Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Bayerisches Landessozialgericht, ενδέκατο τμήμα (στο εξής: αιτούν δικαστήριο), υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ποσού (Unterschiedsbetrag, διαφορικό ποσό) για τα ορφανά, το οποίο αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το άρθρο 78 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (1).
Κατά το γράμμα του άρθρου 78, παράγραφος 2, στοιχείο β, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, οι παροχές για το ορφανό αποθανόντος μισθωτού εργαζομένου, ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες πολλών κρατών μελών, χορηγούνται
"σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού (...)".
Με την απόφαση Gravina (2), το Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό το φως του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και έκρινε ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε μείωση των χορηγουμένων παροχών δυνάμει του εθνικού δικαίου. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο i, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, έχει την έννοια ότι το δικαίωμα προς λήψη παροχών σε βάρος του κράτους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό στο οποίο έχουν χορηγηθεί, δεν καταργεί το δικαίωμα προς λήψη μεγαλυτέρων παροχών που είχε προηγουμένως κτηθεί δυνάμει μόνο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. 'Οταν το πράγματι εισπραττόμενο ποσό στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την κατοικία του ο δικαιούχος είναι κατώτερο από εκείνο των παροχών που προβλέπονται από τη μόνη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, το ορφανό δικαιούται να του χορηγηθεί σε βάρος του αρμοδίου φορέα αυτού του τελευταίου κράτους, συμπληρωματική παροχή, ίση προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών."
Με τις αποφάσεις D' Amario (3), Ventura (4) και Αθανασόπουλος (5), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή.
Τα προηγηθέντα της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εντάσσεται στο πλαίσιο της αναφερθείσας νομολογίας. Η διαφορά υφίσταται μεταξύ των Mario και Marzio Doriguzzi-Zordanin (στο εξής: προσφεύγοντες της κύριας δίκης ή ορφανά Doriguzzi) και του γερμανικού ασφαλιστικού φορέα Landesversicherungsanstalt Schwaben (στο εξής: LVA Schwaben).
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είναι τα ανήλικα τέκνα του Giancarlo Doriguzzi-Zordanin, μισθωτού εργαζομένου αποθανόντος στις 29 Αυγούστου 1983, ο οποίος συμπλήρωσε περιόδους ασφαλίσεως τόσο στη Γερμανία (κατά τη διάρκεια 78 μηνών) όσο και στην Ιταλία (κατά τη διάρκεια 123 μηνών). Η μητέρα των προσφευγόντων ευρίσκεται ακόμη εν ζωή, εις τρόπον ώστε να έχουν την ιδιότητα των ημι-ορφανών. Κατοικούσαν ανέκαθεν στην Ιταλία.
Από την 1η Σεπτεμβρίου 1983, ο ιταλικός ασφαλιστικός φορέας Istituto Nazionale per la Previdenza Sociale (INPS), κατέβαλε στα ορφανά Doriguzzi
σύνταξη (ημι-ορφανών) δυνάμει της ασφαλίσεως του αποθανόντος πατρός τους. Το μηνιαίο ποσό των παροχών αυτών για κάθε τέκνο βρισκόταν μεταξύ των 59 710 λιρετών (LIT) (από την 1η Σεπτεμβρίου 1983) και των 73 960 LIT (από την 1η Νοεμβρίου 1985). Εξάλλου, ο INPS κατέβαλε μηνιαίως το σταθερό ποσό των 19 760 LIT για κάθε τέκνο ως "συμπληρωματικό οικογενειακό επίδομα".
Με απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 1985, ο LVA Schwaben αρνήθηκε τη χορήγηση συμπληρωματικής παροχής για τα ορφανά Doriguzzi. Επικαλέστηκε προς τον σκοπό αυτό την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 78, παράγραφος 2, στοιχείο β, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες κατοικούν στην Ιταλία και ότι το δικαίωμά τους για σύνταξη ορφανού είχε δημιοργηθεί εκεί δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας, έκρινε ότι μόνο ο IΝPS ήταν αρμόδιος.
3. Στις 16 Ιουλίου 1986, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Augsburg ζητώντας να επιβληθεί στον LVA Schwaben να τους χορηγήσει συμπληρωματική παροχή.
Με απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, ο LVA Schwaben επανήλθε στην προηγουμένη απόφασή του. Δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να χορηγήσει στους προσφεύγοντες, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου Gravina και D' Amario, συμπληρωματική παροχή (στο εξής επίσης: συμπληρωματική παροχή Gravina) για την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1985 - τη μόνη επίμαχη περίοδο.
Πάντως, με τη νέα απόφαση του LVA Schwaben δεν τερματίστηκε η διαφορά της κύριας δίκης, διότι οι προσφεύγοντες δεν δέχθηκαν τον τρόπο υπολογισμού της συμπληρωματικής παροχής. Συγκεκριμένα, ο LVA Schwaben προσέθεσε όλα τα ποσά που καταβάλλονται από τον INPS - και το μηνιαίο ποσό της συντάξεως ορφανού και το μηνιαίο ποσό των συμπληρωματικών οικογενειακών επιδομάτων - και συνέκρινε το ποσό αυτό προς τις παροχές που θα οφείλονταν δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας σε συνάρτηση μόνο προς τις γερμανικές εισφορές ασφαλίσεως. Με τον τρόπο αυτό, η συμπληρωματική παροχή ανήλθε από την 1η Σεπτεμβρίου 1983 στο μηνιαίο ποσό των 29,30 γερμανικών μάρκων (DM) για κάθε τέκνο, αλλά προοδευτικά μειώθηκε, στο βαθμό που αύξανε η ιταλική σύνταξη
ορφανού, για να καταλήξει, στις 31 Δεκεμβρίου 1985, να φθάνει μόνο στο μηνιαίο ποσό των 19,10 DM για κάθε τέκνο.
Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η συμπληρωματική παροχή πρέπει να υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα χορηγούμενα από τον INPS συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα τα οποία ανέρχονται στο μηνιαίο ποσό των 19 760 LIT για κάθε τέκνο. Κατ' αυτούς, τα εν λόγω συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα δεν αποτελούν στοιχείο της συντάξεως ορφανού, αλλά αυτοτελή παροχή, συγκρίσιμη προς το γερμανικό "Kindergeld" που καταβάλλεται για όλα τα συντηρούμενα τέκνα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι ορφανά.
Το Sozialgericht Augsburg απέρριψε την προσφυγή. Συμμερίστηκε την άποψη του LVA Schwaben κατά την οποία τα ιταλικά συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina. Oι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bayerisches Landessozialgericht.
4. Το αιτούν δικαστήριο κλίνει προς την απόρριψη της εφέσεως για τους ακολούθους δύο λόγους. Κατ' αρχάς, θεωρεί ότι τα χορηγούμενα από τον INPS συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα συνιστούν "οικογενειακά επιδόματα" (Familienbeihilfen, Kinderbijslagen), για τα οποία το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αναφέρει ρητώς ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τις παροχές για ορφανά που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο. Επομένως, αυτά τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα πρέπει, κατ' αυτό, να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής "Gravina" που πρέπει να χορηγείται από τον γερμανικό φορέα.
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι τα ορφανά, κατοικούντα στην Ιταλία, θα ευνοούνταν σε σχέση προς τα ορφανά που κατοικούν στη Γερμανία αν δεν λαμβάνονταν υπόψη τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina. Συγκεκριμένα, τα κατοικούντα στη Γερμανία ορφανά δεν θα μπορούσαν, κατ' αυτό, εκτός της συντάξεως ορφανού, να λαμβάνουν το Kindergeld δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, σημείο 1, του Bundeskindergeldgesetz (ομοσπονδιακός νόμος για τα οικογενειακά επιδόματα - BKGG).
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί, πάντως, ότι οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (αναφέρεται εν προκειμένω στο άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και στα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού 1408/71) μπορούν να τύχουν ερμηνείας και θεωρεί ότι είναι σκόπιμο για τον λόγο αυτό να υποβάλει στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ποιες παροχές του ιταλικού ασφαλιστικού φορέα λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ποσού επί της συντάξεως ορφανού που χορηγείται από τον γερμανικό ασφαλιστικό φορέα;
2) Ειδικότερα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται από τον ιταλικό ασφαλιστικό φορέα και ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 19 760 LIT για κάθε τέκνο;" (6)
Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
5. Για την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 78 του κανονισμού 1408/71 που αφορούν τον χαρακτηρισμό της εθνικής νομοθεσίας δυνάμει της οποίας χορηγούνται "παροχές για ορφανά", ως "παροχές", κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, νοούνται
"τα οικογενειακά επιδόματα και, ανάλογα με την περίπτωση, τα συμπληρωματικά ή ειδικά επιδόματα που προβλέπονται για τα ορφανά, καθώς και οι συντάξεις ορφανών, με εξαίρεση των συντάξεων των ορφανών που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες".
Αναμφίβολα, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι οι παροχές για ορφανά περιλαμβάνουν τόσο τις "συντάξεις ορφανών" (για συντομία, στο εξής θα μιλούμε μόνο για συντάξεις ορφανών. Σημ. τ. μετ.: δηλαδή στο πρωτότυπο κείμενο θα χρησιμοποιείται στο εξής ο όρος wezenpensioenen αντί των δύο όρων wezenpensioenen και wezenrenten, οι οποίοι στην ελληνική γλώσσα αποδίδονται με τον αυτό όρο, δηλαδή: συντάξεις ορφανών) όσο και τα "οικογενειακά επιδόματα" και, ενδεχομένως, τα "συμπληρωματικά ή ειδικά επιδόματα που προβλέπονται για τα ορφανά", τα οποία υποδηλούν, κατά το άρθρο 1, στοιχείο κα, περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71, τις "περιοδικές παροχές εις χρήμα που χορηγούνται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογενείας" (7). Παρατηρείται αμέσως ως προς αυτό ότι τόσο οι διάδικοι της κύριας δίκης όσο και το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, όπως φαίνεται από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμφωνούν ως προς το ότι τα "συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα" που χορηγούνται από τον INPS δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας συνιστούν άνευ ετέρου "οικογενειακά επιδόματα" (στα ιταλικά: assegni familiari) κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 1, στοιχείο κα, περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71. Αυτό έχει σημασία, όπως το παρατηρεί η Επιτροπή, διότι αν τα συμπληρωματικά αυτά επιδόματα περιλαμβάνονταν μόνο στην ευρεία έννοια των οικογενειακών παροχών, που ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο κα, περίπτωση i, του αναφερθέντος κανονισμού - και όχι στη στενότερη έννοια των "οικογενειακών επιδομάτων" (8) - δεν θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78. Αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει τα οικεία συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα ως "οικογενειακά επιδόματα", πρέπει από αυτό να συναχθεί ότι κατέληξε στη διαπίστωση ότι τα εν λόγω συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα συνιστούν "περιοδικές παροχές εις χρήμα που χορηγούνται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογενείας" κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 1, στοιχείο κα, περίπτωση ii, του κανονισμού. Επειδή το σημείο αυτό θεωρείται δεδομένο, δεν θα εξεταστεί, επομένως, κατωτέρω.
6. Τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα υπαγορεύθηκαν από το γεγονός ότι οι παροχές για ορφανά που πρέπει να συγκριθούν μεταξύ τους ενόψει του υπολογισμού της συμπληρωματικής παροχής Gravina υπάγονται σε διαφορετικά συστήματα στο ιταλικό και στο γερμανικό δίκαιο.
'Οπως προηγουμένως εξήγησα (στο σημείο 2), τα ποσά που καταβλήθηκαν στο κράτος μέλος κατοικίας (την Ιταλία) από τον αρμόδιο φορέα (INPS) υπέρ των ορφανών Doriguzzi είναι διπλής φύσεως: αφενός, ο INPS καταβάλλει ένα μεταβλητό ποσό ως σύνταξη ορφανού, αφετέρου, καταβάλλει ένα σταθερό ποσό οιγενειακών επιδομάτων κατά την έννοια του άθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο κα, περίπτωση ii, του εν λόγω κανονισμού). Αντιθέτως, η νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους (της Γερμανίας), εντός του οποίου υφίσταται δικαίωμα για παροχές υπέρ των ορφανών Doriguzzi, προβλέπει σύνταξη ορφανού συμπληρούμενη, ανάλογα με το χρονικό σημείο και τις περιστάσεις, από "Kinderzuschuss" (9) ή "Kindergeld" (10). Το "Kinderzuschuss" αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της "συντάξεως ορφανού" (κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71), ενώ το "Kindergeld" δεν αποτελεί μέρος αυτού, αλλά περιλαμβάνεται στην έννοια των "οικογενειακών επιδομάτων" (κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων του ιδίου αυτού άρθρου 78, παράγραφος 1, και του άρθρου 1, στοιχείο κα, περίπτωση ii, του κανονισμού). Σ' αυτό προστίθεται ότι το Kinderzuschuss, ως στοιχείο της συντάξεως ορφανού, καταβάλλεται από ασφαλιστικό φορέα, εν προκειμένω τον LVA Schwaben, ενώ το
Kindergeld καταβάλλεται από τον Bundesanstalt fuer Arbeit (Ομοσπονδιακός Γερμανικός Οργανισμός Εργασίας). Στην υπόθεση που υποβλήθηκε στο αιτούν δικαστήριο, δεν φαίνεται πάντως σαφώς ποια συμπληρωματική παροχή (Kinderzuschus ή Kindergeld) οφείλεται στα ημι-ορφανά, όπως είναι τα τέκνα Doriguzzi, των οποίων ο πατέρας απέθανε πριν την 1η Ιανουαρίου 1984. Προφανώς, από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν επ' ονόματι των ορφανών Doriguzzi, καθώς και από τις παρατηρήσεις του LVA Schwaben (11), προκύπτει ότι αυτά εδικαιούντο το Kindergeld. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρόλον ότι η καταβολή στα ορφανά του Kinderzuschuss αντικαταστάθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1984 με καταβολή του Kindergeld, το σύστημα αυτό δεν εφαρμόζεται ούτε στα ημι-ορφανά ούτε στους δικαιούχους συντάξεως που είχαν ήδη δικαίωμα στο Kinderzuschuss πριν από την 1η Ιανουαρίου 1984. Το αιτούν δικαστήριο επίσης υιοθετεί την τελευταία αυτή άποψη (12), πράγμα που εξηγεί γιατί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται "στον" γερμανικό φορέα, εν προκειμένω τον LVA Schwaben (δηλαδή, κατά την αντίληψη αυτή, στον μόνο αρμόδιο φορέα).
7. Στην περιγραφείσα διαφορά μεταξύ της ιταλικής και της γερμανικής νομοθεσίας οφείλονται οι δισταγμοί του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με τον υπολογισμό του συμπληρώματος Gravina.
Στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο, μέχρι τώρα, αποφάνθηκε ως προς το συμπλήρωμα αυτό, επρόκειτο πάντοτε για σύγκριση παροχών της αυτής
φύσεως: στις προαναφερθείσες αποφάσεις Gravina, D' Amario και Ventura, το καταβληθέν στο κράτος μέλος της κατοικίας ποσόν (την Ιταλία) ως σύνταξη ορφανού συγκρινόταν προς τη σύνταξη ορφανού, την οποία το συγκεκριμένο ορφανό μπορούσε να διεκδικήσει δυνάμει της νομοθεσίας του άλλου κράτους μέλους (της Γερμανίας) στην προαναφερθείσα απόφαση Αθανασόπουλος, η σύγκριση αφορούσε τα οικογενειακά επιδόματα τα οποία, κατά τη νομοθεσία των οικείων δύο κρατών μελών, καταβάλλονταν επίσης στα ορφανά.
Εν προκειμένω, για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina - τουλάχιστον κατά την ερμηνεία του γερμανικού δικαίου που υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο - πρέπει, αντιθέτως, να συγκριθούν παροχές διαφορετικής φύσεως. Πράγματι, πρόκειται για τη σύγκριση, από ιταλικής πλευράς, συντάξεως ορφανού και συμπληρωματικού οικογενειακού επιδόματος (το οποίο αποτελεί μέρος των οικογενειακών επιδομάτων κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71) με σύνταξη ορφανού, από γερμανικής απόψεως, που περιλαμβάνει "Kinderzuschuss". Ως προς αυτό, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να μάθει αν, για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής "Gravina", πρέπει να ληφθούν υπόψη τα οικογενειακά επιδόματα (εν προκειμένω τα "assegni familiari") που χορηγούνται από τον ιταλικό φορέα στα τέκνα Doriguzzi, αυτό δε, παρόλο ότι, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, τουλάχιστον κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, τα τέκνα Doriguzzi δεν δικαιούνται παρά μιας συντάξεως ορφανού (χορηγουμένης από τον LVA Schwaben) η οποία περιλαμβάνει "Kinderzuschuss" - και όχι "Kindergeld" (το οποίο χορηγείται από άλλον γερμανικό φορέα).
8. Συμφωνώ με το αιτούν δικαστήριο, τον LVA Schwaben και την Επιτροπή ως προς το ότι, κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina για ορφανά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πράγματι χορηγούμενες παροχές στο κράτος μέλος της κατοικίας, υπό την προϋπόθεση ότι καλύπτονται από τον ορισμό των παροχών του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 - πράγμα που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω (βλ. ανωτέρω το σημείο 5) - οι οποίες προορίζονται για τη συντήρηση των ορφανών. Η εκτεταμένη αυτή αντίληψη ευρίσκει
έρεισμα στον όρο "παροχές για ορφανά" που χρησιμοποιείται στο άρθρο 78, παράγραφος 2, και που δείχνει ότι καθοριστικός είναι ο προορισμός (και όχι τόσο η φύση ή ο χαρακτηρισμός) της παροχής, καθώς και στον ευρύ ορισμό, στο άρθρο 78, παράγραφος 1, του τι πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως "παροχές". Συνεπώς, το ύψος της συμπληρωματικής αυτής παροχής πρέπει να καθορίζεται συγκρίνοντας το ποσό όλων των παροχών που προορίζονται για τη συντήρηση του συγκεκριμένου ορφανού και πράγματι χορηγούνται στο κράτος μέλος της κατοικίας με το ποσό όλων των παροχών που προορίζονται για την συντήρηση του ίδιου αυτού ορφανού και τις οποίες αυτό το τελευταίο εδικαιούτο εντός του άλλου κράτους μέλους.
Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή συνεπάγεται ότι, επ' ευκαιρία της συγκρίσεως αυτής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, και στα δύο κράτη μέλη, το συνολικό ποσό των προβλεπομένων παροχών. Μια άλλη λύση, κατά την οποία όλες οι παροχές για ορφανά που προβλέπονται και στα δύο κράτη μέλη δεν συγκρίνονται σφαιρικώς, αλλά κατά την οποία, αντιθέτως, η σύγκριση πραγματοποιείται χωριστά ανά παροχές της αυτής φύσεως (πράγμα που θα συνεπαγόταν τον αποκλεισμό των εισπραττομένων στο κράτος μέλος της κατοικίας παροχών των οποίων αντίστοιχες δεν υφίστανται στο άλλο κράτος μέλος), θα ήταν εξάλλου, κατά τη γνώμη μου, ασυμβίβαστη προς τον σκοπό της προαναφερθείσας αποφάσεως Gravina. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση, το ορφανό δεν μπορεί να στερηθεί δικαιώματος για υψηλότερες παροχές, που υφίσταται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους εκτός αυτού επί του εδάφους του οποίου κατοικεί, χωρίς, πάντως, να του χορηγούνται περισσότερα δικαιώματα από αυτά που μπορεί να αντλεί το ίδιο από τη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους για τον αυτό λόγο με τα ορφανά που κατοικούν εκεί. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν ο φορέας του άλλου κράτους μέλους (ή οι φορείς, αν εκεί είναι αρμόδιοι περισσότεροι φορείς) μπορεί (μπορούν) να συμψηφίζει (να συμψηφίζουν) με τις παροχές που οφείλει (οφείλουν) να χορηγεί (να χορηγούν) όλες τις παροχές που έχουν ήδη καταβληθεί στο κράτος μέλος της κατοικίας για τη συντήρηση του ορφανού, ανεξάρτητα από τη φύση ή τον χαρακτηρισμό των παροχών και στα δύο κράτη μέλη, ανεξάρτητα επίσης από το ποιος φορέας (ή ποιοι φορείς) χορηγεί (χορηγούν) τις παροχές αυτές και στα δύο κράτη μέλη (φυσικά, υποθέτοντας πάντα
ότι πρόκειται για παροχές που καλύπτονται από τον ορισμό του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71).
9. Η Επιτροπή ορθώς αναφέρει ότι χωριστή σύγκριση παροχών της αυτής φύσεως δεν θα επέτρεπε εξάλλου να επιτευχθεί ο λανθάνων σκοπός της προαναφερθείσας αποφάσεως Gravina, λόγω του ότι τα συστήματα παρεμβάσεων για τα ορφανά διαφέρουν σημαντικά στα κράτη μέλη. Από την περιγραφή των εθνικών συστημάτων που παρέσχε η Επιτροπή προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη καταβάλλουν αποκλειστικώς αυξημένα οικογενειακά επιδόματα για ορφανά, ενώ άλλα κράτη μέλη καταβάλλουν σύνταξη ορφανού, μετά ή άνευ οικογενειακών επιδομάτων. Αν περιοριστούμε να συγκρίνουμε παροχές της αυτής φύσεως, θα καταλήξουμε σε αυθαίρετα αποτελέσματα. Το ύψος των παροχών που το ορφανό ή το πρόσωπο που έχει αναλάβει την επιμέλειά του θα ελάμβαναν, θα εξαρτιώταν πράγματι από τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται οι παρεμβάσεις για τα ορφανά στα οικεία κράτη μέλη: μόνο σε περίπτωση που θα ήταν συγκρίσιμες εντός των οικείων κρατών μελών θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Το σύστημα αυτό θα κατέληγε σε αδικαιολόγητες διαφορές και το ορφανό θα ελάμβανε άλλοτε περισσότερα, άλλοτε λιγότερα από το ποσό το οποίο θα εδικαιούτο να λάβει εντός άλλου κράτους μέλους, εκτός του κράτους κατοικίας, αν κατοικούσε εκεί. Ο μόνος τρόπος υπολογισμού που επιτρέπει να αποφευχθούν οι διαφορές αυτές συνίσταται στη σφαιρική σύγκριση όλων των παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 1, που προορίζονται εντός των οικείων κρατών μελών για τη συντήρηση των ορφανών.
10. Τελειώνοντας, θα αναφερθώ ακόμη, για λίγο, στη δυνατή σημασία της προαναφερθείσας αποφάσεως Laumann (υποσημείωση 7), ως προς την υπόθεση που μας απασχολεί. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, τα οικογενειακά επιδόματα χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι έχουν ως άμεσο και αποκλειστικό δικαιούχο τον ίδιο τον εργαζόμενο, ενώ ο αποκλειστικός δικαιούχος της συντάξεως ορφανού είναι το ίδιο το ορφανό (σκέψη 7). Κατά το Δικαστήριο, η διαφορά αυτή ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου της παροχής είναι σημαντική για την ερμηνεία του κανόνα κατά της σωρεύσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 79, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71. Η αναστολή των παροχών που προβλέπεται εκεί προκειμένου
να αποφεύγονται οι διπλές παροχές δεν αφορά πράγματι, κατά το Δικαστήριο, παρά τις παροχές της αυτής φύσεως, πράγμα που προϋποθέτει ότι υφίστανται μόνο υπέρ ενός και του αυτού δικαιούχου. Πράγματι θα ήταν
"αντίθετο προς τον σκοπό των κοινοτικών διατάξεων κατά της σωρεύσεως, στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως, αν η χορήγηση μιας παροχής προς εξαρτώμενο πρόσωπο θιγόταν από παροχή καταβαλλόμενη σε άλλο εξαρτώμενο πρόσωπο" (σκέψη 8).
Εν προκειμένω, πρέπει επίσης να αποδοθεί σημασία στην διάκριση αυτή ανάλογα με το πρόσωπο του δικαιούχου, δηλαδή στο γεγονός ότι ο δικαιούχος συντάξεως ορφανού είναι το ίδιο το ορφανό, ενώ τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται στο πρόσωπο που έχει αναλάβει την επιμέλεια του ορφανού (εν προκειμένω, στην χήρα Doriguzzi), και, ακριβέστερα, μπορεί από αυτό να συναχθεί ένα επιχείρημα κατά της μεθόδου συνολικού υπολογισμού που αναφέρθηκε πιο πάνω; Νομίζω πως όχι. Πράγματι, συφμωνώ με την Επιτροπή ως προς το ότι ο κανόνας κατά της σωρεύσεως του άρθρου 79, παράγραφος 3, και η σχετική νομολογία στηρίζονται σε εντελώς άλλη σκέψη. Συγκεκριμένα, ενώ ο κανόνας κατά της σωρεύσεως παροχών του άρθρου 79, παράγραφος 3, αποσκοπεί στο να αποφεύγονται οι διπλές παροχές, η συμπληρωματική παροχή Gravina αποσκοπεί στο να εξασφαλίζει στους δικαιούχους πλήρη παροχή βάσει του υψηλότερου ποσού παροχής. Λαμβάνοντας υπόψη τους αντίθετους αυτούς σκοπούς, η πραγματοποιηθείσα στην προαναφερθείσα απόφαση Laumann διάκριση, ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου της παροχής, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως προηγούμενο για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina για ορφανά. Εξάλλου, η ακολουθηθείσα συλλογιστική στην προαναφερθείσα απόφαση Laumann ακολουθεί κατά βάση την ίδια κατεύθυνση με αυτήν που προτείνεται εδώ, δεδομένου ότι και οι δύο είναι εμπνευσμένες από την ίδια επιθυμία της διασφαλίσεως στους δικαιούχους όλων των κεκτημένων δικαιωμάτων, ούτε ολιγοτέρων αλλά ούτε και περισσοτέρων.
Πρόταση
11. Καταλήγοντας, προτείνω το Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
"Το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο β, περίπτωση i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1971, έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό του δικαιώματος για το συμπληρωματικό ποσό, που οφείλεται οσάκις το ποσό των πράγματι εισπραττομένων παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας είναι κατώτερο από αυτό των παροχών που το ορφανό δικαιούται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό όλων των παροχών που προορίζονται για το ορφανό στα οικεία κράτη μέλη - όποιοι και αν είναι η φύση, η ονομασία ή ο δικαιούχος, είναι δε αδιάφορο αν οι παροχές χορηγούνται από έναν ή περισσοτέρους φορείς - εφόσον πρόκειται για παροχές που εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(2) Aπόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, 807/792 (Rec. 1980, σ. 2205).
(3) Aπόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1983, 320/82 (Συλλογή 1983, σ. 3811).
(4) Aπόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988, 269/87 (Συλλογή 1988, σ. 6411, σκέψη 14).
(5) Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C-251/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-2797, σημείο 1 του διατακτικού).
(6) To Bayerisches Landessozialgericht (δέκατο τέταρτο τμήμα) υπέβαλε εκ νέου στο Δικαστήριο, στην υπόθεση C-218/91, Gobbis, το ερώτημα αν, κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής Gravina για τα ορφανά, ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας μπορούσε να λάβει υπόψη τα συμπληρωματικά οικογενειακά επιδόματα (που το εν λόγω τμήμα χαρακτήριζε ως "assegni familiari") τα χορηγούμενα δυνάμει του ιταλικού δικαίου. Αντίθετα προς το ενδέκατο τμήμα (το αιτούν δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση), το δέκατο τέταρτο τμήμα κρίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εν λόγω συμπληρωματικές παροχές, επειδή συνιστούν οικογενειακά επιδόματα χορηγούμενα εν γένει στα τέκνα και όχι ειδικώς στα ορφανά.
(7) Με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, 115/77, Laumann (Rec. 1978, σ. 805, σκέψη 7), το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο του "κοινοτικού κανόνα κατά της σωρεύσεως παροχών" που περιλαμβάνεται στο άρθρο 79, παράγραφος 3, του κανονισμού, ότι τα οικογενειακά επιδόματα γεννώνται από μία πραγματική εργασιακή σχέση, "άμεσος δε και αποκλειστικός δικαιούχος είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος" ενώ "ο άμεσος και αποκλειστικός δικαιούχος της συντάξεως ορφανού είναι το ίδιο το ορφανό". Ως προς το θέμα αυτό, βλ. πιο κάτω, το σημείο 10.
(8) Πράγματι, εξ αφορμής του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391, σκέψη 11), καθιέρωσε μια διάκριση ως προς την ευρεία έννοια των "οικογενειακών παροχών" μεταξύ των "οικογενειακών επιδομάτων" και των "λοιπών οιγενειακών παροχών" (όπως είναι το σχολικό επίδομα).
(9) Βλ. το άρθρο 1269 του Reichsversicherungsordnung (κώδικας των κοινωνικών ασφαλίσεων του Reich - RVO).
(10) Bλ. τα άρθρα 1 επ. του Bundeskindergeldgesetz (BKGG).
(11) Στις γραπτές παρατηρήσεις του, ο LVA Schwaben αναφέρει ότι το ερώτημα αν το Bundesanstalt fuer Arbeit οφείλει να καταβάλει "Kindergeld" για τα ορφανά Doriguzzi ως συμπλήρωμα των οικογενειακών επιδομάτων που καταβάλλονται στην Ιταλία εξαρτάται από το ερώτημα αν η προϋπόθεση της κατοικίας που προβλέπεται στον BKGG μπορεί να αντιταχθεί στους έλκοντες δικαίωμα από διακινούμενο εργαζόμενο. Με την εν τω μεταξύ εκδοθείσα απόφαση Αθανασόπουλος (αναφέρθηκε πιο πάνω, υποσημείωση 5), το Δικαστήριο, πάντως, σαφώς αναγνώρισε ότι το συμπλήρωμα οφείλεται, ακόμη και όταν η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους εξαρτά την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων από την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος ή τα τέκνα του κατοικούν στο εθνικό έδαφος.
(12) Κρίνει πράγματι ότι εν προκειμένω, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του BKGG, το "Kindergeld" δεν οφείλεται.
Full & Egal Universal Law Academy