ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
F. G.JACOBS
της 16ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση, το tribunal du travail de Bruxelles ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί της ερμηνείας του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος [του οποίου κωδικοποιημένη έκδοση είναι προσαρτημένη ως παράρτημα Ι στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, ΕΕ 1983, L 230, σ. 6],
2.
Η Cassameli είναι Ιταλίδα υπήκοος, η οποία εργάστηκε και στην Ιταλία και στο Βέλγιο, όπως άλλωστε και ο θανών σύζυγος της. Από 1ης Δεκεμβρίου 1970 λαμβάνει ιταλική σύνταξη επιζώντος. Από 1ης Οκτωβρίου 1976 της αναγνωρίστηκε επίσης ιταλική σύνταξη γήρατος, δύο βελγικές συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου (η μία μισθωτού και η άλλη αυτοαπασχολουμένου ) και βελγική σύνταξη επιζώντος.
3.
Για τον υπολογισμό της βελγικής συντάξεως επιζώντος, ελήφθη υπόψη βελγική διάταξη που εμποδίζει τη σώρευση των παροχών, σύμφωνα με την οποία η σύνταξη επιζώντος δεν μπορεί να συνδυάζεται με μία ή πλείονες συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή με οποιαδήποτε άλλη παροχή « αναλόγου φύσεως» καταβαλλομένη δυνάμει της βελγικής ή αλλοδαπής νομοθεσίας, πέραν ορισμένου ορίου. Οι πέντε συντάξεις των οποίων εδικαιούτο η Cassamali αθροιζόμενες υπερέβαιναν το όριο αυτό και, γι' αυτό, μειώθηκε κατά το υπερβάλλον η σύνταξη επιζώντος την οποία ελάμβανε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εφαρμογή του βελγικού κανόνα κατά της σωρεύσεως των παροχών επιτρεπόταν δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71.
4.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1980, ο ιταλικός φορέας κοινωνικών ασφαλίσεων έστειλε στον αρμόδιο βελγικό φορέα (τον οποίο διαδέχθηκε αργότερα το Office national des pensions ) στοιχεία σχετικά με τις αναπροσαρμογές που είχαν επέλθει εν τω μεταξύ στην ιταλική σύνταξη γήρατος. Η σύνταξη αυτή είχε αυξηθεί σημαντικά: ενώ τον Οκτώβριο 1976 ανερχόταν σε 57000 LIT ( ιταλικές λίρες ) μηνιαίως, την 1η Ιουλίου 1980 έφθασε τις 240600 LIT μηνιαίως. Όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, η αύξηση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή, όπως βεβαίωσε ο ιταλικός φορέας απαντώντας σε ερώτημα που του έθεσε ο βελγικός φορέας.
5.
Ο βελγικός φορέας μείωσε τότε τη βελγική σύνταξη επιζώντος έτσι ώστε να μη γίνεται υπέρβαση του ανωτάτου ορίου το οποίο επέβαλλε ο προμνησθείς βελγικός κανόνας κατά της σωρεύσεως. Η Cassamali προσέβαλε την απόφαση ως αντιβαίνουσα προς το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71. Ας υπενθυμίσουμε το περιεχόμενο του άρθρου 51:
« 1)
Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί απευθείας στις παροχές που καθορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
2)
Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46. »
6.
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Office national des pensions (στο εξής: Office national ), η προσφυγή της Cassamali ενώπιον του tribunal du travail των Βρυξελλών ασκή' θηκε στις 19 Μαρτίου 1981. Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1990 το tribunal du travail των Βρυξελλών υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
« Επιτρέπει το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 τον νέο υπολογισμό βελγικής συντάξεως λόγω αυξήσεως ιταλικής συντάξεως οφειλομένης αποκλειστικώς στην αύξηση του κόστους διαβιώσεως;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, υπάρχει άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που να επιτρέπει τον νέο αυτόν υπολογισμό; »
7.
Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως εμφανίζουν αξιοσημείωτη ομοιότητα με εκείνα της υποθέσεως C-85/89, Ravida κατά Office national des pensions, επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 21 Μαρτίου 1990 (Συλλογή 1990, σ. I-1063). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε τότε ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει εθνικών κανόνων που εμποδίζουν τη σώρευση των παροχών, το ύψος μιας συντάξεως καθορίζεται έτσι ώστε, προστιθέμενο με παροχή διαφορετικής φύσεως την οποία χορηγεί άλλο κράτος μέλος, να μην υπερβαίνει ορισμένο όριο, σε περίπτωση μεταγενεστέρων μεταβολών της ετέρας των παροχών οφειλομένων στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, δεν χωρεί νέος υπολογισμός της συντάξεως αποσκοπών στην αποφυγή της υπερβάσεως του ορίου αυτού;
8.
Στην υπόθεση Ravida, όπως και στην παρούσα υπόθεση, η ενδιαφερόμενη ελάμβανε συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και συντάξεις επιζώντος και από την Ιταλία και απο το Βέλγιο. Η βελγική της σύνταξη επιζώντος υπολογιζόταν σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα κατά της σωρεύσεως των παροχών. Και στη δική της περίπτωση η ιταλική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου είχε αυξηθεί λόγω της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, η δε βελγική της σύνταξη επιζώντος μειώθηκε κατά το ισόποσο της αυξήσεως αυτής. Απ' ό,τι μπορώ να διαπιστώσω, δεν υπάρχει καμμιά ουσιώδης διαφορά μεταξύ της υποθέσεως εκείνης και της παρούσας. Επί πλέον, η απόφαση στην υπόθεση Ravida απετέλεσε απλή εφαρμογή της προηγουμένης νομολογίας του Δικαστηρίου, και ειδικότερα των αποφάσεων στην υπόθεση 7/81, Sinatra κατά FNROM (Συλλογή 1982, σ. 137 ), και στην υπόθεση 104/83, Cinchólo κατά Union Nationale des Fédérations Mutualistes Neutres ( Συλλογή 1984, σ. 1285 ).
9.
To Office national αναπτύσσει με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια ένα επιχείρημα το οποίο είχε σκιαγραφήσει κατά την προφορική συζήτηση στην υπόθεση Ravida. Το επιχείρημα αυτό, αν γινόταν τώρα δεκτό, θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε ανατροπή της αποφάσεως του στην υπόθεση Ravida. Το επιχείρημα αυτό έχει ως εξής. Εκείνο που απαγορεύεται με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σε περίπτωση τιμαριθμικής αναπροσαρμογής της παροχής, είναι ο νέος υπολογισμός κατά το άρθρο 46 του κανονισμού. To Office national όμως δεν προέβη σε κανένα τέτοιο νέο υπολογισμό · απλώς, αφαιρούσε κάθε φορά από τη βελγική σύνταξη επιζώντος το ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί, για να βρίσκεται το άθροισμα των παροχών της Cassamali εντός του ανωτάτου ορίου το οποίο έθετε ο βελγικός κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Όταν ανέβαινε η ιταλική σύνταξη, ανέβαινε άλλο τόσο και το αφαιρούμενο ποσό. Προσθέτει ότι το άρθρο 51 ουδόλως απαγορεύει κάθε νέο υπολογισμό· απλώς του επιτρέπει να μη προβαίνει στη διενέργεια νέου υπολογισμού κατά το άρθρο 46.
10.
Η απάντηση στην τελευταία αυτή παρατήρηση είναι, κατά την άποψη μου, ότι το άρθρο 51 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει απλώς στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών είτε να προβαίνουν σε νέο υπολογισμό είτε να μη προβαίνουν. Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε τόσο προς την ασφάλεια του δικαίου, όσο και προς την αρχή ότι η νομοθεσία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως όλων των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, είναι, κατά την άποψη μου, σαφές, για τους λόγους που θα εκθέσω, τόσο βάσει του γράμματος του άρθρου 51, παράγραφος 1, όσο και βάσει της όλης οικονομίας του άρθρου, ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, απαγορεύει τον νέο υπολογισμό όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που περιγράφονται στη διάταξη αυτή.
11.
Ισχυρότερο είναι το επιχείρημα του Office national ότι εκείνο που απαγορεύεται από το άρθρο 51, παράγραφος 1, είναι ο νέος υπολογισμός ούμφωνα με τις διατάξεις του άρθρον 46, ενώ τέτοιος νέος υπολογισμός ούτε αποφασίστηκε ούτε πραγματοποιήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, και αυτό το επιχείρημα προσκρούει στην ίδια αντίρρηση, ότι δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη το γράμμα του άρθρου 51, παράγραφος 1, ούτε την όλη οικονομία του άρθρου. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, σαφώς ορίζει ότι, όταν μια παροχή μεταβάλλεται κατά ορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ίδιο ποσοστό ή ποσό πρέπει να εφαρμόζεται απευθείας στην οικεία παροχή, η οποία έχει καθοριστεί με τον αρχικό υπολογισμό που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 46.
12.
Η όλη οικονομία του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 διακρίνει μεταξύ δύο καταστάσεων: α) τιμαριθμικών αναπροσαρμογών και β) αναπροσαρμογών οφειλομένων σε μεταβολή της μεθόδου υπολογισμού. Στη δεύτερη περίπτωση, χωρεί νέος υπολογισμός εξ υπαρχής. Στην πρώτη, προστίθεται ένα ορισμένο ποσοστό ή ποσό στις μέχρι τούδε καταβαλλόμενες παροχές και, πέρα από την προσαρμογή αυτή, δεν γίνεται κανένας νέος υπολογισμός. Το άρθρο 51 δεν προβλέπει τρίτη δυνατότητα, να λαμβάνεται δηλαδή υπόψη η τιμαριθμική αναπροσαρμογή ενός κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος, ώστε να εφαρμόζει αυτό το τελευταίο εθνικό κανόνα κατά της σωρεύσεως των παροχών. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, θέτει την αρχή της αυτοτελούς εξελίξεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Άπαξ υπολογίστηκαν οι παροχές σύμφωνα με το άρθρο 46, εξελίσσονται αυτοτελώς σε καθένα από τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη' μια προσαρμογή σε ένα κράτος μέλος δεν επηρεάζει την παροχή που χορηγείται σε άλλο. Το άρθρο 51, παράγραφος 2, εισάγει εξαίρεση της αρχής αυτής, στην περίπτωση που μεταβάλλεται η μέθοδος υπολογισμού της παροχής. Η εξαίρεση αυτή είναι αναγκαία, διότι τέτοιες μεταβολές ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα να αποβεί ευνοϊκότερος για τον ενδιαφερόμενο ένας διαφορετικός μαθηματικός τύπος. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 46 έχει παγίως ερμηνευθεί από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι καθιστά εφαρμοστέα επί ορισμένου προσώπου είτε ολόκληρη την εθνική νομοθεσία είτε ολόκληρη την κοινοτική νομοθεσία, περιλαμβανομένων και των αντιστοίχων κανόνων τους κατά της σωρεύσεως, και δη όποιαν από τις δύο είναι ευνοϊκότερη (βλ., παραδείγματος χάριν, υπόθεση 22/77, FNROM κατά Mura, ECR 1977, σ. 1699). Είναι μάλλον απίθανο οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο 51, παράγραφος 1, περιστάσεις, ήτοι η προσαρμογή των παροχών λόγω αυξήσεως του κόστους ζωής ή του ύψους των μισθών, να επηρέαζαν το αποτέλεσμα της σύγκρισης μεταξύ των δύο εναλλακτικών συστημάτων.
13.
Η παρούσα περίπτωση είναι εξαιρετική, διότι προέκυψε ασυνήθιστα μεγάλη αύξηση των παροχών από την τιμαριθμική αναπροσαρμογή και μόνο. Όπως προκύπτει από την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-199/88, Cabras ( Συλλογή 1990, σ. I-1023 ), αυτή η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση οφειλόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία των ιταλικών διατάξεων περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Υπό ομαλές συνθήκες, δύσκολα θα μπορούσε η ερμηνεία την οποία δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ravida να έχει τόσο αισθητές οικονομικές επιπτώσεις όσο στην παρούσα υπόθεση. Όταν αυξάνονται οι κοινωνικοασφαλιστικές παροχές — και το οποιοδήποτε όριο επιβάλλεται βάσει κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως — για να ληφθούν υπόψη οι αυξήσεις των μισθών, η διαφορά ποσοστού αυξήσεως από το ένα κράτος μέλος στο άλλο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον διαφορετικό ρυθμό πληθωρισμού. Έστω και αν ο διαφορετικός αυτός ρυθμός δεν φαίνεται να μειώνεται με την εντεινόμενη οικονομική σύγκλιση μεταξύ των κρατών μελών, συνήθως αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών. 'Ετσι, αν ο πληθωρισμός στην Ιταλία είναι μεγαλύτερος απ' ό,τι στο Βέλγιο, οι ιταλικές συντάξεις ναι μεν θα αυξηθούν περισσότερο απ' ό,τι οι βελγικές, το κέρδος όμως αυτό πιθανότατα θα αντισταθμιστεί από την υποτίμηση της ιταλικής λίρας. Υπό κανονικές συνθήκες, επομένως, είναι απίθανο να οδηγήσει σε ανώμαλα αποτελέσματα η ερμηνεία που έγινε δεκτή στην υπόθεση Ravida.
14.
Το ζήτημα της διακυμάνσεως των νομισματικών ισοτιμιών έχει επίσης — έμμεση — σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Παρά το ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αυξήσεις της ιταλικής παροχής οφειλόμενες σε μεταβολές του κόστους ζωής, τα ίδια ακριβώς προβλήματα θα ανέκυπταν αν αυξανόταν η αξία της ιταλικής παροχής, εκφρασμένη στο βελγικό νόμισμα, λόγω μεταβολών των νομισματικών ισοτιμιών. Μια αύξηση της ιταλικής λίρας κατά 10 % έναντι του βελγικού φράγκου έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μια αύξηση της ιταλικής συντάξεως κατά 10 ο/ο, τουλάχιστον όσον αφορά την αξία της ιταλικής συντάξεως στο Βέλγιο. Θα ήταν, επομένως, λογικό ο βελγικός φορέας να εφαρμόζει τον ίδιο κανόνα για κάθε μεταβολή της ιταλικής συντάξεως, είτε αυτή οφείλεται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή, είτε σε μεταβολή της νομισματικής ισοτιμίας. Παρουσιάζει συναφώς ενδιαφέρον η υπ' αριθ. 99 απόφαση της 13ης Μαρτίου 1975 της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων (OJ 1975, C 150, σ. 2). Η απόφαση αυτή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 107 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, το οποίο ορίζει τρίμηνη περίοδο αναφοράς για τον καθορισμό της τιμής μετατροπής στο εθνικό νόμισμα ποσών εκφραζόμενων σε άλλο εθνικό νόμισμα, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με την ερμηνεία που του αποδίδει η απόφαση, το άρθρο 107 καθορίζει την τιμή μετατροπής που εφαρμόζεται επί παροχών που καθορίζονται ή που υπολογίζονται εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Η απόφαση αναφέρει ακόμη ότι, αντιθέτως, το άρθρο 107 « δεν συνεπάγεται υποχρέωση νέου υπολογισμού ανά τρίμηνο των περιοδικών παροχών ( ιδίως των συντάξεων ) με εφαρμογή της τιμής μετατροπής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 107 ». Έτσι, από την απόφαση αυτή προκύπτει σαφώς ότι, σε περίπτωση που θα αυξάνονταν οι ιταλικές συντάξεις της Cassamali λόγω ανατιμήσεως του συναλλάγματος, ο βελγικός φορέας δεν θα έπρεπε να λάβει υπόψη την αύξηση αυτή, εκτός εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ( αν μεταβαλλόταν δηλαδή η μέθοδος καθορισμού ή οι κανόνες υπολογισμού των παροχών ).
15.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιβεβαιώσει την απόφαση την οποία εξέδωσε στην υπόθεση Ravida, θα απαντούσα δε ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλα το tribunal du travail των Βρυξελλών:
« 1)
Το άρθρο 51 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει εθνικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση των παροχών, το ποσό της συντάξεως την οποία χορηγεί ένα κράτος μέλος σε εργαζόμενο έχει υπολογιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, προστιθέμενο με το ποσό παροχής χορηγούμενης από άλλο κράτος μέλος, να μην υπερβαίνει ορισμένη οροφή, και αν αργότερα μεσολαβήσουν αναπροσαρμογές της ετέρας των παροχών λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, δεν χωρεί νέος υπολογισμός της συντάξεως, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρβαση της οροφής αυτής.
2)
Υπ' αυτές τις συνθήκες, καμμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπει τον νέο υπολογισμό της συντάξεως. »
( *1 ) Γλώσσα tou πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy