ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 15ης Οκτωβρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987 ( 1 ), το Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή του Hochbaum και ακύρωσε τον διορισμό του Waterschoot ως προϊσταμένου τμήματος στη ΓΔ IV, για τον λόγο ότι η συμβουλευτική επιτροπή διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3 δεν είχε γνωμοδοτήσει βάσει πλήρων φακέλων των υποψηφίων. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αποφάσισε να ακυρώσει την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84 που είχε καταλήξει στον διορισμό του Waterschoot· κίνησε νέα διαδικασία ( με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/83/87 ), κατόπιν της οποίας η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) διόρισε εκ νέου τον Waterschoot. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι και οι δύο ανακοινώσεις κενής θέσεως είχαν ακριβώς την ίδια διατύπωση.
Ο Hochbaum άσκησε νέα προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία έκλεισε η αρχική διαδικασία, καθώς και την ακύρωση των πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας διορισμού. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή αυτή με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990 ( 2 ) κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας καλείται το Δικαστήριο να κρίνει.
2.
Η αναίρεση αφορά μόνο το τμήμα της αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τον τρίτο λόγο (σκέψεις 21 έως 26), ο οποίος στηριζόταν στην κατάχρηση εξουσίας ( 3 ). Με τον λόγο εκείνον είχε προβάλει κατ' ουσίαν ο αναιρεσείων ότι η Επιτροπή ακύρωσε ab origine τη διαδικασία που το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν μερικώς πλημμελής και αποφάσισε να δημοσιεύσει νέα ανακοίνωση κενής θέσεως ( COM/83/87 ) όχι για λόγους γενικού συμφέροντος, αλλά μόνο για να νομιμοποιήσει την ήδη βεβαία προαγωγή του Waterschoot. Πράγματι, ο τελευταίος, ο οποίος κατά τον χρόνο της πρώτης διαδικασίας δεν είχε — κατά την άποψη του προσφεύγοντος — το προσόν της επαγγελματικής πείρας που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως, την απέκτησε μεταγενέστερα, ακριβώς από τη δραστηριότητα που ανέπτυξε μετά τον διορισμό που κηρύχθηκε στη συνέχεια παράνομος. Ως απόδειξη της φερόμενης καταχρήσεως εξουσίας ο προσφεύγων είχε ρητά προβάλει την έλλειψη των απαιτούμενων προσόντων κατά την πρώτη διαδικασία.
Επί των επιχειρημάτων αυτών το Πρωτοδικείο έκρινε γενικά ότι ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο αν η εξουσία διορισμού ασκήθηκε κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο' ότι στην προκειμένη περίπτωση κανένα αντικειμενικό στοιχείο δεν οδηγεί στην εκτίμηση ότι ο Waterschoot δεν συγκέντρωνε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να υποβάλει την υποψηφιότητά του (σκέψη 24)· και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή ενήργησε με σκοπό διαφορετικό από το συμφέρον της υπηρεσίας ( σκέψεις 25 και 26 ).
Με την αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το Πρωτοδικείο ότι απέρριψε τον λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας και ότι έτσι όχι μόνο παραβίασε την αρχή περί καταχρήσεως εξουσίας, αλλά ευθύς εξ αρχής παρέβη το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων ( ΚΥΚ ). Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου, διότι κατά τη γνώμη της οι προβαλλόμενοι λόγοι οδηγούν σε επαναμφισβήτηση της διαπιστώσεως πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, πράγμα που απαγορεύεται στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
3.
Με τον πρώτο λόγο, ο οποίος περιλαμβάνει δύο ειδικές αιτιάσεις, ο αναιρεσείων αμφισβητεί πρώτον την κρίση του Πρωτοδικείου ότι « η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική ευχέρεια σε θέματα προαγωγών και ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η ΑΔΑ έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο » ( σκέψη 24, πρώτη περίοδος ).
Πράγματι, κατά την άποψη του Hochbaum, τα όρια του δικαστικού ελέγχου της ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας που το άρθρο 45 αναγνωρίζει στην ΑΔΑ είναι διαφορετικά. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να ερευνήσει αν ο επιλεγείς από την ΑΔΑ υποψήφιος είχε όλα τα προσόντα που απαιτούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/902/84. Με τον λόγο αυτόν ο Hochbaum αμφισβητεί κατ' ουσίαν την ερμηνεία που έδωσε το Πρωτοδικείο στο άρθρο 45 του ΚΥΚ όσον αφορά τα όρια της διακριτικής εξουσίας της ΑΔΑ και του δικαστικού ελέγχου αυτής της εξουσίας.
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 45 ορίζει, καθόσον αφορά το σημείο που έχει σημασία για την προκειμένη υπόθεση, ότι « η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά κατ' εκλογήν μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς ». Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία, η οποία πρέπει να ασκείται ασφαλώς εντός των ορίων που θέτει αυτός ο ίδιος ο κανόνας. Ειδικότερα, πρέπει να πρόκειται για υπαλλήλους οι οποίοι έχουν να προσόντα προαγωγής, που επομένως πρέπει να έχουν ιδίως τα προσόντα που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό παρατηρώ καταρχάς ότι η προσβαλλόμενη σκέψη του Πρωτοδικείου βρίσκει ακριβή επιβεβαίωση στην πάγια και σταθερή νομολογία· πράγματι, το Δικαστήρω έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία στα θέματα προαγωγών και ότι επομένως πρέπει να περιορίζει τον έλεγχο του « στο ζήτημα αν, ενόψει των προϋποθέσεων που οδήγησαν τη διοίκηση στην εκτίμηση της, αυτή κινήθηκε σε λογικά όρια και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο » ( 4 ).
Το íδιο Δικαστήριο δέχθηκε εξάλλου ότι « ναι μεν διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στο θέμα αυτό, η άσκηση όμως αυτής της εξουσίας προϋποθέτει, από το ίδιο αυτό γεγονός, επισταμένο έλεγχο των φακέλων και ευσυνείδητη τήρηση των απαιτήσεων που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσεως » ( 5 ). Σε τελική ανάλυση, η ΑΔΑ υποχρεούται να ασκεί τη διακριτική αυτή εξουσία στο πλαίσιο που αυτή η ίδια καθόρισε με την ανακοίνωση κενής θέσεως ( 6 ) η μη τήρηση των προϋποθέσεων που ορίζει αυτή η ανακοίνωση έχει, πράγματι, ως συνέπεια την ακύρωση της προαγωγής στην οποία προέβη η ΑΔΑ κατά το μέτρο που με τον τρόπο αυτόν « υπερέβη το πλαίσιο νομιμότητας το οποίο η ίδια είχε καθορίσει με την εν λόγω ανακοίνωση » ( 7 ).
Κατόπιν αυτών, φρονώ ότι οι σκέψεις τις οποίες μόλις εξέθεσα δεν βρίσκονται σε αντίθεση με την προσβαλλόμενη σκέψη του Πρωτοδικείου στην προκειμένη περίπτωση, Πράγματι, εφόσον η προϋπόθεση για την υποβολή έγκυρης υποψηφιότητας είναι η κατοχή των προσόντων προαγωγής, παρέπεται ότι η προαγωγή υποψηφίου που δεν μπορεί να προαχθεί, κατά το μέτρο που επισημαίνεται η πλήρης έλλειψη τουλάχιστον ενός των προσόντων που απαιτούνται από την ανακοίνωση κενής θέσεως, έχει ως συνέπεια ότι η ΑΔΑ άσκησε την εξουσία της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο. Πάντως, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, η διαπίστωση αυτή πρέπει να συνάγεται από στοιχεία αντικειμενικά που περιλαμβάνονται στον φάκελο ( 8 ). Αν αντιθέτως δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να οδηγεί στην κρίση ότι οι υποψηφιότητες που ελήφθησαν υπόψη δεν είναι έγκυρες, παρέπεται ότι η διακριτική εξουσία της ΑΔΑ δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Πράγματι, η επιλογή που προβλέπει το άρθρο 45 του ΚΥΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί υποχρεωτική επιλογή (δηλαδή μη επιλογή): στην αρμοδιότητα της ΑΔΑ ανήκει να επιλέξει, μεταξύ των υποψηφίων που μπορούν να προαχθούν, εκείνον ο οποίος, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων του και των καθηκόντων που θα πρέπει να εκπληρώσει, είναι ο πλέον κατάλληλος να καταλάβει την κενή θέση. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το Δικαστήριο το οποίο έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι « δεν μπορεί να υποκαταστήσει με την κρίση του για τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα των υποψηφίων την κρίση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής » ( 9 ).
Η εν λόγω αιτίαση δεν είναι επομένως βάσιμη, εφόσον δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση καμία πλάνη στην ερμηνεία του άρθρου 45 του ΚΥΚ που να υπεισήλθε στη σκέψη 24, πρώτη περίοδος, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
4.
Με τη δεύτερη αιτίαση που περιλαμβάνει ο πρώτος λόγος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, υπό το φως του γράμματος του άρθρου 45 του ΚΥΚ και λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προέβαλε στην υπόθεση, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε ανεπαρκώς το γεγονός ότι ο Waterschoot είχε τα απαιτούμενα από την ανακοίνωση κενής θέσεως προσόντα. Πράγματι, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του να κρίνει ότι « δεν προκύπτει από κανένα αντικειμενικό στοιχείο της δικογραφίας ότι ο Waterschoot δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις προς υποβολή της υποψηφιότητάς του για την επίδικη θέση προτού ασκήσει τις αρμοδιότητες του προϊσταμένου του τμήματος “ κρατικά μονοπώλια και δημόσιες επιχειρήσεις ”» ( σκέψη 24, δεύτερη περίοδος ). Από τη σκέψη αυτή συνάγει ο αναιρεσείων ότι το Πρωτοδικείο δεν ήλεγξε το βάσιμο των συγκεκριμένων αιτιάσεων του που αφορούσαν τα προσόντα του Waterschoot.
Η πιο πάνω σκέψη αφήνει να εννοηθεί ότι το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο στα στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο και ελλείψει αντιθέτων ενδείξεων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Waterschoot εγκύρως υπέβαλε την υποψηφιότητά του κατά τον χρόνο της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως. Θεωρητικά μπορεί να συμφωνήσει κανείς στο σημείο ότι οι συγκεκριμένες και εξειδικευμένες αμφισβητήσεις του αναιρεσείοντος που αφορούσαν το ότι ο Waterschoot δεν είχε κατά τον χρόνο της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως όλα τα προσόντα που απαιτούσε αυτή η ανακοίνωση, είχαν ανάγκη πιο εξειδικευμένης αιτιολογίας.
Αν αναλογιστεί όμως κανείς καλά το ζήτημα, το σημείο που μόλις ανέφερα δεν φαίνεται αποφασιστικό στην προκειμένη περίπτωση· μάλιστα η σκέψη του Πρωτοδικείου κάνει το θέμα αυτό να φαίνεται ότι στερείται σημασίας. Πράγματι, παρατηρεί κανείς ότι το Πρωτοδικείο αναφέρει περαιτέρω ότι « ακόμα και αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη την πείρα που απέκτησε ο Waterschoot ύστερα από τον πρώτο διορισμό του, αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινοτικό αυτό όργανο επιδίωξε σκοπό διάφορο από το συμφέρον της υπηρεσίας, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση εξουσίας » ( σκέψη 25 ).
Τελικά, το Πρωτοδικείο όχι μόνο διαπίστωσε την έλλειψη στοιχείων που να επιτρέπουν την κρίση ότι ο Waterschoot δεν είχε όλα τα προσόντα που απαιτούσε η πρώτη ανακοίνωση κενής θέσεως, αλλά προσέθεσε περαιτέρω ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της μόνο την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε μεταγενέστερα, και πάλι δεν μπορούσε να αποδειχθεί κατάχρηση εξουσίας.
Λαμβάνοντας έτσι υπόψη το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκανε χρήση αυτής της συλλογιστικής στο πλαίσιο του λόγου ο οποίος στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας και ότι ουσιαστικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος αυτός δεν μπορούσε να γίνει δεκτός ακόμη και αν είχε αποδειχθεί ότι ο Waterschoot δεν είχε, κατά τον χρόνο της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως, υποβάλει εγκύρως την υποψηφιότητα του, φρονώ ότι η επίμαχη αιτίαση δεν είναι αποφασιστική εν προκειμένω και ότι περιλαμβάνεται σε κάθε περίπτωση στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
5.
Πράγματι, με τον λόγο αυτόν ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε αυτή την ίδια την αρχή της καταχρήσεως εξουσίας κατά το μέτρο που δεν ερεύνησε ποιος ήταν ο αληθής σκοπός της ακυρώσεως της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως και της κατόπιν αυτού κινήσεως νέας διαδικασίας προσλήψεως. Ειδικότερα, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, η Επιτροπή κίνησε τη νέα διαδικασία προς τον μοναδικό σκοπό να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο Waterschoot χάρη στον πρώτο διορισμό του που κρίθηκε μεταγενέστερα παράνομος από το Δικαστήριο.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι « μια απόφαση είναι πλημμελής λόγω καταχρήσεως εξουσίας μόνον εφόσον, βάσει αντικειμενικών, ουσιωδών και συγκλινουσών ενδείξεων, παρίσταται εκδοθείσα για την επίτευξη σκοπών ξένων προς αυτούς που επικαλείται » ( 10 ). Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση, θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά τα στοιχεία καταχρήσεως εξουσίας αν, βάσει τέτοιων ενδείξεων, είχε αποδειχθεί ότι η απόφαση κινήσεως νέας διαδικασίας διαγωνισμού ελήφθη προς σκοπό διάφορο από εκείνον της πληρώσεως της κενής θέσεως διά της προσλήψεως του πλέον ικανού υποψηφίου, ιδίως για να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα που απέκτησε εν τω μεταξύ ο Waterschoot.
Έτσι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι « δεν υφίστανται τα απαιτούμενα στοιχεία προς απόδειξη του ότι η καθής ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας» (σκέψη 26). Ειδικότερα, όπως είδαμε ήδη, το μόνο επιχείρημα που προέβαλε ο αναιρεσείων, δηλαδή το ότι ο Waterschoot δεν είχε τα προσόντα που απαιτούσε η πρώτη ανακοίνωση κενής θέσεως, δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτοδικείο λόγω του ότι δεν υφίσταντο αντικειμενικά στοιχεία ικανά να οδηγήσουν στην εκτίμηση ότι ο Waterschoot δεν είχε τα προσόντα αυτά (σκέψη 24, δεύτερη περίοδος) και ότι, σε κάθε περίπτωση, η ενδεχόμενη λήψη υπόψη της πείρας που απέκτησε ύστερα από διορισμό που κρίθηκε στη συνέχεια παράνομος δεν ήταν επαρκής για να αποδειχθεί ότι, ακυρώνοντας την αρχική απόφαση και δημοσιεύοντας νέα ανακοίνωση κενής θέσεως, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας (σκέψη 25).
Περιορίζομαι εδώ να σημειώσω ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου στη σκέψη 25 δεν είναι πεπλανημένος. Πράγματι, η κατάχρηση εξουσίας δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί από μόνο το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε χάρη σε παράνομο διορισμό, αλλά μόνον αν υφίσταται ένα σύνολο αντικειμενικών και ουσιωδών ενδείξεων ικανών να αποδείξουν ότι η Επιτροπή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακύρωσε την αρχική διαδικασία και δημοσίευσε δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως, προς τον μοναδικό σκοπό να ληφθεί υπόψη η πείρα αυτή, που δεν υφίστατο κατά τον χρόνο της πρώτης ανακοινώσεως κενής θέσεως.
Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σκέψη 26) το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ακριβώς την έλλειψη ενδείξεων ικανών να οδηγήσουν στην εκτίμηση ότι αυτός ήταν ο σκοπός που επιδίωξε η Επιτροπή όταν κίνησε τη νέα διαδικασία διαγωνισμού.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί.
6.
Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, φρονώ ότι υφίστανται στη συγκεκριμένη υπόθεση προφανείς λόγοι επιεικείας για τον συμψηφισμό τους· προτείνω επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας, να φέρει κάθε διάδικος, περιλαμβανομένης και της παρεμβαίνουσας, τα δικά του έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Υποθέσεις 44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1987, σ. 3259 ).
( 2 ) Υπόθεση Τ-38/89, Hochbaum κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-43 ).
( 3 ) Οι δύο άλλοι λόγοι που είχε προβάλει ο αναιρεσείων ενώπιον του Πρωτοδικείου, δηλαδή οι λόγοι περί παραβάσεως του άρθρου 176 της Συνθήκης και περί παραβάσεως του άρθρου 25 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως του Προσωπικού, δεν επαναλαμβάνονται στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
( 4 ) Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987, 52/86, Banner κατά Κοινοβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 979, σκέψη 9 ). Επιπλέον, βλ. μεταξύ άλλων, την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 26/85, Waysse κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1986, σ. 3131, σκέψη 26) την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 306/85, Huybrechts κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 629, σκέψη 9) καθώς επίσης και την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987, 111/86, Delauche κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5345, σκέψη 18 ).
( 5 ) Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου ( Rec. 1974, σ. 1099, σκέψη 26 ).
( 6 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culin κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. Ι-225, σκέψη 19 ).
( 7 ) Όπ.π., σκέψη 22.
( 8 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 21ης Απριλίου 1983, 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1245, σκέψη 13)' την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987, προαναφερθείσα υπόθεση 52/86, σκέψη 9' καθώς και την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, προαναφερθείσα υπόθεση C-343/87, Culin, σκέψη 21, με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή κατά το μέτρο που προέκυπτε από τον φάκελο ότι η ΑΔΑ είχε λάβει υπόψη της, ως αποφασιστικό στοιχείο για την προαγωγή, προσόν μη προβλεπόμενο από την ανακοίνωση κενής θέσεως.
( 9 ) Απόφαση της 21ης Απριλίου 1983, προαναφερθείσα υπόθεση 282/81, σκέψη 13.
( 10 ) Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987, προαναφερθείσα υπόθεση 52/86, σκέψη 6 βλ., εξάλλου, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1988, 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου ( Συλλογή 1988, α 2901, σκέψη 27 ).
Full & Egal Universal Law Academy