ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERNEN
της 26ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως που έχει ασκήσει ο Mario Costacurta (στο εξής: αναιρεσείων) κατά της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1990 του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) ( 1 ), με την οποία απορρίφθηκαν οι δύο προσφυγές που^ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αποφάσεων της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 1987 και της 26ης Απριλίου 1988. Η διαφορά επί της οποίας αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο αφορούσε την παύση της καταβολής του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο και του σχολικού επιδόματος τα οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ότι δικαιούνταν για τη θυγατέρα του Nadia Costacurta.
Το ιστορικό της διαφοράς και η εξέλιξη της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση έχουν ήδη περιγραφεί στην έκθεση ακροατηρίου, οπότε ουδείς λόγος συντρέχει να τα επαναλάβω και εδώ.
2.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να επιστήσω την προσοχή επί του γεγονότος ότι, οι λόγοι που προβάλλει ο αναιρεσείων προς στήριξη της αιτήσεως του αναιρέσεως αφορούν αποκλειστικά το χωρίο της προσβαλλομένης αποφάσεως στο οποίο το Πρωτοδικείο απορρίπτει τον πρώτο του λόγο ακυρώσεως. Με τον λόγο αυτό, ο αναιρεσείων είχε υποστηρίξει ότι δικαιούνταν σχολικών επιδομάτων για τη θυγατέρα του όσον αφορά την περίοδο από 1ης Απριλίου 1987 μέχρι 31ης Αυγούστου 1987. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 23 έως 32 της αποφάσεως του.
Προς στήριξη της αιτήσεως του αναιρέσεως, ο Costacurta προβάλλει τρεις λόγους. Όλοι οι λόγοι αφορούν την ερμηνεία που δόθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση στην προϋπόθεση της χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος που προβλέπεται από το άρθρο 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ), δηλαδή το συντηρούμενο τέκνο να φοιτά « κανονικά και κατά πλήρη απασχόληση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ».
Το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων
3.
Κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου περιορίζεται σε « νομικά θέματα ». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το άρθρο 51 του Οργανισμού ( ΕΟΚ ) του Δικαστηρίου ορίζει ότι:
« Η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιον του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο.
Δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης. »
Επομένως, το έργο του Δικαστηρίου συνίσταται στον έλεγχο του αν οι προβαλλόμενοι στην αίτηση αναιρέσεως λόγοι αντλούνται ή όχι από παράβαση, με τη προσβαλλομένη απόφαση, του κοινοτικού δικαίου. Φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υιοθετήσει μια πολύ στενή θέση επί του σημείου αυτού και θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί να διατυπώσω εν προκειμένω μία και μόνο παρατήρηση.
Η πείρα των ανωτάτων δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών ( 2 ) διδάσκει ότι ο περιορισμός της εξουσίας ελέγχου σε « νομικά ζητήματα» ή στην «παράβαση του (κοινοτικού ) δικαίου » δεν πρέπει να αποκλείει και την εξέταση των (διαπιστωθέντων από το κατώτερο δικαστήριο) γεγονότων. Πράγματι, υφίσταται παράβαση του κοινοτικού δικαίου όχι μόνον όταν ερμηνεύεται κακώς ένας κανόνας δικαίου (π.χ. αν κριθεί ότι μια παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως), αλλά και όταν σε συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση δίδεται εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός ( π.χ. αν κριθεί ότι μια επιχείρηση που διαθέτει, σε δεδομένη αγορά, μερίδιο 95 % δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εν λόγω αγορά ). Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως σκοπεί στη διαφύλαξη της ενότητας του κοινοτικού δικαίου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο αμφισβητείται ο νομικός χαρακτηρισμός συγκεκριμένης πραγματικής καταστάσεως δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να κριθεί απαράδεκτος.
4.
Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ως προς το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων. 'Οπως θα καταφανεί κατωτέρω, ο αναιρεσείων και με τους τρεις λόγους του προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε την κρίση του επί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 3 του παρατήματος VII του ΚΥΚ και/ή επί εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού μιας πραγματικής καταστάσεως.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
5.
Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος όταν η θυγατέρα του Nadia Costacurta άρχισε, στις 16 Μαρτίου 1987, την πρακτική της άσκηση στην Επιτροπή.
Ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ακρίβεια της απόψεως αυτής και παραπέμπει στο πόρισμα 166/87 των προϊσταμένων διοικήσεως (που παρατίθεται στη σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως ), κατά τους οποίους η προϋπόθεση της « κανονικής » φοιτήσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα από τέκνο πληρούται όταν « η φοίτηση στο ίδρυμα από τον μαθητή ή τον φοιτητή καλύπτει περίοδο τουλάχιστον 3 μηνών ». Επομένως, καταλήγει ο αναιρεσείων, εφόσον η Nadia Costacurta παρακολούθησε από τις 16 Νοεμβρίου 1986 μέχρι τις 15 Μαρτίου 1987 μαθήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στο πανεπιστήμιο Paris-I, πληρούται η προϋπόθεση αυτή και η θυγατέρα του πρέπει να θεωρηθεί ως έχουσα κανονικώς και κατά πλήρη απασχόληση φοιτήσει σε εκπαιδευτικό ίδρυμα καθ' όλο το ακαδημαϊκό έτος 1986/1987.
6.
Αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, ο λόγος αυτός έχει σαφώς σχέση με « παράβαση του κοινοτικού δικαίου » από την προσβαλλομένη πράξη, και πιο συγκεκριμένα την παράβαση του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Πράγματι, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς ερμήνευσε την απαίτηση « κανονικής » φοιτήσεως σε ίδρυμα η οποία περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή. Προφανώς, η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος στηρίζεται στην αρχή ότι, όταν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου ακαδημαϊκού έτους, ο φοιτητής παρακολούθησε μαθήματα επί τρεις τουλάχιστον μήνες, πρέπει να χορηγηθεί σχολικό επίδομα για ολόκληρη τη οιάρκεια του ακαδημαϊκού αυτού έτους, έστω και αν το εν λόγω τέκνο παρακολούθησε μαθήματα μόνο για τμήμα του έτους και άσκησε κατά το υπόλοιπο διάστημα του εν λόγω έτους προσοδοφόρο επαγγελματική δραστηριότητα.
Δεν νομίζω ότι η άποψη αυτή είναι σωστή. Το προαναφερθέν πόρισμα 166/87 των προϊσταμένων διοικήσεως, στο οποίο αναφέρεται ο αναιρεσείων, αφορά τη γένεση του δικαιώματος για σχολικό επίδομα. Το ζήτημα αν, στη συνέχεια, οι σχετικές με το δικαίωμα αυτό προϋποθέσεις εξακολουθούν να συντρέχουν πρέπει να εκτιμάται ανά μήνα. Με το ίδιο πνεύμα, το άρθρο 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει ότι το σχολικό επίδομα συνίσταται σε μηνιαίο ποσό και ότι το δικαίωμα για σχολικό επίδομα παύει να υφίσταται μετά το πέρας του μήνα κατά τον οποίο το τέκνο συμπληρώνει το 26ο έτος της ηλικίας του. Εξ αυτού έπεται ότι, αν αποδειχθεί ότι το συντηρούμενο τέκνο έχει σταματήσει πλέον να φοιτά σε εκπαιδευτικό ίδρυμα κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου μήνα, το δικαίωμα για σχολικό επίδομα παύει να υφίσταται από το τέλος του μήνα αυτού. Συναφώς, με τη προσβαλλομένη πράξη πράγματι διαπιστώθηκε ότι η θυγατέρα του αναιρεσείοντος διέκοψε την παρακολούθηση των μαθημάτων όταν άρχισε, στις 16 Μαρτίου 1987, την πρακτική της άσκηση στην Επιτροπή και ότι, κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχαν πλέον, ύστερα από την ημερομηνία εκείνη, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση σχολικού επιδόματος (βλ. τις σκέψεις 29 και 30 της αποφάσεως ). Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
7.
Με τον δεύτερο λόγο του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι η πρακτική άσκηση που είχε κάνει στην Επιτροπή η θυγατέρα του από τις 16 Μαρτίου 1987 δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς φοίτηση « κανονική (... ) και κατά πλήρη απασχόληση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ». Η αιτιολόγηση της εκτιμήσεως αυτής γίνεται στις σκέψεις 26 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι μια πρακτική άσκηση δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς κανονική παρακολούθηση μαθημάτων παρά μόνο εφόσον « η πραγματοποιηθείσα άσκηση θεωρείται από το πανεπιστήμιο αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος που προβλέπεται για την απόκτηση του διπλώματος περατώσεως των σπουδών. Αντιθέτως, η απλή συμφωνία ή τυχόν υποστήριξη του εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν αρκούν για να δικαιολογηθεί η χορήγηση του επιδόματος» (σκέψη 27 της αποφάσεως). Όμως, η απόφαση επισημαίνει ( σκέψη 28 ) ότι « από κανένα στοιχείο του φακέλλου, ούτε από τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων κατά την προφορική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε ότι ( η πραγματοποιηθείσα στην Επιτροπή από την κόρη του προσφεύγοντος πρακτική άσκηση) αναγνωρίστηκε πράγματι από το πανεπιστήμιο ως αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σπουδών (... ) ». Κατόπιν τούτου, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω πρακτική άσκηση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παρακολούθηση μαθημάτων και εξ αυτού έπεται ότι οι προβλεπόμενες για τη χορήγηση σχολικού επιδόματος προϋποθέσεις είχαν παύσει να υφίστανται όταν η θυγατέρα του προσφεύγοντος ανέλαβε υπηρεσία στην Επιτροπή ως ασκούμενη στις 16 Μαρτίου 1987 ( σκέψεις 29 και 30 της αποφάσεως ).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αφορά επίσης την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Ωστόσο, ο αναιρεσείων επικρίνει αυτή τη φορά την απόφαση διότι με αυτήν δίδεται εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός σε μία πραγματική κατάσταση, δηλαδή μια πρακτική άσκηση που πραγματοποιήθηκε στις υπηρεσίες της Επιτροπής: φρονεί ότι η πρακτική άσκηση που γίνεται με τη συγκατάθεση του οικείου εκπαιδευτικού ιδρύματος πρέπει να εξομοιούται με κανονική παρακολούθηση μαθημάτων. Όπως έχω ήδη αναφέρει (παράγραφος 3), πρόκειται και εδώ για νομικό ζήτημα η εκτίμηση του οποίου ανήκει στο Δικαστήριο.
8.
Με τον δεύτερο αυτό λόγο, ο προσφεύγων δεν προσθέτει τίποτα στα επιχειρήματα που ήδη ανέπτυξε ενώπιον του Πρωτοδικείου: για άλλη μια φορά επισημαίνει ότι η πρακτική άσκηση της θυγατέρας του έγινε « με τη συγκατάθεση του πανεπιστημίου », ότι οι πανεπιστημιακές αρχές « επιτρέπουν » πρακτικές ασκήσεις του τύπου αυτού, συνιστώντας ενδεχομένως τους σπουδαστές τους στον υπεύθυνο της πρακτικής ασκήσεως και ότι η Επιτροπή ενθαρρύνει, από την πλευρά της, την πραγματοποίηση τέτοιων πρακτικών ασκήσεων δεχόμενη κάθε έτος ορισμένους σπουδαστές και εφαρμόζοντας το πρόγραμμα Erasmus.
Πιστεύω ότι η ερμηνεία που το Πρωτοδικείο έδωσε στο άρθρο 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ είναι ορθή. Νομίζω ότι το επιλεγέν από το Πρωτοδικείο κριτήριο, κατά το οποίο η πρακτική άσκηση πρέπει να αναγνωρίζεται από το οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα ως αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σπουδών, οπότε η πραγματοποίηση της είναι αναγκαία για την απόκτηση διπλώματος πέρατος σπουδών, είναι ένα αντικειμενικό, κατάλληλο και αρκούντως ασφαλές κριτήριο το οποίο ανταποκρίνεται τόσο στο γράμμα όσο και στο αντικείμενο του προαναφερθέντος άρθρου 3. Βεβαίως, το κριτήριο αυτό συνεπάγεται ότι το ζήτημα σχετικά με το αν μια πρακτική άσκηση αποτελεί ή όχι τμήμα του προγράμματος σπουδών ανήκει στην κρίση του οικείου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Αυτό ωστόσο μου φαίνεται λογικό, όσο λογικό είναι, π.χ., το ότι στο εκπαιδευτικό ίδρυμα ( ή στη διευθύνουσα αρχή του ) εμπίπτει ο καθορισμός της διαρκείας της εκπαιδεύσεως ενός φοιτητή για την απόκτηση συγκεκριμένου διπλώματος. Η απόφαση αυτή ασκεί επίσης επιρροή όσον αφορά τη διάρκεια χορηγήσεως του σχολικού επιδόματος. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ούτε και ο δεύτερος λόγος μπορεί να γίνει δεκτός.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως
9.
Με τον τρίτο και τελευταίο του λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ορθώς αιτιολογημένη, και τούτο διότι το Πρωτοδικείο υιοθέτησε την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η πρακτική άσκηση που πραγματοποίησε η θυγατέρα του αναιρεσείοντος αποτελεί στην πραγματικότητα « επαγγελματική εκπαίδευση » κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά της σκέψεως 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο εξέτασε την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος η οποία αντλείται από το γεγονός ότι το επίδομα για το συντηρούμενο τέκνο του δόθηκε χωρίς να του έχει ταυτόχρονα χορηγηθεί και το σχοΑικό επίδομα. Η προσβαλλομένη απόφαση ακολούθησε την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η πρακτική άσκηση της θυγατέρας του προσφεύγοντος έπρεπε να θεωρηθεί ως « επαγγελματική εκπαίδευση » για την οποία μπορεί πράγματι να χορηγηθεί επίδομα συντηρουμένου τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αλλ' όχι και σχολικό επίδομα. Πράγματι, σύμφωνα με τη σκέψη 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα κριτήρια χορηγήσεως του άρθρου 2 ( το οποίο αφορά τη χορήγηση επιδομάτων για συντηρούμενο τέκνο και του άρθρου 3 ( το οποίο αφορά τη χορήγηση σχολικών επιδομάτων) του παραρτήματος VII του ΚΥΚ διαφέρουν.
Κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, η προσβαλλομένη απόφαση κακώς χαρακτηρίζει την πρακτική άσκηση της θυγατέρας του ως « επαγγελματική εκπαίδευση ». Προς στήριξη της θέσεως αυτής, ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τη θυγατέρα του να προσκομίσει, κατά τη διάρκεια πρακτικής της ασκήσεως, « βεβαίωση καλύψεως », από την οποία να εμφαίνεται η φοιτητική της ιδιότητα κατά την πρακτική άσκηση ώστε να μπορεί να απαλλαγεί από τις εισφορές στο σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως.
10.
Δεν νομίζω ότι ο λόγος αυτός μπορεί καθ' οποιονδήποτε τρόπο να ευδοκιμήσει. Πράγματι, κατά την ανωτέρω εξέταση του δευτέρου λόγου του αναιρεσείοντος κατέληξα στο ότι με την προσβαλλομένη απόφαση ορθώς κρίθηκε ότι σχολικό επίδομα μπορεί να χορηγηθεί για πρακτική άσκηση μόνο εφόσον η εν λόγω άσκηση μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούσα αναπόσπαστο τμήμα του ακολουθουμένου προγράμματος, ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση διαπιστώθηκε πράγματι ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε όσον αφορά την πρακτική άσκηση της Nadia Costacurta στην Επιτροπή, οπότε ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αξιώσει το σχολικό επίδομα. Ο τρίτος λόγος δεν αναιρεί το συμπέρασμα αυτό, αλλ' ούτε και αμφισβητεί την ορθότητα της σκέψεως 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο και σχολικού επιδόματος διαφέρουν, οπότε ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αντλήσει επιχείρημα από τη χορήγηση επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο. Το μόνο επιχείρημα που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο υιοθέτησε (σιωπηρώς ) την απόφαση της Επιτροπής να εξομοιώσει την πρακτική άσκηση που είχε κάνει στην Επιτροπή η θυγατέρα του αναιρεσείοντος προς « επαγγελματική εκπαίδευση », οπότε συνέτρεχε η προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδόματος για συντηρούμενο ( και μόνο ) τέκνο. Έστω και αν ο αναιρεσείων είχε δίκιο επί του σημείου αυτού, τούτο ουδόλως μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την κρίση του Πρωτοδικείου σχετικά με την παύση καταβολής του οχολικον επιδόματος.
Με άλλα λόγια, ο τρίτος αυτός λόγος, ο οποίος αφορά, βεβαίως, την ερμηνεία κανόνα δικαίου, κατ' ουδένα τρόπο μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε είναι δυνατό, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτός.
Συμπέρασμα
11.
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως αβάσιμη. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, ο κανόνας αυτός ισχύει και για τις αναιρέσεις που ασκούνται από τους υπαλλήλους, ενώ εξυπακούεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ( χωρίς να δεσμεύεται από το άρθρο 70 του Κανονισμού ) να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα κατά το μέτρο που κάτι τέτοιο επιβάλλεται από λόγους επιεικείας. Δεδομένου ότι τέτοιοι λόγοι δεν συντρέχουν εν προκειμένω, προτείνω να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της αναιρέσεως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της Επιτροπής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-34/89 και Τ-67/89, Costacurta κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. Π-93 ).
( 2 ) Βλ. π.χ. όσον αφορά την ανάλυση του γαλλικού και γερμανικού νομικού συστήματος τις κατατοπιστικές εκθέσεις των « 3cs journées juridiques franco-allemandes. — Le contrôle des constatations de fait par le juge de cassation », που έχουν δημοσιευθεί στην Revue ¡iilemalionale de droite comparé, ειδική έκδοση — τόμος 2, Journées de la société de législation comparée, 1981, σ. 87 έως 258. Για μια σύντομη εξέταση συγκριτικού δικαίου, συγκεκριμένα του έργου του ακυρωτικού δικαστηρίου, |)λ. Koopmans, Τ. « De Hoge Raad en de buitenlandse hoogste gerechten », στο De Hoge Raad der Nederlanden, 1938-1988 — Een portret, Zwolle 1988. Όσον άφορα μια κάπως παλιότερη αλλά ουσιώδη μελέτη, βλ. Rigaux, F. La nature du contrôle de la Cour de Cassation, Βρυξέλλες 1966.
Full & Egal Universal Law Academy