Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Kantongerecht te Beetsterzwaag έχει υποβάλει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα που αφορούν τους κοινοτικούς κανόνες για τη μεταβίβαση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, δηλαδή των ποσοτήτων αναφοράς που έχουν παραχωρηθεί στους παραγωγούς και απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος.
2. Τα ερωτήματα του Κantongerecht αφορούν ειδικότερα την ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 139, σ. 12), ο οποίος θεσπίζει ορισμένους λεπτομερείς κανόνες για την επιβολή της πρόσθετης εισφοράς. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε σε εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 13), ο οποίος θέσπισε τους γενικούς κανόνες για την επιβολή της εισφοράς αυτής. Με το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88 τίθεται συγκεκριμένα σε εφαρμογή το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84, το οποίο ρυθμίζει τη μεταβίβαση των ποσοστώσεων σε διάφορες περιπτώσεις.
3. 'Ετσι, το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 68, σ. 1 διορθώθηκε με την ΕΕ L 81, σ. 41), ορίζει τα εξής:
"1. Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν.
(...)
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ένα μέρος των εν λόγω ποσοτήτων προστίθεται στην εφεδρική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5 ή, ενδεχομένως, στην εφεδρική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3.
(...)
4. Στην περίπτωση αγροτικών συμβολαίων ((μισθώσεων)) που λήγουν, αν ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου ((της μισθώσεως)) υπό ανάλογους όρους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης που είναι αντικείμενο του συμβολαίου ((της μισθώσεως)) τίθεται εν όλω ή εν μέρει στη διάθεση του εξερχόμενου μισθωτή, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος.
(...)"
4. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του κανονισμού 1546/88 ορίζει τα εξής:
"Για την εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού 857/84 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου (...)
1) Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση.
2) Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης ενός η περισσοτέρων τμημάτων μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων που προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη μπορούν να μη λάβουν υπόψη τα μεταβιβαζόμενα τμήματα των οποίων η έκταση που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή είναι κατώτερη από μια ελάχιστη έκταση που καθορίζουν. Το μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί σ' αυτή την έκταση μπορεί να προστεθεί στο σύνολό του στο απόθεμα.
3) Οι διατάξεις των σημείων 1 και 2 (...) εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, κατ' αναλογία προς (1) άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που έχουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς.
(...)"
5. Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1546/88 αποτελεί επανάληψη (με ορισμένες τροποποιήσεις, οι οποίες δεν είναι κρίσιμες εν προκειμένω) μιας διατάξεως (του άρθρου 5 του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, ΕΕ L 132, σ. 11), την οποία εξέτασε το Δικαστήριο στην υπόθεση 5/88, Wachauf κατά Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft (Συλλλογή 1989, σ. 2609). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της μεταβιβάσεως που έχει "ανάλογες νομικές επιπτώσεις" με τη μίσθωση (στο προπαρατεθέν σημείο 3 γίνεται λόγος για "συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα") καλύπτει την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως (σκέψη 15 της ανωτέρω αποφάσεως). Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι οι υπό κρίση διατάξεις του κοινοτικού δικαίου άφηναν στις αρμόδιες εθνικές αρχές ένα αρκετά ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές σε συμφωνία με τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων (σκέψη 22).
6. O Rinze και ο Anne Oosterwoud, πατέρας και γιός αντίστοιχα και εναγόμενοι στην κύρια δίκη, είναι από κοινού μισθωτές των οποίων έχει λήξει η μίσθωση. Ο Jeen Lolkes Posthumus, ο ενάγων την κύριας δίκης, είναι αυτός στον οποίο πρέπει να αποδοθεί το μίσθιο βάσει της συμβάσεως μισθώσεως, της οποίας την ισχύ αρνήθηκε να παρατείνει. Η μίσθωση αφορούσε ένα αγροτεμάχιο που αποτελούσε τμήμα μιας μεγαλύτερης εκμεταλλεύσεως, την οποία εκμεταλλεύονταν ο πατέρας και ο γιος Oosterwoud και στην οποία αντιστοιχούσε γαλακτοκομική ποσόστωση 145 439 χιλιογράμμων (χλγρ). Οι Oosterwoud εξακολουθούν να παράγουν γάλα στο υπόλοιπο τμήμα της εκμεταλλεύσεως, αλλά ο Posthumus έχει αρχίσει να εκτρέφει στο αγροτεμάχιο που του αποδόθηκε ζώα προς γαλακτοπαραγωγή. Για τον λόγο αυτό ο ενάγων ζήτησε από το Kantongerecht να αναγνωρίσει, κυρίως, ότι έχει δικαίωμα να του μεταβιβαστεί η ποσόστωση που αντιστοιχεί στο αγροτεμάχιο αυτό.
7. Κατόπιν αυτών το Kantongerecht ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής δύο ερωτημάτων:
"1) Πρέπει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση μισθώσεως - η οποία καλύπτει επίσης τη λήξη της μισθώσεως - ενός η περισσοτέρων τμημάτων μιας εκμεταλλεύσεως, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον το κράτος μέλος δεν έχει καθορίσει κανένα άλλο αντικειμενικό κριτήριο ούτε έχει εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, ο κτηνοτρόφος ο οποίος συνεχίζει την εκμετάλλευση, αλλά συνεπεία λήξεως της αγροτικής μισθώσεως έχει απολέσει τη χρήση ορισμένων τμημάτων γης, οφείλει να μεταβιβάσει, ενδεχομένως έναντι αντιπαροχής, μέρος της ποσότητας αναφοράς ανάλογο προς το ποσοστό της συνολικής επιφάνειας της εκμεταλλεύσεως το οποίο αντιπροσωπεύει το αποδιδόμενο τμήμα γης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εγκαταστάσεις (στάβλοι) που κατέχει κατά κυριότητα ή βάσει άλλης μισθώσεως;
2) Για να είναι αντικειμενικά τα κριτήρια που πρέπει να καθορίσουν τα κράτη μέλη, πρέπει τα κριτήρια αυτά να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα επιδεχόμενα εξακρίβωση, όπως ενδεχομένως η ύπαρξη κτισμάτων, γης, εργατικού δυναμικού και μηχανών ή άλλων παρεμφερών στοιχείων;"
8. Mολονότι είναι σαφές ότι οι Oosterwoud δεν δέχονται την αξίωση του ενάγοντος να του μεταβιβαστεί ένα μέρος της ποσοστώσεώς τους, είναι αξιοσημείωτο ότι ούτε αυτοί ούτε ο Posthumus κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Οι μόνες ενδείξεις για τα αντεπιχειρήματα που προβάλλουν οι εναγόμενοι κατά της μεταβιβάσεως περιέχονται στη Διάταξη περί παραπομπής, στην οποία αναφέρεται απλώς ότι οι Oosterwoud επικαλούνται "μεταξύ άλλων" την απόφαση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση 5/88, Wachauf (παράγραφος 5).
Το πρώτο ερώτημα
9. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, με την απόφαση στην υπόθεση 5/88, Wachauf, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι κανόνες περί της μεταβιβάσεως των ποσοστώσεων, τους οποίους πλέον περιέχει το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του κανονισμού 1546/88 (και στους οποίους θα αναφέρομαι εφεξής ως "κανόνες περί μεταβιβάσεως"), εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αποδόσεως του μισθίου ακινήτου στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στην περίπτωση αυτή συντρέχει αλλαγή κατόχου, η οποία έχει "ανάλογες νομικές επιπτώσεις" με τις επιπτώσεις της παραδόσεως του μισθίου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή. Η υπόθεση Wachauf αφορούσε τη μίσθωση ολόκληρης της εκμεταλλεύσεως, αλλά η ίδια συλλογιστική ισχύει και για την απόδοση στον εκμισθωτή ενός μόνο τμήματος της εκμεταλλεύσεως.
10. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διατύπωση του πρώτου ερωτήματος βασίζεται στο γεγονός ότι οι Κάτω Χώρες δεν έχουν θεσπίσει "άλλα αντικειμενικά κριτήρια" κατά την έννοια του σημείου 2 των κανόνων περί μεταβιβάσεως και ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, δήλωσε πράγματι ότι δεν έχει θεσπίσει τέτοια κριτήρια. Εξάλλου, η σχετική εθνική νομοθεσία επιτρέπει στους ίδιους τους συμβαλλομένους να προσδιορίζουν συμβατικώς το τμήμα της ποσοστώσεως που θα μεταβιβασθεί κατά τη λήξη της μισθώσεως, τουλάχιστον εντός ορισμένων ορίων. Η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι το σύστημα αυτό ενδέχεται να ισοδυναμεί με τη θέσπιση "άλλων αντικειμενικών κριτηρίων" ή τουλάχιστον να συμβιβάζεται με την ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη σχετικά με τον καθορισμό τέτοιων κριτηρίων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση φαίνεται ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία. 'Ετσι, μολονότι αργότερα θα εξετάσω το ζήτημα της σπουδαιότητας που μπορεί να έχει η συμφωνία των συμβαλλομένων για την κατανομή της ποσοστώσεως (βλ. κατωτέρω παραγράφους 25 έως 27), επί του παρόντος πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχουν "άλλα αντικειμενικά κριτήρια" σχετικά με την κατανομή αυτή.
11. Εφόσον δεν υπάρχουν τέτοια εναλλακτικά κριτήρια, ισχύει το κριτήριο που προβλέπεται στο σημείο 2 των κανόνων περί μεταβιβάσεως: η ποσόστωση κατανέμεται "μεταξύ των παραγωγών που αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή". Στο εξής θα αναφέρομαι στον ανωτέρω κανόνα ως τον "βασικό κανόνα". Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Kantongerecht αμφιβάλλει αν η εφαρμογή του βασικού κανόνα στην προκειμένη υπόθεση θα ήταν σύμφωνη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Wachauf. Πριν όμως εξετάσω το ζήτημα αυτό, νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να εξετασθούν λεπτομερέστερα η έννοια και το αποτέλεσμα του βασικού κανόνα. Το τελευταίο αυτό ζήτημα εξέτασε ειδικότερα η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τόσο με τις γραπτές όσο και με τις προφορικές παρατηρήσεις της.
12. Σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την εφαρμογή του βασικού κανόνα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα τμήματα της εκμεταλλεύσεως ενδέχεται να έχουν συμβάλει περισσότερο από άλλα στην πραγματοποίηση της γαλακτοκομικής παραγωγής. 'Ετσι, ο κανόνας αυτός πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει (χωρίς όμως, κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, να επιβάλλει κατ' ανάγκη) την κατανομή της ποσοστώσεως κατά τρόπο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το μεταβιβαζόμενο τμήμα της εκμεταλλεύσεως ενδέχεται να συμβάλλει δυσανάλογα (δηλαδή πολύ περισσότερο ή πολύ λιγότερο) στην πραγματοποίηση της συνολικής γαλακτοκομικής παραγωγής της εκμεταλλεύσεως. Συνάγεται επομένως ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ερμηνεύει τον βασικό κανόνα υπό την έννοια ότι επιτρέπει, χωρίς όμως να επιβάλλει, την καθιέρωση ενός κριτηρίου κατανομής που να βασίζεται στην αποδοτικότητα μάλλον παρά στην έκταση της γης.
13. Σύμφωνα με το σημείο 2 των κανόνων περί μεταβιβάσεως, τα κράτη μέλη έχουν βέβαια την ευχέρεια να καθορίζουν άλλα αντικειμενικά κριτήρια, πέραν του κριτηρίου που θέτει ο βασικός κανόνας, που να στηρίζονται στην αποδοτικότητα του αγροτεμαχίου. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κανόνες περί μεταβιβάσεως επιτρέπουν, χωρίς να επιβάλλουν, την καθιέρωση τέτοιων κριτηρίων. Λιγότερο σαφές όμως είναι πώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί ο βασικός κανόνας, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι δίνει την ευχέρεια αυτή. Νομίζω ότι η ελευθερία κινήσεων που δίνουν στα κράτη μέλη οι κανόνες περί μεταβιβάσεως οφείλεται στην ευχέρειά τους να θεσπίζουν "άλλα αντικειμενικά κριτήρια", η οποία δεν τους παρέχεται από τον ίδιο τον βασικό κανόνα.
14. Κατά την προφορική διαδικασία το Ηνωμένο Βασίλειο φάνηκε να προχωρεί ακόμη περισσότερο στο συλλογισμό του και να υποστηρίζει ότι ο βασικός κανόνας όχι μόνο μπορεί, αλλά και πρέπει, να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να λαμβάνεται υπόψη η αποδοτικότητα κατά τη γαλακτοπαραγωγή. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι μόνο η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται προς την οικονομία της ρυθμίσεως, η οποία αποβλέπει στον προσδιορισμό του τμήματος της ποσοστώσεως που είναι εύλογο να παραχωρηθεί στο μεταβιβαζόμενο τεμάχιο γης. Μολονότι στο αγγλικό κείμενο της διατάξεως χρησιμοποιούνται οι λέξεις "in proportion to the areas used", ("συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται", κατά το ελληνικό κείμενο) και έτσι φαίνεται να καθιερώνεται μια αυστηρή σχέση αναλογικότητας προς την έκταση της γης, υποστηρίχθηκε ότι η έκφραση "in proportion to" δημιουργεί παρανοήσεις και ότι τα κείμενα σε άλλες γλώσσες καθιερώνουν λιγότερο αυστηρούς κανόνες. Ειδικότερα, στο ολλανδικό κείμενο χρησιμοποιείται η φράση "op basis van", που θα μπορούσε να σημαίνει μάλλον "σύμφωνα με" ή "βάσει" παρά "κατ' αναλογία προς" ή "συναρτήσει".
15. Η αντιπαραβολή αυτή των κειμένων στις διάφορες γλώσσες εξηγεί το γιατί η απάντηση στο ερώτημα του Kantongerecht είναι λιγότερο προφανής αν το ερώτημα αναγνωσθεί στο πρωτότυπο ολλανδικό κείμενο παρά αν αναγνωσθεί στην αγγλική μετάφραση. Εντούτοις, νομίζω ότι το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να γίνει δεκτό, για τους εξής δύο λόγους: πρώτον, το γεγονός ότι το κριτήριο βασίζεται αποκλειστικά στην έκταση της γης προκύπτει από την έκφραση "εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή και όχι από τη λέξη "συναρτήσει" ("in proportion to") η έννοια της τελευταίας αυτής λέξης δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι έχει μεταφραστεί ως "op basis van" (στα ολλανδικά), "en fonction de" (στα γαλλικά) ή "nach" (στα γερμανικά). Δεύτερον, νομίζω ότι σύμφωνη προς τον σκοπό της ρυθμίσεως είναι μόνο η ερμηνεία του βασικού κανόνα υπό την έννοια ότι καθιερώνει ένα απλό και άμεσο κριτήριο. Στον βασικό κανόνα δεν χρειάζεται να δοθεί πιο περίπλοκη ερμηνεία, καθόσον τα κράτη μέλη έχουν ούτως ή άλλως την ευχέρεια να καθιερώνουν "άλλα αντικειμενικά κριτήρια", με τα οποία να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που επικρατούν σε κάθε κράτος και η πείρα που έχει αποκτηθεί. Τα κράτη μέλη που θεωρούν ότι η αυστηρή κατανομή σύμφωνα με τις χρησιμοποιούμενες εκτάσεις θα κατέληγε σε αδικίες σε πολλές περιπτώσεις είναι ελεύθερα να καθιερώνουν πιο σύνθετα κριτήρια. Νομίζω ότι σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παράσχει στα κράτη μέλη την ελευθερία αυτή, χωρίς όμως να τα αναγκάζει να καθιερώνουν πιο περίπλοκα κριτήρια. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος δεν χρειάζεται να ισχυρίζεται, όπως πράττει το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι, όταν προέβλεψε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποδοτικότητα σε γάλα, εφάρμοσε απλώς τον βασικό κανόνα.
16. Εξάλλου, είναι κατά μέγα μέρος ορθή η παρατήρηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, κατά τον προσδιορισμό της εκτάσεως που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος της γεωργοκτηνοτροφικής χρησιμοποιήσεως στον οποίο υπέκειτο προσφάτως η εκμετάλλευση. 'Ετσι, η έκταση που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή δεν περιορίζεται μόνο στη γη επί της οποίας βρίσκονται οι αγελάδες που διανύουν περίοδο γαλακτοφορίας, αλλά περιλαμβάνει και τη γη που χρησιμοποιείται για την εκτροφή των αγελάδων μεταξύ των περιόδων γαλακτοφορίας και των αγελάδων που θα ενταχθούν στο μέλλον στο ζωικό κεφάλαιο, καθώς και για την παραγωγή ζωοτροφών για την αγέλη και για την εγκατάσταση των κτισμάτων και των εγκαταστάσεων. Η ευρεία αυτή αντίληψη για την έννοια της "εκτάσεως που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή" είναι ίσως αυτό ακριβώς που οδηγεί το Ηνωμένο Βασίλειο να υποστηρίξει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες από τις εκτάσεις αυτές συμβάλλουν αναλογικά περισσότερο από άλλες στη γαλακτοκομική παραγωγή. 'Οπως όμως έχω ήδη αναφέρει, η αντίληψη αυτή αποκλίνει από το κριτήριο που καθιερώνει ο βασικός κανόνας και το οποίο στηρίζεται στην έκταση της γης η επίλυση του προβλήματος που θέτει το Ηνωμένο Βασίλειο εναπόκειται στα εθνικά νομοθετικά όργανα, τα οποία είναι ελεύθερα να καθιερώνουν, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, κριτήρια που να βασίζονται στην αποδοτικότητα της γης σε γάλα.
17. 'Οπως έχει ήδη αναφερθεί, το πρώτο ερώτημα του Kantongerecht προϋποθέτει ότι οι Κάτω Χώρες δεν έχουν θεσπίσει "άλλα αντικειμενικά κριτήρια". Δεδομένου ότι θεωρώ ότι ο βασικός κανόνας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μεταβίβαση της ποσοστώσεως πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, τίθεται το ζήτημα αν η εφαρμογή του κανόνα αυτού στην προκειμένη υπόθεση συμβιβάζεται με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 5/88, Wachauf (προαναφερθείσα στην παράγραφο 5). Οι αμφιβολίες του Kantongerecht βασίζονται στις ακόλουθες σκέψεις.
18. Πρώτον, οι Κάτω Χώρες δεν έχουν κάνει χρήση της ευχέρειας που έχει παρασχεθεί στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84 (προαναφερθείσα στην παράγραφο 3). Τα εθνικά δικαστήρια στις Κάτω Χώρες δεν είναι δηλαδή υποχρεωμένα να επιτρέψουν στον εξερχόμενο μισθωτή να διατηρήσει, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή, την ποσόστωση που αντιστοιχεί στη μισθωμένη γη. Η ύπαρξη όμως της ευχέρειας αυτής ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Wachauf, ότι είναι έγκυροι οι κανόνες περί μεταβιβάσεως που εφαρμόζονται στους εξερχόμενους μισθωτές: βλ. σκέψη 20 της αποφάσεως. Η άλλη διάταξη στην οποία αναφέρθηκε το Δικαστήριο είναι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 857/84, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν αποζημιώσεις στους παραγωγούς που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά την παραγωγή γάλακτος. Η δυνατότητα υπαγωγής σε ένα τέτοιο σύστημα αποζημιώσεων έχει ιδιαίτερη σημασία για τους μισθωτές από τους οποίους αφαιρείται, κατά τη λήξη της μισθώσεως, η κατοχή ολόκληρης της εκμεταλλεύσεως, όπως συνέβαινε στην υπόθεση Wachauf. Στις περιπτώσεις όμως σαν την προκειμένη, στην οποία αφαιρέθηκε η κατοχή ενός τμήματος μόνο της εκμεταλλεύσεως, η δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεως για οριστική παύση της παραγωγής γάλακτος αποτελεί σαφώς λιγότερο ικανοποιητικό μέσο προστασίας των δικαιωμάτων των μισθωτών που προτίθενται να συνεχίσουν την εκτροφή ζώων προς παραγωγή γάλακτος.
19. Το Kantongerecht διερωτάται περαιτέρω αν ο βασικός κανόνας διασφαλίζει την ικανοποιητική προστασία των δικαιωμάτων των εξερχομένων μισθωτών, ενόψει κυρίως των επενδύσεών τους σε κτίσματα, μηχανήματα και ζωικό κεφάλαιο.
20. Με την απόφαση Wachauf το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά στις διάφορες μορφές διακριτικής ευχέρειας που παρέχουν στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφος 4, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 857/84. Δεν νομίζω όμως ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μορφές αυτές διακριτικής ευχέρειας αποτελούν τα μόνα μέσα προστασίας των δικαιωμάτων του εξερχόμενου μισθωτή. Στην υπόθεση Wachauf o κάτοχος της εκμεταλλεύσεως είχε ζητήσει την καταβολή αποζημιώσεως για την οριστική εγκατάλειψη της παραγωγής γάλακτος, κατ' εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία α, και επομένως η αποζημίωση που προβλέπει η διάταξη αυτή ήταν ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο. Με τη σκέψη 19 της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όμως καθιέρωσε μια γενικότερη αρχή:
"(...) πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια κοινοτική ρύθμιση η οποία έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο μισθωτής χωρίς αποζημίωση, κατά τη λήξη της μισθώσεως, του προϊόντος της εργασίας του και των επενδύσεων που έχει κάνει στη μισθωθείσα εκμετάλλευση, δεν συμβιβάζεται με τις επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη. Τα κράτη μέλη οφείλουν, δεδομένου ότι οι επιταγές αυτές δεσμεύουν και αυτά κατά την εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων, να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές, κατά το μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει στις προαναφερθείσες επιταγές".
21. Νομίζω επομένως ότι το κράτος μέλος δεν έχει την υποχρέωση να κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το σημείο 2 των κανόνων περί μεταβιβάσεως (να θεσπίσει "άλλα αντικειμενικά κριτήρια") ή το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84 (της ευχέρειας να επιτρέπει στους εξερχόμενους μισθωτές να διατηρούν την ποσόστωσή τους), εφόσον ο μισθωτής λαμβάνει εύλογη αποζημίωση για τον μόχθο που κατέβαλε και τις επενδύσεις που πραγματοποίησε για να αποκτήσει την ποσόστωση. Από ό,τι φαίνεται, τα δικαστήρια στην Ολλανδία έχουν πράγματι την εξουσία να επιδικάζουν αποζημίωση στις περιπτώσεις αυτές και έχουν ασκήσει την εξουσία αυτή σε ορισμένες π.χ. περιπτώσεις στις οποίες επιδίκασαν στον μισθωτή αποζημίωση ίση με το μισό της τρέχουσας αξίας του τμήματος της ποσοστώσεως που μεταβιβάσθηκε στον εκμισθωτή.
22. Κατά συνέπεια, εφόσον καταβάλλεται εύλογη αποζημίωση για την απώλεια της ποσοστώσεως, το εθνικό δικαστήριο μπορεί και μάλιστα πρέπει να εφαρμόζει τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 7 του κανονισμού 1546/88. Συνεπώς, όταν στον εκμισθωτή αποδίδεται ένα τμήμα μόνο της εκμεταλλεύσεως και το κράτος μέλος δεν έχει θεσπίσει άλλα αντικειμενικά κριτήρια για τη μεταβίβαση της ποσοστώσεως, η ποσόστωση μεταβιβάζεται συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή (υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του κράτους μέλους να προσθέσει ένα τμήμα των σχετικών ποσοτήτων στην εφεδρική ποσότητα). 'Οταν όλη η γη της εκμεταλλεύσεως χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, ο λόγος της μεταβιβαζόμενης ποσόστωσης προς τη συνολική ποσόστωση θα είναι ίσος προς τον λόγο της μεταβιβαζόμενης εκτάσεως γης προς τη συνολική έκταση της εκμεταλλεύσεως. 'Οταν για τη γαλακτοκομική παραγωγή χρησιμοποιείται ένα τμήμα μόνο της γης, ο λόγος αυτός θα ισούται με τον λόγο του τμήματος της μεταβιβαζόμενης εκτάσεως το οποίο χρησιμοποιείται για γαλακτοκομική παραγωγή προς το τμήμα της συνολικής εκτάσεως που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αυτή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίζουν το ύψος της αποζημιώσεως που είναι εύλογο να καταβληθεί για την απώλεια της ποσοστώσεως.
23. Με το πρώτο ερώτημα το Κantongerecht ερωτά επίσης αν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κτίσματα (στάβλοι) που κατέχει ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως κατά κυριότητα ή βάσει μισθώσεως που έχει συνάψει με τρίτο. Είναι σαφές ότι, εφόσον τα κτίσματα αυτά χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, η γη επί της οποίας βρίσκονται πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως τμήμα της εκτάσεως που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή. Επιπλέον, οι επενδύσεις στα κτίρια αυτά ενδέχεται να αποτελούν παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συμβολής του μισθωτή στην αύξηση της ποσοστώσεως και συνεπώς ενδέχεται να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το εθνικό δικαστήριο κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω απώλειας της ποσοστώσεως: βλ. 5/88, Wachauf, σκέψη 19 της αποφάσεως, προαναφερθείσα στην παράγραφο 20. Οι άλλες όμως μορφές αποζημιώσεως εμπίπτουν, κατά την άποψή μου, στο εθνικό και μόνο δίκαιο. Αντικείμενα του κοινοτικού δικαίου είναι μόνο η παραχώρηση της ποσοστώσεως και η ύπαρξη ενδεχομένως υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως για την απώλεια της ποσοστώσεως, όχι όμως και η καταβολή αποζημιώσεως για άλλες μορφές ζημίας ή αδικαιολόγητου πλουτισμού.
24. Αν το ζήτημα που τίθεται με το πρώτο ερώτημα του Kantongerecht εξεταστεί στενά, η ανωτέρω απάντηση θα αρκούσε για την επίλυσή του εντούτοις, οι γραπτές και οι προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο πραγματεύθηκαν πολλά άλλα συναφή ζητήματα, τα οποία θα ήταν ίσως χρήσιμο να εξετάσουμε.
25. Καταρχάς, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως συνάγεται ότι η ισχύουσα στις Κάτω Χώρες νομοθεσία επιτρέπει στους συμβαλλομένους να ρυθμίζουν οι ίδιοι, με κοινή συμφωνία, το ύψος της ποσοστώσεως που πρέπει να μεταβιβαστεί κατά τη λήξη της μισθώσεως τμήματος εκμεταλλεύσεως. Επομένως, μόνο εφόσον δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, θα κληθεί το εθνικό δικαστήριο να επιβάλει λύση που να αποτελεί συνάρτηση των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή και να περιλαμβάνει ενδεχομένως την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως στον εξερχόμενο μισθωτή. Τόσο η Ολλανδική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή θεωρούν ότι το σύστημα αυτό είναι σύμφωνο προς τους κανόνες περί μεταβιβάσεως.
26. Μολονότι καταρχήν δεν έχω καμία αντίρρηση να επιτρέπεται στους συμβαλλομένους, στις περιπτώσεις καταβολής αποζημιώσεως από τον εκμισθωτή, να συμφωνούν για το ύψος της αποζημιώσεως, δεν νομίζω ότι πρέπει να επιτρέπεται να επαφίεται ο καθορισμός του ύψους της προς μεταβίβαση ποσοστώσεως στη συμφωνία που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι κατά την απόλυτη κρίση τους. 'Αλλο είναι να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν "άλλα αντικειμενικά κριτήρια" για την κατανομή της ποσοστώσεως και άλλο είναι να επαφίενται τα κράτη μέλη, για την επίλυση του ζητήματος, στην κρίση των συμβαλλομένων. Τούτο θα αντέβαινε αφενός προς το γράμμα της ρυθμίσεως, και ειδικότερα προς την έννοια των "αντικειμενικών κριτηρίων", και αφετέρου προς τον συναγόμενο σκοπό της ρυθμίσεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην αποφυγή του ενδεχομένου στρεβλώσεως του συστήματος των ποσοστώσεων και του ενδεχομένου αγοραπωλησιών ποσοστώσεων.
27. Κατά συνέπεια, ενώ φαίνεται να είναι φυσικό να προσπαθούν καταρχάς οι συμβαλλόμενοι να επιτύχουν συμφωνία ως προς το ύψος της προς μεταβίβαση ποσοστώσεως, οποιαδήποτε συμφωνία και αν επιτευχθεί πρέπει να βασίζεται στο κριτήριο που θεσπίζει η κοινοτική νομοθεσία ή στα άλλα κριτήρια που έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη. Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει, κατά την άποψή μου, να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι συμφωνίες αυτές συμβιβάζονται με τα ανωτέρω κριτήρια. Αν τα κράτη μέλη δεν λάβουν τέτοια μέτρα, τότε είναι αδύνατον να εξασφαλιστεί η τήρηση των όρων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία. Τα μέτρα αυτά μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν την εξέταση των όρων της συμφωνίας περί αποζημιώσεως, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι συμφωνίες αυτές δεν συνιστούν συγκαλυμμένη μορφή εμπορίας ποσοστώσεως.
28. Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν νομίζω περαιτέρω ότι η εκ μέρους του κράτους μέλους θέσπιση "αντικειμενικών κριτηρίων" μπορεί να συνίσταται στην παροχή της ευχέρειας στα εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν και κατά πόσον πρέπει να λαμβάνουν υπόψη διάφορους αντικειμενικούς παράγοντες. Το κράτος μέλος πρέπει να έχει θεσπίσει εκ των προτέρων τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εθνικά δικαστήρια, όπως ακριβώς έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει, επιλέγοντας την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84, αν τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να επιτρέπουν στον εξερχόμενο μισθωτή να διατηρεί εν όλω ή εν μέρει την ποσόστωση.
Το δεύτερο ερώτημα
29. 'Οπως είδαμε, ούτε η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ούτε το Kantongerecht θεωρούν ότι οι Κάτω Χώρες έχουν κάνει χρήση της ευχέρειας να θεσπίσουν "άλλα αντικειμενικά κριτήρια". Το δεύτερο ερώτημα πάντως μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ερωτάται αν πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν τέτοια κριτήρια στις περιπτώσεις στις οποίες, κατά το εθνικό δίκαιο, η κατανομή της ποσοστώσεως επαφίεται στη συμφωνία των συμβαλλομένων ή στην απόλυτη κρίση του εθνικού δικαστηρίου.
30. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι τα κριτήρια πρέπει να δεσμεύουν τους συμβαλλομένους και όχι να μπορούν να τροποποιούνται κατόπιν συμφωνίας, πρέπει δε να έχουν θεσπιστεί εκ των προτέρων υπό μορφή κανόνων που πρέπει να εφαρμόζουν τα εθνικά δικαστήρια και όχι να επαφίενται στην κρίση τους σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. 'Οπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, ως "αντικειμενικά κριτήρια" νοούνται τα κριτήρια που επιδέχονται εξακρίβωση και αφορούν τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της εκμεταλλεύσεως και τις γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες που ασκούνται στην εκμετάλλευση αυτή. Θα ήθελα πάντως να προσθέσω ότι τα κριτήρια πρέπει να εξυπηρετούν τον σκοπό μιας δίκαιης κατανομής της ποσοστώσεως. Είναι προφανές ότι στα κριτήρια αυτά περιλαμβάνονται και τα κριτήρια με τα οποία εξασφαλίζεται ότι το ύψος της προς μεταβίβαση ποσοστώσεως αντανακλά τη συμβολή της οικείας εκτάσεως στην πραγματοποίηση της γαλακτοκομικής παραγωγής.
Συμπέρασμα
31. Κατόπιν αυτών, νομίζω ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Κantongerecht πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
"1) Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι, εφόσον το κράτος μέλος δεν έχει καθορίσει κανένα άλλο αντικειμενικό κριτήριο κατά το σημείο 2 της ανωτέρω διατάξεως ούτε έχει εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, ο κτηνοτρόφος ο οποίος συνεχίζει την εκμετάλλευση, αλλά στερείται τη χρήση ορισμένων τεμαχίων γης λόγω της λήξεως της μισθώσεως των τεμαχίων αυτών, οφείλει να μεταβιβάσει ένα τμήμα της ποσότητας αναφοράς η οποία αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση. Ο λόγος του μεταβιβαζόμενου τμήματος προς τη συνολική ποσότητα αναφοράς ισούται με τον λόγο της εκτάσεως της γης που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοπαραγωγή και αποδίδεται στον εκμισθωτή προς τη συνολική έκταση της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοπαραγωγή. Στον εξερχόμενο μισθωτή καταβάλλεται, εφόσον είναι αναγκαίο, εύλογη αποζημίωση για την απώλεια της ποσοστώσεως.
2) Ως 'αντικειμενικά κριτήρια' , τα οποία έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν τα κράτη μέλη βάσει του σημείου 2 του πρώτου εδαφίου του άρθρου 7 του κανονισμού 1546/88, νοούνται τα κριτήρια που επιδέχονται εξακρίβωση, αφορούν τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της εκμεταλλεύσεως και τις γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες που ασκούνται στην εκμετάλλευση αυτή και εξυπηρετούν τον σκοπό μιας δίκαιης κατανομής της ποσοστώσεως. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να έχουν τη μορφή δεσμευτικών κανόνων θεσπιζομένων εκ των προτέρων με νόμο, κανονιστική ή διοικητική πράξη."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) Αντί για "προς" διάβαζε "και σε".
Full & Egal Universal Law Academy