ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 4ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Οι προτάσεις που θα αναπτύξω αφορούν προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αγωγής δύο γερμανικών επιχειρήσεων μεταποιήσεως κρέατος οι οποίες αγόρασαν, στο πλαίσιο της διαθέσεως κρεάτων προερχομένων από τον βελγικό οργανισμό παρεμβάσεως και πωλουμένων σε εκ των προτέρων κατ' αποκοπήν καθορισμένη τιμή σύμφωνα με τη διαδικασία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1431/87 ( 1 ), κρέας μετά την απόψυξη του οποίου αποκαλύφθηκε η ύπαρξη μούχλας και του οποίου έπρεπε να καταστραφεί ένα μέρος το οποίο είχε κριθεί από τον Γερμανικό Οργανισμό Κτηνιατρικού Ελέγχου ακατάλληλο προς βρώση. Το κρέας αυτό, του οποίου εξάλλου η μεταποίηση επιβαλλόταν από τον προαναφερθέντα κανονισμό, είχε αγοραστεί προκειμένου να μεταποιηθεί σε παρασκευάσματα με βάση το κρέας προοριζόμενα προς βρώση.
2.
Οι ενάγουσες επιχειρήσεις ζητούν από το tribunal de Bruxelles να αναγνωρίσει την ευθύνη του Βελγικού Δημοσίου, του οργανισμού παρεμβάσεως και του Οργανισμού Κτηνιατρικού Ελέγχου καθώς και την ευθύνη της επιχειρήσεως από τις αποθήκες της οποίας διακινήθηκαν τα προϊόντα πριν μεταφερθούν στη Γερμανία (στο εξής: οι εναγόμενοι).
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα
3.
Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε πρώτον στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Πρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79, της 4ης Οκτωβρίου 1979, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προβαίνει ο αιτών τον εμποδίζει να επικαλεστεί κεκρυμμένα ελαττώματα ή τη μη συμφωνία προς ορισμένες προδιαγραφές των προϊόντων που του έχουν δοθεί όταν τα προϊόντα αυτά πωλούνται σε κατάσταση υπερκαταψύξεως και εμφανίζουν ίχνη μούχλας μόνο μετά την απόψυξη στον τόπο προορισμού, με αποτέλεσμα να μη μπορούν πλέον να μεταποιηθούν, ή μήπως η “ δήλωση ” αυτή αφορά μάλλον τα εξωτερικώς αντιληπτά εμπορικά χαρακτηριστικά του προϊόντος;
4.
Θα ήθελα εκ προοιμίου να διευκρινίσω ότι, δεδομένου ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε υπό το κράτος του κανονισμού 1431/87, υπόκειται, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, στις διατάξεις των κανονισμών (ΕΟΚ) 2173/79 ( 2 ) και 2182/79 ( 3 ), στους οποίους και παραπέμπω.
5.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2173/79 θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί, προκειμένου να θεωρηθεί ως εγκύρως υποβληθείσα, μια αίτηση αγοράς από οργανισμό παρεμβάσεως. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ιδίως ότι η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει:
«(...)
δ)
μία δήλωση σύμφωνα με την οποία ο αιτών παραιτείται από κάθε διαμαρτυρία που αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα του αποδοθεί [ κατακυρωθεί ] ».
6.
Και το προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά ακριβώς το περιεχόμενο αυτής της παραιτήσεως.
7.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η κατά γράμμα ερμηνεία της διατάξεως αυτής οδηγεί κατ' ανάγκη στον αποκλεισμό οποιασδήποτε διαμαρτυρίας. Πράγματι, η συνήθης έννοια του γράμματος της εν λόγω φράσεως επιβάλλει κάτι τέτοιο.
8.
Ωστόσο, και η Επιτροπή στηρίζεται στην κατά γράμμα ερμηνεία προκειμένου να υποστηρίξει την αντίθετη άποψη, επικαλούμενη τη συγκεκριμένη έννοια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο του εξεταζόμενου κανονισμού. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η λέξη « ποιότητα » απαντάται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1431/87, όπου γίνεται παραπομπή στο παράρτημα 1 όπου απαριθμούνται τα κρέατα συγκεκριμένης κατηγορίας αντιστοιχούσας σε συγκεκριμένη ποιότητα. Όσον αφορά τη λέξη « χαρακτηριστικά », αυτή αφορά την κατάσταση του προϊόντος ως χαρακτηριζομένου από ορισμένα στοιχεία όπως π.χ. η εμφάνιση.
9.
Όσον αφορά τη δική μου άποψη, φρονώ ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει μόνο του κειμένου της επίμαχης διατάξεως και ότι πρέπει να εξεταστεί και ο σκοπός και η οικονομία της νομοθεσίας στην οποία αυτή εντάσσεται.
10.
Οι εναγόμενοι διατείνονται ότι είναι απαραίτητη μια ευρεία ερμηνεία της διατάξεως περί παραιτήσεως προκειμένου να διευκολύνεται η ταχεία διεξαγωγή των εργασιών διαθέσεως των αποθεμάτων οι οποίες, διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος να επιβραδύνονται αδικαιολογήτως λόγω ερίδων σχετικά με το παραδιδόμενο προϊόν. Οι Κυβερνήσεις του Βελγίου και του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζουν επίσης ότι τα επίμαχα προϊόντα πωλούνται σε τιμές που είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές της αγοράς και ότι οι αγοραστές τους οφείλουν, για τον λόγο αυτό, να γνωρίζουν ότι αναλαμβάνουν κάποιο κίνδυνο.
11.
Ωστόσο, στα ανωτέρω μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι μια τέτοια ερμηνεία είναι δυνατόν να αποτρέπει τις επιχειρήσεις από το να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τα προσφερόμενα από τους οργανισμούς παρεμβάσεως προϊόντα, πράγμα προφανώς επιζήμιο για τη διάθεση των αποθεμάτων. Μπορεί βεβαίως να γίνει δεκτό ότι, ενόψει της προσφερόμενης τιμής, οι αγοραστές δεν είναι δυνατόν να προσδοκούν να λάβουν προϊόντα πρώτης διαλογής. Ειδικότερα, γνωρίζουν ότι είναι δυνατό, με την πάροδο του χρόνου, το κρέας να οξειδωθεί, έστω και αν έχει καταψυχθεί σύμφωνα με όλους τους κανόνες της τεχνικής. Πάντως, το χημικό αυτό φαινόμενο, το οποίο προκαλείται αναπόφευκτα, δεν πρέπει να συγχέεται με τη μούχλα που έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο της αγωγής της κύριας δίκης, μούχλα που οφείλεται σε βιολογική αλλοίωση λόγω της εμφανίσεως, οπωσδήποτε όχι εύκολα προβλέψιμης, παθογόνων μικροοργανισμών. Όντως, δεν πρέπει να παροράται ότι πρόκειται, στην υπό κρίση υπόθεση, όχι για κατεψυγμένο κρέας, όπως αυτό που όλοι διατηρούμε στα ψυγεία μας για μερικές ημέρες σε θερμοκρασία γύρω στους + 4oC, αλλά για κατεψυγμένο κρέας το οποίο, σύμφωνα με την οδηγία 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 4 ) πρέπει να εναποθηκεύεται και να μεταφέρεται σε θερμοκρασία μη δυνάμενη να υπερβαίνει τους — 12oC ( βλ. παράρτημα 1 της οδηγίας, κεφάλαιο XIII, σημείο 65 ).
12.
Η οξείδωση επιδεινώνει την ποιότητα του κρέατος, αλλά η μούχλα το καθιστά ακατάλληλο προς βρώση, οπότε το κρέας παύει να προσφέρεται για ανθρώπινη κατανάλωση και καθίσταται « aliud » και όχι πια απλώς « peius ». Όμως, νομίζω ότι η έννοια « χαρακτηριστικά » που περιλαμβάνεται στη δήλωση περί παραιτήσεως δυσχερώς μπορεί να καλύψει μια τόσο βαθιά αλλοίωση. Στον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι αγοραστές δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται και ο κίνδυνος να λάβουν προϊόν που έχει καταστεί ακατάλληλο για την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση, δηλαδή τη μεταποίηση σε κονσέρβες προοριζόμενες για ανθρώπινη κατανάλωση.
13.
Ούτε άλλωστε είναι δυνατό λογικώς να υποτεθεί ότι με τους κανονισμούς επιδιώχθηκε να εκτεθούν οι αγοραστές στον κίνδυνο τριπλής απώλειας. Πράγματι αυτοί θα πρέπει να καταβάλουν μια τιμή για την οποία δεν έχουν λάβει τίποτα και θα πρέπει, επιπλέον, να αναλάβουν το κόστος της καταστροφής του αγορασθέντος κρέατος. Τέλος, χάνουν επίσης το ποσό της ασφάλειας που ο κανονισμός τους επιβάλλει να παράσχουν ειδικώς προς εξασφάλιση της εκτελέσεως της υποχρεώσεώς τους για μεταποίηση. Πράγματι, το άρθρο 3 του κανονισμού 1431/87 παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 4 του κανονισμού 2182/77 όπου ορίζεται ότι:
« Πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως κατατίθεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο θα λάβει χώρα η μεταποίηση μια εγγύηση για την εξασφάλιση της μεταποιήσεως των προϊόντων (... ) »
14.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και οι εναγόμενοι της κύριας δίκης επικαλούνται ακόμη τη σχέση μεταξύ της διατάξεως περί παραιτήσεως που έχει επιβληθεί στον αγοραστή και της δυνατότητας να προβαίνει αυτός σε προηγούμενο έλεγχο του προσφερομένου εμπορεύματος, όπως ορίζει το άρθρο 13 του κανονισμού 2173/79 κατά το οποίο:
« Οι οργανισμοί παρεμβάσεως λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λαμβάνουν γνώση της καταστάσεως των προς πώληση προϊόντων προ της υποβολής της αιτήσεως ή της προσφοράς τους. »
15.
Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η παραίτηση του αιτούντος από ενδεχόμενες διαμαρτυρίες συνδέεται με το δικαίωμα του να προβαίνει σ' αυτόν τον προηγούμενο έλεγχο. Εξάλλου, η σχέση αυτή επιβεβαιώνεται από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2173/79 όπου διευκρινίζεται ότι:
« η υποβολή μιας αιτήσεως αγοράς ή μιας προσφοράς διευκολύνεται από την προσφερόμενη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση της καταστάσεως των προϊόντων (και) ότι ενδείκνυται λοιπόν να προβλεφθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι παραιτούνται από κάθε διαμαρτυρία όσον αφορά την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που ενδεχομένως θα κατακυρωθεί σ' αυτούς ».
16.
Επομένως, η παραίτηση πρέπει να νοηθεί ως το αντίτιμο της δυνατότητας ελέγχου. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να δοθεί στον έλεγχο αυτό αντικείμενο ή σημασία υπερβαίνουσα το περιεχόμενό του. Η Επιτροπή αναφέρει ότι στην πράξη το δικαίωμα του αγοραστή για τον έλεγχο αυτό ασκείται δυσχερώς διότι αυτός δεν γνωρίζει από ποια αποθήκη προέρχεται το κρέας που θα του κατακυρωθεί.
17.
Πράγματι, από αρκετές διατάξεις του κανονισμού 2173/79 φαίνεται σαφώς ότι ο αγοραστής δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα την ακριβή προέλευση της παρτίδας που ενδεχομένως θα λάβει.
18.
Έτσι, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
« Η αίτηση ονναται επίσης να περιέχει την ένδειξη της ή των αποθηκών στις οποίες τα αιτούμενα προϊόντα βρίσκονται αποθηκευμένα, κατά σειρά προτιμήσεως.» ( 5 )
19.
Κατά συνέπεια, ο αιτών δεν είναι βέβαιος όσον αφορά την αποθήκη από την οποία θα προέλθει το προϊόν που θα λάβει. Αυτό καθίσταται ακόμα περισσότερο εμφανές στο πλαίσιο του κανονισμού 1431/87 που εφαρμόζεται επί των επίμαχων πωλήσεων. Συναφώς, η Επιτροπή παραθέτει το άρθρο 1, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού το οποίο ορίζει ότι:
« Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79, οι αιτήσεις αγοράς δεν περιλαμβάνουν την ένδειξη του ή των αποθηκευτικών χώρων όπου έχουν αποθηκευθεί τα προϊόντα που ζητούνται. »
20.
Επομένως, ο αιτών δεν έχει πλέον καμιά ευχέρεια να διαλέξει άλλο εμπόρευμα. Η αδυναμία στην οποία βρίσκεται ως προς το να γνωρίζει, κατά τον χρόνο που πρέπει να ασκήσει τον προηγούμενο έλεγχο, την προέλευση της παρτίδας που θα του παραδοθεί προκύπτει επίσης από το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 2173/79 το οποίο ορίζει ότι:
« Η παραλαβή του εμπορεύματος που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες των οργανισμών παρεμβάσεως για τη ρευστοποίηση των αποθεμάτων χωρίς καμία απαίτηση σχετικά με συγκεκριμένες αποθεματοποιημένες παρτίδες.»
21.
Είναι επομένως σαφές ότι ο αγοραστής δεν γνωρίζει από ποιον αποθηκευτικό χώρο προέρχεται η παρτίδα που παραλαμβάνει. Κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να προβεί σε ελέγχους που του εγγυώνται την κατάσταση του κρέατος που θα του παραδοθεί. Μπορεί βεβαίως να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα εμπορικά χαρακτηριστικά του συνόλου της προσφερόμενης παρτίδας. Μπορεί επίσης, όπως υπογράμμισαν οι εναγόμενοι και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, να λάβει δείγματα προκειμένου να τα αποψύξει και να τα εξετάσει. Όμως δεν θα μπορέσει παρά να λάβει μια ιδέα σχετικά με την κατάσταση του εξετασθέντος τεμαχίου και όχι με την κατάσταση του συγκεκριμένου κρέατος που θα του κατακυρωθεί.
22.
Η συνολική ποσότητα του διατεθέντος προς πώληση στο Βέλγιο και στο πλαίσιο του κανονισμού 1431/87 κρέατος ήταν 1500 τόνοι. Όπως ειδικώς επισήμανε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η ποιότητα του κρέατος αυτού ήταν κατ' ανάγκη ανομοιογενής. Επομένως, η δυνατότητα ελέγχου των αγοραστών δεν είχε σχεδόν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, πράγμα που δεν συνηγορεί υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της ρήτρας περί παραιτήσεως.
23.
Για τους ίδιους λόγους, δεν είναι ανάγκη να επιλυθεί το πρόβλημα σχετικά με το αν, μη προβαίνοντας προφανώς σε εξέταση του προσφερομένου εμπορεύματος, οι ενάγουσες της κύριας δίκης δεν επέδειξαν επιμέλεια όσον αφορά τη σχετική με τον έλεγχο ευχέρεια που είχαν, εφόσον τούτο δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να τους δώσει κάποια βεβαιότητα σχετικά με την κατάσταση του κρέατος που θα τους κατακυρωνόταν τελικώς.
24.
Επομένως, στο πλαίσιο του κανονισμού 1431/79, η παραίτηση δεν μπορεί, λόγω της αδυναμίας στην πράξη διενεργείας ελέγχου έχοντος κάποιο ουσιαστικό νόημα, να ερμηνευθεί στενώς. Κατά συνέπεια, η εν λόγω παραίτηση δεν μπορεί να περιλαμβάνει διαμαρτυρίες έχουσες σχέση με ενδεχόμενα κεκρυμμένα ελαττώματα του παραδοθέντος εμπορεύματος.
25.
Όσον αφορά το ζήτημα σχετικά με το ποιες διαμαρτυρίες αποκλείονται λόγω της ρήτρας περί παραιτήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τούτο συμβαίνει όσον αφορά τις διαμαρτυρίες που έχουν σχέση με την εμφάνιση και τα ορατά δια γυμνού οφθαλμού ελαττώματα. Δεν θεωρώ ωστόσο αναγκαίο να λάβω θέση επί του θέματος αυτού εφόσον η διαφορά της κύριας δίκης αφορά κεκρυμμένα ελαττώματα.
26.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Στο πλαίσιο του κανονισμού 1431/87, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 216/69, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μνημονευομένη σ' αυτό δήλωση δεν αφορά ενδεχόμενα κεκρυμμένα ελαττώματα. »
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα
27.
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί μια απάντηση όσον αφορά το ακόλουθο ερώτημα:
« Μήπως η διεύρυνση του περιεχομένου της “δηλώσεως” αυτής και σε υγειονομικής φύσεως χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να καθίστανται κατά τρόπο άμεσο αντιληπτά επιτόπου και καθιστούν το προϊόν ακατάλληλο για μεταποίηση είναι ασυμβίβαστη:
α)
με το αντικείμενο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1431/87 το οποίο αφορά την πώληση “ ενόψει της μεταποιήσεως τους ” ;
β)
με το αντικείμενο της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ η οποία αναθέτει στο κράτος μέλος αποστολής την ευθύνη της διενεργείας των υγειονομικών ελέγχων των προϊόντων με βάση το κρέας που προορίζονται για εξαγωγή; »
28.
Είναι σαφές ότι, ενόψει της απαντήσεως που προέτεινα να δοθεί στο πρώτο ερώτημα υπό την έννοια μιας στενής ερμηνείας της « δηλώσεως » περί παραιτήσεως, το δεύτερο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου. Επομένως, μόνον όλως επικουρικώς θα εξετάσω εδώ το δεύτερο αυτό ερώτημα.
Όσον αφορά τo ερώτημα 2 α
29.
Στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος ανέφερα ήδη ότι η ευρεία ερμηνεία της ρήτρας περί παραιτήσεως θα ήταν ασυμβίβαστη με τον σκοπό του κανονισμού 1431/87 που έχει σχέση με την πώληση ενόψει μεταποιήσεως. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι, εάν οι συντάκτες του κανονισμού είχαν πράγματι κατά νου ότι οι ίδιοι οι αγοραστές επρόκειτο να φέρουν τον κίνδυνο της παραλαβής κρέατος ακαταλλήλου για μεταποίηση, θα έπρεπε να έχουν προβλέψει ότι η ασφάλεια ελευθερώνεται σε περίπτωση μεταποιήσεως ή καταστροφής του κρέατος.
Όσον αφορά το ερώτημα 2 β
30.
Δεν υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ ( 6 ) και του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2173/79. Πράγματι, ανεξαρτήτως της ερμηνείας που μπορεί να δοθεί στη ρήτρα περί παραιτήσεως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας ( 7 ), να είναι υπεύθυνα για τους υγειονομικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται επί των εξαγομένων κρεάτων. Η ευθύνη αυτή πρέπει να διερευνάται από τα εθνικά δικαστήρια βάσει των κανόνων που εφαρμόζονται σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου. Πρόκειται για μια αγωγή που είναι διαφορετική, τόσο λόγω των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται όσο και από τα αποτελέσματα που μπορεί να συνεπάγεται, από την αγωγή κατά του πωλήσαντος οργανισμού λόγω ελαττωμάτων του παραδοθέντος κρέατος, αγωγή που στηρίζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις του εν λόγω οργανισμού.
31.
Κατά συνέπεια, ακόμα και μια ευρεία ερμηνεία της ρήτρας περί παραιτήσεως δεν εμποδίζει τον αγοραστή ο οποίος εισήγαγε το κρέας σε άλλο κράτος μέλος και διαπίστωσε ότι το κράτος μέλος καταγωγής δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με ελέγχους κατά την εξαγωγή, να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικώς η ευθύνη του τελευταίου κράτους και να επιτύχει, ενδεχομένως, αποζημίωση για τη ζημία που του προξένησε η σχετική παράβαση.
32.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ως εξής:
«Στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1431/87, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 216/69, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μνημονευομένη σ' αυτό δήλωση δεν καλύπτει κεκρυμμένα τυχόν ελαττώματα.
Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο.»
( *1 ) Γλώσσα ίου πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 1987, περί πωλήσεως σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπή τιμή, ενόψει της μεταποιήσεώς τους εντός της Κοινότητας, ορισμένων βοείων κρεάτων που προέρχονται από αποθέματα οργανισμών παρεμβάσεως, και περί καταργήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 786/87, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2182/77 ( ΕΕ L 136, σ. 26 ).
( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 216/69 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 142).
( 3 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένων βοείων κρεάτων, τα οποία προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως και προορίζονται για μεταποίηση εντός της Κοινότητας και περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1687/76 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98 ).
( 4 ) Οδηγία της 7ης Φεβρουαρίου 1983, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ( ΕΕ L 59, σ. 10).
( 5 ) Μπορεί να παρατηρείται άλλωστε εδώ ότι οι δυσχέρειες ακριβώς εφαρμογής το» κανόνα αυτού οδήγησαν στην κατάργησή του με τον κανονισμό 1431/87 (βλ. την έκτη αιτιολογική σκέψη του τελευταίου κανονισμού). Αυτό επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με την άσκηση στην πράξη του δικαιώματος ελέγχου από τον αγοραστή.
( 6 ) Οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129).
( 7 ) Όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 83/90/EOK του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ( ΕΕ L 59, σ. 10 ).
Full & Egal Universal Law Academy