Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (1).
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά συγκεκριμένα αν, βάσει και δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η βρετανική ρύθμιση που προβλέπει το δικαίωμα επί ορισμένου υψηλότερου συμπληρωματικού επιδόματος (στο εξής, χάριν συντομίας: συμπληρωματικό επίδομα), καθόσον το επίδομα αυτό, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει για τους άνδρες, δεν χορηγείται στις γυναίκες που βρίσκονται μεταξύ του 65ου και 70ού έτους της ηλικίας τους.
2. Η κατά το δυνατόν συνοπτική περιγραφή της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως οπωσδήποτε δεν είναι εύκολη, λόγω της πληθώρας των διατάξεων. Επιπλέον, το συνολικό πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο από το γεγονός ότι, όπως θα δούμε, το επίμαχο συμπληρωματικό επίδομα δεν είναι - τουλάχιστον τυπικά - ποσό που καταβάλλεται αυτοτελώς, αλλά απλώς ένα από τα στοιχεία για τον υπολογισμό του επιδόματος στέγης: το στοιχείο αυτό δε, όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, οδηγεί σε αύξηση του ίδιου του επιδόματος.
Η νομική ρύθμιση του επιδόματος στέγης (housing benefit) περιέχεται στο άρθρο 20 του Social Security Act (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) του 1986, οι δε εκτελεστικές διατάξεις περιέχονται στην Housing Benefit (General) Regulations (γενική κανονιστική απόφαση περί επιδόματος στέγης) του 1987. Το δικαίωμα επί του επιδόματος και το ύψος του ίδιου επιδόματος αποτελούν συνάρτηση της σχέσεως μεταξύ του εισοδήματος του δικαιούχου και ενός "εφαρμοστέου ποσού" (2). Το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί το άθροισμα των επιδομάτων και προσαυξήσεων που δικαιούνται οι διάφορες κατηγορίες αιτούντων.
Μία από τις προσαυξήσεις που περιλαμβάνεται στο εφαρμοστέο ποσό, προκειμένου να υπολογιστεί το επίδομα στέγης, είναι ακριβώς το συμπληρωματικό επίδομα που αφορά η παρούσα υπόθεση. Το επίδομα αυτό χορηγείται στους αιτούντες που δεν έχουν υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας τους, αλλά έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον το 60ό (3), και λαμβάνουν (ή τουλάχιστον λάμβαναν πριν αρχίσει να τους χορηγείται σύνταξη γήρατος), μεταξύ άλλων, σύνταξη αναπηρίας (4).
Oι προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί συντάξεως αναπηρίας (5), την οποία δικαιούται όποιος είναι ανίκανος προς εργασία για λόγους υγείας,
ρυθμίζονται από το άρθρο 15 του νόμου του 1975. Η σύνταξη αυτή καταβάλλεται κατ' αρχήν, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως (την οποία το άρθρο 27, παράγραφος 1, του νόμου του 1975 καθορίζει στο 60ό έτος για τις γυναίκες και στο 65ο έτος για τους άνδρες) ή επί πενταετία κατ' ανώτατο όριο μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει υπερβεί την ηλικία αυτή, αλλά εξακολουθεί να εργάζεται κανονικά (το άρθρο 27, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου ορίζει πράγματι ότι θεωρείται συνταξιούχος όποιος έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως πριν από πέντε τουλάχιστον έτη).
Εντούτοις, το άρθρο 30, παράγραφος 3, του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975 και η Social Security (Widow' s Benefit and Retirement Pension) Regulations ((κανονιστική απόφαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως (επίδομα χηρείας και συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου) )) του 1979 δίνουν τη δυνατότητα σε όσους λαμβάνουν ήδη, κατόπιν κανονικής ασκήσεως εργασίας ή για άλλο λόγο, σύνταξη γήρατος να ζητήσουν την ανάκληση της συνταξιοδοτήσεώς τους λόγω γήρατος και να λάβουν σύνταξη αναπηρίας. Η δυνατότητα αυτή πάντως μπορεί να ασκηθεί εντός πενταετίας από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως: με άλλα λόγια, η δυνατότητα αιτήσεως της συντάξεως αναπηρίας, καθώς και το σχετικό δικαίωμα, αποσβένονται οπωσδήποτε στα 65 έτη για τις γυναίκες και στα 70 για τους άνδρες.
Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι η απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της χορηγήσεως του συμπληρωματικού επιδόματος, δεν καταργεί το δικαίωμα επί του ίδιου του επιδόματος αυτού, το οποίο επομένως εξακολουθεί, ακόμη και μετά την ημερομηνία αυτή, να αποτελεί τμήμα του εφαρμοστέου ποσού για τον υπολογισμό του επιδόματος στέγης.
3. Ας έλθουμε τώρα στα πραγματικά περιστατικά της κύριας υποθέσεως. Η Smithson λάμβανε σύνταξη αναπηρίας επί πενταετία πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Από τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής άρχισε να λαμβάνει τη σύνταξη γήρατος. Δεν αμφισβητείται ότι, αν η επίμαχη ρύθμιση
ίσχυε ήδη κατά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της, η Smithson θα δικαιούνταν το συμπληρωματικό επίδομα, δεδομένου ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθεταν οι σχετικές διατάξεις, και μάλιστα χωρίς καν να τίθεται ζήτημα πλασματικής ανακλήσεως της συνταξιοδοτήσεώς της λόγω γήρατος (6) εν πάση περιπτώσει, η Smithson δεν θα μπορούσε να ζητήσει την πλασματική αυτή ανάκληση, καθόσον κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της νέας ρυθμίσεως περί του επιδόματος στέγης είχε ήδη συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας της. Συνεπώς η διαφορά γεννήθηκε ακριβώς επειδή το συμπληρωματικό επίδομα προβλέφθηκε όταν η Smithson είχε ήδη υπερβεί το όριο ηλικίας και δεν μπορούσε να ζητήσει την ανάκληση της συντάξεως γήρατος και την αντικατάστασή της από τη σύνταξη αναπηρίας.
Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι το πρόβλημα είναι γενικό και ότι το εμπόδιο που συνάντησε η Smithson έχει σημασία που βαίνει κατά πολύ πέραν του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο της επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών που την αφορούσαν δεν υπήρχε ακόμη το επίμαχο συμπληρωματικό επίδομα. Οι γυναίκες δηλαδή μεταξύ 65 και 70 ετών δεν έχουν οπωσδήποτε καμία δυνατότητα να ζητήσουν σύνταξη αναπηρίας και, κατά συνέπεια, κατά το διάστημα αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συντρέξει μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος επί του συμπληρωματικού επιδόματος.
4. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά ακριβώς αν συνιστά διάκριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7, το γεγονός ότι οι γυναίκες που βρίσκονται μεταξύ του 65ου και του 70ού έτους της ηλικίας τους δεν μπορούν, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τους άνδρες, να ζητήσουν το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1,
στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 2 της κανονιστικής αποφάσεως του 1987.
Το προαναφερθέν άρθρο 4 επιβάλλει, με την παράγραφο 1, την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω φύλου ειδικότερα, η απαγόρευση αυτή ισχύει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως προς "το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά" (πρώτη περίπτωση).
Στην προκειμένη περίπτωση η διαφορά στη μεταχείριση ανδρών και γυναικών συνίσταται στο γεγονός ότι η χορήγηση του συμπληρωματικού επιδόματος εξαρτάται από την ύπαρξη δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι οι γυναίκες έχουν στη διάθεσή τους πέντε έτη λιγότερα από τους άνδρες για να αποκτήσουν το δικαίωμα επί του εν λόγω συμπληρωματικού επιδόματος. Ουσιαστικά δηλαδή οι προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος του συμπληρωματικού αυτού επιδόματος είναι αυτές που διαφέρουν για τους άνδρες και τις γυναίκες: και οι μεν και οι δε μπορούν να αρχίσουν να λαμβάνουν το επίδομα αυτό με τη συμπλήρωση του 60ού έτους όμως, ενώ οι άνδρες, μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής, διαθέτουν δέκα έτη ακόμα για την απόκτηση του εν λόγω δικαιώματος, οι γυναίκες διαθέτουν μόνο πέντε.
Μετά την οριοθέτηση της επίμαχης εν προκειμένω δυσμενούς διακρίσεως, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι, όπως προκύπτει από την ίδια τη Διάταξη περί παραπομπής, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ερωτάται αν το επίμαχο συμπληρωματικό επίδομα εμπίπτει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων του, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, αν η καθ' υπόθεση διάκριση δικαιολογείται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της ίδιας οδηγίας, δηλαδή αν πρόκειται για αναγκαία συνέπεια του καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
5. 'Οσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω οδηγίας, θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι η οδηγία εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, από τους
κινδύνους αναπηρίας και γήρατος (στοιχείο α), καθώς και στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώνουν ή να υποκαθιστούν τα συστήματα αυτά (στοιχείο β).
Η άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως είναι ότι το νομικό σύστημα του επιδόματος στέγης δεν εμπίπτει καθαυτό, δηλαδή αν εξεταστεί συνολικά, στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω οδηγίας. Κατά τη Βρετανική Κυβέρνηση, πρόκειται για γενικό σύστημα, που έχει διαμορφωθεί σε συνάρτηση με το εισόδημα και το ύψος του μισθώματος για την κατοικία: δηλαδή πρόκειται για νομικό σύστημα που εξασφαλίζει προστασία από τη φτώχεια. Με άλλα λόγια, το επίδομα στέγης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, καθόσον χορηγείται σε ετερογενείς κατηγορίες προσώπων, δηλαδή σε πρόσωπα που δεν καλύπτονται κατ' ανάγκη έναντι των κινδύνων που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Σχετικά θα ήθελα να αρκεστώ στην παρατήρηση ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν αρκεί - κατ' αρχήν - για να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας επί του συμπληρωματικού επιδόματος. Θα ήθελα να υπενθυμίσω σχετικά την απόφαση Drake (7), στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε παροχή η οποία ανήκει, υπό ευρεία έννοια, σε ένα από τα αναφερόμενα συστήματα που προβλέπονται από τον νόμο ή σε διάταξη που αφορά την κοινωνική πρόνοια και που αποσκοπεί στη συμπλήρωση ή την υποκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος" (8). Κατά συνέπεια, αν συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επίμαχο συμπληρωματικό επίδομα αποτελεί πράγματι προστασία από τους κινδύνους γήρατος και/ή αναπηρίας, θα είναι αδύνατον να μη γίνει στη συνέχεια δεκτό ότι αποτελεί μέρος συστήματος που προβλέπεται από τον νόμο για την προστασία από τους προαναφερθέντες κινδύνους ή μορφή κοινωνικής
πρόνοιας που προορίζεται να συμπληρώσει την προστασία από τους ίδιους αυτούς κινδύνους.
'Οπως τόνισε το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση Drake, η ευρεία ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου 3 είναι αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αρμονική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εντός ολόκληρης της Κοινότητας (σκέψη 23). Οποιαδήποτε διαφορετική λύση θα έδινε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποφεύγουν εύκολα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από την οδηγία: προς τούτο θα ήταν αρκετό να εντάσσουν τις παροχές οι οποίες, εξεταζόμενες αυτοτελώς, θα προορίζονταν για την προστασία από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 της οδηγίας σε συστήματα γενικής ισχύος ή σε συστήματα που δεν προορίζονται ειδικά για την προστασία από έναν από τους κινδύνους αυτούς.
6. Επανερχόμενος στην προκειμένη υπόθεση, θα ήθελα επιπλέον να τονίσω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως ότι, αφού το συμπληρωματικό επίδομα είναι απλώς ένα από τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται το εφαρμοστέο ποσό προς τον σκοπό του υπολογισμού του επιδόματος στέγης και όχι ποσό που καταβάλλεται αυτοτελώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής παροχή που μπορεί να αποχωριστεί από το επίδομα του οποίου αποτελεί τμήμα.
Νομίζω μάλιστα ότι δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι το επίμαχο επίδομα δεν συνίσταται τυπικά σε χρηματική παροχή που καταβάλλεται αυτούσια στους δικαιούχους. Αντίθετα, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι αυτό που έχει σημασία είναι ότι το επίδομα αυτό μεταφράζεται στην πράξη οπωσδήποτε σε ένα οικονομικό όφελος για τους δικαιούχους, στους οποίους παρέχεται, όταν το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη, υψηλότερο επίδομα στέγης.
Δεδομένου όμως ότι, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα βρετανική ρύθμιση, ο σκοπός της επίμαχης προσαυξήσεως είναι να δοθεί επιπλέον ενίσχυση στους συνταξιούχους για τους οποίους έχει αναγνωριστεί η ύπαρξη κάποιας μορφής αναπηρίας ή, εν πάση περιπτώσει, μειονεξίας, δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει αμφιβολία για το ότι το συμπληρωματικό επίδομα εμπίπτει πράγματι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για "παροχή", η οποία, μολονότι είναι ενταγμένη στο γενικότερο σύστημα του επιδόματος στέγης, μπορεί να αποχωριστεί από το σύστημα αυτό, υπό την έννοια ότι έχει συγκεκριμένη λογική και συγκεκριμένους σκοπούς: να διευκολύνει τους συνταξιούχους που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Κατά συνέπεια, εν όψει των κατηγοριών προσώπων για τις οποίες προορίζεται και λόγω των αποτελεσμάτων που παράγει, το επίδομα αυτό εμπίπτει κατ' ανάγκη στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7. Ειδικότερα, το επίδομα αυτό πρέπει να θεωρηθεί, δεδομένου ότι σκοπός του είναι να παρασχεθεί πρόσθετη ενίσχυση στους ανάπηρους συνταξιούχους, για να αντιμετωπίσουν τα έξοδα στεγάσεως, ως μια μορφή κοινωνικής πρόνοιας που προορίζεται να συμπληρώσει τα συστήματα που προβλέπει ο νόμος για την προστασία από τους κινδύνους γήρατος και αναπηρίας.
7. Κατόπιν της διαπιστώσεως ότι το συμπληρωματικό επίδομα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, πρέπει να εξακριβωθεί αν η διαπιστωθείσα ήδη διάκριση, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επιτρέπεται στις γυναίκες, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τους άνδρες, να ζητήσουν και να λάβουν το επίδομα αυτό μετά τη συμπλήρωση του 65ου και πριν από τη συμπλήρωση του 70ού έτους της ηλικίας τους, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τον λόγο ότι αποτελεί αναγκαία συνέπεια των διαφορετικών ηλικιών συνταξιοδοτήσεως που προβλέπονται για τους άνδρες και τις γυναίκες. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξακριβωθεί αν η διαφορετική μεταχείριση εν προκειμένω αποτελεί "δικαιολογημένη" διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της ίδιας οδηγίας. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση των συντάξεων
γήρατος και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για τις άλλες ασφαλιστικές παροχές.
Πριν εξετάσω την έκταση εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής σε σχέση με την προκειμένη υπόθεση, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι η κατάργηση των διακρίσεων λόγω φύλου αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, των οποίων το ίδιο το Δικαστήριο πρέπει να εξασφαλίζει τον σεβασμό (9), και, επιπλέον, έχει διευκρινίσει ότι "κατά τον καθορισμό της έκτασης κάθε παρέκκλισης από το ατομικό δικαίωμα, όπως η καθιερωθείσα από την οδηγία ισότητα μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, αποτελούσα μέρος των γενικών αρχών του δικαίου που συνιστούν τη βάση της κοινοτικής έννομης τάξης. Η αρχή αυτή απαιτεί όπως οι παρεκκλίσεις μη υπερβαίνουν τα όρια των ενεργειών που είναι κατάλληλες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (...)" (10). Από αυτό συνάγεται, πράγμα που διευκρίνισε το ίδιο το Δικαστήριο, ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (11).
8. Στην προκειμένη όμως περίπτωση πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν οι διαφορετικές προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί του συμπληρωματικού επιδόματος, και ειδικότερα το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν στη διάθεσή τους πέντε έτη λιγότερα για να αποκτήσουν το δικαίωμα αυτό, αποτελούν αναγκαία συνέπεια του καθορισμού διαφορετικών κατωτάτων ορίων για την ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και τις γυναίκες. Εκ πρώτης όψεως η σχέση αυτή φαίνεται να είναι ανύπαρκτη το γεγονός ότι το δικαίωμα επί της συντάξεως γεννάται σε διαφορετικές ηλικίες δεν ασκεί καμία επιρροή επί του επίμαχου εν προκειμένω επιδόματος, καθόσον το όριο ηλικίας για την κτήση
του δικαιώματος επί του επιδόματος αυτού είναι ενιαίο (το 60ό έτος της ηλικίας). Αυτό σημαίνει ότι, για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες θεωρούνται "συνταξιούχοι" από την ίδια ακριβώς ηλικία. Κατά συνέπεια, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και των προϋποθέσεων χορηγήσεως του συμπληρωματικού επιδόματος.
Το συμπέρασμα αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθόσον, όπως εξέθεσα ήδη κατά την περιγραφή της επίμαχης ρυθμίσεως, η διάκριση δεν συνίσταται, τουλάχιστον άμεσα, στην ύπαρξη σχέσεως με τον καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αλλά στο γεγονός ότι το επίμαχο επίδομα εξαρτάται από την ηλικία στην οποία αποσβένεται αυτοδίκαια το δικαίωμα επί της συντάξεως αναπηρίας, η οποία είναι διαφορετική για τους άνδρες και τις γυναίκες (θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι πρόκειται για το 70ό και το 65ο αντίστοιχα έτος της ηλικίας).
Κατά συνέπεια, πρέπει μάλλον να εξακριβωθεί αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του συμπληρωματικού επιδόματος και της συντάξεως αναπηρίας και μεταξύ της συντάξεως αυτής και της συντάξεως γήρατος. Δεν νομίζω όμως ότι η εξακρίβωση αυτή είναι αναγκαία ούτε ότι είναι σύμφωνη προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, ενόψει ακριβώς του γεγονότος ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
Δηλαδή: η προαναφερθείσα διάταξη επιτρέπει στα κράτη να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μόνο τον καθορισμό της ηλικίας στην οποία κτάται το δικαίωμα επί της συντάξεως, καθώς και τις συνέπειες που μπορεί να έχει ο καθορισμός αυτός για τις άλλες παροχές. Είναι προφανές ότι οι συνέπειες αυτές πρέπει να εξαρτώνται άμεσα από τον καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως αν γινόταν δεκτό ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να αποτελούν και αυτές συνέπεια μιας άλλης παροχής (ακόμη και αν εξακριβωθεί ότι η τελευταία αυτή παροχή αποτελεί πράγματι
συνέπεια του καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως), θα διευρυνόταν αδικαιολόγητα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
Εξάλλου θεωρώ ότι δεν είναι καθόλου αναγκαίο να εξακριβωθεί εν προκειμένω αν η αυτοδίκαιη απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας σε διαφορετικές ηλικίες αποτελεί συνέπεια του καθορισμού της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, όσον αφορά τους σκοπούς και τις συνέπειες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 7, και θα ήθελα απλώς να παρατηρήσω ότι το ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να δημιουργούνται διακρίσεις, π.χ. με τη θέσπιση διατάξεως που να εξαρτά τη χορήγηση του συμπληρωματικού επιδόματος από την ύπαρξη καταστάσεως αναπηρίας και όχι από τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας.
Τελικά νομίζω ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, όπως αναδιατυπώθηκε ανωτέρω, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια παροχή σαν το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα, το οποίο εξαρτάται από την ηλικία και την κατάσταση αναπηρίας του αιτούντος, αποτελεί μορφή κοινωνικής πρόνοιας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας 79/7, που προορίζεται να συμπληρώσει σύστημα προβλεπόμενο από τον νόμο. Το γεγονός δε ότι μία από τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί του συμπληρωματικού αυτού επιδόματος συνίσταται σε παροχή (τη σύνταξη αναπηρίας), επί της οποίας το δικαίωμα αποσβένεται σε συνάρτηση με τις διαφορετικές ηλικίες συνταξιοδοτήσεως, δεν αποτελεί οπωσδήποτε αναγκαία συνέπεια της υπάρξεως της διαφοράς αυτής.
9. Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7, οι γυναίκες μεταξύ 65 και 70 ετών έχουν το δικαίωμα, βάσει των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου, να ζητούν την πλασματική ανάκληση της συνταξιοδοτήσεως γήρατος και να λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας και συνακόλουθα το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα. Στην ουσία, το ερώτημα αυτό θέτει, εν πάση περιπτώσει από την άποψη του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου, το πρόβλημα αν η διακοπή της χορηγήσεως της συντάξεως
αναπηρίας σε διαφορετικές ηλικίες εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, επειδή εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας αυτής.
Το συμπέρασμά μας σε σχέση με το πρώτο ερώτημα καθιστά περιττή την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, από την άποψη της επιλύσεως της προκειμένης διαφοράς. Εντούτοις, χάριν πληρότητας και για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δεχθεί την προτεινόμενη λύση, νομίζω ότι πρέπει να εξετάσω αν η απόσβεση του δικαιώματος επί συντάξεως αναπηρίας σε άλλη ηλικία για τους άνδρες και σε άλλη για τις γυναίκες συνιστά αναγκαία συνέπεια του καθορισμού διαφορετικών ηλικιών συνταξιοδοτήσεως. Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, ισχύουν οι γενικές παρατηρήσεις που ανέπτυξα ήδη σε σχέση με το πρώτο ερώτημα.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω, ακόμη μία φορά, τα εξής: α) η καταβολή της συντάξεως αναπηρίας παύει αυτοδίκαια πέντε έτη μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, β) η ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχει καθοριστεί στο 65ο έτος για τους άνδρες και στο 60ό έτος για τις γυναίκες, γ) εφόσον έχει παρέλθει πενταετία από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται οπωσδήποτε ως συνταξιούχος.
Η απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας συμπίπτει συνεπώς χρονικά με την υποχρεωτική συνταξιοδότηση. Το γεγονός αυτό καθίσταται εύκολα κατανοητό, αν ληφθεί υπόψη ότι η σύνταξη αναπηρίας, η οποία αποτελεί παροχή που αναπληρώνει την απώλεια εισοδήματος λόγω ανικανότητας προς εργασία, μπορεί να εξακολουθήσει να καταβάλλεται και μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο γεννάται το δικαίωμα επί της συντάξεως, και συγκεκριμένα μέχρι την ημερομηνία που προβλέπεται για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση, αφού προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να εξακολουθήσει να εργάζεται κανονικά ακόμη και μετά τη συμπλήρωση της
ηλικίας συνταξιοδοτήσεως (12). Στην προκειμένη περίπτωση, εξάλλου, όπως τόνισε η ίδια η Βρετανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, η δυνατότητα όσων λαμβάνουν ήδη σύνταξη γήρατος να ζητήσουν να λάβουν σύνταξη αναπηρίας, παραιτούμενοι από την πρώτη σύνταξη, προβλέπεται για τον λόγο ότι πολλοί αναλαμβάνουν νέα εργασία, αφού προηγουμένως είχαν παύσει να εργάζονται. Σε τελική ανάλυση, η σύνταξη αναπηρίας χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, σε όσους θεωρούνται ότι αποτελούν, τουλάχιστον δυνητικά, μέλη του "ενεργού πληθυσμού".
10. Υπό την οπτική αυτή γωνία νομίζω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας δεν αποτελεί συνάρτηση των διαφορετικών ηλικιών συνταξιοδοτήσεως, αλλά της ηλικίας υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 79/7 επιτρέπει όμως μόνο τις διακρίσεις που αποτελούν αναγκαία συνέπεια της διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και όχι τις διακρίσεις που αποτελούν απόρροια του γεγονότος ότι προβλέπεται διαφορετική ηλικία για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση.
Πράγματι, το γεγονός ότι η γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως πριν από τον άνδρα (η διάκριση αυτή επιτρέπεται, καθόσον αφορά την ηλικία στην οποία μπορεί να αρχίσει να καταβάλλεται η σύνταξη γήρατος) δεν σημαίνει, όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, ότι η γυναίκα μπορεί να υποχρεωθεί να συνταξιοδοτηθεί νωρίτερα, αφού μάλιστα το αγγλικό σύστημα δεν προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος συνταξιοδοτείται αυτόματα, μόλις αποκτήσει το δικαίωμα επί της συντάξεως. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι προβλέπεται διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να
εμποδίζονται οι γυναίκες να εργάζονται επί όσο διάστημα εργάζονται και οι άνδρες (13).
Αντίθετα, η ηλικία κατά την οποία οι εργαζόμενοι υποχρεούνται να παύσουν να εργάζονται καταλέγεται, όπως συνάγεται από την ίδια τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των όρων εργασίας κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ (14).
Συναφώς θα ήθελα να υπενθυμίσω την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1983 (15), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που προβλέπει ότι οι εργαζόμενες μπορούν, ακόμη και αν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, να εξακολουθήσουν να εργάζονται μέχρι το όριο ηλικίας που προβλέπεται για τους άνδρες, πρέπει να θεωρείται ως ένας από τους "σημαντικότερους όρους εργασίας".
Ας προστεθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξαίρεση που προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της απολύσεως εργαζόμενης για τον λόγο και μόνο ότι έχει συμπληρώσει ή υπερβεί την ηλικία κατά την οποία έχει δικαίωμα επί κρατικής συντάξεως και η οποία είναι διαφορετική για τους άνδρες και για τις γυναίκες (16) η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει ούτε για τις συμβατικές ρήτρες που προβλέπουν ότι η σχέση εργασίας λύεται όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει ορισμένη ηλικία, η οποία
αποτελεί συνάρτηση της διαφορετικής ηλικίας κατά την οποία αποκτούν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως οι εργαζόμενοι (17).
Σε τελική ανάλυση δηλαδή το Δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε ότι οι παροχές που εξαρτώνται από τα εθνικά συστήματα σχετικά με το κατώτατο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση, όριο διαφορετικό για τους άνδρες και διαφορετικό για τις γυναίκες, μπορούν να εξαιρούνται από την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (18), κάνει πάντοτε διάκριση μεταξύ του χρονικού σημείου της κτήσεως του δικαιώματος επί της συντάξεως γήρατος και του χρονικού σημείου της συνταξιοδοτήσεως, ακόμη και αν τα δύο αυτά χρονικά σημεία συμπίπτουν.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι στην προκειμένη περίπτωση η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας 79/7 δεν καλύπτει την απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας πέντε έτη μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, καθόσον η απόσβεση αυτή αποτελεί στην ουσία συνάρτηση του χρονικού σημείου που προβλέπεται για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση, η οποία καταλέγεται μεταξύ των όρων εργασίας κατά την έννοια της οδηγίας 76/207. Κατά συνέπεια, η αυτοδίκαιη απόσβεση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας λόγω συμπληρώσεως ορισμένης ηλικίας, η οποία αποτελεί συνάρτηση της διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται αφενός για τους άνδρες και αφετέρου για τις γυναίκες, δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της υπάρξεως της διαφορετικής αυτής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
11. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να
δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα του High Court of Justice, Queen' s Bench Division:
"1) α) Μια παροχή σαν το υψηλότερο συμπληρωματικό επίδομα, το οποίο εξαρτάται από την ηλικία και την κατάσταση αναπηρίας του αιτούντος, αποτελεί μορφή κοινωνικής πρόνοιας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας 79/7, που προορίζεται να συμπληρώσει σύστημα προβλεπόμενο από τον νόμο.
β) Το γεγονός ότι μία από τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί του συμπληρωματικού αυτού επιδόματος συνίσταται σε παροχή (τη σύνταξη αναπηρίας), επί της οποίας το δικαίωμα αποσβένεται σε συνάρτηση με τις διαφορετικές ηλικίες συνταξιοδοτήσεως που προβλέπονται για τους άνδρες και τις γυναίκες, δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της υπάρξεως της διαφοράς αυτής κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, της εν λόγω οδηγίας.
2) Η αυτοδίκαιη διακοπή της καταβολής της συντάξεως αναπηρίας πέντε έτη μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν αποτελεί, δεδομένου ότι είναι συνάρτηση των διαφορετικών ορίων ηλικίας που προβλέπονται για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση, αναγκαία συνέπεια της διαφορετικής ηλικίας κατά την οποία αποκτάται το δικαίωμα επί της συντάξεως γήρατος."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
(2) Πιο συγκεκριμένα, το επίδομα στέγης ισούται με το ποσό του μισθώματος της κατοικίας, αν το εισόδημα υπολείπεται του εφαρμοστέου ποσού αν αντίθετα το εισόδημα υπερβαίνει το εφαρμοστέο ποσό, το επίδομα στέγης μειώνεται στο 65 % για το κλάσμα του εισοδήματος που υπερβαίνει το εφαρμοστέο ποσό.
(3) 'Αρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του μέρους ΙΙΙ του παραρτήματος 2 της κανονιστικής αποφάσεως του 1987.
(4) 'Αρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, πρώτη περίπτωση, του προαναφερθέντος παραρτήματος.
(5) Πρέπει να διευκρινιστεί εδώ ότι η έκφραση "σύνταξη αναπηρίας" έχει την έννοια της χρηματικής παροχής που αναπληρώνει την απώλεια εισοδήματος που οφείλεται στην ανικανότητα προς εργασία για λόγους υγείας επομένως, η "σύνταξη" αυτή καταβάλλεται κυρίως σε όσους δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ή, εν πάση περιπτώσει, θεωρούνται ότι θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος του ενεργού πληθυσμού.
(6) Πράγματι, όσοι δικαιούνται από το 60ό έτος της ηλικίας τους το επιδόμα στέγης και λάμβαναν επιπλέον το επίδομα βαριάς αναπηρίας επί οκτώ εβδομάδες πριν από τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους (το συμπληρωματικό αυτό επίδομα χορηγείται, μεταξύ άλλων, σε όσους λαμβάνουν κατά την περίοδο αυτή σύνταξη αναπηρίας) αποκτούν αυτόματα το δικαίωμα επί του υψηλότερου συμπληρωματικού επιδόματος, και μάλιστα - φυσικά - ανεξάρτητα από το φύλο και από τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
(7) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 150/85 (Συλλογή 1986, σ. 1995, σκέψη 23).
(8) Η υπογράμμιση δική μου.
(9) Βλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne (Racc. 1977, σ. 1365, σκέψεις 26 και 27).
(10) Απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 38).
(11) Βλ. τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986 στις υποθέσεις 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 36), και 262/84, Beets-Proper (Συλλογή 1986, σ. 773, σκέψη 38).
(12) Είναι πράγματι προφανές ότι το δικαίωμα επί της συντάξεως αναπηρίας όσων εξακολουθούν να εργάζονται κανονικά μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως μπορεί ενδεχομένως να γεννηθεί μόνο μετά την κτήση του δικαιώματος επί συντάξεως γήρατος.
(13) Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Slynn στην υπόθεση 152/84, Marshall (Συλλογή 1984, σ. 725 και ειδικότερα σ. 730).
(14) Οδηγία του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
(15) Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1983, 163/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 3273, σκέψη 9).
(16) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Μarshall, όπ.π., σκέψη 38.
(17) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Beets-Proper, όπ.π., σκέψη 40.
(18) Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1981, 19/81, Βurton (Συλλογή 1982, σ. 555).
Full & Egal Universal Law Academy