Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Με απόφαση της 7ης Μαΐου 1987 στην υπόθεση 184/85 (1), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φόρο καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών καταγωγής άλλων κρατών μελών, ιδίως δε επί των μπανανών από τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Με απόφαση της ίδιας ημέρας, το Δικαστήριο εξέδωσε προδικαστική απόφαση στην υπόθεση 193/85 (2), της οποίας το διατακτικό έχει ως εξής:
"1. Η φορολογική επιβάρυνση που χαρακτηρίζεται ως φόρος καταναλώσεως και επιβάλλεται τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια προϊόντα, στην πραγματικότητα όμως πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τα εισαγόμενα προϊόντα, επειδή η εγχώρια παραγωγή είναι εξαιρετικά περιορισμένη, δεν συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβάλλονται πάγια σε κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξαρτήτως προελεύσεως των προϊόντων. Ως εκ τούτου εμφανίζει τον χαρακτήρα εσωτερικού φόρου κατά την έννοια του άρθρου 95.
2. Το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει την επιβολή φόρου καταναλώσεως σε ορισμένα εισαγόμενα φρούτα, εφόσον ο φόρος αυτός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προστασία της εγχώριας παραγωγής φρούτων.
3. Το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά όλα τα προϊόντα που προέρχονται από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη."
2. Κατόπιν των αποφάσεων αυτών, ορισμένοι εισαγωγείς νωπών μπανανών στην Ιταλία θεώρησαν ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει και την επιβολή του επίμαχου στις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις φόρου καταναλώσεως επί των μπανανών (ο οποίος καταργήθηκε εν τω μεταξύ με τον νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 1990), εφόσον τα προϊόντα εισάγονται απευθείας από τις τρίτες χώρες. Προσέφυγαν επομένως στα τρία αιτούντα δικαστήρια, ζητώντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, και, σε πρώτη φάση, πέτυχαν πράγματι να πραγματοποιηθούν οι εισαγωγές που είχαν προγραμματιστεί για εκείνο το χρονικό διάστημα χωρίς να καταβληθεί ο ανωτέρω φόρος. Κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, τα επιληφθέντα της υποθέσεως δικαστήρια θεώρησαν ωστόσο ότι, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί των αιτημάτων των αιτουσών, ήταν αναγκαία η διασαφήνιση ορισμένων ζητημάτων του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, ανέστειλαν τη διαδικασία και υπέβαλαν ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
3. Το πρώτο ερώτημα και στις τρεις υποθέσεις είναι το εξής:
"Είναι ο φόρος καταναλώσεως νωπών μπανανών, ο οποίος εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με τον νόμο 986/64, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 873/82, ασυμβίβαστος προς το πνεύμα και την οικονομία της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως προκύπτουν από το άρθρο 9, το οποίο επέβαλε τη θέσπιση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, καθώς και από το άρθρο 113, το οποίο προβλέπει την άσκηση από τα κράτη μέλη κοινής εμπορικής πολιτικής, εφόσον ο εν λόγω φόρος - ο οποίος δεν επιβάλλεται πλέον επί των προϊόντων που κυκλοφορούν ελεύθερα στα κράτη μέλη, κατόπιν των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 184/85 και 193/85 - εξακολουθεί να εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που προέρχονται απευθείας από τις τρίτες χώρες και αποτελεί έτσι μέτρο προστατευτισμού για τη λήψη του οποίου δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ;"
(Στην υπόθεση 339/90 το Δικαστήριο καλείται επιπλέον να αποφανθεί επί ενδεχομένης συνδρομής παραβάσεως του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ).
4. Το δεύτερο ερώτημα στις υποθέσεις C-228/90 έως C-234/90 και C-353/90 (το οποίο δεν τίθεται στο πλαίσιο της υποθέσεως C-339/90) είναι διατυπωμένο ως εξής:
"Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, οφείλει το εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τον νόμο που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο, με συνέπεια οι ιδιώτες να μην υπέχουν την υποχρέωση καταβολής του;"
5. Με το τρίτο ερώτημα (το οποίο αντιστοιχεί στο δεύτερο ερώτημα της υποθέσεως C-339/90) τίθεται επιπλέον, επικουρικώς, το πρόβλημα αν ασυμβίβαστος προς τις προμνημονευθείσες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ - καθώς και προς τον από 1ης Ιουλίου 1968 ισχύοντα κανονισμό (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου (3) - είναι μόνον ο νόμος 873/82, με τον οποίο το Ιταλικό Δημόσιο αύξησε τον επίμαχο φόρο από 70 λίρες Ιταλίας (LIT) στις σημερινές 525 LIT, κατά παράβαση της απαγορεύσεως προς τα κράτη μέλη να μεταβάλλουν το επίπεδο της παρεχομένης από το κοινό δασμολόγιο προστασίας, την οποία απαγόρευση αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37/73 και 38/73 (4).
6. Επ' αυτών ενδείκνυνται κατα τη γνώμη μου οι ακόλουθες παρατηρήσεις (για περαιτέρω λεπτομέρειες παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου).
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
7. 1. 'Οσον αφορά, πρώτον, το πρόβλημα της εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ στις απευθείας εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες, το οποίο εθίγη μόνο στην υπόθεση C-339/90 και το οποίο ανακύπτει εάν γίνει δεκτό ότι ο επίδικος φόρος πρέπει πάντοτε να θεωρείται ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου, μπορώ να είμαι εξαιρετικά σύντομος.
8. Από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 95, πρώτη και παράγραφος 2, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό αφορά μόνο φόρους που πλήττουν "τα προϊόντα άλλων κρατών μελών". Επομένως, η διάταξη προδήλως δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες και φορολογούνται κατά την εισαγωγή.
9. Τούτο τόνισε ρητά και η νομολογία, συγκεκριμένα με τις αποφάσεις 20/67 (5) ("οι διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, που αφορούν μόνο τα προϊόντα που κατάγονται από τα κράτη μέλη, δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε εισαγωγές από τρίτες χώρες") και 148/77 (6) ("για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες η ίδια η Συνθήκη δεν περιέχει, όσον αφορά τους εσωτερικούς φόρους, καμιά διάταξη αντίστοιχη προς αυτή του άρθρου 95, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που κατάγονται από τα κράτη μέλη"). Επιπλέον, δεν μπορεί να αντιταχθεί εν προκειμένω - όπως προσπάθησε να κάνει μία από τις αιτούσες των κυρίων δικών - ότι η τελευταία αυτή απόφαση δεν αποτελεί πλέον νομολογιακό προηγούμενο, αφού με τη μεταγενέστερη απόφαση 193/85 το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 95 ισχύει και για τα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών τα οποία τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών. Πράγματι, ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η σαφής διατύπωση του άρθρου 95, μπορεί να λεχθεί συναφώς ότι στην πραγματικότητα η μεταγενέστερη αυτή απόφαση δεν ισοδυναμεί με ανατροπή της νομολογίας 148/77 ( στην οποία γινόταν λόγος γενικά μόνο για τα προϊόντα που κατάγονται από τα κράτη μέλη), αλλά συνιστά απλώς διασαφήνιση και ανάπτυξη της νομολογίας.
10. Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να συναχθεί το παραμικρό χρήσιμο στοιχείο για την υπό κρίση περίπτωση - αν ο φόρος καταναλώσεως στις μπανάνες θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος - από το γεγονός ότι στην υπόθεση 148/77 το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει διατάξεις απαγορεύουσες τις διακρίσεις κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων στα εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες, πρόσθεσε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι συμβατικές διατάξεις που υφίστανται ενδεχομένως μεταξύ της Κοινότητας και των χωρών καταγωγής ορισμένου προϊόντος.
11. Τούτο ισχύει εν πάση περιπτώσει για τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την Τυνησία, το Μαρόκο και το Ισραήλ και τις οποίες μνημόνευσε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της και για τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης, η οποία επικυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1970. Οι δημοσιονομικές διατάξεις των συμφωνιών αυτών είναι, πράγματι, ανάλογες προς αυτές του άρθρου 95, παράγραφος 1, και περιορίζονται επομένως στα ομοειδή προϊόντα. 'Οσον αφορά όμως τις εισαγωγές μπανανών στην Ιταλία, το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφαση 193/85 ότι το άρθρο 95, παράγραφος 1, δεν ασκεί καμία επιρροή (διότι πράγματι δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι μπανάνες είναι ομοειδή προϊόντα προς τα φρούτα ιταλικής παραγωγής). Κατά συνέπεια, ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί ως έρεισμα το άρθρο 95, παράγραφος 2, είναι δε σαφές ότι δεν υπάρχει στις προαναφερθείσες συμφωνίες καμία διάταξη αντίστοιχη προς τη διάταξη του εν λόγω άρθρου.
12. Διαφορετική άποψη θα μπορούσε να γίνει δεκτή το πολύ όσον αφορά την τρίτη σύμβαση της Λομέ (7), η οποία ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και η οποία εφαρμόζεται σε ορισμένες από τις επίμαχες στις κύριες δίκες εισαγωγές, λαμβανομένου υπόψη ότι με την απόφαση 193/85 ο ιταλικός φόρος καταναλώσεως στις μπανάνες χαρακτηρίστηκε ρητώς ως μέτρο που οδηγεί σε προστατευτισμό (8). Στο σημείο αυτό θα μπορούσε πράγματι - όπως εξέθεσε μία από τις αιτούσες των κυρίων δικών κατά την προφορική διαδικασία - να αναφερθεί το άρθρο 139, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας συμβάσεως της Λομέ, το οποίο επιβάλλει στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη της την υποχρέωση "να μην εφαρμόζουν μέτρα διασφαλίσεως ή άλλα μέσα για λόγους προστατευτισμού".
13. Εντούτοις, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, ο ορθός χαρακτηρισμός του ιταλικού φόρου δεν οδηγεί στο να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, αλλά στο να ληφθεί υπόψη μια άλλη διάταξη της προαναφερθείσας συμβάσεως, και κατά συνέπεια περιττεύει η εμβάθυνση του ανωτέρω ζητήματος. Τούτο ισχύει κατ' αναλογία για το άρθρο ΙV, παράγραφοι 1 και 2, της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: GATT), επίκληση του οποίου έγινε επίσης στην προφορική διαδικασία, το οποίο ορίζει τα εξής:
"1. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι οι εσωτερικοί φόροι και οι άλλες επιβαρύνσεις καθώς και οι νόμοι, κανονισμοί και λεπτομερείς νομικές διατάξεις, οι αφορώντες την στο εσωτερικό πώληση, προσφορά προς πώληση, αγορά, μεταφορά, διανομή ή χρήση των προϊόντων και οι εσωτερικοί ποσοτικοί διακανονισμοί, οι ρυθμίζοντες την κατά ορισμένες ποσότητες ή αναλογίες μίξη, κατεργασία ή χρήση ορισμένων προϊόντων, δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται ως προς τα εισαγόμενα ή τα εγχώρια προϊόντα κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία στην εγχώρια παραγωγή.
2. Τα προϊόντα του εδάφους κάθε συμβαλλομένου μέρους, εισαγόμενα στο έδαφος κάθε ετέρου συμβαλλομένου μέρους, δεν πρέπει να υποβάλλονται άμεσα ή έμμεσα σε εσωτερική φορολογία ή άλλη επιβάρυνση οποιουδήποτε είδους υπερβαίνουσα την εφαρμοζόμενη άμεσα ή έμμεσα προκειμένου περί ομοίων εγχωρίων προϊόντων (...)"
14. Επιπλέον, όσον αφορά τη διάταξη αυτή (την ερμηνεία της οποίας δεν ζήτησαν άλλωστε τα αιτούντα δικαστήρια), πρέπει να γίνει μνεία της νομολογίας του Δικαστηρίου κατά την οποία οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις της GATT ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (9). Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα το οποίο τα αιτούντα δικαστήρια - όπως προκύπτει από τα δεύτερα ερωτήματα που μας υποβλήθηκαν - να θεωρούν καθοριστικό.
15. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να επιστήσω την προσοχή - και το λέγω εν όψει ενός ειδικού επιχειρήματος το οποίο προέβαλε μία από τις αιτούσες των κυρίων δικών κατά την προφορική διαδικασία - στη διαπίστωση ότι η έναρξη της ισχύος του κοινού δασμολογίου και η σχετική νομολογία, δηλαδή η απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37/73 και 38/73 (στην οποία θα επανέλθω), δεν έχουν καμιά σημασία εν προκειμένω, αν γίνει δεκτή η άποψη ότι ο επίμαχος φόρος πρέπει να θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος. Πράγματι, η νομολογία αυτή (κατά την οποία απαγορεύεται, μετά τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου, η μονομερής επιβολή νέων εθνικών επιβαρύνσεων ή η αύξηση των ήδη υφισταμένων) δεν ισχύει για όλα τα είδη επιβαρύνσεων αλλά μόνο για τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς. Τούτο προκύπτει σαφώς, κατά την άποψή μου, από την ανάλυση στην οποία προέβη το Δικαστήριο με τις σκέψεις 2 και 3 της προαναφερθείσας αποφάσεως.
16. 2. 'Οσον αφορά το λοιπό περιεχόμενο των πρώτων ερωτημάτων, το οποίο θα εξετάσω τώρα, ήτοι την προβληματική σχετικά με τη θέσπιση κοινού δασμολογίου και με το άρθρο 113 περί της εφαρμογής κοινής εμπορικής πολιτικής, ενδείκνυται - όπως τονίστηκε ήδη και όπως ορθώς επισήμαναν η Επιτροπή και ορισμένες από τις αιτούσες των κυρίων δικών - να επανεξεταστεί το πρόβλημα του χαρακτηρισμού, το οποίο, ως γνωστόν, βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο της συζητήσεως στις προαναφερθείσες υποθέσεις.
17. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει ριζική μεταβολή ή ανατροπή της προαναφερθείσας νομολογίας, μολονότι εξακολουθώ να είμαι της γνώμης ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που εμποδίζουν την εκ των προτέρων κατάταξη του ιταλικού φόρου επί των μπανανών στην κατηγορία των εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου (παραπέμπω συναφώς στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση 193/85, ιδίως στο γεγονός, το οποίο τόνισα στις προτάσεις αυτές, ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ο φόρος έπληττε την ιταλική παραγωγή μπανάνας, καθώς και στο γεγονός ότι από το ιστορικό της θεσπίσεως του ιταλικού φόρου προέκυπτε σαφώς ότι με τον εν λόγω φόρο επιδιώκονταν σκοποί εμπορικής πολιτικής).
18. Το πρόβλημα του χαρακτηρισμού τίθεται - αντιθέτως προς την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως - ακόμη και αν θεωρηθεί δεδομένη η ορθότητα της νομολογίας που ανέφερα στην αρχή των προτάσεών μου. Κατά τη νομολογία αυτή, είναι σαφές ότι, από την άποψη του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, κακώς εισπραττόταν φόρος επί προϊόντων άλλων κρατών μελών (είτε επρόκειτο για μπανάνες οι οποίες παράγονταν στα κράτη αυτά είτε για μπανάνες που τελούσαν απλώς σε ελεύθερη κυκλοφορία). Επομένως, εξακολουθούσε να υφίσταται κατ' ουσία μόνο η φορολογική επιβάρυνση των μπανανών που εισάγονταν απευθείας από τρίτες χώρες.
19. Ταυτόχρονα, τούτο καθιστά σαφές ότι τα κατά τη νομολογία μας ισχύοντα για τους εσωτερικούς φόρους κριτήρια εκτιμήσεως δεν πληρούνται κατ' ουσία και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται - όπως εξάλλου προκύπτει και από τη διαπίστωση, η οποία τονίστηκε κατα τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η είσπραξη του φόρου πραγματοποιούνταν μόνο κατά την εισαγωγή, ενώ η μεταγενέστερη κατανάλωση ήταν άνευ σημασίας - το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα πρόκειται εδώ για επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς.
20. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 21/75 (10), κατά την οποία πρέπει να θεωρείται ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς κάθε επιβάρυνση που επιβάλλεται επ' ευκαιρία ή λόγω της εισαγωγής και που πλήττει ειδικά ένα εισαγόμενο προϊόν αλλ' όχι τα ομοειδή κοινοτικά προϊόντα. Υπενθυμίζω επίσης την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 158/82 (11), κατά την οποία πρέπει να θεωρείται ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς στα εμπορεύματα λόγω του γεγονότος ότι διασχίζουν τα σύνορα. Αλλιώς έχουν τα πράγματα - όπως εξάλλου διευκρινίστηκε με την απόφαση αυτή - μόνον εφόσον η επιβάρυνση εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβάλλονται κατά τρόπο συστηματικό, βάσει ενιαίων κριτηρίων, στα εθνικά προϊόντα και στα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα ή εφόσον πρόκειται για γενικό σύστημα τελών που επιβάλλονται κατά τρόπο συστηματικό σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϊόντων. Το τελευταίο αυτό στοιχείο τονίστηκε εξάλλου εκ νέου με τη σκέψη 12 της αποφάσεως 193/85.
21. Κατά συνέπεια, το μόνο σημείο το οποίο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα είναι το από πότε ενδείκνυται να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί ο χαρακτηρισμός που θεωρήθηκε κατ' αρχήν ορθός με την απόφαση 193/85. Το ζήτημα αυτό τίθεται εν όψει των παρατηρήσεων που διατύπωσε συναφώς η Επιτροπή, η οποία είναι της γνώμης - αν κατάλαβα σωστά - ότι (λαμβανομένου υπόψη ότι η είσπραξη του φόρου εξακολούθησε ακόμη και μετά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων) πρέπει να ληφθεί ως βάση η κατάσταση η οποία θα επικρατούσε, αν η Ιταλική Δημοκρατία είχε συμμορφωθεί εγκαίρως προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987. Παρόμοια φαίνεται να είναι η άποψη και ορισμένων από τις αιτούσες των κυρίων δικών, οι οποίες - καίτοι τονίστηκε ότι μετά από τη δημοσίευση των προαναφερθεισών αποφάσεων η επιβολή του φόρου περιορίστηκε στις απευθείας εισαγωγές από τρίτες χώρες - υποστήριξαν ότι, μετά από τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων, ο επίδικος φόρος δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται τμήμα ενός συστήματος εσωτερικών τελών (πράγμα όμως που θα μπορούσε να σημαίνει ότι μόνον από την ημερομηνία αυτή και μετά ο επίμαχος φόρος θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό).
22. Νομίζω εντούτοις - και θα ήθελα να το επισημάνω εξαρχής - ότι στην πραγματικότητα η ανάλυση αυτή δεν είναι ολοκληρωμένη και ότι πρέπει μάλλον να γίνει δεκτό ότι ο φόρος καταναλώσεως στις μπανάνες θα έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να χαρακτηρισθεί από την αρχή ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς. 'Ισως να είναι σκόπιμο - αν ληφθεί ως βάση η πρόθεση του εθνικού νομοθέτη - το πρόβλημα του χαρακτηρισμού να εξεταστεί κατ' αρχάς (όπως στην απόφαση 193/85) βάσει του άρθρου 95. Από την οπτική γωνία όμως του κοινοτικού δικαίου, που είναι και η μόνη κρίσιμη για εμάς, συνάγεται αμέσως το συμπέρασμα ότι ο φόρος επιβάλλεται νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 95, μόνο στις απευθείας εισαγωγές από τρίτες χώρες, επειδή ακριβώς οι εισαγωγές από τα άλλα κράτη μέλη (είτε πρόκειται για προϊόντα καταγωγής κρατών μελών είτε για προϊόντα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών αυτών) δεν πρέπει να φορολογούνται. Το κοινοτικό όμως δίκαιο, το οποίο, ως γνωστόν, υπερισχύει του εθνικού δικαίου, παρήγε αναμφίβολα το αποτέλεσμα αυτό ήδη από τον χρόνο εκδόσεως της εθνικής ρυθμίσεως. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 3, το άρθρο 95, παράγραφος 2, έχει απευθείας εφαρμογή, κατά την έννοια της νομολογίας μας, από την έναρξη του δευτέρου σταδίου της μεταβατικής περιόδου (ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 1962, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Ιανουαρίου 1962) και από την ημερομηνία αυτή καθιστά, κατά συνέπεια, ανενεργή κάθε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου.
23. Κατά συνέπεια, παρά τις αναφερθείσες στην αρχή αποφάσεις, οι οποίες δεν είχαν διαπλαστικό χαρακτήρα, αλλά περιείχαν απλώς ορισμένες διευκρινίσεις, και κατά τη δημοσίευση των οποίων επομένως δεν ήταν απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των κρίσιμων τότε πραγματικών περιστατικών, να γίνει το προτεινόμενο τώρα λογικό και αναγκαίο, κατά την άποψή μου, βήμα όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήδη εξαρχής η επίδικη ιταλική φορολογική ρύθμιση δεν πληρούσε κατά βάση τα σχετικά με ένα σύστημα εσωτερικών τελών κριτήρια του κοινοτικού δικαίου, αφού από την έναρξη της ισχύος της την 1η Ιανουαρίου 1965 η δυνατότητα εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής περιοριζόταν από το κοινοτικό δίκαιο στις απευθείας μόνον εισαγωγές από τρίτες χώρες, και ότι, ως εκ τούτου, ο σχετικός φόρος εντάσσεται σε τελική ανάλυση στις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς.
24. 3. Οι συνέπειες της απόψεως αυτής για την απάντηση των ερωτημάτων που μας υποβλήθηκαν προκύπτουν χωρίς μεγάλες δυσκολίες, ιδίως αν στηριχθούμε στη σχετική νομολογία.
25. α) Επομένως, έχει σημασία το γεγονός ότι με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 70/77 (12) το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, η απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς δεν είναι απόλυτη: το ζήτημα αν πρέπει να καταργηθούν οι επιβαρύνσεις αυτές πρέπει αντίθετα να εξεταστεί σε σχέση με τις απαιτήσεις της κοινής εμπορικής πολιτικής (ήτοι με έναν τομέα για τον οποίο το άρθρο 113 προβλέπει ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η κοινή εμπορική πολιτική διαμορφώνεται επί ενιαίων αρχών).
26. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι ο υπό κρίση φόρος - όταν πρόκειται για απευθείας εισαγωγές από τρίτες χώρες - ήταν παράνομος, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ήδη από την καθιέρωσή του στην ιταλική έννομη τάξη. Εντούτοις, είναι εξίσου εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι ο φόρος αυτός κατέστη αυτομάτως παράνομος κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου (ήτοι μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1969 - βλ. την απόφαση στην υπόθεση C-353/89 (13)), όπως υποστήριξε μία από τις αιτούσες των κυρίων δικών, επισημαίνοντας, αφενός, ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου αποκλειστικώς αρμόδια στον τομέα της εμπορικής πολιτικής είναι η Επιτροπή και παραπέμποντας, αφετέρου, στην υπόθεση 41/76 (14), με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν επιτρέπεται η λήψη μέτρων εμπορικής πολιτικής παρά μόνο κατόπιν εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Επιτροπής (η οποία δεν είχε ωστόσο δοθεί όσον αφορά τον ιταλικό φόρο επί των μπανανών). Η διατύπωση του άρθρου 113, στο οποίο ο όρος "διαμορφώνονται" καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω κανένας αυτοματισμός, αλλά απαιτείται πράξη της Κοινότητας (θα εξετάσω αργότερα αν και κατά πόσον εκδόθηκε τέτοια πράξη), δεν είναι το μόνο στοιχείο που αντιτίθεται στην άποψη αυτή. Συναφώς, προκύπτει σαφώς από τη σχετική νομολογία (στην οποία θα επανέλθω πάλι) ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις δεν εντάσσονται στα μέτρα εμπορικής πολιτικής κατά την έννοια της αποφάσεως 41/76 και ότι γι' αυτές η έναρξη ισχύος του κοινού δασμολογίου είχε αντιθέτως άλλες συνέπειες.
27. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να διευκρινίσω επίσης ότι θεωρώ εξίσου αναμφισβήτητο ότι κανένα άλλο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί, π.χ., από το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο μνημονεύεται επίσης στο πρώτο ερώτημα. Το άρθρο αυτό προβλέπει μόνο τα μέτρα που μπορεί να λάβει η Επιτροπή, πρώτον, για να εξασφαλισθεί ότι η εκτέλεση των μέτρων εμπορικής πολιτικής που έχουν λάβει τα κράτη μέλη σύμφωνα με τη Συνθήκη δεν εμποδίζεται από εκτροπές του εμπορίου και, δεύτερον, στις περιπτώσεις όπου οι διαφορές μεταξύ των μέτρων εμπορικής πολιτικής που έχουν λάβει τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργήσουν οικονομικές δυσχέρειες σε ένα ή περισσότερα κράτη. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν παρέχει προφανώς κανένα άμεσο κριτήριο εκτιμήσεως των εθνικών μέτρων εμπορικής πολιτικής.
28. Eπιπλέον, πιστεύω, πρώτον, ότι κανένα αποφασιστικής σημασίας στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί από τον συλλογισμό ότι η επιβολή του φόρου επί των απευθείας εισαγωγών από τις τρίτες χώρες προκάλεσε διάκριση εις βάρος των ιταλών επιχειρηματιών έναντι των επιχειρηματιών άλλων κρατών μελών και, δεύτερον, ότι, αντιθέτως προς την άποψη που υποστήριξαν ορισμένες αιτούσες, από την απόφαση στην υπόθεση 193/85 και μόνο δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο επίδικος φόρος είναι παράνομος και στην περίπτωση απευθείας εισαγωγής από τρίτες χώρες. Δεν είναι σαφές σε ποια διάταξη της Συνθήκης στηρίζουν οι αιτούσες τον συλλογισμό αυτό (πλην του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο εξετάστηκε ήδη). Εξάλλου, όσον αφορά την προαναφερθείσα απόφαση, το Δικαστήριο τόνισε βεβαίως ότι η εμπορική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Εντούτοις, τούτο έχει προφανώς σημασία μόνο σε σχέση με τη θεμελίωση της απόψεως ότι το άρθρο 95 καλύπτει - καθόσον αποσκοπεί στο να εμποδίσει τις διακρίσεις εις βάρος των προϊόντων των άλλων κρατών μελών - και τα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Τουναντίον, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, κατά την άποψή μου, ότι το Δικαστήριο ήθελε να διατυπώσει απαγόρευση επιβολής φόρων στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών (που δεν περιλαμβάνονται στο κοινό δασμολόγιο).
29. β) Εν όψει της αναφοράς στο κοινό δασμολόγιο που περιέχεται στο πρώτο ερώτημα, Δασμολόγιο το οποίο ισχύει, ως γνωστόν, από την 1η Ιουλίου 1968, η απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37/73 και 38/73 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
30. Με την απόφαση αυτή τονίζεται βεβαίως η αρχή ότι η κοινή εμπορική πολιτική συνεπάγεται την κατάργηση των εθνικών ρυθμίσεων οι οποίες πλήττουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες (πράγμα το οποίο συμβαίνει χωρίς καμιά αμφιβολία με τον φόρο καταναλώσεως στις μπανάνες, αν ληφθεί υπόψη το πλέον πρόσφατο ύψος του φόρου αυτού). Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται ότι με την προαναφερθείσα απόφαση τονίζεται εξίσου η ανάγκη διαφοροποιήσεως. Κατά συνέπεια, μετά την εισαγωγή του κοινού δασμολογίου απαγορευόταν η μονομερής επιβολή νέων επιβαρύνσεων επί των απευθείας εισαγωγών από τρίτες χώρες ή η αύξηση των υφισταμένων επιβαρύνσεων. 'Oσον αφορά τις ήδη υφιστάμενες κατά το χρονικό αυτό σημείο επιβαρύνσεις, το Δικαστήριο τόνισε αντιθέτως ότι η υποχρέωση καταργήσεώς τους εξαρτάται από προηγούμενη εκτίμηση των κοινοτικών αρχών και ότι δεν πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο "παρά μόνο βάσει διατάξεων που θεσπίζει η Κοινότητα" (15).
31. Ανάλογες σκέψεις περιλαμβάνονται στην απόφαση που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267/81 έως 269/81 (16). Με την απόφαση αυτή υπογραμμίζεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί τελωνειακής ενώσεως και κοινής εμπορικής πολιτικής απαγορεύουν στα κράτη μέλη να μεταβάλλουν το ύψος των επιβαρύνσεων που προκύπτουν από το κοινό δασμολόγιο. 'Οσον αφορά όμως τις επιβαρύνσεις που υπήρχαν ήδη κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κοινού δασμολογίου, το Δικαστήριο επισήμανε (και τούτο έχει σημασία ιδίως σε σχέση με την προαναφερθείσα απόφαση 41/76) ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται η επιβολή τους παρά μόνο βάσει ειδικών διατάξεων που έχει θεσπίσει η Κοινότητα.
32. Επομένως - και τούτο δίνει ταυτόχρονα απάντηση στο τρίτο ερώτημα - η αύξηση του φόρου καταναλώσεως στις μπανάνες μετά την 1η Ιουλίου 1968 (ήτοι πέραν των 90 LIT ανά χιλιόγραμμο που ίσχυε τότε) ήταν σαφώς παράνομη. Πρέπει να προστεθεί ακόμη - εν όψει του δευτέρου ερωτήματος - ότι μπορεί να γίνει λόγος συναφώς περί δικαιώματος των ιδιωτών, το οποίο τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν από τις αντίθετες διατάξεις του εθνικού δικαίου, αφού στο πλαίσιο αυτό αποφασιστική σημασία έχει το κοινό δασμολόγιο, ήτοι πρόκειται για ζήτημα το οποίο ρυθμίζεται με άμεσα εφαρμοστέο κοινοτικό κανονισμό (17).
33. γ) 'Οσον αφορά τις επιβαρύνσεις που υπήρχαν ήδη κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κοινού δασμολογίου, μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί, βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας, ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (18), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1972, δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον για τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο των κυρίων δικών.
34. Ο κανονισμός αυτός περιέχει βεβαίως στο άρθρο 22 την απαγόρευση της επιβολής επί των εισαγωγών από τρίτες χώρες οιασδήποτε επιβαρύνσεως ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος, αλλά το άρθρο αυτό δεν μπορεί, όσον αφορά τον φόρο καταναλώσεως στις μπανάνες, να θεωρηθεί ως κοινοτική διάταξη εμπορικής πολιτικής κατά την έννοια της νομολογίας. Το άρθρο 22 ορίζει ρητώς ότι εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού. 'Ομως, η δασμολογική κλάση στην οποία υπάγονταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα οι νωπές μπανάνες (08.01) δεν αναφέρεται στο άρθρο αυτό ούτε και μετά την αντικατάσταση της ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου από τη συνδυασμένη ονοματολογία, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 (19) ((βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3910/87 (20), περί τροποποιήσεως των δασμολογικών κλάσεων του κανονισμού 1035/72, στον οποίο επίσης δεν αναφέρεται η κλάση 0803 00 10, στην οποία υπάγονται οι νωπές μπανάνες )).
35. δ) 'Οσον αφορά όμως τον ήδη υφιστάμενο κατά την έναρξη της ισχύος του κοινού δασμολογίου φόρο, δεν αποκλείεται να έχουν σημασία για τις κύριες δίκες οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών .
36. Στο πλαίσιο αυτό έγινε κυρίως λόγος για τις συμβάσεις ΑΚΕ, διότι ένα μέρος των εισαγωγών μπανάνας πραγματοποιείται προφανώς από τις χώρες αυτές. Οι συμβάσεις αυτές περιέχουν, πράγματι, διατάξεις που απαγορεύουν την επιβολή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, όταν πρόκειται - όπως οι μπανάνες - για προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς (βλ. για παράδειγμα το άρθρο 130 της τρίτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ (21) ή το άρθρο 168 της τετάρτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ (22)). Επομένως, για τις σχετικές εισαγωγές, η επιβολή του φόρου καταναλώσεως επί των νωπών μπανανών ήταν στο σύνολό της παράνομη (ήτοι ακόμη και στο επίπεδο των 90 LIT ανό χιλιόγραμμο που ίσχυε κατά τον χρόνο ενάρξεως της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου). Συναφώς, μπορεί επιπλέον να παρατηρηθεί - στο πλαίσιο του δεύτερου ερωτήματος - ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι προαναφερθείσες διατάξεις εφαρμόζονται απευθείας και είναι ικανές να καταστήσουν ανενεργό το αντίθετο εθνικό δίκαιο ((στο σημείο αυτό παραπέμπω στη νομολογία σχετικά με τις διάφορες συμβάσεις που έχει συνάψει η Κοινότητα, και ιδίως στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 104/81 (23) (για τη Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου με την Πορτογαλία), 12/86 (24) (για τη Συμφωνία Συνδέσεως με την Τουρκία) και 18/90 (25) (για τη Συμφωνία Συνεργασίας με το Μαρόκο)).
37. Επιπλέον, όσον αφορά άλλες συμφωνίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη (και που η Επιτροπή δεν ανέφερε ούτε ανέλυσε εξαντλητικά, διότι η καταγωγή των επιμάχων στις κύριες δίκες προϊόντων δεν ήταν γνωστή σε όλες τις περιπτώσεις), μπορεί μόνο να λεχθεί γενικώς ότι είναι επίσης δυνατόν να συναχθεί ενδεχομένως το συμπέρασμα από τις συμφωνίες αυτές ότι η επιβολή του φόρου είναι στο σύνολό της παράνομη, καθόσον οι εν λόγω συμφωνίες απαγορεύουν σαφώς την επιβολή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς και τα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των μπανανών, δεν εξαιρούνται από την απαγόρευση αυτή. Η αναγκαία προς τούτο εξέταση πρέπει να γίνει στο πλαίσιο των κυρίων δικών, ενδεχομένως με εκ νέου υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Γ - Πρόταση
38. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας υποβλήθηκαν:
"1) Η επιβάρυνση που πλήττει μόνο τα απευθείας από τρίτες χώρες εισαγόμενα προϊόντα δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως εσωτερικός φόρος αλλά ως επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος.
2) Το άρθρο 95 δεν εφαμόζεται σε αυτό το είδος των επιβαρύνσεων.
3) Η επιβολή ή η αύξηση των επιβαρύνσεων αυτών μετά την έναρξη ισχύος του κοινού δασμολογίου είναι ασυμβίβαστη προς το κοινό δασμολόγιο. Στο μέτρο που οι επιβαρύνσεις αυτές υπήρχαν ήδη πριν από την έναρξη ισχύος του κοινού δασμολογίου, καθίστανται παράνομες μόνο δυνάμει σχετικής κοινοτικής διατάξεως. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια διάταξη, όσον αφορά τις μπανάνες, το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72, διότι οι μπανάνες δεν υπάγονται στην κοινή αυτή οργάνωση αγοράς. Οι συμφωνίες που έχει συνάψει η Κοινότητα μπορούν αντίθετα να καταστήσουν την επιβάρυνση παράνομη, εφόσον απαγορεύουν σαφώς την επιβολή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος, συμπεριλαμβανομένων των επιβαρύνσεων επί των μπανανών.
4) Εφόσον από το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει σαφής απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, δεν επιτρέπεται η εφαρμογή οποιουδήποτε αντίθετου εθνικού νόμου."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Aπόφαση της 7ης Μαΐου 1987 στην υπόθεση 184/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2013).
(2) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1987 στην υπόθεση 193/85, Co-Frutta (Συλλογή 1987, σ. 2085).
(3) ABl. 1968, L 172, σ. 1.
(4) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37/73 και 38/73, Diamantarbeiders (Slg. 1973, σ. 1609).
(5) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1968 στην υπόθεση 20/67, Kunstmuehle Tivoli (Slg. 1968, σ. 293).
(6) Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 148/77, Hansen (Slg. 1978, σ. 1787).
(7) ΕΕ 1986, L 86, σ. 1 επ.
(8) Σκέψη 22.
(9) Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company (Slg. 1972, σ. 1221) της 16ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 266/81, SIOT (Συλλογή 1983, σ. 731) της 22ας Ιουνίου 1989 στην υπόθεση 70/87, Fediol (Συλλογή 1989, σ. 1781), καθώς και τις προτάσεις μου στην υπόθεση 193/85.
(10) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1975 στην υπόθεση 21/75, Schroeder (Slg. 1975, σ. 905).
(11) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 158/82, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1983, σ. 3573).
(12) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 70/77, Simmenthal (Slg. 1978, σ. 1453).
(13) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-4069).
(14) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckerwolcke (Slg. 1976, σ. 1921).
(15) Σκέψεις 15 έως 21.
(16) Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267/81 έως 269/81, SPI και SAMI (Συλλογή 1983, σ. 801).
(17) Βλ. απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 9/73, Schlueter (Slg. 1973, σ. 1137).
(18) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250.
(19) ΕΕ 1987, L 256, σ. 1.
(20) ΕΕ 1987, L 370, σ. 33.
(21) ΕΕ 1986, L 86, σ. 1.
(22) ΕΕ 1991, L 229, σ. 1 επ.
(23) Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641).
(24) Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987 στην υπόθεση 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719).
(25) Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199).
Full & Egal Universal Law Academy