. Εξάλλου, είναι πολύ πιθανόν να ανακύψουν δυσκολίες εφαρμογής στην πράξη, ιδίως όταν οι αρχές του κράτους πρέπει να αποφανθούν επί του ζητήματος αν ορισμένα ύδατα κολυμβήσεως αποτελούν πράγματι ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας, με συνέπεια οι κανόνες που θεσπίζει η οδηγία να είναι υποχρεωτικοί και να πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες τις οποίες προβλέπει, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των κανόνων. Συγκεκριμένα, τα ύδατα στα οποία η κολύμβηση είναι περιστασιακή δεν αποτελούν κατ' ανάγκη ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α', νοούνται ως ύδατα κολυμβήσεως
"(...) τα γλυκέα ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα ή μέρη αυτών, όπως και το ύδωρ της θαλάσσης, στα οποία η κολύμβηση:
* επιτρέπεται σαφώς από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους,
* ή δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων
(...)"
36. Η πιθανότητα να επιτρέπεται ρητώς η κολύμβηση έχει δευτερεύουσα μόνο σημασία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μπορεί όμως κανείς αναμφιβόλως να διερωτηθεί ποια είναι η έννοια του "μεγάλου αριθμού" λουομένων. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας σε ολόκληρο το έδαφος του κράτους μέλους και μάλιστα και της Κοινότητας, είναι όχι μόνον δυνατόν αλλά και χρήσιμο να βοηθούν τα κράτη μέλη τις αρχές τους παρέχοντάς τους κριτήρια εφαρμογής. Υπό την έννοια αυτή πρέπει να νοείται ο προσδιορισμός των υδάτων κολυμβήσεως που προβλέπει το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, το έγγραφο που προβλέπει τον προσδιορισμό των υδάτων κολυμβήσεως συνάδει προς την ερμηνεία αυτή. Αφενός, στο έγγραφο αυτό γίνεται μνεία των προθεσμιών για την εφαρμογή της οδηγίας και την υλοποίηση των στόχων της. Αφετέρου, το έγγραφο θεσπίζει κριτήρια τα οποία ρητώς αποσκοπούν στο να καταστήσουν δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση.
37. Στην αλληλουχία αυτή, είναι επίσης χρήσιμη η διαμόρφωση κριτηρίων, καθόσον συγκεκριμενοποιούν τον αφηρημένο ορισμό των υδάτων κολυμβήσεως της οδηγίας. Ωστόσο, δεν πρέπει να τροποποιείται με τα κριτήρια αυτά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Διαφορετικά, το κράτος μέλος θα είναι σε τελική ανάλυση ελεύθερο να αποφασίζει αν οι κανόνες της οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται ή όχι επί συγκεκριμένων υδάτων. Η θέσπιση κριτηρίων που περιορίζουν ή διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν συνιστά ορθή εφαρμογή της οδηγίας.
38. Διαπιστώνεται όντως ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει δικαίωμα να εξαιρέσει ορισμένα ύδατα κολυμβήσεως από την καθ' ύλην ή τη διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας, ούτε εφαρμόζοντας περιοριστικά κριτήρια ούτε τροποποιώντας το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η οδηγία.
39. Πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι τα επίδικα ύδατα κολυμβήσεως αποτελούν ύδατα κολυμβήσεως υπό την έννοια της οδηγίας. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε, χωρίς να προβληθούν αντιρρήσεις επί του σημείου αυτού, ότι οι παραλίες έπρεπε να θεωρηθούν ως ύδατα κολυμβήσεως ακόμη και κατά τα αρχικά κριτήρια του 1979. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο προέβη το 1987 στον επίσημο χαρακτηρισμό των επιμάχων υδάτων, πράγμα το οποίο γνωστοποίησε στην Επιτροπή με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 1988. Στον προβαλλόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο αμυντικό ισχυρισμό ότι ο χαρακτηρισμός των υδάτων αυτών ως υδάτων κολυμβήσεως κατέστη δυνατός μόνον κατόπιν της διαμορφώσεως νέων κριτηρίων εν τω μεταξύ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όπως έχει εκτεθεί, το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από την τροποποίηση των διατάξεων εφαρμογής. Η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου βάλλει κατά της ορθότητας των αρχικών κριτηρίων, αλλά, σε τελική ανάλυση, δεν χρειάζεται να επιλυθεί το ζήτημα αυτό εν προκειμένω. Αντιθέτως, αρκεί η διαπίστωση ότι τα επίδικα ύδατα ενέπιπταν, εξαρχής, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι στο τέλος του έτους 1985 η ποιότητά τους έπρεπε να είναι σύμφωνη με τους ποιοτικούς κανόνες της οδηγίας, καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση παρεκκλίσεως.
δ) Επί των παρεκκλίσεων της οδηγίας
40. Η οδηγία περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις που θεσπίζουν παρεκκλίσεις: αναφέρω πρώτα το άρθρο 4, παράγραφος 3, μνεία του οποίου έχει ήδη γίνει ανωτέρω και το οποίο καθιστά δυνατή την παράταση της δεκαετούς προςθεσμίας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
41. Εκτός από το άρθρο 4, παράγραφος 3, τα άρθρα 5, παράγραφος 3, και 8 θεσπίζουν παρεκκλίσεις. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, κάνει λόγο για τις δυσκολίες κατά την τήρηση των οριακών τιμών σε περίπτωση φυσικών φαινομένων. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
"Οι υπερβάσεις των τιμών που προβλέπονται στο άρθρο 3 δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ποσοστών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, όταν είναι αποτέλεσμα πλημμυρών, φυσικών καταστροφών ή εκτάκτων μετεωρολογικών συνθηκών."
42. Το άρθρο 8 επιτρέπει παρεκκλίσεις σε περίπτωση εξαιρετικών μετεωρολογικών, γεωγραφικών και φυσικών συνθηκών.
43. Εν προκειμένω, δεν έχει εφαρμογή καμία από τις διατάξεις που θεσπίζουν παρεκκλίσεις και ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 3, διότι η παρέκκλιση δεν κοινοποιήθηκε ούτε δικαιολογήθηκε εγκαίρως. Το Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο, θεωρεί ότι πληρούνται αντικειμενικώς όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας. Η παράλειψη κοινοποιήσεως στην Επιτροπή αποτελεί απλό διαδικαστικό σφάλμα το οποίο δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια να μην επιτρέπεται παρέκκλιση για τις εν λόγω παραλίες. Παρά ταύτα, τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου που αφορούν την παράταση της προθεσμίας είναι αντιφατικά, καθόσον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν ήταν δυνατή η έγκαιρη υποβολή αιτήσεως διότι δεν είχαν ακόμη καταρτισθεί τα σχέδια. Συνεπώς, δεν υπήρχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της παρεκκλίσεως.
44. Στη συνέχεια της αναλύσεώς μου, θα βασιστώ στην υπόθεση ότι, όπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, συνέτρεχαν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, ούτως ώστε να εξετάσω το ζήτημα αν το διαδικαστικό σφάλμα της παραλείψεως κοινοποιήσεως αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως που επιτρέπει παρέκκλιση.
45. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
"Σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τη 10ετή προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Οι αιτιολογίες μιας τέτοιας παρεκκλίσεως που θα βασίζονται επί σχεδίου διαχειρίσεως των υδάτων της σχετικής περιοχής πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός 6 ετών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας. Η Επιτροπή εξετάζει λεπτομερώς τις εν λόγω αιτιολογίες και ενδεχομένως προβαίνει σε σχετικές προτάσεις προς το Συμβούλιο."
46. Η διατύπωση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παρεκκλίσεις πρέπει, κατ' αρχάς, να επιτρέπονται ρητώς. Η κοινοποίηση προς την Επιτροπή νοείται ως υποχρέωση ("πρέπει"). Ο αυστηρός καθορισμός προθεσμιών συνηγορεί επίσης υπέρ του υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινοποιήσεως. Εν τέλει, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει, ενδεχομένως, τις κατάλληλες προτάσεις στο Συμβούλιο. Αν και η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει συγκεκριμένα μέτρα, πρέπει να λαμβάνει αρκετές πληροφορίες που να της παρέχουν τη δυνατότητα να εξετάζει την κατάσταση υπό το φως όλων των ουσιωδών στοιχείων και να συνάγει τα συμπεράσματά της.
47. Αν ήταν δυνατόν να επιτρέπεται παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, χωρίς καμία τυπική προϋπόθεση, τούτο θα κατέληγε απλώς σε ανεξέλεγκτη καθυστέρηση εφαρμογής της οδηγίας. Η τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων μπορεί, κατά την άποψή μου, να απαιτείται και από τις αρμόδιες αρχές. Θα πρέπει να είναι γενικώς ενήμερες για τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούν. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι είχαν πράγματι ενημερωθεί, όπως προκύπτει από το έγγραφο του 1979 (9). Εξάλλου, την 1η Δεκεμβρίου 1981, κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή αρκετές παρεκκλίσεις που δεν αφορούσαν όμως τα επίδικα ύδατα κολυμβήσεως. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παρέκκλιση επετράπη σιωπηρώς. Λόγω της καθυστερήσεως, η επίσημη γνωστοποίηση του προγράμματος έργων στο Blackpool με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 1986, στο οποίο αναγραφόταν ότι τα έργα έπρεπε να αρχίσουν το 1990, δεν μπορεί να δικαιολογήσει παράταση της προθεσμίας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3.
48. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται επικουρικώς ότι το κράτος μέλος, του οποίου το αίτημα παρεκκλίσεως απορρίπτεται αποκλειστικώς λόγω καθυστερημένης κοινοποιήσεως, εξομοιώνεται αδίκως με το κράτος μέλος το οποίο καθυστέρησε αδικαιολογήτως να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Κατά την άποψή μου, στον ισχυρισμό αυτόν πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αντικειμενική παράβαση των υποχρεώσεων πρέπει να συνεπάγεται το παράνομο της συμπεριφοράς, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν τούτο απορρέει από τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους.
ε) Περί της αδυναμίας συμμορφώσεως προς τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις
49. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται, τέλος, ότι η οδηγία δεν επιτρέπει να απαιτείται κάτι το αδύνατον. Η εκτέλεση των απαραιτήτων έργων εξυγιάνσεως δεν ήταν δυνατή εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν υλικές μεταβολές του περιβάλλοντος δεν μπορούν να θεωρούνται απόλυτες. Από το κράτος μέλος μπορεί να απαιτηθεί μόνο να λάβει όλα τα εφικτά μέτρα. Οι νομικές υποχρεώσεις ιδίως σε ζητήματα περιβάλλοντος δεν είναι δυνατόν να νοούνται ως υποχρεώσεις επιτεύξεως αποτελέσματος, διαφορετικά το κράτος μέλος θα έπρεπε να λογοδοτεί για γεγονότα και για τη συμπεριφορά τρίτων, επί των οποίων δεν έχει επιρροή. Δεν μπορεί να απαιτείται από το κράτος μέλος να εγγυηθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
50. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσει το Ηνωμένο Βασίλειο επιβάλλουν να δοθεί απάντηση στο ζήτημα της νομικής φύσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία. Η υποχρέωση θεσπίσεως, εντός διετούς προθεσμίας, όλων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την εφαρμογή της οδηγίας δεν δημιουργεί πρόβλημα. Το κράτος μέλος είναι πάντοτε υπεύθυνο για τη θέπιση των αναγκαίων νομοθετικών μέτρων και δεν μπορεί να προβάλει, ενδεχομένως, εσωτερικές δυσκολίες κατά τη νομοθετική διαδικασία, προκειμένου να μη συμμορφωθεί, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, με τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
51. Θα μπορούσε να γίνει δεκτή διαφορετική άποψη στην περίπτωση κατά την οποία πρέπει να επέλθουν υλικές μεταβολές στο περιβάλλον προκειμένου να πραγματοποιηθούν ορισμένοι στόχοι. Κατά συνέπεια, τίθεται το ζήτημα αν οι τιμές του άρθρου 3 της οδηγίας πρέπει οπωσδήποτε να επιτευχθούν εντός της δεκαετούς προθεσμίας, διαφορετικά το εμπλεκόμενο κράτος μέλος παραβιάζει τη Συνθήκη. Η υποχρέωση, όπως διατυπώνεται, είναι απόλυτη:
"Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να καταστεί η ποιότης των υδάτων κολυμβήσεως εντός προθεσμίας 10 ετών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας, σύμφωνη προς τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3."
52. Το γεγονός ότι μπορεί να ανακύψουν δυσκολίες κατά την επίτευξη των στόχων έχει ληφθεί υπόψη, καθόσον, αφενός, τάσσεται για την επίτευξη των στόχων μια ασυνήθιστα μακρά, δεκαετής, προθεσμία. Αφετέρου, όπως έχει εκτεθεί, είναι δυνατή η παράταση της προθεσμίας. Τέλος, η ενδεχόμενη περίπτωση φυσικών καταστροφών, εξαιρετικών μετεωρολογικών φαινομένων, εξαιρετικών γεωγραφικών συνθηκών ή φυσικών φαινομένων λαμβάνεται υπόψη με τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 8.
53. Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, η ύπαρξη της δυνατότητας παρεκκλίσεων δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι υποχρεώσεις συμμορφώσεως προς τις παραμέτρους δεν έχει απόλυτη αξία. Οι παρεκκλίσεις έχουν προβλεφθεί για την εξασφάλιση της αναγκαίας ελαστικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι και ο μηχανισμός αυτός αποτελεί ένδειξη ότι οι υποχρεώσεις από την οδηγία θα έπρεπε επίσης να εφαρμόζονται ελαστικά. Δεν μπορεί να απαιτείται αδύνατη πράξη.
54. Πάντως, νομίζω ότι οι διατάξεις που επιτρέπουν παρεκκλίσεις πρέπει να ερμηνεύονται ακριβώς αντίθετα. Η οδηγία 76/160/ΕΟΚ είναι διαρθρωμένη κατά τον ίδιο τρόπο με την οδηγία 80/778/ΕΟΚ περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (10). Ως προς την οδηγία αυτή, έχω δεχθεί (11) ότι οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενώς. Το Δικαστήριο δέχθηκε την ερμηνεία αυτή με δύο αποφάσεις (12). Ο κοινοτικός νομοθέτης διατήρησε, κατά την άποψή μου, την ίδια διάρθρωση των νομικών υποχρεώσεων στην οδηγία 76/160/ΕΟΚ. Εν προκειμένω, οι εξαιρέσεις πρέπει επίσης να ερμηνεύονται στενώς. Συνεπώς, τα κράτη μέλη υπέχουν οπωσδήποτε υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος από την οποία επιτρέπονται μόνον οι παρεκκλίσεις που έχουν ρητώς προβλεφθεί.
55. Κατά την άποψή μου, δεν επιδέχεται καμία αντίρρηση το γεγονός ότι το κράτος μέλος αποτελεί, έναντι της Επιτροπής, τον εγγυητή της επιτεύξεως ορισμένων στόχων. Όσον αφορά την ευθύνη για τη συμπεριφορά τρίτων, το κράτος μέλος διαθέτει τα μέσα που του επιτρέπουν να επιβάλλει ορισμένες συμπεριφορές, επί παραδείγματι νομοθετικά μέτρα.
56. Κατά τα λοιπά, η εξυγίανση των επιδίκων υδάτων κολυμβήσεως δεν εμπίπτει στην περίπτωση της πραγματικής αδυναμίας. Εφόσον τα αναγκαία έργα δεν άρχισαν παρά μόνο μετά την εκπνοή της δεκαετούς προθεσμίας, οι υποχρεώσεις δεν μπορούν πλέον να εκπληρωθούν εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν. Υπεύθυνο ωστόσο για την καθυστερημένη έναρξη των απαραίτητων έργων είναι αναμφισβήτητα το κράτος μέλος. Δεν χρειάζεται να επιλυθεί το ζήτημα αν η εφαρμογή της οδηγίας δεν μπορούσε να επιτευχθεί λόγω της εκτάσεως των έργων. Πράγματι, φαίνεται αμφίβολο ότι οργανώνονταν φάσεις μελετών επί αρκετά χρόνια πριν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα. Εν πάση περιπτώσει, το κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει παράταση της προθεσμίας του άρθρου 4, παράγραφος 3. Ωστόσο, τούτο προϋποθέτει να έχουν λάβει οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους απόφαση εντός της εξαετούς προθεσμίας ως προς τον τόπο και, ενδεχομένως, τη φύση των αναγκαίων έργων εξυγιάνσεως. Τούτο δεν νομίζω ότι αποτελεί παράλογη υποχρέωση.
57. Θεωρώ συνεπώς ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μεγάλη καθυστέρηση, τουλάχιστον δέκα ετών, από της εκπνοής της δεκαετούς προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη συμμόρφωση προς τις παραμέτρους που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, η οποία καθυστέρηση θα είναι μόνον δεκαετής, εφόσον τα προγραμματισθέντα έργα αρχίσουν σύντομα. Η μεγάλη καθυστέρηση στην εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο συνιστά παράβαση των άρθρων 5 και 189 της Συνθήκης ΕΟΚ.
58. Συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να καταδικασθεί όπως έχει ζητηθεί με την προσφυγή.
Γ * Πρόταση
59. Προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί τα εξής:
"1) Το Ηνωμένο Βασίλειο, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως των περιοχών κολυμβήσεως του Blackpool και πλησίον του Southport σύμφωνη προς τις οριακές τιμές του άρθρου 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής και από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Το Ηνωμένο Βασίλειο καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Οδηγία του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1975, ΕΕ ειδ. εκδ., 15/001, σ. 108.
(2) * Βλ. τις προτάσεις μου της 2ας Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση C-362/90, Συλλογή 1992, σ. 2359.
(3) * Βλ. το έγγραφο στο παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(4) * Βλ. το παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(5) * Συμπλήρωμα 2 του παραρτήματος 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(6) * Βλ. συμπλήρωμα 2 του παραρτήματος 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(7) * Βλ. άρθρο 12 της οδηγίας.
(8) * Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
(9) * Παράρτημα 2 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(10) * Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1980, ΕΕ ειδ. εκδ., 15/001, σ. 255.
(11) * Βλ. τις από 14 Δεκεμβρίου 1989 προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2821, και τις από 21 Ιανουαρίου 1992 προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-337/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1992, σ. Ι-6103.
(12) * Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1990, C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2821, και απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1992, C-337/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1992, σ. Ι-6103.
Full & Egal Universal Law Academy