ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 5ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το γαλλικό Cour de cassation ( τμήμα εκδικάσεως εμπορικών και χρηματοοικονομικών διαφορών) υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 36 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνάρτηση με νόμο του 1841, όπως τροποποιήθηκε το 1943, το άρθρο 1 του οποίου ορίζει τις προϋποθέσεις για τη λιανική πώληση μεταχειρισμένων εμπορευμάτων μέσω δημοπρασίας. Η εν λόγω εθνική διάταξη απαγορεύει ειδικότερα τον ανωτέρω τύπο πωλήσεως για τα εμπορεύματα «των οποίων κύριοι ή κάτοχοι είναι έμποροι μη εγγεγραμμένοι, από διετίας τουλάχιστον, στο εμπορικό μητρώο και στο φορολογικό μητρώο εμπόρων ».
Περιορίζομαι, να υπομνήσω τα βασικότερα σημεία της διαφοράς, η οποία έφθασε μέχρι το γαλλικό ανώτατο ακυρωτικό,παραπέμποντας για τις λεπτομέρειες στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η εταιρία γερμανικού δικαίου Nado, με έδρα το Αμβούργο, ανέθεσε στην αστική επαγγελματική εταιρία Boscher, Studer & Fromentin, οι εταίροι της οποίας είναι εκτιμητές-δημοπράτες (εφεξής: BSF), με έδρα το Παρίσι, να πωλήσει με δημοπρασία μεταχειρισμένα αυτοκίνητα πολυτελείας με χαμηλό αριθμό διανυθέντων χιλιομέτρων, εν πάση περιπτώσει σημαντικής αξίας, σε ορισμένες γαλλικές πόλεις και κατ' επανάληψη.
Ορισμένοι επιχειρηματίες του τομέα, μεταξύ των οποίων η εταιρία British Motors Wright του Μονακό και άλλες γαλλικές εταιρίες, προβάλλοντας τον παράνομο χαρακτήρα των πωλήσεων βάσει του προαναφερθέντος νόμου του 1841, ζήτησαν και πέτυχαν από το tribunal de grande instance de Paris την απαγόρευση των πωλήσεων. Το επιχείρημα που προέβαλε η BSF περί ασυμβιβάστου της απαγορεύσεως προς το κοινοτικό δίκαιο δεν έγινε δεκτό ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση- πλην όμως, ενέβαλε σε σκέψεις τον κρίνοντα σε τελευταίο βαθμό δικαστή: επ' αυτού ακριβώς του σημείου, όπως εκφράζεται με την υποβολή τεσσάρων ερωτημάτων, καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί.
Θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος να σταθώ στα δύο πρώτα ερωτήματα, με τα οποία το γαλλικό Cour de cassation ερωτά αν το άρθρο 59 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση ευκαιριακών πωλήσεων, εκ μέρους εμπόρου εγκατεστημένου σε κράτος μέλος, με δημοπρασία σε άλλο κράτος μέλος, μεταχειρισμένων εμπορευμάτων που του ανήκουν και σε καταφατική περίπτωση αν οι επιβαλλόμενες με το νόμο του 1841 προϋποθέσεις συνιστούν απαγορευόμενους περιορισμούς. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η απάντηση ευλόγως πρέπει να είναι αρνητική.
Πράγματι, πρόκειται για προϋπόθεση επιβαλλόμενη στον πωλητή και αφορά την πώληση των προϊόντων του, ώστε το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η « παροχή » είναι αυτό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, συνακόλουθα, όχι εκείνο των διατάξεων περί της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, σύμφωνα με το μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση γράμμα του άρθρου 60 της Συνθήκης. Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι, ως έσχατη συνέπεια του περιορισμού των πωλήσεων, παρακωλυόταν η παροχή της υπηρεσίας του εκτιμητή-δημοπράτη, το εμπόδιο αυτό θα υπαγόταν εν πάση περιπτώσει στον επιβαλλόμενο επί των πωλήσεων περιορισμό και συνεπώς στην εισαγωγή των εμπορευμάτων ( απόφαση της 7ης Μαΐου 1985, στην υπόθεση 18/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1985, σ. 1339, σκέψη 12, και απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 60/84 και 61/84, Cinéthèque, Συλλογή 1985, σ. 2605, σκέψεις 10 και 11).
Με το τρίτο ερώτημα, το γαλλικό Cour de cassation ερωτά αν το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή του προαναφερθέντος νόμου του 1841 στον βαθμό που ο νόμος αυτός επιβάλλει στον πωλητή μεταχειρισμένων εμπορευμάτων, προερχομένων από άλλο κράτος μέλος, να είναι εγγεγραμμένος από διετίας τουλάχιστον στο εμπορικό μητρώο της περιοχής στην οποία πραγματοποιείται η πώληση με δημοπρασία. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το γαλλικό Cour de cassation ερωτά ( με το τέταρτο ερώτημά του ) αν ο περιορισμός δικαιολογείται εκ λόγων δημοσίας τάξεως, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης.
Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα αυτά νομίζω ότι είναι ευχερής, με δεδομένο τον πάγιο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση προσανατολισμό του Δικαστηρίου.
Κατ' ουσίαν, το να απαιτείται από τον πωλητή άλλου κράτους μέλους η εγγραφή του, τουλάχιστον από διετίας πριν τη διενέργεια της πωλήσεως, στο τοπικό εμπορικό μητρώο ισοδυναμεί με την επιβολή σ' αυτόν της υποχρεώσεως να απευθύνεται σε έμπορο που ασκεί τις δραστηριότητές του στην περιοχή αυτή ή να παραιτείται από το σύστημα της πωλήσεως με δημοπρασία. Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι ο αποκλεισμός ενός επιχειρηματία άλλου κράτους μέλους από αποτελεσματικό σύστημα πωλήσεως (εντελώς πρόσφατα με την απόφαση της 16ης Μαΐου 1989, στην υπόθεση 382/87, Buet, Συλλογή 1989, σ. 1235, σκέψεις 7 και 9) ή η επιβολή σ' αυτόν της υποχρεώσεως να έχει αντιπρόσωπο εγκατεστημένο στη χώρα όπου διενεργείται η πώληση (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1984, στην υπόθεση 247/81, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1984, σ. 1111, σκέψη 4) συνιστούν εξίσου εμπόδια στις εισαγωγές. Και αν αληθεύει ότι το μείζον περιλαμβάνει το έλασσον, κατά μείζονα λόγο πρέπει να θεωρηθεί ως εμπόδιο στις εισαγωγές το γεγονός της επιβολής στον πωλητή κράτους μέλους της υποχρεώσεως να « διέρχεται » από ενδιάμεσο τοπικό πωλητή, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εταίρο ή για εντελώς τρίτο πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση μεταγραφής συνεπάγεται πρόσθετο κόστος.
Επειδή, όμως, πρόκειται για νομοθεσία ισχύουσα αδιακρίτως, τίθεται το ερώτημα αν το προβλεπόμενο στο γαλλικό νόμο εμπόδιο στις εισαγωγές επιβάλλεται για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών και ειδικότερα για την προστασία του καταναλωτικού κοινού και την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών. Η εταιρία British Motors Wright κ.λπ., που κίνησαν τη δίκη και είναι αναιρεσίβλητες, τάσσονται προφανώς υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως, στηριζόμενες ιδίως σε αναγνωρισμένου κύρους απόψεις ότι η πώληση με δημοπρασία ευνοεί τα καιροσκοπικά φαινόμενα, παραπλανά τον αγοραστή που δεν διαθέτει τον χρόνο να σκεφθεί ωριμότερα, παρέχει στον έμπορο ο οποίος βρίσκεται στο χείλος της πτωχεύσεως τη δυνατότητα να μειώσει τις εγγυήσεις υπέρ των πιστωτών του, ακόμη δε επιτρέπει την ευκολότερη διακίνηση κλαπέντων αντικειμένων.
Γενικά, δεν είμαι μεταξύ εκείνων που υποτιμούν τις ικανότητες κρίσεως του καταναλωτή. Επιπλέον, η κοινή πείρα διδάσκει ότι το σύστημα πωλήσεων με δημοπρασία συνοδεύεται συνήθως από επαρκείς εγγυήσεις, όπως για παράδειγμα από ενδεδειγμένη προαγγελία σχετικά με τα πωλούμενα προϊόντα, τις ημέρες κατά τις οποίες αυτά εκτίθενται πριν από την πώληση με δημοπρασία και κατά τις οποίες είναι εφικτό να τα δεί ο πιθανός αγοραστής και να τα ελέγξει, την ταυτότητα του πωλητή και των εκτιμητών-δημοπρατών καθώς και τις λεπτομέρειες πληρωμής. Σε τελευταία ανάλυση, ο ζωηρά ενδιαφερόμενος να συμμετάσχει σε πώληση με δημοπρασία ακριβών οχημάτων και ο οποίος δεν θα ήταν από εκείνους που ο πωλητής θα μπορούσε να αιφνιδιάσει και να εξαπατήσει ώστε να συναινέσει στην πώληση, διαθέτει, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα να σκεφθεί ώριμα και να ελέγξει την καλή ποιότητα του προϊόντος καθώς και την « μη ύποπτη » προέλευση του, επίσης δε τη σοβαρότητα και την εμπορική και οικονομική δυνότητα του πωλητή. Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο αγοραστής, τόσο στη Γαλλία όσο και άλλες χώρες, διαθέτει την εγγύηση ότι ο εκτιμητής-δημοπράτης είναι εγγεγραμμένος σε επαγγελματικό μητρώο που ελέγχει η αρμόδια διοικητική αρχή.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι νόμος επιβάλλων στον πωλητή ορισμένες εγγυήσεις όπως αυτές που μόλις προανέφερα είναι ασφαλώς τέτοιας φύσεως ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες προστασίας του καταναλωτή και ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών, επιφέροντας λιγότερο περιοριστικές για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων συνέπειες από τον επίδικο νόμο.
Τελικά, νομίζω ότι η επιβαλλόμενη με το γαλλικό νόμο του 1841 προϋπόθεση για την πώληση με δημοπρασία μεταχειρισμένων αντικειμένων συνιστά εμπόδιο στις εισαγωγές, απαγορευόμενο με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Ανάλογες παρατηρήσεις ισχύουν και για το ερώτημα που αφορά το άρθρο 36 της Συνθήκης, σχετικά με τη δημόσια τάξη. 'Εχοντας κατά νου ότι πρόκειται για κανόνα επιδεχόμενο αυστηρή ερμηνεία, νομίζω ότι δεν μπορεί να αποσπάται από τον φάκελο της δικογραφίας ένα στοιχείο επιτρέπον να θεωρηθεί σοβαρά ότι η επιβαλλόμενη με το γαλλικό νόμο του 1841 προϋπόθεση είναι αναγκαία για την πρόληψη της διακινήσεως κλαπέντων αντικειμένων και ότι δεν υφίστανται καταλληλότερα και λιγότερα περιοριστικά για τις ανταλλαγές μέσα. Υπενθυμίζω συναφώς ότι ανάλογο επιχείρημα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, στην υπόθεση 154/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2735, σκέψεις 13 και 14). Η Ιταλική Κυβέρνηση αποπειράθηκε τότε — άτολμα έστω — να ισχυριστεί ότι τα διοικητικής φύσεως εμπόδια στην εγγραφή των αυτοκινήτων οχημάτων των προερχομένων από άλλο κράτος μέλος δικαιολογούνταν από το άρθρο 36 για λόγους καταστολής της διακινήσεως κλαπέντων οχημάτων και το Δικαστήριο έκανε δεκτή την άποψη της Επιτροπής ότι « ο επιδιωκόμενος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως, παραδείγματος χάρη, με κατάλληλο έλεγχο του αριθμού πλαισίου ».
Τέλος, νομίζω ότι ο επιβαλλόμενος με τον γαλλικό νόμο του 1841 περιοριστικός όρος στερείται ευλόγου ερείσματος στη δημόσια τάξη κατά την έννοια και για τους σκοπούς του άρθρου 36 της Συνθήκης.
Για τους λόγους που προεξέθεσα, προτείνω, λοιπόν, στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα από το γαλλικό Cour de cassation ερωτήματα:
« 1)
Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί εθνικής ρυθμίσεως που διέπει τους όρους πωλήσεως με δημοπρασία προϊόντων τα οποία ανήκουν σε έμπορο εγκατεστημένο σε άλλη χώρα μέλος.
2)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής νομοθετικής διατάξεως, εξαρτώσης την πώληση με δημοπρασία μεταχειρισμένων προϊόντων προελεύσεως άλλης χώρας μέλους από την εγγραφή της επιχειρήσεως στην οποία ανήκουν τα προς πώληση εμπορεύματα στο εμπορικό μητρώο του τόπου όπου διενεργείται η πώληση.
3)
Το επίδικο εθνικό μέτρο δεν δικαιολογείται από τους προβλεπομένους στο άρθρο 36 της Συνθήκης λόγους δημοσίας τάξεως. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy