Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (στο εξής: ΕΚΤ), το οποίο ιδρύθηκε το 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης, είναι το αρχαιότερο από τα τρία κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία. Η ρύθμιση που το διέπει αναμορφώθηκε, με γνώμονα την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Κοινότητας, τα έτη 1971, 1977, 1983 και 1988.
2. Στο επίκεντρο των προσφυγών ακυρώσεως που άσκησαν οι εταιρίες Infortec (υπόθεση C-157/90), Consorgan (C-181/90) και Cipeke (C-189/90), βρίσκεται η διαδικασία χρηματοδοτήσεως που ακολουθεί το ΕΚΤ, όπως προκύπτει από την απόφαση 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 (1), την απόφαση (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 (2), και την απόφαση 87/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983 (3), πράξεις με τις οποίες εγκαθιδρύθηκε το ούτως αποκαλούμενο "τρίτο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο" (4).
3. Το ΕΚΤ ευνοεί την "εφαρμογή πολιτικών που έχουν ως σκοπό, αφενός, να παρέχουν στο εργατικό δυναμικό τα επαγγελματικά προσόντα που είναι αναγκαία για την εξεύρεση μόνιμης απασχολήσεως και, αφετέρου, να αυξήσουν τις δυνατότητες απασχολήσεως" (5).
4. Υπό την έννοια αυτή, η παρέμβαση του ΕΚΤ εκτείνεται σε δραστηριότητες που άπτονται της πολιτικής προωθήσεως της απασχολήσεως που ασκούν τα κράτη μέλη. Οι δράσεις αυτές συγχρηματοδοτούνται από τα κράτη μέλη, το ΕΚΤ και σε μικρότερο ποσοστό από τους ιδιώτες επιχειρηματίες (6).
5. Η ανωτέρω "σχέση συναλλαγής" (7) μεταξύ ΕΚΤ και κρατών μελών εξηγεί ότι τα δεύτερα εμπλέκονται σημαντικά στο θέμα της λειτουργίας του.
6. Το ΕΚΤ διοικείται από την Επιτροπή (8).
7. Οι αιτήσεις για την παροχή συνδρομής υποβάλλονται στο Ταμείο μέσω στερεοτύπου εντύπου (9), διά των κρατών μελών τα οποία προβαίνουν σε μια πρώτη επιλογή. Αφού εξετάσει την αίτηση, η Επιτροπή εκδίδει, ενδεχομένως, εγκριτική απόφαση (10) με άμεση συνέπεια την καταβολή προκαταβολής (11).
8. Μετά την περάτωση της δράσεως που αφορά την επαγγελματική κατάρτιση ή την προώθηση της απασχολήσεως, ο οργανισμός που έτυχε της συνδρομής υποβάλλει στο ΕΚΤ, μέσω του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού (12), η οποία περιλαμβάνει λεπτομερή
έκθεση σχετικά με το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις χρηματοοικονομικές πλευρές της σχετικής δράσεως (13). Το κράτος μέλος πιστοποιεί την ακρίβεια των πραγματικών και λογιστικών στοιχείων που περιλαμβάνει η αίτηση πληρωμής (14). Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή καταβάλλει το εναπομένον ποσό. Η συνδρομή του ΕΚΤ ανέρχεται συνολικά στο 50 % του συνόλου των επιλεξίμων δαπανών, χωρίς, πάντως, να μπορεί να υπερβαίνει το σύνολο της οικονομικής συμμετοχής των δημοσίων αρχών (15).
9. Η Επιτροπή προβαίνει σε ελέγχους, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της συνδρομής, με τη βοήθεια του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (16) που παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες για τις υπό εξέλιξη δράσεις (17).
10. Οσάκις η συνδρομή του ΕΚΤ δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην εγκριτική απόφαση προϋποθέσεις, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, μειώσει ή ανακαλέσει τη συνδρομή, αφού προηγουμένως παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του (18).
11. Η Επιτροπή έχει περαιτέρω τη δυνατότητα να ελέγξει το περιεχόμενο αιτήσεως για την καταβολή πληρωμής του εναπομένοντος ποσού μέσω "αντιπροσωπευτικής δειγματοληψίας", που ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της συνδρομής "εφαρμοζόμενη αναλογικώς επί του συνόλου του ποσού του οποίου ζητείται η πληρωμή" (19).
12. Οι μη χρησιμοποιηθείσες σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην εγκριτική απόφαση συνδρομές μπορούν να αναζητηθούν (20). Το κράτος μέλος εγγυάται το αίσιο πέρας των δράσεων. Επικουρικώς, είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως (21).
13. Η εξουσία μειώσεως του ύψους της αρχικώς εγκριθείσας συνδρομής ανήκει ευλόγως μόνο στην Επιτροπή. Πράγματι, τα κράτη μέλη υποβάλλουν απλώς στο ΕΚΤ αιτήσεις για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού, πιστοποιώντας την ακρίβεια των στοιχείων τους (22). Επομένως, πρόκειται για εγκεκριμένες από αυτά αιτήσεις.
14. Η ανωτέρω διαδικασία χρηματοδοτήσεως εμφανίζει δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα: τον σύνθετο ρόλο του παρεμβαίνοντος κράτους μέλους και τη σημασία της εγκριτικής αποφάσεως.
15. Το κράτος μέλος επιλέγει τα προγράμματα δράσεων που υποβάλλει στην Επιτροπή και που χρηματοδοτεί και ελέγχει από κοινού με αυτήν, αλλά επίσης, όπως προανέφερα, εγγυάται την παροχή "ασφαλείας" εκ μέρους των δικαιούχων οργανισμών, τις αιτήσεις πληρωμής των οποίων βεβαιώνει. Επομένως, βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου, οφειλέτης έναντι του δικαιούχου οργανισμού, ενδέχεται να καταστεί και οφειλέτης και έναντι της Επιτροπής.
16. Αναγκαίο σημείο επαφής μεταξύ της Επιτροπής και των δικαιούχων επιχειρήσεων, το κράτος μέλος διασφαλίζει την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΚΤ: τις κοινοποιεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, ενώ, σε περίπτωση προγραμμάτων που είναι κοινά για περισσότερες επιχειρήσεις, η Επιτροπή του γνωστοποιεί τις λεπτομέρειες κατανομής των συνδρομών μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. Αντίστροφα, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή τόσο τις αρχικές όσο και τις αιτήσεις των δικαιούχων οργανισμών για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού.
17. 'Οπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 15ης Μαρτίου 1984 επ' ευκαιρία της υποθέσεως Eiss κατά Επιτροπής (23)
"... στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, οι οικονομικές σχέσεις υφίστανται αφενός μεταξύ της Επιτροπής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, αφετέρου δε μεταξύ του κράτους μέλους αυτού και του οργανισμού στον οποίο χορηγείται η χρηματική συνδρομή".
18. Η κατάσταση κράτους μέλους που εκτελεί τις αποφάσεις της Επιτροπής (24) πρέπει να διακρίνεται επιμελώς από εκείνη όπου το κράτος μέλος της υποβάλλει κάποιο αίτημα. Στην πρώτη περίπτωση, η κοινοτική ρύθμιση δεν του αναγνωρίζει καμιά ιδία εξουσία: το κράτος μέλος ενεργεί για λογαριασμό της Επιτροπής. Στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος μέλος δρα ανεξάρτητα από την Επιτροπή και διαθέτει το δικαίωμα να ζητεί δικαστική προστασία κατά των αποφάσεών της (25).
19. Η εγκριτική απόφαση αποτελεί το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω διαδικασίας. 'Εχει δύο ουσιώδεις συνέπειες:
- την καταβολή προκαταβολικώς (26) ποσών εκ μέρους της Επιτροπής και του κράτους μέλους
- τον έλεγχο της πράξεως σύμφωνα με τα κριτήρια της σχετικής αποφάσεως οποιαδήποτε χρήση της συνδρομής αντίθετη προς τους όρους της εγκριτικής αποφάσεως μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή, μείωση ή
κατάργηση της συνδρομής (27) ή αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων (28).
20. Από τα ανωτέρω έπεται ότι η εγκριτική απόφαση γεννά δικαίωμα για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού υπέρ των δικαιούχων επιχειρήσεων των συνδρομών, εφόσον αυτές χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζει η απόφαση και οι επιχειρήσεις προσκομίζουν τα συναφή δικαιολογητικά (29). Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση παρέχει στις επιχειρήσεις ασφάλεια δικαίου, εφόσον μπορούν να ελπίζουν βάσιμα ότι το ποσό των εγκεκριμένων συνδρομών θα τους καταβληθεί από το ΕΚΤ, το οποίο δεσμεύεται από την εγκριτική απόφαση, εφόσον οι επιχειρήσεις δικαιολογούν δαπάνες που συνάδουν προς την ανωτέρω απόφαση.
21. Η σχετική δυνατότητα προβλέψεως ως προς τη χορήγηση των συνδρομών είναι αναγκαία ώστε να επιτρέπει στις δικαιούχους επιχειρήσεις να προβαίνουν σε δαπάνες χωρίς τον κίνδυνο να οφείλουν σε τελευταία ανάλυση να φέρουν μόνες το βάρος τους.
22. Είναι προφανές ότι η εγκριτική απόφαση διαδραματίζει κεφαλαιώδους σημασίας ρόλο στη διαδικασία χρηματοδοτήσεως. Βρίσκεται στο επίκεντρο των προσφυγών που άσκησαν οι Consorgan και Cipeke.
23. Πάντως, προτίθεμαι αρχικώς να εξετάσω την προσφυγή που άσκησε η εταιρία Infortec, η οποία θέτει πολύ απλά το ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, ζήτημα το οποίο επιλύσατε επ' ευκαιρία των αποφάσεων της 7ης Μαΐου 1991 (30) στις υποθέσεις Interhotel και Oliveira.
24. Η πορτογαλική εταιρία Infortec, εταιρικός σκοπός της οποίας είναι "η παροχή υπηρεσίων και η τεχνική υποστήριξη και η εκπόνηση προγραμμάτων και παροχής συμβουλών", υπέβαλε στο ΕΚΤ, μέσω του Πορτογαλικού Δημοσίου, αίτηση παροχής συνδρομών εμπεριέχουσα πλήρη περιγραφή του κόστους καθώς και αναφορά του αριθμού των συμμετεχόντων ως δοκίμων και της διάρκειας των δράσεων επαγγελματικής καταρτίσεως (φάκελος 870889 Ρ3).
25. Στις 31 Μαρτίου 1987, η Επιτροπή ενέκρινε την αίτηση αυτή (31), θέτοντας ορισμένους περιορισμούς.
26. Με έγγραφο της 13ης Απριλίου 1987 (32), η Departemento para os assuntos do fundo social europeu (στο εξής: DAFSE) του Υπουργείου Εργασίας στη Λισσαβώνα κοινοποίησε στην εταιρία Infortec την εν λόγω εγκριτική απόφαση, η οποία καθόρισε το ύψος συμμετοχής του ΕΚΤ σε 8 373 341 πορτογαλικά εσκούδος (ESC) για 138 πρόσωπα (33) και εκείνης του κράτους μέλους, εκπροσωπουμένου από το Instituto de Gestaο Financeira de Seguranca Social (στο εξής: ΙGFSS), σε 6 850 915 ESC.
27. Στις 26 Ιουνίου 1987 η Infortec έλαβε προκαταβολή ύψους 4 186 670 ESC από το ΕΚΤ (34) και στις 7 Αυγούστου 1987 προκαταβολή ύψους 3 425 457 ESC από το ΙGFSS/DAFSE (35).
28. Στις 30 Ιουνίου 1988, η Infortec υπέβαλε αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού, επισυνάπτοντας έκθεση ποιοτικής και ποσοτικής αξιολογήσεως (36).
29. Στις 9 Μαρτίου 1990, η DAFSE απηύθυνε έγγραφο (37) στην εταιρία Infortec, στο οποίο γινόταν λόγος για μείωση των συνδρομών που αφορούσαν δύο φακέλους: τον φάκελο 870889 Ρ3, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, και τον φάκελο 870965 Ρ1, αντικείμενο χωριστής προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C-12/90), η οποία περατώθηκε με την έκδοση Διατάξεως περί απαραδέκτου της προσφυγής λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της (38).
30. 'Οσον αφορά τον φάκελο 870889 Ρ3, η Infortec άσκησε στις 21 Μαΐου 1990 προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής "που εξέδωσε άγνωστο πότε, αλλά που της κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1990 περί μειώσεως της συνδρομής του ΕΚΤ που είχε εγκριθεί προηγουμένως" (39).
31. Κατά την προσφεύγουσα, πριν από τη λήψη της αποφάσεως περί μειώσεως δεν ενημερώθηκε το Πορτογαλικό Δημόσιο, όπως απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, ενώ η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη.
32. Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου. Ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευκρινίζεται με το έγγραφο της προσφυγής και η προσβαλλόμενη πράξη δεν εξατομικεύεται με σαφήνεια. Ως προς το έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1990, πρόκειται για απόφαση όχι της Επιτροπής αλλά της DAFSE με την οποία διευθετήθηκε proprio motu το ζήτημα δύο διαφορετικών φακέλων, χωρίς ανάμιξη της Επιτροπής. Αν πρόκειται για το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1989 με το οποίο η Επιτροπή όντως κοινοποίησε μείωση των συνδρομών του ΕΚΤ για τον φάκελο 870889 Ρ3, η προσφυγή είναι απαράδεκτη: το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στην προσφυγή η οποία εν πάση περιπτώσει ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Επίσης, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν διευκρινίζεται το ύψος της αμφισβητουμένης μειώσεως.
33. Σε συνέχεια της αιτήσεώς της για καταβολή του εναπομένοντος ποσού, η εταιρία Infortec έλαβε, όσον αφορά τον φάκελο 870889 Ρ3, το υπ' αριθ. 3637 έγγραφο της DAFSE, με ημερομηνία 9 Μαρτίου 1990 (40) όπου διευκρινιζόταν ότι:
- η Επιτροπή είχε λάβει απόφαση επί του φακέλου
- μείωνε σε βάρος της εταιρίας Infortec τη συνδρομή που της είχε εγκρίνει αρχικώς.
Στην πραγματικότητα, το "εγκεκριμένο εναπομένον ποσό" από το ΕΚΤ ανερχόταν σε 2 107 105 ESC, ενώ το αναμενόμενο εναπομένον ποσό ανερχόταν σε 4 186 670 ESC (41). Το έγγραφο πληροφορούσε περαιτέρω την Infortec ότι κατέστη έναντι του ΕΚΤ οφειλέτης, για τους δύο φακέλους, ποσού ύψους 16 257 800 ΕSC.
34. Το σχετικό έγγραφο δεν διευκρινίζει ούτε την ημερομηνία ούτε το ακριβές περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής περί μειώσεως των συνδρομών.
35. Το έγγραφο αυτό, το οποίο προσκόμισε η Επιτροπή ενόσω διαρκούσε η έγγραφη διαδικασία, φέρει ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 1989 (42). Αναφέρεται ότι η συμβολή του ΕΚΤ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 6 293 775 ESC και ότι, λαμβάνοντας υπόψη την προκαταβολική πληρωμή, το εναπομένον ποσό ανέρχεται σε 2 107 105 ESC.
36. Αυτό είναι συγκεκριμένα το ποσό που εμφαίνεται στο έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1990 στο τετραγωνίδιο "εγκεκριμένο από το ΕΚΤ υπόλοιπο". 'Ετσι, η DAFSE, απευθύνοντας το έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1990, αναφέρθηκε αναγκαστικά στην απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1989.
37. Επομένως, είναι σαφές ότι η μείωση της συνδρομής δεν έγινε με πρωτοβουλία της DAFSE και το έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1990 συνιστά την πράξη με την οποία η απόφαση του ΕΚΤ γνωστοποιήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρία.
38. Απαντώντας στη γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ήρε, εξάλλου, οποιαδήποτε αμφιβολία επ' αυτού: "(...) η DAFSE κοινοποίησε το περιεχόμενο της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή επί της αιτήσεως καταβολής του εναπομένοντος σε σχέση με τον φάκελο 870889 Ρ3 ποσού στην Infortec μόλις στις 9 Μαρτίου 1990 με το έγγραφο 3637" (43).
39. Το ότι στο ίδιο έγγραφο η DAFSE, προβαίνοντας σε συμψηφισμό έναντι της Infortec, αφαίρεσε το ποσό της πιστώσεως των 2 107 105 ESC από χρέος της εν λόγω εταιρίας στα πλαίσια άλλου φακέλου δεν αλλοιώνει την πραγματική φύση του εγγράφου ως πράξεως κοινοποιήσεως της κοινοτικής αποφάσεως.
40. Με την προσφυγή ακυρώσεώς της, η προσφεύγουσα εταιρία δεν μπορούσε να είναι περισσότερο σαφής από την πράξη κοινοποιήσεως της αποφάσεως εκείνης. Είναι σαφές ότι, αν η προσφυγή δεν αναφέρει ούτε την ημερομηνία της βλαπτικής για την εταιρία αποφάσεως της Επιτροπής ούτε το ακριβές ύψος των ποσών που παρακράτησε το εν λόγω όργανο, τούτο οφείλεται στο ότι η Infortec δεν ενημερώθηκε συναφώς.
41. Από τα ανωτέρω έπεται ότι το αντικείμενο της προσφυγής είναι απόλυτα εξατομικευμένο και η ένσταση απαραδέκτου είναι απορριπτέα.
42. Η απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως των εγκεκριμένων υπέρ της Infortec συνδρομών περιήλθε σε γνώση της DAFSE με το έγγραφο που της απηύθυνε το ΕΚΤ στις 7 Σεπτεμβρίου 1989 υπό μορφή σημειώματος σχετικά με χρέος.
43. Ερωτάται αν η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή να μειώνει συνδρομή μη χρησιμοποιηθείσα σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει η εγκριτική απόφαση μόνον αφού δοθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
44. 'Οπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Giuseppe Tesauro με τις προτάσεις του στην υπόθεση FUNOC κατά Επιτροπής (44), το εν λόγω άρθρο
"δεν προβλέπει τυπική διαδικασία διαβουλεύσεων, αλλά απλώς και μόνο απαιτεί οι αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους προ της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως".
45. Το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1989 δεν καλεί την Πορτογαλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, αλλά κοινοποιεί απόφαση. Απόδειξη περί αυτού αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένο: "Οι υπηρεσίες του ΕΚΤ διαπίστωσαν την ύπαρξη ποσού ύψους (...) υπό μορφή μη επιλεξίμων δαπανών (...). Συνεπώς, η συμμετοχή του ΕΚΤ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα (...). Η διαφορά (...) θα καταβληθεί στον τραπεζικό λογαριασμό μας".
46. Εξάλλου, η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεώς της (45) δέχεται ότι παρέσχε τη δυνατότητα στην Πορτογαλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της μετά την έκδοση της αποφάσεως.
47. Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση κοινοποιήθηκε στο Πορτογαλικό Δημόσιο με ρητή αναφορά στο άρθρο 6, παράγραφος 1, που προαναφέρθηκε, "πράγμα που σημαίνει ότι το Πορτογαλικό Δημόσιο θα μπορούσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αν το θεωρούσε χρήσιμο, πλην όμως δεν το έπραξε, αποδεχόμενο την προτεινόμενη μείωση".
48. Υπό την έννοια αυτή, η ανταλλαγή αλληλογραφίας μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής συνάδει προς τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, ενώ η έλλειψη αντιδράσεως του ενδιαφερομένου κράτους κατά την κοινοποίηση της αποφάσεως περί μειώσεως ισοδυναμεί με αποδοχή της (46).
49. 'Εχω ήδη τονίσει τα μειονεκτήματα της πρακτικής αυτής (47), η οποία, επιπλέον, αντίκειται προς το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83.
50. Το Δικαστήριό σας, άλλωστε, καταδίκασε ρητώς την πρακτική αυτή, αποφαινόμενο ως εξής με την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991 (48):
"Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να αρχίσει διαβουλεύσεις με το ΕΚΤ όταν του κοινοποιηθούν οι αποφάσεις περί μειώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι τόσο ο δικαιούχος της συνδρομής, ο οποίος πληροφορείται για την έναρξη των διαβουλεύσεων αυτών, όσο και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θα στερούνταν τη δυνατότητα να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά των αποφάσεων περί μειώσεως στην περίπτωση κατά την οποία, παρά τις αντιρρήσεις του κράτους μέλους, η Επιτροπή επιβεβαίωνε τις αρχικές της αποφάσεις μετά τη δίμηνη προθεσμία που τάσσει το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Στην περίπτωση αυτή, επίσης, ο δικαιούχος της συνδρομής και το κράτος μέλος δεν μπορούν να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά των επιβεβαιωτικών αποφάσεων περί μειώσεως της συνδρομής, δεδομένου ότι προσφυγή ακυρώσεως, στρεφομένη κατ' αποφάσεως που απλώς επιβεβαιώνει άλλη μη προσβληθείσα εμπροθέσμως, είναι απαράδεκτη (49)."
51. Δεν αμφισβητείται ότι, όσον αφορά τον φάκελο 870889 Ρ3, το κράτος μέλος δεν κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν εκδώσει η Επιτροπή την απόφασή της περί μειώσεως της συνδρομής. Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων που επικαλείται η προσφεύγουσα εταιρία.
52. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 πρέπει να ισχύουν επίσης και για τις περιπτώσεις των εταιριών Consorgan και Cipeke, μολονότι κάπως διαφορετικά. Οι δύο αυτές υποθέσεις αφορούν κατ' ουσίαν τις συνέπειες της εγκριτικής αποφάσεως. Τις εξετάζω ευθύς αμέσως.
53. Η εταιρία Consorgan συμμετείχε σε όμιλο δεκατεσσάρων επιχειρήσεων με επικεφαλής την εταιρία Ceramic, η οποία υπέβαλε το 1987 στο ΕΚΤ αίτηση για την παροχή συνδρομής (50) για "δράση επαγγελματικής καταρτίσεως νέων κάτω των 25 ετών (...)" (51) αφορώσα 1 263 πρόσωπα (φάκελος 871106 Ρ1).
54. Σύμφωνα με την υποβληθείσα στις 27 Οκτωβρίου 1988 (52) αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού η Επιτροπή ενέκρινε το συνολικό σχέδιο με απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 για ποσό 328 148 959 ESC, το οποίο αυξήθηκε σε 337 749 326 ESC με τροποποιητική απόφαση της 30ής Απριλίου 1987. Οι δύο αυτές αποφάσεις δεν προσκομίστηκαν κατά τις συζητήσεις. Κοινοποιήθηκαν μόνο στη DAFSE, η οποία, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε κατά τη συνεδρίαση ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, κατένειμε στη συνέχεια τις προκαταβολές μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
55. Σύμφωνα με την έκθεση ποσοτικής και ποιοτικής αξιολογήσεως (53) που συνέταξε η Consorgan, η συνδρομή του ΕΚΤ εγκρίθηκε, στο μέτρο που το
αφορούσε, για ποσό ύψους 93 552 788 ESC (η συνδρομή του ΙGFSS εγκρίθηκε για ποσό ύψους 76 518 645 ESC).
56. Η προσφεύγουσα εταιρία έλαβε προκαταβολή ύψους 85 020 716 ESC από τα οποία 46 761 394 προερχόμενα από το ΕΚΤ (54) και 38 259 322 από το IGFSS (55).
57. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση αξιολογήσεως, η εταιρία δαπάνησε τελικώς 177 129 810 ESC. Η αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού που υπέβαλε για το σύνολο του ομίλου επιχειρήσεων η εταιρία Ceramic έκανε λόγο για συμμετοχή του ΕΚΤ ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 263 965 133 ESC. Η αίτηση αυτή έφερε ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1988 (56).
58. Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990 (57), η DAFSE γνωστοποίησε στην Consorgan ότι οι υπηρεσίες του ΕΚΤ διαπίστωσαν την ύπαρξη ποσού 30 501 190 ESC ως μη επιλεξίμων δαπανών: τα εγκριθέντα εναπομένοντα ποσά ανέρχονταν σε 6 472 608 ESC, όσον αφορά τη συνδρομή του ΕΚΤ, και σε 5 295 771 ESC, όσον αφορά την εθνική συμμετοχή.
59. Υπό την έννοια αυτή, η εταιρία Consorgan θα μπορούσε να επωφεληθεί των προκαταβολών (85 020 716 ESC) και του εγκεκριμένου εναπομένοντος ποσού (11 768 379 ESC (58)), ήτοι ενός συνολικού ποσού 96 789 095 ESC.
60. Το ποσό αυτό πρέπει να συγκριθεί με το συνολικά εγκριθέν ποσό, ήτοι 188 934 925 ESC, και με το σύνολο των δαπανηθέντων ποσών, ήτοι 177 129 810 ESC.
61. Ακριβώς η απόφαση αυτή της Επιτροπής περί μειώσεως του ποσού των αρχικώς εγκριθεισών συνδρομών, η οποία περιήλθε σε γνώση της Consorgan με το προαναφερθέν έγγραφο της DAFSE της 20ής Μαρτίου 1990, είναι που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής.
62. Η μη τήρηση της τυπικής διαδικασίας του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 εκλαμβάνεται ως παραβάση ουσιωδών τύπων κατά το άρθρο 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, σημείο το οποίο το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως (59) στην υπόθεση Interhotel.
63. Προτίθεμαι λοιπόν να εξετάσω αυτεπαγγέλτως, όπως άλλωστε προτείνει και η γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου προς την Επιτροπή, αν έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πριν από τη λήψη της αποφάσεως της Επιτροπής περί μειώσεως των συνδρομών του ΕΚΤ, όπως απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, που προαναφέρθηκε.
64. Αφού περατώθηκαν οι δράσεις επαγγελματικής καταρτίσεως και υποβλήθηκε η αίτηση περί καταβολής του εναπομένοντος ποσού, η Επιτροπή, με μια πρώτη απόφαση η οποία περιήλθε σε γνώση της DAFSE με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 1989 (60), περιόρισε τη συμμετοχή του ΕΚΤ στον φάκελο Ceramic στο ποσό των 201 130 494 ESC (61) (ήτοι 62 834 639 ESC ως μη επιλέξιμες δαπάνες).
65. Με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1989 (62), η DAFSE κάλεσε το ΕΚΤ να κατανείμει, ανά επιχείρηση και κατά θέμα, τα ποσά που θεώρησε ως μη επιλέξιμα. Στις 27 Οκτωβρίου 1989 (63) απεστάλησαν ταχυδρομικώς στη DAFSE διευκρινίσεις, συνοδευόμενες από δελτάριο στο οποίο παρετίθεντο οι διάφορες θέσεις του εντύπου επί των οποίων εφαρμοζόταν η μείωση.
66. Τέλος, με νέο έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1990 (64), η DAFSE ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες, επειδή το σύνολο των χαρακτηρισθεισών ως μη επιλεξίμων από την Επιτροπή δαπανών ανερχόταν σε 130 118 760 ESC, ενώ στο έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 1989 γινόταν λόγος για σημαντικά χαμηλότερη μείωση. Με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 1990 (65), η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το ύψος των μη επιλεξίμων δαπανών ανερχόταν σε 62 834 639 ESC και αφορούσε μόνο τη συμμετοχή του ΕΚΤ στην εν λόγω δράση.
67. 'Υστερα από την ανταλλαγή αυτή αλληλογραφίας, η DAFSE κοινοποίησε, με το προαναφερθέν έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990, στην Consorgan μείωση των συνδρομών.
68. Επειδή του τελευταίου αυτού εγγράφου είχε προηγηθεί ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους, το οποίο μάλιστα είχε υποβάλει μέσω της DAFSE τις παρατηρήσεις του, πρέπει να θεωρηθεί ότι τηρήθηκαν οι επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση FUNOC κατά Επιτροπής (66).
69. Η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η εταιρία Consorgan στηρίζεται σε έναν και μοναδικό λόγο: την έλλειψη αιτιολογίας υπό τις προϋπόθέσεις που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης.
70. Ανταποκρίνεται στην επιταγή του ανωτέρω άρθρου για αιτιολογία το έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990 με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην εν λόγω εταιρία μείωση των συνδρομών; Με το έγγραφο αυτό οι μη επιλέξιμες δαπάνες της εταιρίας Consorgan καθορίζεται ότι ανέρχονται στο ποσό των 30 501 190 ESC λόγω του ότι στην αίτηση για καταβολή του εναπομένοντος ποσού περιλαμβάνονται, αφενός, υπερβολικός αριθμός ωρών πρακτικής εφαρμογής, αφετέρου, ορισμένες μη εγκεκριμένες δαπάνες.
71. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου,
"η υποχρέωση αιτιολογήσεως ατομικής αποφάσεως έχει ως σκοπό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει ελάττωμα λόγω του ότι μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Η έκταση της υποχρεώσεως αυτής εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε" (67).
72. Υπό την έννοια αυτή, η αιτιολογία αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή ύστερα από γνώμη της επιτροπής δασμολογικών ατελειών και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εισαγωγής επιστημονικής συσκευής ατελώς, κρίθηκε από το Δικαστήριο επαρκής και τούτο επειδή
"μολονότι αληθεύει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την αιτιολογία την οποία επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη αμφιλεγόμενο ο συλλογισμός της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη, κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τη δικαιολογητική βάση του ληφθέντος μέτρου για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του, ωστόσο η αιτιολογία δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ποικίλα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Πράγματι, το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές αυτές πρέπει να κριθεί όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, ως και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα" (68).
73. Επομένως, η αιτιολογία ατομικής αποφάσεως πρέπει να είναι επαρκής για να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του και στον ενδιαφερόμενο να γνωρίζει τη δικαιολογητική βάση ώστε να μπορεί να την αμφισβητήσει. Δεν πρέπει να βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές και τις δυσχέρειες που συνδέονται με τη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων.
74. Σε θέματα του ΕΚΤ, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση Δήμος 'Αμστερνταμ κατά Επιτροπής (69), ότι ο συνοπτικός χαρακτήρας της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται τη συνδρομή του ΕΚΤ για δράση επαγγελματικής καταρτίσεως
"αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της μηχανογραφικής εξετάσεως πολλών χιλιάδων αιτήσεων συνδρομής επί των οποίων η Επιτροπή πρέπει να αποφανθεί εντός σύντομης προθεσμίας. Λεπτομερέστερη αιτιολογία προς στήριξη κάθε ατομικής αποφάσεως θα μπορούσε, επομένως, να διακυβεύσει την ορθολογική και αποτελεσματική χορήγηση της χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους του ΕΚΤ". (70)
75. 'Οταν πρόκειται για απόφαση περί μη εγκρίσεως συνδρομής στο πλαίσιο της αρχικής αιτήσεως την οποία η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει εντός συντομότατης προθεσμίας (71), παρόμοια αιτιολογία γίνεται κάλλιστα δεκτή. Μπορεί η ίδια λύση να ισχύσει και για την απόφαση της Επιτροπής, η οποία, κατόπιν αιτήσεως για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού, μειώνει το ύψος της συνδρομής που είχε εγκρίνει αρχικώς;
76. Ασφαλώς, στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή διαμορφώνει την απόφασή της, όπως προανέφερα, ύστερα από αίτηση στην οποία επισυνάπτεται έκθεση ποσοτικής και ποιοτικής αξιολογήσεως στα πλαίσια της οποίας η ενδιαφερομένη επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να παράσχει επεξηγηματικά στοιχεία. Πλην όμως, η Επιτροπή δεν δεσμεύεται πλέον από προθεσμίες.
77. Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχεται ότι, όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως, η αιτιολογία της οποίας αμφισβητείται, συμμετέσχε στην επεξεργασία της, η αιτιολογία αυτή ανταποκρίνεται στις "ελάχιστες επιταγές" του άρθρου 190 της Συνθήκης, εφόσον περιλαμβάνει τα στοιχεία που είναι απαραίτητα, ώστε ο αποδέκτης να είναι σε θέση να εκτιμήσει αν η απόφαση πάσχει ελάττωμα (72).
78. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του ΕΚΤ, τα κράτη μέλη μπορούν, όπως προανέφερα, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που θίγονται από τις μειώσεις των συνδρομών δεν συμμετέχουν στην προπαρασκευή της αποφάσεως της Επιτροπής.
79. Συνεπώς, η εξαιρετικά ειδική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση η οποία αναμένει την καταβολή του εναπομένοντος ποσού δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η συνοπτική αιτιολογία είναι ικανοποιητική.
80. Πράγματι, η εκ μέρους της Επιτροπής απόρριψη αρχικής αιτήσεως για την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής δεν προκαλεί στην ενδιαφερομένη εταιρία άλλη ζημία πλην της απωλείας της χρηματοδοτήσεως: η εταιρία δεν έχει ακόμα προβεί σε δαπάνες.
81. Αντίθετα, τη στιγμή κατά την οποία η αρχική αίτηση έχει εγκριθεί, η επιχείρηση εισέπραξε προκαταβολή μη καλύπτουσα ποσόν πέραν του 50 % των εγκεκριμένων δαπανών (73). Μόνον όταν η δράση καταρτίσεως περατώνεται, το εναπομένον ποσό καθίσταται απαιτητό. Επομένως, κατά κανόνα η εταιρία ενδέχεται να έχει προκαταβάλει ποσά εν αναμονή του εναπομένοντος ποσού που
νομιμοποιείται να ελπίζει ότι θα εισπράξει, εφόσον η δράση της έλαβε χώρα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η έγκριση.
82. Είναι οφθαλμοφανές ότι τυχόν μείωση των συνδρομών που περιέρχεται σε γνώση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων κατά τον χρόνο διακανονισμού του εναπομένοντος ποσού είναι ικανή, αν δεν αιτιολογείται επαρκώς ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο του κατά πόσον είναι βάσιμη, να προκαλέσει σημαντική ζημιά (74) που ενδέχεται να φέρει σε δεινή οικονομική θέση τους αποδέκτες της.
83. Με το έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990 η Επιτροπή επικαλείται ως πρώτο λόγο το γεγονός ότι αριθμός ωρών πρακτικής εφαρμογής πρέπει να μειωθεί κατά 17 % ώστε να επιτευχθεί αριθμός ίσος με το σύνολο των ωρών θεωρητικών μαθημάτων.
84. Η προσφεύγουσα εταιρία δεν αμφισβητεί ότι έλαβε γνώση μέσω της εγκυκλίου 10/DAFSE/87, της 8ης Ιουνίου 1987 (75), ότι η διάρκεια των περιόδων επαγγελματικής μαθητείας έπρεπε να είναι ίση με εκείνη των ωρών θεωρητικής διδασκαλίας, δεδομένου ότι οποιαδήποτε υπέρβαση λογιζόταν ως μη έχουσα προτεραιότητα και, συνακόλουθα ως βαρύνουσα τη DAFSE.
85. Οι διευκρινίσεις της εταιρίας Consorgan θέτουν υπό αμφισβήτηση τους αριθμούς της Επιτροπής και ισοδυναμούν με απόπειρα να αποδειχθεί ότι τηρήθηκαν οι επιταγές της εγκυκλίου (76). Σε κάθε περίπτωση, η Consorgan ήταν διατεθειμένη ακόμη και να λάβει σοβαρά υπόψη τα όσα της καταμαρτυρούσε η Επιτροπή.
86. 'Επεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη εκ του λόγου αυτού.
87. Προτού εξετάσω τον δεύτερο λόγο που παρατίθεται στο έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990, ας μου επιτραπεί να σταματήσω προς στιγμή στη διαδικασία που ακολούθησαν το ΕΚΤ και η DAFSE στην οικεία υπόθεση. Είναι αποκαλυπτική της πρακτικής που τηρεί η Επιτροπή στην περίπτωση αιτήσεων χρηματοδοτικών συνδρομών που υποβάλλει όμιλος επιχειρήσεων.
88. Η αίτηση συνδρομής ήταν ενιαία για το σύνολο των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η Consorgan, και υποβλήθηκε κατά τρόπο εμπεριστατωμένο κεφάλαιο προς κεφάλαιο.
89. Η έγκριση δόθηκε για ένα συνολικό ποσό και γνωστοποιήθηκε στη DAFSE (77) η οποία κατένειμε το εν λόγω ποσό μεταξύ των ανωτέρω επιχειρήσεων ανάλογα με το βάρος της καθεμιάς στο πλαίσιο του προγράμματος.
90. Ασφαλώς, θα ήταν προτιμότερο η Επιτροπή να είχε κοινοποιήσει την έγκρισή της λεπτομερώς κεφάλαιο προς κεφάλαιο στη DAFSE και η τελευταία να προβεί στην κατανομή της εγκρίσεως ανά επιχείρηση.
91. Εφόσον οι υπηρεσίες της DAFSE - εντολοδόχου, στην προκειμένη περίπτωση, της Επιτροπής - κοινοποίησαν στην εταιρία Consorgan απλώς μια συνολική έγκριση, η Επιτροπή δεσμευόταν από την ανωτέρω απόφαση ενόσω δεν τροποποιούνταν ούτε καταργούνταν από μεταγενέστερη απόφαση, ενδεχομένως σαφέστερη (78).
92. Η εταιρία Consorgan έλαβε έγκριση για το ποσό των 188 934 925 ESC. Επειδή η ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση δεν απαιτεί η έγκριση να δίδεται λεπτομερώς, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, η ανωτέρω εταιρία νομιμοποιούνταν να
ευελπιστεί ότι η αίτησή της είχε γίνει δεκτή (79) στο πλαίσιο ενός ενιαίου φακέλου, το ποσό του οποίου όφειλε να μην υπερβεί: άλλωστε, το συνολικό ύψος των δαπανών της περιορίστηκε στα 177 129 810 ESC.
93. 'Αρα, δεν μπορεί να προσάπτεται στην εταιρία Consorgan ότι δεν αντέδρασε σε εγκριτική απόφαση - που είχε τη δυνατότητα να εκλάβει ως τελεία - και ότι δεν ζήτησε από τη DAFSE να παράσχει εξηγήσεις ως προς την κατανομή του εγκριθέντος ποσού.
94. Επίσης, η αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού υποβλήθηκε συνολικά για το σύνολο του προγράμματος.
95. Ομοίως, η μείωση των συνδρομών αποφασίστηκε συνολικά (80), στη συνέχεια δε κατανεμήθηκε ανά κεφάλαιο με απόφαση της Επιτροπής (81). Η Επιτροπή έδωσε στη DAFSE την ακόλουθη οδηγία: "η ληπτέα υπόψη μείωση για κάθε επιχείρηση είναι ανάλογη του βάρους της για κάθε θέση του εντύπου για την οποία ορισμένες δαπάνες θεωρήθηκαν ως μη επιλέξιμες" (82).
96. Εφαρμόστηκε προφανώς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83, το οποίο προβλέπει ένα είδος ταχείας εξετάσεως των αιτήσεων καταβολής του εναπομένοντος ποσού και το οποίο επέτρεπε μειώσεις "αναλογικώς". Το άρθρο αυτό ορίζει:
"Οι έλεγχοι του περιεχομένου της αιτήσεως πληρωμής μπορούν να πραγματοποιηθούν με αντιπροσωπευτική δειγματοληψία. Η Επιτροπή, πριν προβεί σε έλεγχο, αποφασίζει, σε συνεννόηση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το ποσοστό δειγματοληψίας ανάλογα με τις υλικές και
τεχνικές συνθήκες της εν λόγω ενέργειας. Εφόσον η δειγματοληψία οδηγεί σε μείωση, η μείωση αυτή εφαρμόζεται αναλογικά στο σύνολο του ποσού του οποίου ζητείται η πληρωμή και αφού το κράτος μέλος μπορέσει να υποβάλει τις παρατηρήσεις του" (83).
97. Πάντως, σε καμιά φάση ελέγχου του φακέλου η Επιτροπή δεν προέβαλε τη θέση ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη αυτή. Εξάλλου, ούτε το κράτος μέλος ούτε οι επιχειρήσεις ούτε a fortiori το Δικαστήριο διαθέτουν στην πραγματικότητα πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκρίθηκε το "ποσοστό δειγματοληψίας" και με τον "αντιπροσωπευτικό" χαρακτήρα της δειγματοληψίας αυτής.
98. Γεγονός παραμένει ότι η Επιτροπή κατένειμε μεταξύ των επιχειρήσεων τις μειώσεις των συνδρομών αναλόγως της σημασίας τους και όχι με βάση το ακριβές ποσό των αντικανονικών δαπανών, υπό την έννοια ότι ενδέχεται η μείωση που πλήττει μια επιχείρηση να αφορά συγκεκριμένη θέση τη στιγμή που δικαιολογείται, σύμφωνα με την εγκριτική απόφαση, η παροχή συνδρομής για τη θέση αυτή.
99. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η Επιτροπή προέβη σε μειώσεις συνδρομών:
- που υπολογίστηκαν με βάση αφηρημένα κριτήρια: η "αναλογική" μείωση δεν συνδέεται προς το ύψος των εγκεκριμένων δαπανών στις οποίες πράγματι προέβησαν οι επιχειρήσεις για τη συγκεκριμένη θέση.
- αδικαιολόγητες έναντι των επιχειρήσεων: οι επιχειρήσεις αυτές αγνοούν το ακριβές περιεχόμενο της εγκριτικής αποφάσεως που επικαλείται η Επιτροπή για να δικαιολογήσει τη σχετική μείωση: βρίσκονται αντιμέτωπες με την απόφαση αυτή, τις επιταγές της οποίας αγνοούν, μολονότι τις αφορούν, ενώ η μοναδική απόφαση που τους
κοινοποιήθηκε δεν κάνει διάκριση κατά κεφάλαιο όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
100. Συμβαίνει το παράδοξο μια απόφαση που ελήφθη για να διασφαλίσει την τήρηση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 (μη έγκριση των δαπανών που δεν συνάδουν προς την εγκριτική απόφαση) να οδηγεί ενδεχομένως σε αντίθετο αποτέλεσμα (δαπάνες που συνάδουν προς την εγκριτική απόφαση να μη λαμβάνονται στην πραγματικότητα υπόψη).
101. 'Ετσι, συμβαίνει διαδικασία που διαπνέεται από την αρχή της ασφαλείας δικαίου, προβλέποντας εγκριτική απόφαση που καθορίζει τα δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών, να εφαρμόζεται στην πράξη κατά τρόπο παραβιάζοντα την αρχή αυτή.
102. Υπό το κράτος της ρυθμίσεως που διείπε το ΕΚΤ πριν από το 1983, το Bundesanstalt fuer Arbeit υπέβαλε στην Επιτροπή τέσσερις αιτήσεις χρηματοδοτικής συνδρομής που εγκρίθηκαν. Οι αιτήσεις για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού των συνδρομών απορρίφθηκαν με το αιτιολογικό ότι υποβλήθηκαν μετά την εκπνοή της προβλεπομένης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 78/706/ΕΟΚ της Επιτροπής 18μηνης προθεσμίας.
103. Κάνοντας δεκτό το αίτημα για ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί μη καταβολής του εναπομένοντος ποσού των συνδρομών, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι:
"Η αρχή της ασφαλείας δικαίου απαιτεί, προκειμένου για διάταξη που τάσσει αποκλειστική προθεσμία, ιδίως μάλιστα όταν δύναται να έχει ως συνέπεια να στερήσει ένα κράτος μέλος από την καταβολή οικονομικής ενισχύσεως, της οποίας η αίτηση είχε εγκριθεί και βάσει της οποίας το κράτος μέλος έχει ήδη προβεί σε σημαντικές δαπάνες, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή, ώστε τα κράτη μέλη να δύνανται να εκτιμήσουν με πλήρη επίγνωση τη σημασία που έχει γι' αυτά η τήρηση της προθεσμίας. Ούτε η διατύπωση του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 78/706 της Επιτροπής ούτε ο συσχετισμός της με τις λοιπές διατάξεις στο πλαίσιο των οποίων εντάσσεται η διάταξη αυτή επιτρέπουν να θεωρηθεί η προθεσμία ως αποκλειστική (84)."
104. Καθ' όμοιο τρόπο, όταν η Επιτροπή προβαίνει σε μείωση συνδρομών, η έλλειψη λεπτομερούς και σαφούς εγκριτικής αποφάσεως, κοινοποιουμένης σε όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, και η αναλογική κατανομή των μειώσεων που αφορούν συγκεκριμένη θέση μεταξύ των επιχειρήσεων δεν φαίνεται να συνάδουν προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου, τη σημασία της οποίας για τις διαδικασίες στις οποίες εμπλέκεται το ΕΚΤ τονίζει κατ' επανάληψη η νομολογία σας.
105. Ο δεύτερος λόγος που παρατίθεται στο έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990 αναφέρεται ακριβώς στην εγκριτική απόφαση. Περαιτέρω, το συνολικό ποσό της μειώσεως που κοινοποιήθηκε στην Consorgan οφείλεται εν μέρει σε αναλογική κατανομή της συνολικής μειώσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Προτίθεμαι, λοιπόν, να εξετάσω τον λόγο αυτό υπό το φως των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν.
106. Δίδω πάραυτα τους κατά προσέγγιση υπολογισμούς, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του ανωτέρω εγγράφου: "ορισμένες δαπάνες της αιτήσεως συνδρομής (ιδίως οι αφορώσες τα σημεία 14.3.3, 4, 5, 7 και 8) (...) δεν εγκρίθηκαν" (85).
107. Επομένως, καίτοι η Consorgan γνώριζε το συνολικό ποσό της μειώσεως, αγνοούσε:
- τον ακριβή κατάλογο των συναφών θέσεων ή κεφαλαίων,
- την κατανομή της μειώσεως ανά θέση,
- τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως αυτής.
108. Είναι απολύτως θεμιτό η Επιτροπή να θεωρήσει ως μη επιλέξιμες δαπάνες που δεν εγκρίθηκαν με την εγκριτική απόφαση. Αρκεί επ' αυτού να υπομνησθούν οι κανόνες που θέτει το άρθρο 6 του κανονισμού 2950/83. Η επίκληση ως λόγου για τη μη επιλεξιμότητα της δαπάνης της ελλείψεως εγκρίσεως είναι, επομένως, κατ' εμέ, έγκυρη. Πρέπει πάντως η αρχική εγκριτική απόφαση να περιέρχεται σε γνώση της δικαιούχου εταιρίας με επαρκή δόση ακριβείας, ώστε η τελευταία να μπορεί να εξατομικεύσει τις εγκεκριμένες θέσεις, τις μη εγκεκριμένες, καθώς και τις θέσεις για τις οποίες προβλέπεται μειωμένη συνδρομή.
109. Είναι γνωστό ότι αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Η έγκριση δόθηκε για συνολικό ποσό κατώτερου του αιτηθέντος (86). Συνεπώς, ορισμένα κεφάλαια αποτέλεσαν αντικείμενο μειωμένων συνδρομών, χωρίς, πάντως, η Consorgan, καθώς και οι άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, να είναι σε θέση να τα προσδιορίσουν.
110. Τέλος, η απόφαση της Επιτροπής ορίζει το ύψος των μη επιλεξίμων δαπανών που αφορούν τον φάκελο της εταιρίας Consorgan στο συνολικό ποσό των 30 501 190 ESC.
111. Ο αριθμός αυτός είναι προϊόν, ιδίως, του αθροίσματος των μειώσεων που υπολογίστηκαν κεφάλαιο προς κεφάλαιο αναλόγως της σημασίας της εταιρίας Consorgan για το καθένα από αυτά (87).
112. Πλην όμως, ο τρόπος αυτός υπολογισμού "αναλογικώς", στον οποίο η ίδια η εταιρία βρισκόταν σε αδυναμία να προβεί, δεν περιήλθε σε γνώση της.
113. Η έλλειψη του λόγου αυτού, ο οποίος είναι απαραίτητος για να εξηγηθεί πώς η Επιτροπή οδηγήθηκε στο αποτέλεσμα αυτό, σε συνδυασμό με την παραπομπή σε εγκριτική απόφαση που κοινοποιήθηκε για συνολικό ποσό στην εταιρία
Consorgan, στερεί την προσβαλλομένη απόφαση από την κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης απαιτουμένη επαρκή αιτιολογία.
114. Τέλος, υπογραμμίζω ότι οι αφορώσες την αιτιολογία αναγκαίες προϋποθέσεις συμβιβάζονται απόλυτα με τις ανάγκες διαχειρίσεως και τη μέριμνα για αποτελεσματικότητα που διαπνέουν το ΕΚΤ.
115. Μέσω 1) της διαβιβάσεως προς τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις της εγκριτικής αποφάσεως, 2) του περιορισμού των μειώσεων των συνδρομών αποκλειστικά και μόνο στις δαπάνες που δεν χρησιμοποιήθηκαν υπό τις προϋποθέσεις της εγκρίσεως, χωρίς την εφαρμογή αφηρημένων (88) κριτηρίων, νομίζω ότι η αποτελεσματικότητα μπορεί να συνδυαστεί με τη νομιμότητα.
116. Οι δυσχέρειες που θέτει η έλλειψη διαφάνειας της εγκριτικής αποφάσεως δεν πέρασαν απαρατήρητες από τον κοινοτικό νομοθέτη: το άρθρο 10 του κανονισμού 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, το οποίο διέπει τη διαδικασία χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του ΕΚΤ προβλέπει ότι οι εγκριτικές αποφάσεις της Επιτροπής δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
117. Επομένως, φρονώ ότι η προσφυγή ακυρώσεως της εταιρίας Consorgan πρέπει να γίνει δεκτή.
118. Τα ζητήματα που τίθενται στην εν λόγω υπόθεση απαντούν κατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Cipeke. Μόνο για λόγους σαφηνείας την εξετάζω χωριστά.
119. Η εταιρία Cipeke ασχολείται με την οργάνωση μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως στις γραφικές τέχνες.
120. Στις 17 Αυγούστου 1986 η εταιρία Partex υπέβαλε στο ΕΚΤ αίτηση για την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής εξ ονόματος ένδεκα επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η Cipeke.
121. H Eπιτροπή ενέκρινε το σχέδιο για ποσό 300 665 191 ESC (89) με απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, που τροποποιήθηκε στις 30 Απριλίου 1987: τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίστηκαν κατά τη συζήτηση.
122. Σύμφωνα με την έκθεση ποσοτικής και ποιοτικής αξιολογήσεως που συνέταξε η Cipeke (90), η συμμετοχή του ΕΚΤ εγκρίθηκε για ποσό ύψους 35 298 094 ESC (η συμμετοχή του ΙGFSS εγκρίθηκε για το ποσό των 28 880 258 ESC).
123. Η Cipeke έλαβε προκαταβολή ύψους 32 089 174 ESC, από τα οποία 17 649 045 κατέβαλε το ΕΚΤ.
124. Μετά το πέρας των μαθημάτων, η προσφεύγουσα εταιρία συνέταξε έκθεση ποσοτικής και ποιοτικής αξιολογήσεως και υπολόγισε σε 9 316 486 ESC το εναπομένον μη καταβεβλημένο σ' αυτήν ποσό.
125. Η αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού για το σύνολο των υπό την Partex επιχειρήσεων υποβλήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1988.
126. Με έγγραφο της DAFSE το οποίο απεστάλη στις 15 Μαρτίου 1990 και παρελήφθη στις 3 Απριλίου 1990, η Cipeke πληροφορήθηκε ότι όφειλε να επιστρέψει ποσό 2 084 518 ESC λόγω του ότι "τα 11 104 748 ESC αφορούσαν μη επιλέξιμες δαπάνες των σημείων 14.2, 14.3 και 14.4 του εντύπου".
127. Στις 4 Απριλίου 1990, η Cipeke ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους στους οποίους εδραζόταν η εν λόγω απόφαση. Η απάντηση εστάλη υπό μορφή τηλεαντιγραφήματος στις 20 Απριλίου 1990 στο οποίο αναφερόταν απλώς ότι οι δαπάνες υπερέβαιναν τις προβλεπόμενες, ορισμένα κεφάλαια δεν είχαν εγκριθεί και άλλα δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική αίτηση. Διευκρινιζόταν επίσης ότι η ληπτέα υπόψη μείωση ήταν αναλογική της "σχετικής σημασίας" της επιχειρήσεως "για κάθε σημείο του εντύπου".
128. Η προσφεύγουσα εταιρία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως την οποία έλαβε στις 3 Απριλίου 1990 για παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
129. Προτίθεμαι κατ' αρχάς να εξετάσω, όπως έπραξα επ' ευκαιρία της υποθέσεως Consorgan, αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83.
130. Με μια πρώτη απόφαση που κοινοποιήθηκε στη DAFSE στις 10 Ιανουαρίου 1990, η Επιτροπή μείωσε τη συμμετοχή του ΕΚΤ στον φάκελο Partex 871012 Ρ1 στο ποσό των 175 112 651 ESC (91).
131. Με έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1990 (92), η DAFSE ζήτησε από το ΕΚΤ να κατανείμει, ανά επιχείρηση και κεφάλαιο, τα κριθέντα ως μη επιλέξιμα ποσά.
132. Με έγγραφο που απεστάλη ταχυδρομικώς στις 2 Μαρτίου 1990 (93), το οποίο συνοδευόταν από δελτάριο με τις διάφορες θέσεις του εντύπου που αφορούσε η μείωση της συνδρομής, παρασχέθηκαν στη DAFSE διευκρινίσεις. Στο έγγραφο αναφερόταν ως κατακλείδα ότι "η ληπτέα υπόψη μείωση για κάθε επιχείρηση είναι ανάλογη του σχετικού βάρους της για κάθε θέση του εντύπου για την οποία ορισμένες δαπάνες κρίθηκαν ως μη επιλέξιμες".
133. Κατόπιν αυτού, η DAFSE κοινοποιήσε στις 15 Μαρτίου 1990 την προσβαλλομένη απόφαση.
134. 'Αρα, υπήρξε διαβούλευση, σύμφωνα με προϋποθέσεις που πληρούν τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
135. Τι μπορεί να ειπωθεί σε σχέση με την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως;
136. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι η αιτιολογία του εγγράφου της 15ης Μαρτίου 1990 - με το οποίο καλούνταν η εταιρία Cipeke να επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό με τραπεζικό έμβασμα εντός προθεσμίας 15 ημερών - θα έπρεπε να αρκεί αφ' εαυτής.
137. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να εκλάβει ως συμπληρωματική αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν μεταγενέστερα ύστερα από αίτημα της εταιρίας και συγκεκριμένα σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως παρ' εκτός και αν στερούσε την οφειλέτη εταιρία, σε παρόμοια περίπτωση, των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι κοινές διατάξεις για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως και ιδίως τη δίμηνη προθεσμία.
138. Είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι το έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1990 δεν παρείχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να λάβει γνώση της κατανομής της αποφασισθείσας μειώσεως μεταξύ των τριών κεφαλαίων του εντύπου. Αγνοούσε επίσης τους λόγους που επέβαλαν τη μείωση αυτή: μήπως επρόκειτο για μη προβλεφθέντα στην αρχική αίτηση αιτήματα, για κεφάλαια που αποτέλεσαν αντικείμενο αιτήσεως αλλ' εγκρίθηκαν μειωμένα; Αν επρόκειτο για μειώσεις που αποφασίστηκαν κατά την έγκριση, η έγκριση αυτή περιήλθε σε γνώση της εταιρία Cipeke κατ' άλλο τρόπο πλην της κοινοποιήσεως του συνολικού ποσού;
139. Επιπλέον, ο τρόπος υπολογισμού της μειώσεως είναι άγνωστος. Μήπως ισούται με το ποσό των δαπανών που δεν δικαιολογούνται στην πραγματικότητα ή μήπως είναι ανάλογη του "βάρους" της εταιρίας για κάθε θέση, χωρίς καμιά σχέση προς τις πραγματικές της δαπάνες;
140. 'Επεται ότι το έγγραφο της 15ης Μαρτίου 1990 δεν συνοδεύεται από καμιά αιτιολογία, κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης.
141. Πάντως, αν το Δικαστήριο έκρινε ότι θα μπορούσε να λάβει υπόψη τις διευκρινίσεις που παρέσχε μεταγενέστερα η Επιτροπή, θα πρότεινα, όπως και στην υπόθεση Consorgan, να αναγνωριστεί ότι, επειδή καμιά λεπτομερής, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, εγκριτική απόφαση δεν περιήλθε σε γνώση της Cipeke, η απόφαση είναι άκυρη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.
142. Προτείνω λοιπόν
να ακυρωθούν οι αποφάσεις περί μειώσεως των συνδρομών του ΕΚΤ που έλαβε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:
1) για τον φάκελο 870889 Ρ3 στις 7 Σεπτεμβρίου 1989 με κοινοποίηση στην εταιρία Infortec μέσω του από 9 Μαρτίου 1990 εγγράφου
2) όσον αφορά την εταιρία Consorgan, στα πλαίσια του φακέλου 871106 Ρ1, με κοινοποίηση σ' αυτήν μέσω του από 30 Μαρτίου 1990 εγγράφου
3) όσον αφορά την εταιρία Cipeke, στα πλαίσια του φακέλου 871012 Ρ1, με κοινοποίηση σ' αυτήν μέσω του από 15ης Μαρτίου 1990 εγγράφου,
και το καθού όργανο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αντιστοίχων δικών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Απόφαση για την αποστολή του ΕΚΤ (ΕΕ 1983, L 289, σ. 38).
(2) Κανονισμός για την εφαρμογή της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ για την αποστολή του ΕΚΤ (ΕΕ 1983, L 289, σ. 1).
(3) Απόφαση για τη διαχείριση του ΕΚΤ (ΕΕ 1983, L 377, σ. 1).
(4) Εurope sociale, 2/91, σ. 87.
(5) 'Αρθρο 1 της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ.
(6) Βλ. παράρτημα της αποφάσεως 83/516, δήλωση στο άρθρο 5, παράγραφος 1.
(7) Βλ. για παράδειγμα το άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516.
(8) 'Αρθρο 124 της Συνθήκης ΕΟΚ.
(9) Το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα 1 της αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ.
(10) 'Αρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83.
(11) 'Οπ.π.
(12) Που υποβάλλεται μέσω εντύπου το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα 2 της αποφάσεως 83/673.
(13) 'Αρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83.
(14) 'Οπ.π.
(15) Πλην ειδικών περιπτώσεων, βλ. άρθρο 5 της αποφάσεως 83/516.
(16) 'Αρθρο 7 του κανονισμού 2950/83.
(17) 'Οπ.π.
(18) 'Αρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83.
(19) Στην περίπτωση αυτή πρέπει να ακουστεί επίσης η γνώμη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους: άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83.
(20) 'Αρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83.
(21) 'Οπ.π. και άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516.
(22) 'Αρθρο 5, δεύτερη πρόταση, του κανονισμού 2950/83.
(23) Υπόθεση 310/81, Συλλογή 1984, σ. 1341, σκέψη 15, που εκδόθηκε υπό το κράτος της ρυθμίσεως του 1977, η υπογράμμιση δική μας.
(24) Είτε πρόκειται για την κοινοποίηση της εγκριτικής αποφάσεως είτε για την κοινοποίηση της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται το ύψος του εναπομένοντος ποσού που οφείλει η Επιτροπή.
(25) Για παράδειγμα, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 84/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3765).
(26) Η οποία επιτρέπει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να τύχουν χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων.
(27) 'Αρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83.
(28) 'Αρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83.
(29) Βλ. παράγραφο 24 των προτάσεών μας επ' ευκαιρία της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση C-291/89, Interhotel (Συλλογή 1991, σ. Ι-2257).
(30) Προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Interhotel και απόφαση στην υπόθεση C-304/89, Oliveira (Συλλογή 1991, σ. Ι-2283).
(31) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 9, συνημμένο ως παράρτημα της προσφυγή.
(32) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 8, όπ.π.
(33) Ενώ η αίτηση αφορούσε ποσό ύψους 66 533 519 ESC για 380 πρόσωπα.
(34) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 11, συνημμένο ως παράρτημα της προσφυγής.
(35) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 10, όπ.π.
(36) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 12, συνημμένο ως παράρτημα της προσφυγής.
(37) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 5, όπ.π.
(38) Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990 (Συλλογή 1990, σ. Ι-4265).
(39) Προσφυγή, σ. 2.
(40) 'Εγγραφο υπ' αριθ. 5, συνημμένο ως παράρτημα της προσφυγής.
(41) Υπενθυμίζω ότι η έγκριση δόθηκε για το συνολικό ποσό των 8 373 341 ESC και η Infortec είχε ήδη λάβει προκαταβολικώς από το ΕΚΤ ποσό ύψους 4 186 670 ESC.
(42) Παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(43) Η υπογράμμιση δική μας. Βλ. επίσης υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 17.
(44) Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990 στην υπόθεση C-200/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3684).
(45) Σημεία 24 και 25.
(46) Κατά τη συζήτηση, εκπρόσωπος της Επιτροπής βεβαίωσε ότι αυτή είναι η ερμηνεία που η Επιτροπή δίδει στην εν λόγω διάταξη.
(47) Βλ. παράγραφο 12 των προτάσεών μου στην απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, προαναφερθείσα υπόθεση Oliveira.
(48) Προαναφερθείσα απόφαση βλ. επίσης απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση C-291/89, Interhotel, σκέψη 15.
(49) Σκέψεις 22 έως 24 της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση Oliveira.
(50) 'Υψους 550 668 844 ESC.
(51) Αίτηση συνδρομής, σ. 2, παράρτημα Ι του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής.
(52) Παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής.
(53) Παράρτημα 2 της προσφυγής.
(54) Σε αντίθεση προς όσα διευκρινίζει η εταιρία Consorgan με την προσφυγή της (σημείο 4 της εισαγωγής), το συνημμένο στην προσφυγή έγγραφο 3 δεν αποδεικνύει την καταβολή ποσού από το ΕΚΤ. Το σημείο όμως αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή.
(55) Βλ. την έγκριση υπ' αριθ. 1933/87 της DAFSE για την καταβολή του ποσού, παράρτημα 4 της προσφυγής.
(56) Παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής.
(57) Παράρτημα 1 της προσφυγής.
(58) 6 472 608 ESC προερχόμενα από το ΕΚΤ και 5 295 771 ESC από την εθνική συμμετοχή (βλ. έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1990).
(59) Βλ. σκέψη 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση Interhotel. Βλ., επίσης, τις σκέψεις 17 και 18 της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση Oliveira.
(60) Παράρτημα Ι της απαντήσεως της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου.
(61) Το ποσόν αυτό υπερέβαινε εκείνο της αιτήσεως περί καταβολής του εναπομένοντος.
(62) 'Οπ.π., παράρτημα ΙΙ.
(63) 'Οπ.π., παράρτημα ΙΙΙ.
(64) 'Οπ.π., παράρτημα ΙV.
(65) 'Οπ.π., παράρτημα V.
(66) Προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση C-200/89, σκέψη 17.
(67) Απόφαση της 17ης Απριλίου 1987 στην υπόθεση 32/86, Sisma κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1670, σκέψη 8), η υπογράμμιση δική μας.
(68) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984 στην υπόθεση 185/83, Interfacultair Instituut Electronenmicroscopie der Rijksuniversiteit te Groningen κατά Inspecteur der Invoerrechten en accijnzen (Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38), η υπογράμμιση δική μας,
(69) Υπόθεση 213/87, Συλλογή 1990, σ. Ι-221.
(70) Σκέψη 28 της ανωτέρω αποφάσεως.
(71) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83.
(72) Προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 185/83, σκέψη 39.
(73) Εκτός ειδικών περιπτώσεων. Βλ. άρθρο 5 του κανονισμού 2950/83.
(74) Στην προκειμένη περίπτωση υπογραμμίζω το μέγεθος των μειώσεων: η συμμετοχή του ΕΚΤ μειώνεται κατά 30 501 190 ESC, ενώ αρχικώς είχε εγκριθεί το ποσό των 93 552 788 ESC (βλ. έκθεση αξιολογήσεως, έγγραφο 2, του συνημμένου στην προσφυγή εγγράφου).
(75) Παράρτημα 1 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής. Σημειώνω ότι η εγκύκλιος είναι επιμελώς αιτιολογημένη.
(76) Υπόμνημα απαντήσεως, σημείο 11.
(77) Βλ. ανωτέρω παράγραφο 54.
(78) Βλ. ανωτέρω παράγραφο 20.
(79) Δεδομένου ότι η προκαταβολή είχε ήδη εισπραχθεί.
(80) Ορίστηκε στο ποσό των 62 834 639 ESC με το έγγραφο του ΕΚΤ, της 5ης Σεπτεμβρίου 1989, όπως προκύπτει από το παράρτημα Ι της απαντήσεως της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου.
(81) Βλ. έγγραφο της Επιτροπής της 27ης Οκτωβρίου 1989, παράρτημα ΙΙΙ της απαντήσεως της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου.
(82) 'Οπ.π.
(83) Η υπογράμμιση δική μας.
(84) Απόφαση της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 44/81, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 1855, σκέψη 16).
(85) Παράρτημα 1 της προσφυγής, η υπογράμμιση δική μας. Σημειώνω εν παρόδω ότι κανένα ποσό από όσα ζήτησε η Consorgan δεν αφορούσε τη θέση 14.7 (βλ. αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού, παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως). Επιπλέον, η μείωση αφορά κατ' ανάγκη άλλες θέσεις πλην των όσων προαναφέρθηκαν. Από την πρόσθεση των ποσών που αντιστοιχούν στα συναφή κεφάλαια προκύπτει ότι το άθροισμα είναι στην πραγματικότητα κατώτερο του συνολικού ποσού της μειώσεως.
(86) 337 749 326 ESC αντί των 550 668 844 ESC βλ. την αίτηση για την καταβολή του εναπομένοντος ποσού, σ. 1, τετραγωνίδια 5 και 6.
(87) Βλ. ανωτέρω παράγραφο 95.
(88) 'Οπως είναι η σχετική σημασία κάθε επιχειρήσεως στα πλαίσια των διαφόρων κεφαλαίων.
(89) Σύμφωνα με την αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού, τετραγωνίδια 5 και 6, παράρτημα 2, του υπομνήματος αντικρούσεως.
(90) 'Εγγραφο 6, συνημμένο στην προσφυγή.
(91) Παράρτημα Ι της απαντήσεως της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου.
(92) 'Οπ.π., παράρτημα ΙΙ.
(93) 'Οπ.π., παράρτημα ΙΙΙ.
Full & Egal Universal Law Academy