Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα διαδικασία αφορά μία περίπτωση που επανέρχεται αρκετά συχνά στη νομολογία του Δικαστηρίου: οι φόροι υπέρ τρίτων που προορίζονται ειδικά για έναν δημόσιο οργανισμό προς χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του.
1. Ο εν λόγω φόρος αποτελεί φόρο που επιβάλλεται στα πετρελαιοειδή κατά το χρονικό σημείο της διαθέσεώς τους στο εμπόριο εντός της γαλλικής αγοράς. Ο φόρος αυτός θεσπίστηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με δύο διατάγματα (το διάταγμα 903 της 30ής Αυγούστου 1978 και το διάταγμα 1043 της 2ας Νοεμβρίου 1978) προκειμένου να αντισταθμιστεί η μείωση του πετρελαϊκού κόστους που προκλήθηκε από τη μείωση της τιμής του δολλαρίου (νόμισμα που διέπει τις πετρελαϊκές συναλλαγές) έτσι ώστε οι τελικές τιμές πετρελαιοειδών να παραμείνουν αμετάβλητες.
Πρέπει να τονιστεί ότι ο φόρος οφειλόταν ανεξαρτήτως καταγωγής, εγχωρίας ή αλλοδαπής, του προϊόντος. Εξάλλου, δεν προβλεπόταν καμία διαφορετική αντιμετώπιση του εγχωρίου προϊόντος σε σχέση προς το εισαγόμενο προϊόν, όσον αφορά τη φορολογική βάση, τον συντελεστή και τις άλλες λεπτομέρειες επιβολής του φόρου.
Πάντως, ο φόρος αυτός, ακριβώς ως φόρος υπέρ τρίτων, ήταν δεσμευτικός ως προς τον προορισμό του. Πράγματι, το προϊόν του διετίθετο βάσει του νόμου στην Agence pour les economies d' energie (Οργανισμός για την εξοικονόμηση ενεργείας, στο εξής: ΑΕΕ), δημόσιο φορέα βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα, ο οποίος τελεί υπό την επιτήρηση του Υπουργού Ενεργείας. Βάσει των τότε ισχυουσών εθνικών διατάξεων, ο ΑΕΕ όφειλε να χρησιμοποιεί έσοδα που προέρχονταν από τον φόρο για την εφαρμογή προγραμμάτων που αποσκοπούσαν στην πραγματοποίηση εξοικονομήσεως ενεργείας και στην ορθολογική χρήση των ενεργειακών πηγών που χρησιμοποιούνταν ανεπαρκώς.
Θεωρώντας ότι το εν λόγω φορολογικό σύστημα περιείχε ορισμένα αθέμιτα στοιχεία τόσο από εσωτερικής όσο και από κοινοτικής απόψεως, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης, επιχειρήσεις που εισάγουν και εμπορεύονται στη Γαλλία πετρελαιοειδή, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη ζητώντας την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών. Κατόπιν τούτου, το cour d' appel de Poitiers έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να ρωτήσει το Δικαστήριο αν συνάδει το εν λόγω φορολογικό σύστημα προς μία ευρεία δέσμη διατάξεων της Συνθήκης, ειδικότερα δε προς τα άρθρα 3, 5, 6, 12, 13, 30, 31, πρώτο εδάφιο, 32, πρώτο εδάφιο, 37, 92 και 95.
Πέραν των αναφορών στις σχετικές διατάξεις που περιέχονται στα ερωτήματα του παραπέμπτοντος δικαστηρίου, τα ουσιώδη σημεία των οποίων τη διευκρίνιση ζητεί από το Δικαστήριο εμφανίζονται αρκετά σαφή. Πράγματι, πρόκειται για το αν συμβιβάζεται ο εν λόγω φόρος υπέρ τρίτων με πέντε χωριστές κατηγορίες κανόνων σχετικά με αντιστοίχως: τις αρχές της Κοινότητας, τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και τους εσωτερικούς φόρους που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση, τα εμπορικά μονοπώλια και, τέλος, τις διατάξεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
α) Οι αρχές
Η εξέταση του σημείου αυτού δεν παρουσιάζει υπερβολικές δυσκολίες και νομίζω ότι μπορώ να προχωρήσω σ' αυτήν ταχέως. Πρώτον, είναι προφανές ότι τόσο το άρθρο 3, που καθορίζει τις θεμελιώδεις μορφές δράσεως της Κοινότητας, όσο και το άρθρο 6, το οποίο προβλέπει την αρχή του συντονισμού των εθνικών οικονομικών πολιτικών, έχουν προγραμματική φύση και, επομένως, δεν αποτελούν κανόνες που επιβάλλουν συγκεκριμένες και ανεξάρτητες από αιρέσεις υποχρεώσεις στα κράτη μέλη.
Κατά συνέπεια, πρόκειται για κανόνες που δεν παράγουν άμεσα αποτελέσματα για τη ρύθμιση μιας δεδομένης έννομης σχέσεως.
Η κατάσταση, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5, είναι ελάχιστα πιο πολύπλοκη. Το άμεσο αποτέλεσμα της διατάξεως αυτής γενικά αποκλείεται (2): κακώς, κατά τη γνώμη μου, με την επιφύλαξη πλέον ενδελεχούς εξετάσεως που θεωρώ άσκοπη εν προκειμένω. Πράγματι, νομίζω ότι μπορεί τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή, ειδικότερα δε το δεύτερο εδάφιο, μπορεί να έχει αυτοτελή σημασία ως πηγή δικαιωμάτων. Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι εν πάση περιπτώσει το άρθρο 5 εξ ορισμού θα έχει επικουρικώς μόνο σημασία. Υπό κανονικές συνθήκες, ένα μέτρο που είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, θα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας διαφορετικής και ειδικότερης διατάξεως της Συνθήκης. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται ο ειδικός κανόνας και όχι η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο. Πράγματι, αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι εν προκειμένω η κατάσταση, εφόσον η Συνθήκη προβλέπει ειδικές διατάξεις βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν συμβιβάζεται το επίδικο φορολογικό σύστημα.
Επομένως, θεωρώ ότι, ανεξάρτητα από το πρόβλημα του αμέσου αποτελέσματός του, το άρθρο 5 δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση.
β) Τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος
Οι εφεσείουσες της κύριας δίκης και η Επιτροπή θεωρούν ότι είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο επίδικος φόρος υπέρ τρίτων δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης. Ειδικότερα, η Επιτροπή, καίτοι αναγνωρίζει ρητώς ότι το άρθρο αυτό δεν ισχύει για την επιβάρυνση αυτή καθεαυτή, τονίζει ότι η επιβάρυνση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός συστήματος τιμών που ορίζονται από τη διοίκηση και των οποίων τα στοιχεία καθορίζονται δεσμευτικώς από τη Γαλλική Κυβέρνηση. Εξεταζόμενη σ' αυτό το πλαίσιο, η θέσπιση του εν λόγω φόρου μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε τουλάχιστον ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων.
Λέγω αμέσως ότι δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή αυτή η επιχειρηματολογία, αυτό δε για δύο λόγους: ο ένας αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του άρθρου 30 και των άλλων διατάξεων της Συνθήκης, μεταξύ των οποίων ιδίως αυτών που αφορούν ειδικά τα εθνικά μέτρα που έχουν φορολογικό χαρακτήρα, ο δε άλλος την ουσία της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής και των εφεσειουσών της κύριας δίκης.
'Οσον αφορά τον πρώτο λόγο, υπενθυμίζω καταρχάς ότι, όπως είναι γνωστό, το άρθρο 30, θεμελιώδης κανόνας του συστήματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αποτελεί lex generalis σε σχέση με άλλες ειδικές διατάξεις μεταξύ των οποίων, ιδίως, αυτές που αφορούν τους φόρους και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. 'Οπως το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση Iannelli και Volpi (3):
"Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 είναι μεν ευρύ, δεν περιλαμβάνει όμως τα εμπόδια που καλύπτονται από άλλες ειδικές διατάξεις της Συνθήκης. Δεδομένου ότι οι έννομες συνέπειες της εφαρμογής ή της ενδεχόμενης παράβασης των διαφόρων αυτών διατάξεων προσδιορίζονται αναλόγως του ιδιαίτερου σκοπού που εξυπηρετεί η διάταξη στο πλαίσιο των στόχων της Συνθήκης, μπορούν να διαφέρουν κατά τη φύση, πράγμα που καθιστά αναγκαία την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της κάθε μιας διάταξης, εξαιρουμένων βεβαίως των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής δύο ή περισσοτέρων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. 'Ετσι, τα εμπόδια φορολογικής φύσεως ή ισοδυνάμου αποτελέσματος στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 9 έως 16 και 95 της Συνθήκης δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30."
Το κείμενο της αποφάσεως, το οποίο επιβεβαιώνεται σταθερά με τη μετέπειτα νομολογία, δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Με την απόφαση αυτή γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 30 εφαρμόζεται εναλλακτικώς σε σχέση με τους κανόνες που αφορούν τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και τους εσωτερικούς φόρους που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις κατά συνέπεια, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η Συνθήκη, πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες που μόλις προανέφερα και όχι η διάταξη που αφορά τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1990, 47/88, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4509), αντιμετώπισε το ενδεχόμενο, ενόψει συγκεκριμένων περιστάσεων, να μπορεί ένας εσωτερικός φόρος που δεν αντιβαίνει στο άρθρο 95 να κρίνεται επίσης βάσει του άρθρου 30. Η περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως χαρακτηρίζεται εντούτοις από δύο συγκεκριμένα στοιχεία: πρώτον, ο εν λόγω φόρος δεν ενέπιπτε στην απαγόρευση του άρθρου 95, καθόσον δεν υφίστατο μία εγχώρια παραγωγή που να βρισκόταν σε ανταγωνισμό ή να αφορούσε ομοειδή προϊόντα σε σχέση με το εισαγόμενο προϊόν που φορολογούνταν δεύτερον, επρόκειτο για το αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, το ύψος του φόρου ήταν εν πάση περιπτώσει τόσο υψηλό ώστε να επηρεάζει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. Θεωρώ εντούτοις ότι η νομολογία αυτή δεν μπορεί να επεκταθεί σε διαφορετικές περιπτώσεις από αυτή που εκτέθηκε εδώ.
Ειδικότερα, αν - όπως στη διαδικασία που μας απασχολεί - υφίσταται εγχώριο προϊόν που είναι ομοειδές ή ανταγωνιστικό σε σχέση με το εισαγόμενο προϊόν που φορολογείται, πρέπει απλώς να αποδειχθεί αν ο φόρος συνεπάγεται ή όχι αποτελέσματα που συνιστούν δυσμενή διάκριση. Η ίδια η νομιμότητα του φόρου θα πρέπει επομένως να κρίνεται αποκλειστικά υπό το φως του άρθρου 95 (ή ενδεχομένως των άρθρων 9 και 12, όπως θα διευκρινίσω στη συνέχεια) και όχι υπό το φως του άρθρου 30. Στην αντίθετη περίπτωση, θα διευρυνόταν υπερβολικά το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής διατάξεως η οποία θα μεταμορφωνόταν σε έναν κανόνα γενικής εφαρμογής, σε απόλυτη δυσαρμονία με την οικονομία της Συνθήκης η οποία, ενόψει της φορολογικής κυριαρχίας των κρατών μελών, προέβλεψε στα άρθρα 95 επ. ένα ειδικό σύστημα για τα εθνικά μέτρα στον φορολογικό τομέα.
Εν προκειμένω, δεν κρύβω καν την αμηχανία μου ενόψει της οδού που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, όπου θεωρεί δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 30, χωρίς καν να διερωτηθεί για τη σημασία που έχουν ενδεχομένως τα άρθρα 9 και 12, εφόσον πρόκειται στην περίπτωση αυτή για οικονομικά βάρη που πλήττουν τις εισαγωγές. Πάντως, φρονώ, εν πάση περιπτώσει, ότι πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως για την οποία επρόκειτο στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, το άρθρο 30 δεν μπορεί να έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τις φορολογικές διατάξεις της Συνθήκης.
Ερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση, υπογραμμίζω ότι τόσο η Επιτροπή όσο και οι εφεσείουσες της κύριας δίκης συμφωνούν ότι ο επίδικος φόρος υπέρ τρίτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τόσο των άρθρων 9 και 12 όσο και του άρθρου 95.
Νομίζω ότι η παρατήρηση αυτή - που θεωρώ καταρχήν ότι ευσταθεί - αρκεί για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί ο εν λόγω φόρος να κριθεί βάσει της γενικής διατάξεως του άρθρου 30 της Συνθήκης.
'Ομως, ακόμη και αν δεν υιοθετηθούν αυτές οι βασικές σκέψεις, υπάρχει, όπως είπα, ένας άλλος λόγος που με ωθεί να αποκρούσω τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 στην προκειμένη περίπτωση. Προκειμένου να διευκρινιστούν καλύτερα αυτοί οι λόγοι είναι χρήσιμο να εξεταστεί προσεκτικά η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ιδίως η Επιτροπή. Στο υπόμνημά της αναφέρεται σε στοιχεία σχετικά με το σύστημα καθορισμού των τιμών των πετρελαιοειδών τα οποία διασαφηνίζουν την κατάσταση που είχε προκύψει πριν και μετά τη θέσπιση του επίδικου φόρου. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, ταυτόχρονα με τη θέσπιση του φόρου, η "τιμή αγοράς στο διυλιστήριο", που αποτελεί το βασικό στοιχείο για τον καθορισμό της τελικής τιμής, μειώθηκε σε επίπεδο που αντιστοιχεί προς την επίπτωση του ίδιου του φόρου.
Πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τα ίδια τα διατάγματα για τη θέσπιση του φόρου, η μείωση αυτή της "τιμής αγοράς στο διυλιστήριο" δεν αποτελούσε τίποτε άλλο από μία προσαρμογή που οφειλόταν στη μείωση της τιμής του αργού πετρελαίου, η οποία πάλι είχε προκληθεί από τη μείωση της τιμής του δολλαρίου. Παρά ταύτα, η εξέλιξη αυτή της καθοριζόμενης από τη γαλλική διοίκηση τιμής "είχε αντίστροφη πορεία" σε σχέση με την εξέλιξη των τιμών των πετρελαιοειδών στις διεθνείς αγορές. 'Οπως προέκυψε κατά τη διαδικασία, η αντίφαση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω της ευνοϊκής γι' αυτούς συγκυρίας οι επιχειρηματίες που δρούσαν στις διεθνείς αγορές, που δεν υπέκειντο στα συστήματα ρυθμίσεως των τιμών, προτίμησαν να διατηρήσουν αμετάβλητες τις τιμές πωλήσεως των πετρελαιοειδών (αυξάνοντας τα περιθώρια κέρδους) παρά να μετακυλίσουν στις τιμές αυτές τη μείωση του κόστους του αργού πετρελαίου που οφειλόταν στη διακύμανση του αμερικανικού νομίσματος.
Εντούτοις, οι περιστάσεις αυτές, σε συνδυασμό μεταξύ τους, είχαν ως συνέπεια το στρεβλωτικό αποτέλεσμα να περιέλθουν σε μεγάλη δυσχέρεια οι εισαγωγείς στη γαλλική αγορά. Πράγματι, οι εισαγωγείς αυτοί βρέθηκαν στην ανάγκη να αντιμετωπίσουν τιμές αγοράς αμετάβλητες στις διεθνείς αγορές (ενώ η τιμή αγοράς στο διυλιστήριο εντός της γαλλικής εγχώριας αγοράς είχε μειωθεί, όπως είπα, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πτώση του δολλαρίου) και, συγχρόνως, υπέστησαν μείωση του περιθωρίου τους κέρδους λόγω του επίδικου φόρου υπέρ τρίτων. Κατά συνέπεια, ενόψει αυτής της καταστάσεως οι εισαγωγείς περιήλθαν στην αδυναμία να πωλούν υπό επικερδείς συνθήκες στο επίπεδο της τιμής που είχε καθορίσει η Γαλλική Κυβέρνηση και αναγκάστηκαν έτσι να μειώσουν δραστικά τις εισαγωγές τους.
Παρόλο που λαμβάνω υπόψη την περίπλοκη αυτή κατάσταση (η εξέταση της οποίας εναπόκειται σε τελευταία ανάλυση στο εθνικό δικαστήριο) δεν νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί από αυτήν το ότι ο εν λόγω φόρος δεν συνάδει προς το άρθρο 30. Πράγματι, αυτό που προσάπτεται στη Γαλλική Κυβέρνηση είναι ότι καθόρισε την τιμή των πετρελαιοειδών σε επίπεδο υπερβολικά χαμηλό για να μπορούν οι εισαγωγές να είναι επικερδείς. 'Ομως, έστω και αν η τελική τιμή βρισκόταν πράγματι, κατά την περίοδο των υπό κρίση περιστατικών, σε όχι επαρκώς επικερδές επίπεδο για τις εισαγωγές, αυτό φαίνεται να οφείλεται αποκλειστικά στην απόφαση της Κυβερνήσεως να μειώσει την "τιμή αγοράς στο διυλιστήριο" προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πτώση του δολλαρίου. Πράγματι, αυτός είναι ο λόγος που αναφέρεται στα διατάγματα που θέσπισε η γαλλική αρχή, κανένα δε στοιχείο δεν προσκομίστηκε στην παρούσα υπόθεση από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η μείωση της τιμής αγοράς υπαγορεύθηκε από άλλους λόγους ή, εν πάση περιπτώσει, ήταν δυσανάλογη προς τη νομισματική διακύμανση που σημειώθηκε.
Ως προς την απόφαση που έλαβε ταυτόχρονα η Κυβέρνηση να θεσπίσει τον φόρο υπέρ τρίτων, πρόκειται για ένα μέτρο που είναι αρκετά σύνηθες σε συγκυρίες αυτού του είδους. Αντί να αφήσει τη μείωση της τιμής αγοράς να επιφέρει αύξηση του περιθωρίου κέρδους των εμπόρων ή να αποτελέσει όφελος για τους καταναλωτές, η Κυβέρνηση προτίμησε να διοχετεύσει στο Δημόσιο την εξοικονόμηση που πραγματοποιήθηκε συνεπεία της μειώσεως της ίδιας της τιμής αγοράς. Υπ' αυτό το πρίσμα, όπως συνάγεται βάσει των στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διαδικασία, δεν αντιλαμβάνομαι πώς είναι δυνατό να προσαφθεί στη Γαλλική Κυβέρνηση η ζημία που υπέστησαν οι εισαγωγείς. Στην πραγματικότητα, οι εισαγωγείς αυτοί επιβαρύνθηκαν με τον φόρο στο ίδιο μέτρο όπως και οι εγχώριοι επιχειρηματίες αυτό που στην πραγματικότητα είχε δυσμενή αποτελέσματα για τους εισαγωγείς δεν είναι ο φόρος αλλά το γεγονός ότι αναγκάστηκαν να αγοράσουν τα προϊόντα στις διεθνείς αγορές, όπου η ελεύθερη τιμή αγοράς δεν είχε μειωθεί από τις πετρελαϊκές επιχειρήσεις παρά την πτώση του δολλαρίου.
Κατά τη γνώμη μου, από όλες αυτές τις σκέψεις απορρέουν δύο δεδομένα. Πρώτον, δεν νομίζω ότι υφίστανται στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να κριθεί ότι η παρέμβαση της Γαλλικής Κυβερνήσεως στις τιμές αποτέλεσε εμπόδιο στις εισαγωγές, αυτό δε στο μέτρο που η παρέμβαση αυτή περιορίστηκε στην αντιστάθμιση της διακυμάνσεως του αμερικανικού νομίσματος. Δεύτερον, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αυτό δεν συμβαίνει, δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ασυμβίβαστος προς το άρθρο 30 ο φόρος υπέρ τρίτων ως προς τη νομιμότητα του οποίου μας ερωτά το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει επίδραση στις εισαγωγές δεν είναι ο φόρος αυτός καθεαυτός αλλά η απόφαση να συνοδευθεί η θέσπισή του με μείωση της τιμής αγοράς των προϊόντων. Είναι απολύτως αληθές ότι, αν, παράλληλα με τον φόρο, η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να μη μειώσει την τιμή αγοράς που είχε καθορίσει η διοίκηση, αλλά μάλιστα να την αυξήσει, οι εισαγωγές δεν θα είχαν αντιμετωπίσει δυσκολίες στη γαλλική αγορά. Κατά συνέπεια, η απόφαση ακριβώς περί μειώσεως της τιμής αγοράς στο διυλιστήριο εμπόδισε πιθανώς τις εισαγωγές, η οποία και μπορεί ενδεχομένως να ελεγχθεί υπό το φως του άρθρου 30. 'Ομως, ακόμη και αν συνήγετο το συμπέρασμα ότι η μείωση αυτή της τιμής αγοράς αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, αυτό δεν θα είχε καμία συνέπεια όσον αφορά την άλλη απόφαση περί θεσπίσεως του φόρου. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το άρθρο 30 υποχρέωνε τη Γαλλική Κυβέρνηση να μην προβεί εν προκειμένω σε μείωση των τιμών και να τις διατηρήσει σε επαρκές επίπεδο που να διασφαλίζει τον επικερδή χαρακτήρα των εισαγωγών, οι εισαγωγείς, παρόλον που θα ασκούσαν τις δραστηριότητές τους υπό συνθήκες περισσότερο σύμφωνες προς τα συμφέροντά τους, θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να καταβάλουν τον φόρο και δεν θα μπορούσαν επομένως να διατυπώσουν κανένα αίτημα επιστροφής.
Τελικώς, φρονώ ότι επί του σημείου αυτού μπορούν να διατυπωθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα. 'Ενα από τα δύο: ή ο επίδικος φόρος δεν είχε, για λόγους που θα εξεταστούν στη συνέχεια, την ουδετερότητα που όφειλε να έχει σε σχέση με τις εισαγωγές, οπότε η κατάσταση αυτή θα έπρεπε να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα όχι του άρθρου 30 αλλά άλλων κανόνων της Συνθήκης που έχουν ειδικά εν προκειμένω σημασία (τα άρθρα 9 και 12 ή το άρθρο 95) ή ο φόρος υπέρ τρίτων ήταν απολύτως ουδέτερος, οπότε η ζημία που υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε από τις εισαγωγές θα πρέπει να συνδεθεί όχι με τον φόρο αυτόν καθεαυτόν αλλά με την ειδική απόφαση της Κυβερνήσεως να μειώσει την τιμή αγοράς στο διυλιστήριο (αντί να τη διατηρήσει αμετάβλητη, μάλιστα δε να την αυξήσει) όμως, όπως τόνισα, η δεύτερη αυτή περίπτωση εξέρχεται του πλαισίου της παρούσας υποθέσεως η οποία αφορά αποκλειστικά την επιστροφή του φόρου που θεωρείται ως παρανόμως επιβληθείς και όχι το σύστημα των τιμών των πετρελαιοειδών.
γ) Οι επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι εσωτερικοί φόροι που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση
Επομένως, το ζήτημα αν συμβιβάζεται ο εν λόγω φόρος με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τα άρθρα 9 και 12 ή το άρθρο 95.
Υπενθυμίζω ότι ο φόρος επιβλήθηκε τόσο επί του εγχωρίου όσο και επί του εισαγομένου προϊόντος και κατά τρόπο που δεν συνεπήγετο δυσμενή διάκριση. Κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί είτε επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος είτε εσωτερικός φόρος που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση. Πάντως, είναι γνωστό ότι για να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων της Συνθήκης περί της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων η εξέταση του συστήματος βάσει του οποίου θεσπίστηκε ο φόρος πρέπει να επεκταθεί στην ανάλυση του σκοπού για τον οποίο προορίζεται το προϊόν του φόρου. Πράγματι, οι φόροι υπέρ τρίτων προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας ορισμένων δημοσίων ή οιονεί δημοσίων οργανισμών οι οποίοι, στη συνέχεια, ασκούν συχνά δραστηριότητες που αποβαίνουν κατά κάποιο τρόπο προς όφελος του εγχωρίου προϊόντος που πλήττεται με τον φόρο αυτό.
Στην περίπτωση αυτή, το βάρος που πράγματι φέρει το εγχώριο προϊόν είναι κατώτερο, μάλιστα δε ανύπαρκτο, σε σχέση με το βάρος που φέρουν τα εισαγόμενα προϊόντα. Αυτή ακριβώς η στρέβλωση του ανταγωνισμού και του εμπορίου αποτελεί το αντικείμενο των άρθρων 9 και 12 ή 95.
Η ανάγκη να ληφθεί υπόψη ο σκοπός για τον οποίο προορίζεται το προϊόν του φόρου, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του σε σχέση με τη Συνθήκη, επιβεβαιώθηκε καταρχάς από το Δικαστήριο για να υπαχθούν στην έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό φόροι τους οποίους τα κράτη μέλη θεωρούσαν ότι δεν εντάσσονταν σε ένα σύστημα εσωτερικής φορολογίας που πλήττει υπό τους ίδιους όρους τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα και, επομένως, δεν μπορούσαν να κριθούν υπό το φως του άρθρου 95. 'Ηδη στην απόφαση Capolongo (4) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
"Κατά την ερμηνεία του όρου 'φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό' , είναι δυνατό να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο προορισμός των εισπραττομένων χρηματικών επιβαρύνσεων. Πράγματι, όταν κάποια τέτοια χρηματική επιβάρυνση ή εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για την προώθηση δραστηριοτήτων που ευνοούν ειδικά τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, μπορεί η γενική εισφορά που επιβάλλεται επί τη βάσει των ίδιων κριτηρίων στα εισαγόμενα και στα εγχώρια προϊόντα να καταλήγει να συνιστά παρά ταύτα για τα πρώτα μία καθαρή επιπλέον χρηματική επιβάρυνση, ενώ για τα δεύτερα να αποτελεί στην πραγματικότητα το αντιστάθμισμα πλεονεκτημάτων ή ενισχύσεων που έχουν ληφθεί.
Κατά συνέπεια, εισφορά που εντάσσεται σε ένα γενικό καθεστώς εσωτερικών τελών που διέπει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα επί τη βάσει των ίδιων κριτηρίων είναι παρά ταύτα δυνατό να συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, εφόσον προορίζεται αποκλειστικά για την προώθηση δραστηριοτήτων που ευνοούν ειδικά το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν."
Η ratio decidenti της νομολογίας αυτής περιγράφεται γλαφυρά στις προτάσεις που ανέπτυξε ο λαμπρός προκάτοχός μου, ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi, στη μεταγενέστερη υπόθεση IGAV (5), όπου, σε σχέση με τον φόρο υπέρ τρίτων που προοριζόταν για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του Ente nazionale per la cellulosa e la carta, υποστήριξε:
"Η ανάγκη για μια ρεαλιστική θεώρηση των φαινομένων της οικονομικής ζωής, δηλαδή για μια θεώρηση πέραν των τυπικών στοιχείων, που να εξασφαλίζει την πληρέστερη δυνατή αντιστοιχία του δικαίου προς τα πράγματα και κατ' αυτό τον τρόπο την αποτελεσματική επιδίωξη της υλοποιήσεως των στόχων της Συνθήκης, δικαιολογεί σ' αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τη μη υπαγωγή στο άρθρο 95 ενός φόρου που βάσει μιας καθαρά τυπικής θεωρήσεως θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του, προκειμένου ο εν λόγω φόρος να εξεταστεί στο πλαίσιο του άρθρου 13, το οποίο προσφέρεται περισσότερο για την αξιολόγησή του, αν ληφθεί υπόψη η πραγματική φύση του φόρου αυτού στο πλαίσιο του συγκεκριμένου εθνικού μηχανισμού παρεμβάσεως του οποίου συνιστά ουσιώδες μέρος."
Η νομολογιακή αυτή κατεύθυνση επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια με μία σειρά αποφάσεων μεταξύ των οποίων περιορίζομαι να υπενθυμίσω τις αποφάσεις Steinike και Weinlig (6), Cucchi (7), Interzuccheri (8) και Kortmann (9).
Η ίδια αυτή κατεύθυνση επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια επίσης όσον αφορά ειδικά την εφαρμογή του άρθρου 95. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (10), το Δικαστήριο διευκρίνισε πράγματι ότι:
"'Ομως, κατά την ερμηνεία του όρου των 'εσωτερικών φόρων' κατά την έννοια του άρθρου 95 μπορεί να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο προορισμός του προϊόντος του φόρου. Πράγματι, όταν το προϊόν τέτοιου φόρου προορίζεται να προωθήσει τις δραστηριότητες οι οποίες ωφελούν ειδικά τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, μπορεί να καταλήξει η εισφορά που επιβάλλεται βάσει των ίδιων κριτηρίων να αποτελεί παρά ταύτα φόρο που εισάγει διακρίσεις, κατά το μέτρο που η φορολογική επιβάρυνση, η οποία πλήττει τα εθνικά προϊόντα, εξουδετερώνεται από τα πλεονεκτήματα, για τη χρηματοδότηση των οποίων χρησιμεύει, ενώ εκείνη που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρή επιβάρυνση."
Πρέπει εντούτοις να υπομνησθεί ότι κατά πάγια επίσης νομολογία οι διατάξεις σχετικά με εσωτερικούς φόρους που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις και με επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικώς, όπως δέχθηκε ήδη το Δικαστήριο με την απόφαση IGAV (11):
"Ο ίδιος φόρος δεν μπορεί, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, να ανήκει παράλληλα και στις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες, δεδομένου ότι, ενώ οι αναφερόμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 2, επιβαρύνσεις πρέπει άνευ ετέρου να καταργηθούν, οι εσωτερικοί φόροι πρέπει αντιθέτως κατά το άρθρο 95 να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, μεταξύ των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών."
Επομένως, πρέπει να καθοριστεί ένα κριτήριο βάσει του οποίου να διακρίνονται οι δύο περιπτώσεις. Αναφορικά με την περίπτωση των φόρων υπέρ τρίτων, η δυσμενής διάκριση στηρίζεται στο ακόλουθο κριτήριο που το Δικαστήριο συνόψισε στη φράση "πρέπει να θεωρούνται επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος οι εισφορές το προϊόν των οποίων προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ευνοούν ειδικά τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα". Οι προϋποθέσεις αυτές διευκρινίστηκαν ακόμη καλύτερα με τις αποφάσεις Cucchi (12) και Interzuccheri (13) όπου το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι μία εισφορά
"που εντάσσεται στο γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων και περιλαμβάνει με τα ίδια κριτήρια τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό μόνον υπό τον όρο ότι διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά το εγχώριο φορολογούμενο προϊόν, ότι υπάρχει ταύτιση μεταξύ του φορολογούμενου προϊόντος και του ωφελούμενου εγχώριου προϊόντος και ότι οι επιβαρύνσεις που πλήττουν το εγχώριο προϊόν συμψηφίζονται εξ ολοκλήρου".
Παρά την ύπαρξη ορισμένων διαφορών στο κείμενο των αποφάσεων, διακρίνεται σαφώς ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τις δύο περιπτώσεις επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος και εσωτερικού φόρου που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση: πρέπει να εξετάζεται αν, λόγω του ειδικού σκοπού για τον οποίο προορίζεται το προϊόν του φόρου, το εγχώριο προϊόν που φορολογήθηκε έτυχε, σε σχέση με το εισαχθέν προϊόν, πλήρους ή μερικής αντισταθμίσεως του φορολογικού βάρους. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί, αν και κατά πόσο οι δραστηριότητες που ασκεί ο ΑΕΕ συνίστανται στη χορήγηση στις εγχώριες πετρελαϊκές εταιρίες πόρων η αξία των οποίων αντιστοιχεί προς το ύψος του φόρου υπέρ τρίτων που υφίστανται οι εταιρίες αυτές.
Κατά συνέπεια, αν ληφθεί υπόψη το συνολικό προϊόν του φόρου κατά τη διάρκεια της περιόδου των υπό κρίση περιστατικών, θα πρέπει να γίνει σύγκριση των εσόδων που προκύπτουν από τη διάθεση στο εμπόριο του εγχωρίου προϊόντος πετρελαίου με τα οφέλη που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις που διέθεσαν τα εγχώρια πετρελαιοειδή χάρη στις παρεμβάσεις που διενήργησε η ΑΕΕ υπέρ αυτών.
Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν πλήρως το φορολογικό βάρος που επιβλήθηκε κατά τη διάθεση του εγχωρίου προϊόντος στο εμπόριο, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο φόρος που πλήττει το εισαγόμενο προϊόν αποτελεί επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος. Αν, αντιθέτως, τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν ένα μόνο μέρος του φορολογικού βάρους που πλήττει το εγχώριο προϊόν, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εν λόγω σύστημα δημιουργεί δυσμενή φορολογική διάκριση ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95. Η δεύτερη αυτή περίπτωση θα συντρέχει κατά πάσα πιθανότητα όταν ο σκοπός για τον οποίο προορίζεται το προϊόν του φόρου δεν συνίσταται αποκλειστικά στην πριμοδότηση του πληττομένου εγχωρίου προϊόντος και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ πληττομένου εγχωρίου προϊόντος και εγχωρίου προϊόντος που ωφελείται από τη χρηματοδότηση με το προϊόν του εν λόγω φόρου. Για μια τέτοια κατάσταση επρόκειτο ακριβώς στην υπόθεση IGAV (14), στην οποία - όπως σαφώς εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi - με τις ενισχύσεις που καταβάλλονταν στο Ente nazionale per la cellulosa e la carta επιδιωκόταν ο προσπορισμός οφέλους σε μία σειρά κατηγοριών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν επίσης επιχειρηματίες στη δραστηριότητα των οποίων ο εν λόγω φόρος υπέρ τρίτων δεν ασκούσε καμία επίδραση.
Τέλος, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, είναι σαφές ότι ο φόρος που καταβάλλουν οι εισαγωγείς είναι αθέμιτος όχι αυτός καθεαυτός, αλλά μόνο στο μέτρο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις, δηλαδή είναι ανώτερος από το καθαρό φορολογικό βάρος που υφίσταται το εγχώριο προϊόν. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον οι εισαγωγείς δικαιούνται να ζητήσουν την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.
δ) Το άρθρο 37
Ως προς τα ζητήματα που έχουν σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 37, πρέπει κατά πρώτον να υπογραμμιστεί ότι, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, υφίστατο καθεστώς μονοπωλίου ως προς τις εισαγωγές και τη διάθεση των πετρελαιοειδών. Πάντως, ορθώς η Επιτροπή τονίζει ότι το εν λόγω φορολογικό σύστημα δεν συνδέεται με κανένα τρόπο προς αυτό το μονοπώλιο πράγματι, αφενός μεν, το σύστημα αυτό δεν αποτελεί μορφή οργανώσεως του μονοπωλίου, αφετέρου δε, θα μπορούσε να υφίσταται - όπως αυτό συχνά συμβαίνει - ακόμη και εν ανυπαρξία μονοπωλιακών καταστάσεων.
Νομίζω ότι ο εν λόγω φόρος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται συγκεκριμένα με την άσκηση, από το εθνικό μονοπώλιο, των δικαιωμάτων του αποκλειστικότητας (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 91/78, Hansen, Racc. 1979, σ. 935) και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση το άρθρο 37.
ε) Οι κρατικές ενισχύσεις
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά τέλος το Δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα αν συμβιβάζεται ο επίμαχος φόρος με τους κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
Λέω συνοπτικά ότι, κατά πάγια νομολογία που ανάγεται στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Racc. 1964, σ. 1141), η μόνη διάταξη του συστήματος ενισχύσεων που έχει άμεσο αποτέλεσμα είναι του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, δηλαδή η διάταξη που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν τα μέτρα περί ενισχύσεων πριν τα κοινοτικά όργανα εξακριβώσουν και κρίνουν ότι τα μέτρα αυτά είναι ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να προβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως για να υποστηριχθεί ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 92 (κρίση που επιφυλάσσεται στα κοινοτικά όργανα, πρωτίστως δε στην Επιτροπή), αλλά μόνο η παρά τον νόμο εφαρμογή της λόγω παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3 (ή λόγω παραβάσεως αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, με την οποία κηρύσσει την ενίσχυση ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο).
Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι η παρούσα διαδικασία αφορά έναν φόρο υπέρ τρίτων και όχι τις ενισχύσεις που κατέβαλε η ΑΕΕ χάρη στο προϊόν αυτού του φόρου. 'Ομως, ακόμη και αν οι ενισχύσεις αυτές καταβλήθηκαν αθεμίτως, αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του φόρου αυτού καθεαυτού επομένως, ο φόρος θα εξακολουθεί να οφείλεται και οι φορολογούμενοι δεν μπορούν με κανένα τρόπο να ζητήσουν από τα δικαστήρια την επιστροφή του.
Συμπέρασμα
Υπό το φως των παρατηρήσεων που διατύπωσα ανωτέρω, φρονώ ότι πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η ακόλουθη απάντηση:
"1) Τα άρθρα 3, 5, 6, 30, 37 και 92 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν την επιβολή φόρου υπέρ τρίτων όπως αυτός για τον οποίο πρόκειται στην παρούσα διαδικασία.
2) Στην περίπτωση φόρου υπέρ τρίτων που πλήττει με τον ίδιο τρόπο τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, προκειμένου να κριθεί αν ο φόρος αυτός συμβιβάζεται με τους κανόνες σχετικά με τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και τους εσωτερικούς φόρους που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις, εναπόκειται στο εθνικά δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται το προϊόν του εν λόγω φόρου. Αν το προϊόν του φόρου προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των φορολογουμένων εγχωρίων προϊόντων κατά τρόπον ώστε να αντισταθμίζεται πλήρως το βάρος που φέρουν τα προϊόντα αυτά συνεπεία της επιβολής του φόρου, ο φόρος θα πρέπει να υπαχθεί στην έννοια των 'φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος' των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης. Αν το προϊόν του φόρου προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος επίσης και άλλων προϊόντων εκτός από τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, κατά τρόπο που να αντισταθμίζεται μόνο εν μέρει το βάρος που φέρουν τα εγχώρια προϊόντα συνεπεία της επιβολής του φόρου, ο φόρος θα πρέπει να υπαχθεί στην έννοια των εσωτερικών φόρων που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(2) - Bλ. την απάντηση στην κοινοβουλευτική ερώτηση 1144/82 (ΕΕ C 312, σ. 23) ως προς τη νομολογία, βλ. ειδικότερα την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, 9/73, Schluetter (Racc. 1973, σ. 1162) η οποία πάντως, αν μελετηθεί προσεκτικότερα, δεν νομίζω ότι έχει σημασία ως προς το σημείο αυτό.
(3) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76 (Racc. 1977, σ. 577, σκέψη 9).
(4) - Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72 (Racc. 1973, σ. 611, σκέψεις 13 και 14).
(5) - Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, 94/74 (Racc. 1975, σ. 699) προτάσεις σ. 715 και 720.
(6) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76 (Racc. 1977, σ. 595).
(7) - Απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, 77/76 (Racc. 1977, σ. 987).
(8) - Απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, 105/76 (Racc. 1977, σ. 1029).
(9) - Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1981, 32/80 (Συλλογή 1981, σ. 251).
(10) - Απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, 73/79 (Racc. 1980, σ. 1533, σκέψη 15).
(11) - Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, προαναφερθείσα, σκέψη 13.
(12) - Προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, σκέψη 19.
(13) - Προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, σκέψη 12.
(14) - Προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, ειδικότερα σ. 720.
Full & Egal Universal Law Academy