Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται για μια ακόμη φορά να ερμηνεύσει την κοινοτική ρύθμιση της εμπορίας των αυγών.
Η εταιρία Gutshof-Ei, προσφεύγουσα/εφεσείουσα στην εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση, παράγει και εμπορεύεται αυγά. Φροντίζει για τη μεταφορά τους από το κέντρο συσκευασίας στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως μέσα σε χαρτοκιβώτια για μεγάλες συσκευασίες που φέρουν στις εξωτερικές όψεις τους διάφορες ενδείξεις όπως "φρέσκα, κατευθείαν από τον ορνιθώνα (...) το αποδεικνύει και η γεύση τους" και "φρέσκα, κατευθείαν από τον ορνιθώνα" (1).
'Υστερα από επανειλημμένες οχλήσεις των αρμοδίων αρχών του δήμου της πόλεως Βuehl, η Gutshof-Ei, για να επιτύχει αναγνώριση του δικαιώματός της να θέτει παρόμοιες ενδείξεις επί των μεγάλων συσκευών, προσέφυγε στο Verwaltungsgericht της Καρλσρούης, το οποίο, με απόφαση της 23ης Αυγούστου 1989, απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Η Gutshof-Ei άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ισχυριζόμενη ιδίως ότι το άρθρο 21, στοιχείο γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2772/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί ορισμένων προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα αυγά (2) της επέτρεπε να αναγράφει επί των μικρών
συσκευασιών "ενδείξεις που προορίζονται για την προώθηση των πωλήσεων, στον βαθμό που οι ενδείξεις αυτές, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένες, δεν μπορούν να παραπλανήσουν τον αγοραστή" και ότι οι εν λόγω ενδείξεις των οποίων η αναγραφή επιτρέπεται επί των μικρών συσκευασιών που συναντά συχνότερα ο καταναλωτής θα έπρεπε κατά μείζονα λόγο να γίνονται δεκτές και επί των μεγάλων συσκευασιών. Κατά την εφεσείουσα, το γεγονός ότι το άρθρο 21 προβλέπει τη χρήση ενδείξεων αποσκοπουσών στην προώθηση των πωλήσεων μόνο για τις μικρές συσκευασίες οφείλεται, συνακόλουθα, σε φραστική παραδρομή.
Με Διάταξη της 20ής Ιουνίου 1990, το κρίναν κατ' έφεση Vervaltungsgerichtshof Baden-Wuerttemberg, ανέστειλε τη διαδικασία προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το άρθρο 21 του κανονισμού 2772/75 έχει την έννοια ότι και οι μεγάλες συσκευασίες αυγών μπορούν να φέρουν ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν αντικειμενικώς ακριβή στοιχεία μπορούν να παραπλανήσουν τον καταναλωτή εφόσον αυτός τα συνδέει με εσφαλμένες εντυπώσεις και αν, περαιτέρω, το προαναφερθέν άρθρο 21 απαγορεύει την αναγραφή επί των μεγάλων συσκευασιών ενδείξεων, αποσκοπουσών στην προώθηση των πωλήσεων, που αναφέρονται στη νωπότητα των αυγών.
2. Επί του πρώτου ερωτήματος, σημειώνω κατ' αρχάς ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 16 έως 20 αυτού, ο κανονισμός 2772/75 διακρίνει, ήδη από την αρχική διατύπωσή του, σαφώς μεταξύ των μεγάλων και μικρών συσκευασιών. Περαιτέρω, όπως συνάγεται σαφώς από το άρθρο 21, στοιχείο γ, του επιδίκου κανονισμού, καθώς και από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1831/84 (3), ο οποίος τροποποίησε τον προαναφερθέντα κανονισμό 2772/75, το Συμβούλιο προέβλεψε αποκλειστικά και μόνο υπέρ των μικρών συσκευασιών τη δυνατότητα να φέρουν ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων.
Πράγματι, η διάταξη που μόλις προανέφερα ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι οι συσκευασίες δεν μπορούν να φέρουν καμιά άλλη ένδειξη από εκείνες που προβλέπει ο κανονισμός, ενώ διευκρινίζει στο επόμενο εδάφιο ότι οι μικρές συσκευασίες μπορούν, πάντως, να φέρουν ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων.
Επομένως, η επιχειρηθείσα από τον κοινοτικό νομοθέτη σαφής διάκριση μεταξύ των μεγάλων και μικρών συσκευασιών, η οποία απαντά τόσο στο αρχικό κείμενο όσο και στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για απλή φραστική παραδρομή.
Γεγονός είναι ότι από την ανάγνωση της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 36/85 της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 1985 (4), φαίνεται να συνάγεται ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3341/84 (5) καθιέρωσε για τις μεγάλες συσκευασίες τη δυνατότητα να φέρουν τις ενδείξεις που επετράπησαν ήδη με τον κανονισμό 1831/84 για τις μικρές συσκευασίες.
Πάντως, από την ανάγνωση του κανονισμού 3341/84 συνάγεται απερίφραστα ότι ο εν λόγω κανονισμός επιτρέπει την αναγραφή των ακολούθων συμπληρωματικών ενδείξεων αποκλειστικά και μόνο στις μεγάλες συσκευασίες: του κωδικού αριθμού εμπορικής διαχειρίσεως ή του κωδικού αριθμού ελέγχου
της αποθηκεύσεως. Εξάλλου, όπως συνάγεται σαφώς από τις ίδιες τις διατάξεις του κανονισμού 36/85, η Επιτροπή - η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει την εξουσία να τροποποιεί κανονισμό του Συμβουλίου - επιδίωξε απλώς να προσαρμόσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1295/70 (6) στις τροποποιήσεις που επέφεραν στον κανονισμό 2772/75 οι μεταγενέστεροι κανονισμοί 1831/84 και 3341/84.
Τέλος, η εικαζομένη από το αιτούν δικαστήριο περίπτωση ότι η επίδικη ρύθμιση μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτρέπουσα την αναγραφή ενδείξεων αποσκοπουσών στην προώθηση των πωλήσεων επί των μεγάλων συσκευασιών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στο έδαφος κράτους μέλους δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, η διάκριση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις κείμενες διατάξεις και είναι δυσχερώς αντιληπτή, επειδή πρόκειται για ρύθμιση που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγορών.
3. Οι σκέψεις που ανέπτυξα επ' ευκαιρία του πρώτου ερωτήματος με απαλλάσσει από την εξέταση του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Πάντως, για να δώσω στον εθνικό δικαστή λυσιτελή απάντηση προς εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα πλαίσια της υποθέσεως που αυτός επελήφθη, νομίζω ότι είναι σκόπιμο να ληφθούν περαιτέρω υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1907/90 (7), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 2772/75 και επαναπροσδιόρισε τις προδιαγραφές εμπορίας που εφαρμόζονται στα αυγά. Προφανώς, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει, στην εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση, τη ρύθμιση που θεσπίστηκε
στο μεσοδιάστημα και επί της ερμηνείας της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν, άλλωστε, την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (8).
Η απάντηση στο υποβληθέν πρώτο ερώτημα διαφέρει αισθητά αν θεμελιωθεί στη νέα ρύθμιση εκ μέρους του Συμβουλίου. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1907/90 ορίζει, πράγματι, ότι τόσο οι μεγάλες όσο και οι μικρές συσκευασίες μπορούν να φέρουν στις εσωτερικές ή εξωτερικές όψεις ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων υπό τον όρο ότι οι ενδείξεις αυτές και ο τρόπος με τον οποίο αναγράφονται δεν ενέχουν κίνδυνο παραπλανήσεως του αγοραστή.
Πάντως, αν, με βάση την προαναφερθείσα ρύθμιση, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν εγείρει ζητήματα και πρέπει να είναι αναμφιβόλως καταφατική, η εκτίμηση των λοιπών ερωτημάτων, με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν κοινοτική ρύθμιση απαγορεύει ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων που αναφέρονται, έστω και γενικώς, στην ημερομηνία ωοτοκίας και αν η ακρίβεια των ενδείξεων αυτών διαδραματίζει συναφώς κάποιο ρόλο, είναι σαφώς περιπλοκότερη.
4. Για να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο των ανωτέρω ερωτημάτων, είναι ανάγκη να περιγραφεί, έστω και συνοπτικώς, η εξέλιξη της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την αναγραφή της ημερομηνίας ωοτοκίας, υπενθυμίζοντας πρωτίστως ότι ο κανονισμός 2772/75, ο οποίος καταργήθηκε, απαγόρευε απολύτως την αναγραφή της ημερομηνίας ωοτοκίας επί των αυγών (άρθρο 15) και επί των συσκευασιών (άρθρο 21).
'Οπως προκύπτει από τις σκέψεις της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Paris (9), η σχετική απαγόρευση δικαιολογούνταν από τη δυσχέρεια, ενόψει του σημαντικού αριθμού παραγωγών, διενεργείας των απαραιτήτων ελέγχων για τη διασφάλιση της ακρίβειας της ημερομηνίας ωοτοκίας. Πράγματι, χωρίς να αμφισβητεί την ύπαρξη αξιόπιστης τεχνολογίας για τον έλεγχο της ακριβείας της ημερομηνίας ωοτοκίας, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η τεχνολογία αυτή είναι, στην πράξη, προσιτή μόνο στους μεγαλυτέρους παραγωγούς που έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν τις απαραίτητες για τον σκοπό αυτό επενδύσεις, υπογραμμίζοντας ότι, αν το δικαίωμα αναγραφής της ημερομηνίας ωοτοκίας αναγνωριζόταν μόνο υπέρ των τελευταίων αυτών, θα θιγόταν συναφώς η ισότητα των προϋποθέσεων διαθέσεως εκ μέρους όλων των παραγωγών της Κοινότητας των προϊόντων τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα κοινοτικά όργανα επέλεξαν τη δυνατότητα αναγραφής της ημερομηνίας συσκευασίας, η οποία είναι ευκολότερο να ελεγχθεί λόγω του περιορισμένου αριθμού των κέντρων συσκευασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω επιχειρημάτων, το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφασή του ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη συγκερασμού των συμφερόντων των παραγωγών και των καταναλωτών, καθώς και των συχνά συγκρουομένων συμφερόντων των διαφόρων κατηγοριών παραγωγών, δεν προέκυπτε ότι, κατά τη συνολική εκτίμηση της καταστάσεως και της φύσεως των προς θέσπιση μέτρων, τα κοινοτικά όργανα, απαγορεύοντας στους επιχειρηματίες να αναγράφουν την ημερομηνία ωοτοκίας επί των αυγών που διαθέτουν στο εμπόριο, υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη ή υπερέβησαν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα γενικά όρια της διακριτικής εξουσίας τους.
Σε μεταγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου επ' ευκαιρία της υποθέσεως Gold-Ei (10), διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι ένδειξη όπως "συσκευάστηκαν την ημέρα ωοτοκίας" που αναγράφεται στην εξωτερική ή εσωτερική όψη συσκευασίας
με σκοπό να καταστήσει γνωστή στον αγοραστή την ημερομηνία ωοτοκίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη αποσκοπούσα στην προώθηση της πωλήσεως, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται από το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2772/75, όπως ακριβώς οποιαδήποτε ρητή αναγραφή της ημερομηνίας ωοτοκίας.
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται καν να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, η γενική αυτή απαγόρευση ισχύει ανεξάρτητα από το ότι σε ειδικές περιπτώσεις προβλέπεται η διενέργεια αποτελεσματικού ελέγχου ως προς την ημερομηνία ωοτοκίας.
5. Η νομική κατάσταση που περιέγραψα τροποποιήθηκε μερικώς μετά την έκδοση του κανονισμού 1907/90, ο οποίος εφεξής επιτρέπει την αναγραφή άλλων ημερομηνιών πλην της ημερομηνίας συσκευασίας (17η αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7, στοιχείο β, και 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ), εξαρτά όμως τη δυνατότητα αυτή από την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία των επιτροπών διαχειρίσεως (άρθρο 10, παράγραφος 3). Συγκεκριμένα, εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1274/91, της 15ης Μαΐου 1991, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού 1907/90 (11), η Επιτροπή εξήρτησε το δικαίωμα αναγραφής της ημερομηνίας ωοτοκίας επί των αυγών και επί των συσκευασιών από την τήρηση διοικητικών διατυπώσεων και ιδιαίτερα αυστηρών ελέγχων που αποσκοπούν στη διασφάλιση ότι οι παρεχόμενες στον καταναλωτή πληροφορίες είναι ακριβείς (βλ. ιδίως το άρθρο 17 του κανονισμού 1274/91).
Υπό το κράτος της νέας ρυθμίσεως, η χρησιμοποίηση στοιχείων που αναφέρονται, έστω και εμμέσως, στην ημερομηνία ωοτοκίας και που δημιουργούν, εν πάση περιπτώσει, την πεποίθηση ότι διενεργούνται κοινοτικοί
έλεγχοι συναφώς επιτρέπεται, αποκλειστικώς όμως υπό τον όρο ότι ο επιχειρηματίας συναινεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και τους προβλεπόμενους από το κοινοτικό δίκαιο ελέγχους με σκοπό τη διασφάλιση της ακριβείας των εν λόγω ενδείξεων.
6. Ως προς τον επιπλέον κίνδυνο ο καταναλωτής να θεωρήσει ότι, πέραν των προβλεπομένων από την κοινοτική ρύθμιση κατηγοριών, υφίσταται ειδική κατηγορία αυγών "φρέσκων κατευθείαν από τον ορνιθώνα" (12), οφείλω να υπογραμμίσω ότι το ενδεχόμενο αυτό εξαρτάται από τον τρόπο αναγραφής της σχετικής ενδείξεως επί των συσκευασιών, ενώ η κατά τρόπο σαφώς διαφημιστικό παρουσίαση της ενδείξεως αυτής θα μπορούσε ν' αποτρέψει παρόμοιο κίνδυνο. Πάντως, η εκτίμηση του πραγματικού αυτού στοιχείου ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή.
7. Υπό το φως των σκέψεων που προεξέθεσα, προτείνω, κατόπιν αυτού, να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Vervaltungsgerichtshof Baden-Wuerttemberg:
"1) Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2772/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1831/84, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μόνο οι μικρές συσκευασίες αυγών μπορούν να φέρουν ενδείξεις αποσκοπούσες στην προώθηση των πωλήσεων.
2) Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1907/90 επεκτείνει το δικαίωμα αυτό και στις μεγάλες συσκευασίες.
3) Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1907/90 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την αναγραφή επί των μεγάλων και μικρών συσκευασιών ενδείξεων αναφερομένων αμέσως ή εμμέσως στην ημερομηνία της ωοτοκίας, υπό τον όρο ότι οι ενδείξεις αυτές τηρούν τις προϋποθέσεις και υποχρεώσεις που καθορίζονται από την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακρίβειά τους και δεν είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση σε σχέση με τις προβλεπόμενες από την κοινοτική ρύθμιση κατηγορίες ποιότητας."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Στα γερμανικά: legefrisch
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 53.
(3) ΕΕ 1984, L 172, σ. 2.
(4) ΕΕ 1985, L 5, σ. 5. Η ανωτέρω αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: "Εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2772/75, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1831/84, η ένδειξη του αριθμού της εβδομάδας της συσκευασίας των αυγών επί της συσκευασίας αντικαταστάθηκε με την ένδειξη της περιόδου συσκευασίας ότι, επιπλέον, ο εν λόγω κανονισμός προέβλεπε τη δυνατότητα να αναγράφονται ορισμένες ενδείξεις στις μικρές συσκευασίες ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3341/84 εισήγαγε, επίσης, αυτή τη δυνατότητα για τις μεγάλες συσκευασίες ότι, συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1295/70 της Επιτροπής πρέπει να τροποποιηθεί κατ' αυτή την έννοια".
(5) ΕΕ 1984, L 312, σ. 7.
(6) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 120.
(7) ΕΕ 1990, L 173, σ. 5.
(8) Τόσο η εφεσείουσα της κυρίας δίκης όσο και η Επιτροπή αναφέρθηκαν, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, στον κανονισμό 1907/90.
(9) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-204/88, Ministere public κατά Jean-Jacques Paris (Συλλογή 1989, σ. 4361).
(10) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1991, C-372/89, Gold-Ei Erzeugerverbund GmbH κατά UEberwachungsstell fuer Milcherzeugnisse und Handelklassen (Συλλογή 1991, σ. Ι-43).
(11) ΕΕ 1991, L 121, σ. 11.
(12) Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα μεγάλος όσον αφορά ορισμένες γλώσσες, όπως η γερμανική, λόγω της ομοιότητας των εκφράσεων extra-frisch (που προβλέπει ο κανονισμός 1907/90) και legefrisch.
Full & Egal Universal Law Academy