ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 11ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή, που στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή σας ζητεί να αναγνωρίσετε ότι το Βασίλειο της Δανίας, επεκτείνοντας σε όλους τους τύπους καυσίμων εν γένει το ποσοτικό όριο των δέκα λίτρων που προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969 ( 1 ), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 78/1033/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( 2 ), ως προς την εισαγωγή με φορολογική απαλλαγή των καυσίμων που περιέχονται σε φορητά δοχεία, παρέβη τις υποχρεώσεις του.
2.
Πρέπει να υπομνηστεί με συντομία το κοινοτικό σύστημα περί απαλλαγών για το οποίο πρόκειται εδώ. Η οδηγία 69/169 προβλέπει απαλλαγή από τον φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για εισαγωγές που δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα. Ένα τέτοιο σύστημα προβλέπεται στο πλαίσιο της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών τόσο μεταξύ κρατών μελών, δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας, όσο και μεταξύ των τρίτων χωρών και της Κοινότητας, δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας. Μόνο η συνολική αξία των εμπορευμάτων που εισάγονται με το καθεστώς της ατέλειας ποικίλλει, αναλόγως αν πρόκειται για εισαγωγή από την Κοινότητα ή εκτός της Κοινότητας. Πράγματι, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών μεταξύ των τρίτων χωρών και της Κοινότητας το ποσό αυτό καθορίζεται σε 45 ECU ( 3 ), ενώ ανέρχεται σε 390 ECU ( 4 ) στο ενδοκοινοτικό πλαίσιο, ενώ η Δανία μπορεί πάντως να αποκλείει από την απαλλαγή εμπορεύματα των οποίων η ανά μονάδα προϊόντος αξία υπερβαίνει τα 340 ECU ( 5 ). Είτε πρόκειται για την κυκλοφορία των ταξιδιωτών μεταξύ κρατών μελών είτε μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών τονίστηκε ότι η οδηγία επιβάλλει, προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή, δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις: να μην έχουν εμπορικό χαρακτήρα οι εισαγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 69/169 και να περιλαμβάνονται τα εμπορεύματα στις προσωπικές αποσκευές.
3.
Η έννοια των προσωπικών αποσκευών διευκρινίστηκε με την οδηγία 78/1033, την αποκαλούμενη τετάρτη οδηγία. Πράγματι, με την οδηγία αυτή προστέθηκε η παράγραφος 3 στο άρθρο 3 της οδηγίας 69/169, η οποία ορίζει ότι «νοούνται ως προσωπικές αποσκευές το σύνολο των αποσκευών που ο ταξιδιώτης δύναται να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξη του καθώς και εκείνες τις οποίες παρουσιάζει μεταγενέστερα στην ίδια υπηρεσία ».
4.
Μετά τον γενικό αυτό ορισμό, στο κείμενο της διατάξεως περιέχεται μία διευκρίνιση η οποία έχει την ακόλουθη διατύπωση: « Δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα. Ωστόσο, για κάθε μεταφορικό μέσο μετά κινητήρος, τυγχάνουν ατελέιας τα καύσιμα που περιέχονται σε τέτοια φορητά δοχεία για ποσότητα που δεν υπερβαίνει τα δέκα λίτρα, υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων περί κατοχής και μεταφοράς καυσίμων. » ( 6 )
5.
Η Επιτροπή προσάπτει στη Δανία ότι ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι είναι δυνατός ο περιορισμός σε δέκα λίτρα της εφαρμοστέας απαλλαγής όχι μόνο ως προς τα καύσιμα αλλά και ως προς κάθε είδος καύσιμης ύλης που περιέχεται σε τέτοια φορητά δοχεία.
6.
Κατά την Επιτροπή, οι δανικές αρχές γνωστοποίησαν την ερμηνεία που έδιναν στην απόφαση, με την οποία μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο ο κανόνας που τίθεται με την οδηγία, ακριβώς λόγω μιας έντονης αυξήσεως των φόρων επί του μαζούτ οικιακής χρήσεως που σημειώθηκε στη Δανία το 1986. Η απόφαση 422 της 21ης Σεπτεμβρίου 1985 σχετικά με την απαλλαγή των αποσκευών των ταξιδιωτών προέβλεπε στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ότι « η απαλλαγή για την εισαγωγή καυσίμων εν γένει σε φορητά δοχεία περιορίζεται σε δέκα λίτρα για κάθε όχημα με κινητήρα » ( 7 ), ο υπογραμμιζόμενος δε από εμένα όρος αποτελεί μετάφραση του όρου « brændstof » που χρησιμοποιείται στην απόφαση. Ο Δανός Υπουργός Φορολογίας έκρινε τότε ότι η διάταξη αυτή έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ισχύει ως προς το μαζούτ οικιακής χρήσεως και ότι « η εν λόγω απόφαση ( ήταν ) απολύτως σύμφωνη προς την κοινοτική νομοθεσία» ( 8 ). Η απόφαση 412 της 13ης Ιουνίου 1989 αντικατέστησε την εν λόγω απόφαση, αλλά η διάταξη για την οποία πρόκειται εδώ παρέμεινε αμετάβλητη ( 9 ).
7.
Η Δανία θεωρεί σταθερά ότι η ερμηνεία που δίνει σ' αυτή τη διάταξη είναι σύμφωνη προς την οδηγία, δεδομένου ότι στο κείμενο της οδηγίας στη δανική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος « brændstof » ο οποίος αναφέρεται, υπό τη συνήθη του έννοια, σε όλες τις εύφλεκτες ύλες σε υγρή κατάσταση που μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας, παραδείγματος χάρη, για την κίνηση ενός κινητήρα εσωτερικής καύσεως ή για θέρμανση. Η Δανία στηρίζεται επίσης στο κείμενο της διατάξεως στην αγγλική, γερμανική και ολλανδική γλώσσα, όπου χρησιμοποιούνται αντιστοίχως οι όροι « fuel », « Kraftstoff » και « brandstof » και ισχυρίζεται ότι οι όροι αυτοί έχουν την ίδια ευρεία έννοια όπως η δανική λέξη « brændstof ».
8.
Η Επιτροπή, καίτοι παραδέχεται ότι ο όρος « brændstof » του δανικού κειμένου αντιστοιχεί στους όρους που χρησιμοποιούνται στο αγγλικό, το γερμανικό και το ολλανδικό κείμενο της οδηγίας, τονίζει ότι οι όροι « carburant » στο γαλλικό κείμενο και « carburante » στο ιταλικό κείμενο καλύπτουν μόνο τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως. Προσθέτει ότι, καίτοι η διατύπωση που επιλέχθηκε στο δανικό, το αγγλικό, το ολλανδικό και το γερμανικό κείμενο της διατάξεως πάσχει σε ορισμένο βαθμό από απόψεως ακριβείας, αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι πρέπει να θεωρηθεί ως εσφαλμένη η διατύπωση που χρησιμοποιείται σ' αυτές τις γλώσσες. Παρατηρεί εξάλλου ότι κανένα κράτος μέλος δεν υποστήριξε την ερμηνεία που υποστηρίζει η Δανία. Βάσει μιας μελέτης σχετικά με τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση της οδηγίας θεωρεί ότι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 3, δεν επιδέχεται καμία αμφιβολία. Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό τον περιορισμό της ποσότητας καυσίμων που μεταφέρονται σε φορητά δοχεία.
9.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των γλωσσών στις οποίες έχει διατυπωθεί μία κοινοτική διάταξη το Δικαστήριο έκρινε ότι
« όταν μία μοναδική απόφαση απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής, συνεπώς δε και ομοιόμορφης ερμηνείας αποκλείει τη λήψη υπόψη του νομοθετικού αυτού κειμένου μεμονωμένα σε μια από τις γλωσσικές του αποδόσεις, αλλά απαιτεί να ερμηνεύεται σε σχέση τόσο με την πραγματική βούληση εκείνου που το εξέδωσε, όσο και με τον σκοπό που ο τελευταίος επιδίωκε, ακριβώς υπό το πρίσμα όλων των γλωσσικών αποδόσεων » ( 10 ).
Το Δικαστήριο τόνισε ότι,
« άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εκδότες της αποφάσεως θέλησαν να επιβάλουν πιο αυστηρές υποχρεώσεις σε ορισμένα κράτη μέλη απ' ό,τι σε άλλα » ( 11 ).
Επομένως, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι οι δανικές αρχές μπορούσαν να οχυρωθούν πίσω από το δανικό κείμενο και δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν το γαλλικό και το ιταλικό κείμενο της οδηγίας.
10.
Εν προκειμένω, η σχετική διάταξη στις αρχικές γλώσσες, όπως τροποποιήθηκε το 1978, φαίνεται να συνεπάγεται μία στενή και μία ευρεία παραλλαγή. Επομένως, φαίνεται εύλογο να γίνει δεκτό, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο στο παρελθόν στο πλαίσιο μιας προσφυγής αναγνωρίσεως παραβάσεως, ότι
« συγκριτική εξέταση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του κανονισμού δεν μπορεί να οδηγήσει σε άποψη υπέρ ουδενός από τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί, οπότε δεν είναι δυνατή η συναγωγή εννόμων συνεπειών από τη χρησιμοποιηθείσα ορολογία » ( 12 ).
Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι
« όταν υφίσταται διάσταση μεταξύ διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η επίδικη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως, στοιχείο της οποίας αποτελεί η διάταξη » ( 13 ).
11.
Η οδηγία 78/1033, με την οποία προστέθηκε στην οδηγία 69/169η διάταξη που αποτελεί το αντικείμενο διαφορετικής ερμηνείας εκ μέρους των δύο διαδίκων, είναι ελάχιστα διαφωτιστική όσον αφορά την προσθήκη αυτή: στην έκτη αιτιολογική της σκέψη διευκρινίζεται απλώς ότι « πρέπει να ορισθεί ο όρος “προσωπικές αποσκευές”». Με βάση την ανακοίνωση της προτάσεως για τη θέσπιση της τετάρτης οδηγίας της Επιτροπής ( 14 ) διαπιστώνονται ορισμένες τροποποιήσεις σε σχέση με το κείμενο που υιοθέτησε τελικά το Συμβούλιο: η πρόταση προέβλεπε διαφορετικές ποσότητες για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ( 15 λίτρα ) και διαφορετικές γι' αυτό που πραγματοποιείται με τρίτες χώρες (5 λίτρα). Ιδίως, προέβλεπε τη χορήγηση της απαλλαγής για τα « καύσιμα που περιέχονται σε εφεδρικό δοχείο» ( 15 ).
12.
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, με αυτή την πιο ακριβή διατύπωση της οδηγίας καθορίστηκε με σαφείς όρους το αντικείμενο της εν λόγω διατάξεως. Επρόκειτο επομένως για τη χορήγηση απαλλαγής για μικρή ποσότητα καυσίμων που επιτρέπουν στον οδηγό να εξέλθει από μία δυσχερή κατάσταση στην περίπτωση κατά την οποία τα καύσιμα που περιέχονται στη δεξαμενή καυσίμων του οχήματος θα ήταν ανεπαρκή. Η Δανία παραδέχεται ότι υφίστατο έτσι στην πρόταση αυτή σχέση μεταξύ του μέσου προωθήσεως του οχήματος και των εισαγομένων καυσίμων. Εντούτοις, ήδη στο δανικό κείμενο της προτάσεως χρησιμοποιήθηκε ο όρος « brændstof » στον οποίο το καθού επεδίωκε να προσδώσει την έννοια των καυσίμων εν γένει στο πλαίσιο της οδηγίας.
13.
Δεν νομίζω ότι θα ευσταθούσε η κρίση ότι ο όρος « brændstof » μετέβαλε έννοια λόγω της αντικαταστάσεως στην τέταρτη οδηγία των όρων « εφεδρικό δοχείο » που χρησιμοποιήθηκαν στην πρόταση από τους όρους « φορητά δοχεία ». Η αντικατάσταση αυτή είχε, κατά τη γνώμη μου, ως μόνο σκοπό την απλοποίηση του θεσπισθέντος κανόνα, με την αποφυγή της χρησιμοποιήσεως μιας νέας έννοιας του « εφεδρικού δοχείου » μέσω παραπομπής στην έννοια που εκφράζεται στην προηγούμενη φράση, η οποία προέβλεπε ήδη από της προτάσεως για τη θέσπιση της οδηγίας ότι « δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα ».
14.
Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, το φορητό δοχείο εξομοιώνεται προς το συνηθισμένο δοχείο. Θεωρείται ως συμπληρωματικό απόθεμα, κατά κάποιο τρόπο ως είδος του οχήματος, και όχι ως προσωπική αποσκευή. 'Ετσι, η αξία των καυσίμων δεν εισέρχεται στη γενική αξία των εμπορευμάτων που εισάγει ο ταξιδιώτης. Δεν γίνεται αντιληπτό γιατί ένας τέτοιος κανόνας θα κάλυπτε και τα καύσιμα εν γένει που δεν χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία των οχημάτων.
15.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί η οδηγία 83/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983 ( 16 ), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/331/ΕΟΚ, της 13ης Ιουνίου 1988 ( 17 ). Το άρθρο της 82, παράγραφος 1, είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 83, 84 και 85 απαλλάσσονται από τον φόρο:
α)
τα καύσιμα που περιέχονται σε κανονικές δεξαμενές καυσίμων:
—
αυτοκινήτων οχημάτων δημόσιας και ιδιωτικής χρήσης και μοτοσυκλετών
—
εμπορευματοκιβωτίων ειδικής χρήσης·
β)
τα καύσιμα που περιέχονται σε φορητές δεξαμενές καυσίμων που βρίσκονται επί αυτοκινήτων οχημάτων ιδιωτικής χρήσης και των μοτοσυκλετών, σε ανώτατο όριο δέκα λίτρων ανά όχημα και με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων σχετικά με την κατοχή και τη μεταφορά καυσίμων. »
Στο δανικό κείμενο του άρθρου αυτού χρησιμοποιείται ο όρος « brændstof », στο δε αγγλικό κείμενο ο όρος « fuel », ενώ η διάταξη αυτή δεν αφήνει κανένα περιθώριο εύλογης αμφιβολίας ως προς την ερμηνεία της: αφορά μόνο τα καύσιμα για κινητήρες εσωτερικής καύσεως που χρησιμεύουν για την προώθηση των οχημάτων.
16.
Έτσι, η διάταξη αυτή διαλύει κάθε ενδεχόμενη αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της οδηγίας 78/1033: η απαλλαγή που ισχύει για το όριο των δέκα λίτρων καυσίμων που περιέχονται σε φορητά δοχεία τα οποία βρίσκονται στα οχήματα προβλέφθηκε προκειμένου να συμπληρωθεί η απαλλαγή που ισχύει για τα καύσιμα που περιέχονται στις συνήθεις δεξαμενές καυσίμων των οχημάτων ( 18 ).
17.
Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το όριο που καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 69/169 ισχύει ως προς τα άλλα καύσιμα εκτός από τα καύσιμα για κινητήρες. Η Δανία προέβη, επομένως, σε υπερβολικά διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως.
18.
Εντούτοις, η Δανία δεν περιορίστηκε να προβάλει επιχειρήματα επί σημασιολογικού επιπέδου. Στην απάντηση της επί της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής δήλωσε ότι δεν υπήρχε πράγματι λόγος να έλθει σε νομική σύγκρουση με την Επιτροπή ως προς την ερμηνεία του όρου « bræandstof » και ότι ήταν έτοιμη να προσδώσει τη στενή έννοια των καυσίμων στον όρο που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 69/169. Το καθού κράτος θεωρεί όμως ότι η ερμηνεία αυτή θα έχει έτσι ως συνέπεια ότι δεν θα είναι δυνατόν να χορηγείται καμία απαλλαγή για τα καύσιμα εν γένει που περιέχονται στα φορητά δοχεία. Αυτή η, επικουρική, άποψη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: εφόσον γίνεται δεκτό ότι η οδηγία, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει ότι τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα δεν θεωρούνται ως προσωπικές αποσκευές, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να αποτελούν τέτοιες αποσκευές τα δοχεία που περιέχουν μαζούτ οικιακής χρήσεως. Η Δανία τονίζει ότι ένα φορητό δοχείο που περιέχει μαζούτ βρίσκεται σε λιγότερο στενή σχέση με το ταξίδι απ' ό,τι τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα και τα οποία εντούτοις δεν αποτελούν μέρος των προσωπικών αποσκευών. Αυτή είναι, εξάλλου, η λύση που συνεπάγεται η πλέον κοινή έννοια των λέξεων « προσωπικές αποσκευές ».
19.
Δεν νομίζω ότι η άποψη αυτή ευσταθεί. Στην πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση της τετάρτης οδηγίας αναφέρεται σαφώς ότι « ( πρέπει ) να διευκρινιστεί η έννοια των προσωπικών αποσκευών » ( 19 ), η δε « διατύπωση ενός ( τέτοιου ) ορισμού » είχε ρητώς τύχει της σύμφωνης γνώμης της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ( 20 ). Συναφώς, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, όρισε τελικά:
« Νοούνται ως προσωπικές αποσκευές το σύνολο των αποσκευών που ο ταξιδιώτης δύναται να παρουσιάσει στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξη του καθώς και εκείνες τις οποίες παρουσιάζει μεταγενέστερα στην ίδια υπηρεσία, υπό την επιφύλαξη ότι αποδεικνύει ότι είχαν καταγραφεί ως συνοδευόμενες αποσκευές, κατά την αναχώρηση του, από την εταιρία που εξετέλεσε τη μεταφορά του. »
20.
Κατά συνέπεια, όταν ο ταξιδιώτης είναι σε θέση να παρουσιάσει εμπορεύματα τα οποία δηλώνει ως συνοδευόμενες αποσκευές, οι αποσκευές αυτές καλύπτονται από τον ορισμό των προσωπικών αποσκευών. Ουδόλως όμως προβλέπεται ότι ελέγχεται επιπλέον αν τα εν λόγω είδη βρίσκονται σε στενότερη ή όχι σχέση με το ταξίδι ή ακόμη αν αποτελούν προσωπικές αποσκευές κατά την τρέχουσα σημασία του όρου. Χωρίς αμφιβολία, όπως είδαμε, η οδηγία προβλέπει ότι τα φορητά δοχεία που περιέχουν καύσιμα δεν αποτελούν προσωπικές αποσκευές. Αν, όσον αφορά τα καύσιμα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το φορητό δοχείο πρέπει να θεωρηθεί ως κατά κάποιο τρόπο παράρτημα αυτού του ίδιου του οχήματος και όχι ως προσωπική αποσκευή, δεν υφίσταται κανένας λόγος για να επεκταθεί η λύση αυτή και σε άλλες εκτός από τη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση. Η δανική άποψη θα μπορούσε το πολύ να έχει ως συνέπεια το να θεωρηθεί ότι κάθε φορητό δοχείο, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενό του, δεν μπορεί να αποτελεί προσωπική αποσκευή κατά την έννοια της οδηγίας. Έτσι, τα καύσιμα εν γένει, είτε περιέχονται είτε όχι σε φορητά δοχεία, νομίζω ότι υπάγονται στο καθεστώς των προσωπικών αποσκευών. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος για να εξαιρούνται εκ των προτέρων από αυτή την έννοια.
21.
Αναμφιβόλως, πρέπει να ελέγχεται, πριν εφαρμοστεί η γενική απαλλαγή, αφενός μεν, ότι οι εισαγωγές δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα ( προϋπόθεση για την οποία δεν τίθεται ζήτημα εν προκειμένω), αφετέρου δε, ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν αποτελεί το αντικείμενο ειδικής διατάξεως της οδηγίας, όπως συμβαίνει, παραδείγματος χάρη, ως προς τα αρώματα ή τα οινοπνευματώδη ποτά ( 21 ). Εν προκειμένω, καμία ειδική διάταξη δεν έχει θεσπιστεί ως προς τα καύσιμα εν γένει.
22.
Υποστήριξα ήδη ότι θα στερούνταν κάθε περιεχομένου η ίδια η έννοια του ειδικού ποσοτικού ορίου αν γινόταν δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να εφαρμόζουν όρια σε άλλα προϊόντα εκτός από αυτά που ρητώς αναφέρονται στην οδηγία υπό το πρόσχημα αναλογικής εφαρμογής ενός οιουδήποτε άρθρου ( 22 ).
23.
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου
« τα κράτη μέλη διατηρούν στον εν λόγω τομέα μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζουν οι ίδιες οι διατάξεις των σχετικών οδηγιών » ( 23 ).
Στη συνέχεια δε έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές
« δεν προβλέπουν τη δυνατότητα καθορισμού ποσοτικών ορίων για εμπορεύματα που δεν περιλαμβάνονται ρητώς στην απαρίθμηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169 » ( 24 ).
24.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, εφαρμόζοντας ως προς όλους τους τύπους καυσίμων εν γένει εκτός των καυσίμων για κινητήρες ποσοτικό όριο δέκα λίτρων που προβλέπεται από την οδηγία 69/169/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 78/1033/ΕΟΚ για την εισαγωγή με απαλλαγή των καυσίμων που περιέχονται σε φορητά δοχεία, παρέβη τις υποχρεώσεις του. Προτείνω να καταδικαστεί το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ).
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100.
( 3 ) 'Αρθρο 1 της οδηγίας 81/933/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169 (EEL 338, σ. 24).
( 4 ) 'Αρθρο Ι της οδηγίας 88/664/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, περί ενάτης τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169 (EE L 382, σ. 41).
( 5 ) 'Αρθρο 1 της οδηγίας 89/194/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1989, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 69/169 ( EEL 73, σ. 47).
( 6 ) Δική μου η υπογράμμιση.
( 7 ) Γραπτή απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο.
( 8 ) Απόσπασμα από τη συζήτηση της 27ης Ιανουαρίου 1987 στο Δανικό Κοινοβούλιο που περιέχεται ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως.
( 9 ) Βλ. υποσημείωση 8.
( 10 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1969, 29/69, Stauder ( Συλλογή σ. 419, σκέψη 3 ).
( 11 ) Στην ίδια απόφαση, σκέψη 4.
( 12 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 100/84, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1985, σ. 1169, σκέψη 16).
( 13 ) Στην ίδια απόφαση, σκέψη 17· βλ. επίσης στον τομέα των προδικαστικών αποφάσεων την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Rec. 1977, σ. 1999, σκέψη 14).
( 14 ) EE C 213, σ. 9.
( 15 ) Άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της προτάσεως, με δική μου υπογράμμιση.
( 16 ) Για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ. για την απαλλαγή από τον φόρο προστιθεμένης αξίας ορισμένων οριστικών εισαγωγών αγαθών ( ΕΕ L 105, σ. 38).
( 17 ) EE L 151, σ. 79.
( 18 ) Οι όροι αυτοί αποτελούν το αντικείμενο ορισμού που περιέχεται στο άρθρο 82, παράγραφος 2, στοιχείο γ.
( 19 ) Προαναφερθείσα πρόταση, στην υποσημείωση 14, ογδόη αιτιολογική σκέψη.
( 20 ) JO 1979, C 105, σ. 3.
( 21 ) Αρθρο 4 της οδηγίας 69/169, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ της 8ης Ιουλίου 1985 (EE L 183, σ. 24).
( 22 ) Προτάσεις στις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, C-208/88, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας ( Συλλογή 1990, σ. I-4445) και C-367/88, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( Συλλογή 1990, σ. I-4465 ).
( 23 ) Αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, προαναφερθείσες, σκέψη 7 αντιστοίχως· απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-158/88, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( Συλλογή 1990, σ. I-2367, σκέψη 7 ).
( 24 ) Προαναφερθείσες αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, σκέψη 7 αντιστοίχως.
Full & Egal Universal Law Academy