Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (1).
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης όπου κατηγορούμενοι είναι δύο πλοίαρχοι βρετανικών αλιευτικών σκαφών - οι K. G. Wood και J. Cowie - επειδή παραβίασαν έναν από τους όρους που προβλέπονταν από τις άδειες αλιείας παραλείποντας να γνωστοποιήσουν, μέσω ασυρμάτου, το πέρασμα των σκαφών τους από μια ζώνη CIEM σε άλλη.
2. Η βρετανική νομοθεσία προβλέπει ότι οι άδειες που εκδίδονται για την αλιεία ειδών υποκειμένων σε ποσοστώσεις είναι δυνατόν να προβλέπουν συγκεκριμένους όρους των οποίων η μη τήρηση συνιστά αδίκημα. Ειδικότερα, από τον Μάρτιο του 1989, στις άδειες που χορηγούνται στα βρετανικά αλιευτικά σκάφη προστέθηκε η υποχρέωση να επισημαίνεται, μέσω ασυρμάτου, στον αρμόδιο Υπουργό η διάβαση της γραμμής δυτικού γεωγραφικού μήκους 4 που χωρίζει τη ζώνη CIEM IV (Βόρειος Θάλασσα) από τη ζώνη CIEM VI (δυτικώς της Σκωτίας).
Ο όρος αυτός επιβλήθηκε προκειμένου να ελέγχεται αν πράγματι τηρείται το καθεστώς των κοινοτικών ποσοστώσεων αλιείας ώστε να αποφεύγεται όπως οι
πραγματοποιούμενες στη μια από τις δύο ζώνες αλιεύσεις να καταλογίζονται στην ποσόστωση που έχει χορηγηθεί για την άλλη.
'Οσον αφορά το πεδίο εφαρμογής ratione personae του εν λογω όρου, πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο τα σκάφη που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι δικαιούχοι των αδειών αλιείας που εκδίδονται από τις βρετανικές αρχές. Εξ αυτού έπεται ότι, εφόσον η υποχρέωση γνωστοποιήσεως της διελεύσεως από τη ζώνη CIEM IV στη ζώνη CIEM VI αποτελεί έναν από τους όρους που περιλαμβάνονται στην άδεια αλιείας, η υποχρέωση αυτή αφορά μόνο τα αλιευτικά σκάφη του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ τα σκάφη των άλλων κρατών μελών, που δεν είναι δικαιούχα βρετανικών αδειών, δεν υποχρεούνται να προβαίνουν σε ανάλογη ειδοποίηση όταν αλιεύουν τα ίδια υποκείμενα σε ποσοστώσεις είδη στις ίδιες ζώνες.
3. Στις υποθέσεις των κυρίων δικών, οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν τον νόμιμο χαρακτήρα του εν λόγω όρου από δύο απόψεις.
Πρώτον, η υποχρέωση αυτή ανακοινώσεως συνεπάγεται δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας κατά το μέτρο που η εν λόγω υποχρέωση αφορά μόνο τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη. Επομένως, η εν λόγω υποχρέωση έρχεται σε αντίθεση τόσο με το άρθρο 7 της Συνθήκης όσο και με το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76, το οποίο ορίζει ειδικώς, στο πρώτο του εδάφιο, ότι
"1. Το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από κάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα, τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, δεν δύναται να προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητος."
Δεύτερον, οι κατηγορούμενοι επισημαίνουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις τις οποίες πρόκειται να επιφέρουν στο
εθνικό τους καθεστώς αλιείας. 'Ομως, η προσθήκη του επίμαχου όρου στις άδειες αλιείας, τον Μάρτιο του 1989, δεν κοινοποιήθηκε, κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος άρθρου 3, από το Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, πρόκειται για παράνομο όρο και, κατά συνέπεια, μη δυνάμενο να αντιταχθεί στους ενδεχόμενους παραβάτες του εφόσον ο εν λόγω όρος θεσπίστηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας.
4. Λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη τις αμφισβητήσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.
Το πρώτο ερώτημα αφορά τον προβαλλόμενο ως συνιστώντα δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα του επίμαχου όρου ενόψει των διατάξεων των άρθρων 7 της Συνθήκης και 2 του κανονισμού 101/76.
Αντιθέτως, το δεύτερο ερώτημα έχει ως αντικείμενο τον διαδικαστικό κανόνα του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, δυνάμει της διατάξεως αυτής, οι βρετανικές αρχές υποχρεούνταν να ανακοινώσουν την πρόθεσή τους να εισαγάγουν τον επίμαχο όρο στις άδειες αλιείας.
5. Σχετικά με το δεύτερο αυτό ερώτημα, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, σε ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής της προσαπτομένης στους κατηγορουμένους παραβάσεως στις υποθέσεις των κυρίων δικών, οι βρετανικές αρχές κοινοποίησαν τα επίμαχα μέτρα στην Επιτροπή και η τελευταία, αναγνωρίζοντας επίσημα την κοινοποίηση αυτή, διευκρίνισε ότι δεν είχε καμία εν προκειμένω αντίρρηση.
Σε σχέση ακριβώς με αυτές τις αναπτύξεις απόψεων, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο συμπληρωματικό ερώτημα με το οποίο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν η μη τήρηση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως του άρθρου 3 του κανονισμού 101/76 συνεπάγεται το ανίσχυρο του εν λόγω μέτρου και αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το ανίσχυρο αυτό μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων με μεταγενέστερη κοινοποίηση που θα γίνει εκπροθέσμως.
6. Κατά συνέπεια, όπως έχω επισημάνει, το πρώτο ερώτημα αφορά τον προβαλλόμενο ως συνιστώντα δυσμενείς διακρίσεις χαρακτήρα της υποχρεώσεως ειδοποιήσεως που επιβάλλεται από τις εν λόγω άδειες αλιείας. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται μια τέτοια δυσμενής διάκριση, είναι σκόπιμο να υπομνηστούν οι βασικές διατάξεις του κοινοτικού καθεστώτος που διέπει την άσκηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων.
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον κανονισμό (EOK) 170/83 (2), με τον οποίο συμπληρώθηκε ο κανονισμός 101/76, θεσπίστηκε ένα κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, καθεστώς που επιβάλλει περιορισμούς στις αλιευτικές δραστηριότητες. Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού προβλέπει τον ετήσιο καθορισμό του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων που είναι διαθέσιμα για την Κοινότητα ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, όταν είναι αναγκαίος ο περιορισμός της ποσότητας των αλιευμάτων για ένα είδος ή για συγγενή είδη.
Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, η ποσότητα αλιευμάτων που είναι διαθέσιμη για την Κοινότητα κατανέμεται, στη συνέχεια, μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα όσον αφορά τις δραστηριότητες που ασκούνται για κάθε απόθεμα.
Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος κατανομής επί εθνικής βάσεως των αλιευτικών πόρων, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί.
Κατά συνέπεια, δυνάμει του κοινοτικού καθεστώτος, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των εθνικών ποσοστώσεων, να ρυθμίζουν την άσκηση από τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους των αλιευτικών δραστηριοτήτων εντός των υδάτων που υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους (βλ. την
απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1988, 223/86, Pesca Valentia, Συλλογή 1988, σ. 83).
Ειδικότερα, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των εγχωρίων τους αλιευτικών σκαφών, τα κράτη μπορούν, για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος των ΣΕΑ να θεσπίσουν σύστημα αδειών αλιείας συνεπαγόμενο και την τήρηση, από τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, συγκεκριμένων όρων.
Τέτοιο σύστημα εθνικών αδειών, το οποίο να χρησιμοποιείται πλήρως και να ρυθμίζεται εν μέρει σε κοινοτικό επίπεδο ((βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 3483/88 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1988 (3))), έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου το οποίο, με την απόφασή του της 27ης Μαρτίου 1990, C-9/89, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-1383), αποφάνθηκε ότι "η υπό του κράτους μέλους της νηολογήσεως θέσπιση καθεστώτος αδειών αποτελεί μια από τις μεθόδους που διαθέτουν τα κράτη μέλη προς εξασφάλιση της τηρήσεως των ορίων για τα αλιεύματα τα οποία επιβάλλονται στο πλαίσιο του κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως" των αλιευτικών πόρων.
7. 'Ομως, μεταξύ των όρων που είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι θα πρέπει επίσης να μνημονευθούν τα μέτρα ελέγχου, όπως, συγκεκριμένα, η υποχρέωση ειδοποιήσεως που αποτελεί το αντικείμενο των διαφορών στις κύριες δίκες. Πράγματι, τα μέτρα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος των αδειών, δεδομένου ότι με αυτά διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού καθώς ελέγχεται η τήρηση των χορηγηθεισών ποσοστώσεων.
Εξάλλου, η πρόβλεψη αυτών των σχετικών με έλεγχο όρων στις άδειες είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 (4). Ο κανονισμός αυτός, με τον οποίο έχει θεσπιστεί ένα καθεστώς κοινοτικών μέτρων ελέγχου σχετικά με τις αλιευτικές δραστηριότητες εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων ελέγχου που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις του (άρθρο 15).
Είναι ουσιώδες να σημειωθεί ότι, κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η επίμαχη υποχρέωση ειδοποιήσεως πρέπει ακριβώς να χαρακτηριστεί ως μέτρο ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 2241/87.
8. Εξυπακούεται ότι τα εθνικά μέτρα ελέγχου που περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας και σκοπούν στη διασφάλιση της ορθής διαχειρίσεως των εθνικών ποσοστώσεων εφαρμόζονται μόνο στα βρετανικά σκάφη αλιείας.
Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έχει επισημάνει στις υποθέσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459) και C-216/87, Jaderow (Συλλογή 1989, σ. 4509), ο κοινοτικός νομοθέτης επιτρέπει την πρόσβαση στις εθνικές ποσοστώσεις στα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία οποιουδήποτε κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σ' αυτό, ενώ μόνο αυτά μπορούν να αντλούν από τις ποσοστώσεις του.
Επομένως, είναι φυσικό και σύμφωνο προς τη λογική που διαπνέει το σύστημα να λαμβάνει κάθε ένα από τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του αναγνωρίζονται από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία, όσον αφορά τη διαχείριση της δικής του ποσοστώσεως, μέτρα ελέγχου υπό τη μορφή ειδικών όρων οι οποίοι περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας και, κατά συνέπεια, ισχύουν μόνο για τα εγχώρια αλιευτικά σκάφη.
9. Βεβαίως, αφ' ης στιγμής τα κράτη μέλη, εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους έχει αναγνωριστεί, μπορούν να λαμβάνουν μέτρα παρεκκλίσεως είναι δυνατό τα σκάφη των διαφόρων κρατών μελών να υπόκεινται σε διαφορετικές υποχρεώσεις, ενώ, ενδέχεται, ορισμένες από τις υποχρεώσεις αυτές να είναι αυστηρότερες απ' ό,τι άλλες.
Ωστόσο, οι διαφορετικές αυτές καταστάσεις κατ' ουδένα τρόπο συνιστούν διακρίσεις απαγορευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ισότητας του άρθρου 7 της Συνθήκης δεν ισχύει για τις
ενδεχόμενες διαφορές ως προς τη μεταχείριση και τις στρεβλώσεις που μπορεί να προκύπτουν, όσον αφορά τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας, από τις ανομοιότητες που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών (βλ. τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm, Racc. 1969, σ. 1 της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, Van Dam, Racc. 1979, σ. 2345 και την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, Pesca Valentia).
Εξάλλου, πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει ότι η ενδεχόμενη πολυμορφία των εθνικών μέτρων ελέγχου δεν μπορεί να συνεπάγεται πραγματικές στρεβλώσεις όσον αφορά τις προϋποθέσεις ασκήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων. 'Οντως, τα μέτρα αυτά προστίθενται στο κοινοτικό καθεστώς ελέγχου που προβλέπεται από τον κανονισμό 2241/87 και από τις μεταγενέστερες πράξεις με τις οποίες έχει αυτός συμπληρωθεί. Επομένως, καίτοι είναι αληθές ότι ορισμένα κράτη μέλη θα μπορούσαν να θεσπίσουν αυστηρότερους (εθνικούς) ελέγχους απ' ό,τι αυτοί που προβλέπονται από άλλα κράτη μέλη, εξίσου αληθές είναι ότι όλα τα κράτη μέλη είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένα να εφαρμόζουν το κοινοτικό καθεστώς ελέγχου στο έδαφός τους και στα θαλάσσια ύδατα που υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους.
'Ομως, η ύπαρξη αυτού του συστήματος κοινών κανόνων που αποσκοπεί στη διασφάλιση της τηρήσεως των περιορισμών στις αλιευτικές δραστηριότητες (βλ. την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 2241/87) έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες ένας πανομοιότυπος πυρήνας ελαχίστων ελέγχων, οπότε, ο κίνδυνος, όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτό σημείο, της υπάρξεως σημαντικών διαφορών στις προϋποθέσεις ασκήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων είναι λίαν περιορισμένος.
Επομένως, υπό το φως των θεωρήσεων αυτών, φρονώ ότι δεν είναι δυνατό να επισημανθεί εν προκειμένω κάποια δυσμενής διάκριση ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο.
10. 'Οσον αφορά τα λοιπά ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, τα ερωτήματα αυτά αφορούν τρία σημεία:
α) 'Επρεπε το επίμαχο μέτρο ελέγχου να έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η έλλειψη κοινοποιήσεως θίγει το κύρος και τη δυνατότητα εφαρμογής του εν λόγω μέτρου;
γ) Τέλος, η έλλειψη αυτή κύρους μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων μέσω κοινοποιήσεως που να είναι μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του ίδιου του μέτρου;
11. 'Οσον αφορά το σημείο α, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι το εν λόγω μέτρο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως εθνικό μέτρο ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 2241/87.
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 15 περιλαμβάνει ειδική διάταξη αφορώσα την ανακοίνωση των εν λόγω μέτρων. Ο κανόνας αυτός προβλέπει ότι τα εν λόγω μέτρα ανακοινώνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 101/76. Αντιθέτως, το άρθρο 15 δεν κάνει καμία αναφορά στο άρθρο 3 του κανονισμού 101/76.
'Ομως, ενώ το άρθρο 2 επιτάσσει την κοινοποίηση (στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη) των ήδη υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού εθνικών μέτρων, το άρθρο 3 ρυθμίζει ειδικώς την περίπτωση κατά την οποία, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, τα κράτη μέλη σκοπεύουν να λάβουν νέα μέτρα και, σε σχέση με την περίπτωση αυτή, προβλέπει ότι τα κράτη κοινοποιούν τα εν λόγω μέτρα πριν από τη λήψη τους.
Ο λόγος θεσπίσεως του άρθρου 3 είναι προφανής. Με το εν λόγω άρθρο επιδιώκεται να καταστεί δυνατό στην Επιτροπή (καθώς και στα άλλα κράτη μέλη) να ελέγχουν το συμβιβαστό με το κοινοτικό δίκαιο των εθνικών μέτρων και, ενδεχομένως, να παρεμβαίνουν πριν τα εν λόγω μέτρα αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους. Με άλλα λόγια, το άρθρο 3 αποτελεί ένα σύστημα προηγουμένου
ελέγχου το οποίο, σύμφωνα με την αρχή της έντιμης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, σκοπεί στο να αποφεύγεται όπως η Επιτροπή τίθεται ενώπιον "τετελεσμένων γεγονότων", δηλαδή ενώπιον μονομερών πρωτοβουλιών που έχουν πλέον τεθεί σε εφαρμογή και που οι εξ αυτών στρεβλώσεις είναι δυνατό να έχουν ήδη προκληθεί και να μην μπορούν πλέον να διορθωθούν.
'Υστερα από τη διευκρίνιση αυτή, επανέρχομαι στο άρθρο 15 του κανονισμού 2241/87, όπου το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: το γεγονός ότι το άρθρο 15 ορίζει ότι η ανακοίνωση των εθνικών μέτρων ελέγχου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 101/76, χωρίς να κάνει αναφορά και στο άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού, σημαίνει ότι, όσον αφορά αυτή την ειδική κατηγορία μέτρων, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να επιβάλει μια προηγούμενη ανακοίνωση, επιτρέποντας έτσι στα κράτη μέλη, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που διατυπώνονται κατά τρόπο γενικό στο άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις που θεσπίζουν στον τομέα αυτό ακόμα και μετά τη θέση τους σε ισχύ;
12. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Κατά τη γνώμη του, το άρθρο 15 του κανονισμού 2241/87, μη παραπέμποντας ρητώς στο άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, θέλησε ακριβώς να αποκλείσει την εφαρμογή του τελευταίου αυτού άρθρου.
Εν τούτοις, η γνώμη μου είναι ότι η θέση αυτή καταλήγει στο να αντιφάσκει προς τη λογική από την οποία διαπνέονται οι εν λόγω διατάξεις. Η θέση αυτή θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν τα νέα μέτρα όταν αυτά έχουν ήδη εφαρμοστεί, μειώνοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού ελέγχου επί των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 2241/87.
'Ομως, ουδείς λόγος υφίσταται ώστε ο έλεγχος της Κοινότητας επί των μέτρων που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον κανονισμό 2241/87 να πρέπει να είναι τόσο χαλαρός και, επί πλέον, ουσιωδώς διαφορετικός από αυτόν
που προβλέπεται, κατά τρόπο γενικό, από τον κανονισμό 101/76. Τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται βάσει του κανονισμού 2241/87 αποτελούν απλώς μια κατηγορία μέτρων που θεσπίζονται δυνάμει του κανονισμού 101/76: τόσο για τα μεν όσο και για τα δε, ο κοινοτικός έλεγχος επιδιώκει τους ίδιους ακριβώς στόχους και ουδείς λόγος υφίσταται ώστε να μην πρέπει αυτός να ασκείται κατά τον ίδιο τρόπο.
Επομένως, για λόγους συνοχής και για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας του άρθρου 15, φρονώ ότι πρέπει να γίνει υπέρβαση του κειμένου, ασφαλώς ατελούς, της διατάξεως αυτής. Νομίζω ότι η εν λόγω διάταξη πρέπει να συντονιστεί όχι μόνο με το άρθρο 2, αλλά και με το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν προηγουμένως τα μέτρα ελέγχου που προτίθενται να λάβουν.
Η γνώμη αυτή στηρίζεται στο συλλογισμό ότι τα άρθρα 2 και 3 είναι προφανώς κανόνες συμπληρωματικοί και αδιαχώριστοι, ο ένας εκ των οποίων ορίζει σχετικά με ήδη υφιστάμενα μέτρα ενώ ο άλλος για νέα μέτρα. Επομένως, θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι με το άρθρο 15 επιδιώχθηκε να υπομνησθεί μόνο η μια από τις διατάξεις αυτές και, επιπλέον, η λιγότερο σημαντική για την εύρυθμη λειτουργία του κοινοτικού συστήματος ελέγχου.
13. Ο επιδιωχθείς συντονισμός μεταξύ των δύο κανονισμών δεν προσκρούει παρά σ' έναν μόνο περιορισμό. Πράγματι, το άρθρο 15 φαίνεται εντελώς ασυμβίβαστο με τα άρθρα 2 και 3, κατά το μέτρο που το εν λόγω άρθρο προβλέπει ανακοίνωση μόνο στην Επιτροπή και όχι και στα άλλα κράτη μέλη. Εξ αυτού έπεται ότι τα θεσπιζόμενα βάσει του άρθρου 15 μέτρα ελέγχου δεν πρέπει, κατ' ανάγκη, να γνωστοποιούνται και στα άλλα κράτη μέλη.
14. 'Υστερα από την παρατήρηση αυτή, και επανερχόμενος στο σημείο β, πρέπει να προσθέσω ότι τόσο το άρθρο 15 του κανονισμού 2241/87 όσο και το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76 θεσπίζουν απλή υποχρέωση ανακοινώσεως από τα κράτη μέλη. Αντιθέτως, οι κανόνες αυτοί δεν περιλαμβάνουν ρητή υποχρέωση standstill για
το κράτος (όπως αυτή που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης) και δεν προβλέπουν παρέμβαση της Επιτροπής, κατά την άσκηση των ειδικών εξουσιών λήψεως αποφάσεως, είτε για να επιτραπεί το εν λόγω μέτρο είτε για να ανασταλούν τα αποτελέσματά του ή να κηρυχθεί αυτό παράνομο ((όπως τούτο επιτάσσεται, τόσο με το άρθρο 93 της Συνθήκης όσο και με τους κοινοτικούς κανονισμούς, μεταξύ των οποίων μνημονεύω ειδικότερα, όσον αφορά τον τομέα που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3094/86 (5), στον οποίο παραπέμπει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της)).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 18ης Φεβρουαρίου 1986, 174/84, Bulk Oil, Συλλογή 1986, σ. 559, σκέψη 62, και της 13ης Ιουλίου 1989, 380/87, Enichem Base, Συλλογή 1989, σ. 2491, σκέψεις 20 έως 23), φρονώ ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν ενδεχόμενη παράβαση της υποχρεώσεως ανακοινώσεως, έστω και αν μια τέτοια παράβαση είναι καθ' υπόθεση δυνατό να εμπίπτει στο άρθρο 169, προκειμένου να αποφύγουν την επ' αυτών εφαρμογή των μη κοινοποιηθέντων εγκαίρως μέτρων. Τέτοια μέτρα πρέπει να θεωρούνται ως νομικώς έγκυρα και δυνάμενα να εφαρμόζονται επί των προσώπων που αποτελούν τους αποδέκτες τους.
Η αρνητική απάντηση που εδόθη στο ερώτημα β καθιστά περιττή την εξέταση του σημείου γ.
15. Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο εθνικό δικαστήριο:
"1) Τα άρθρα 7 της Συνθήκης και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να περιλαμβάνει στις άδειες αλιείας που εκδίδει για τα εγχώρια αλιευτικά σκάφη όρο με τον οποίο να επιβάλλεται η μέσω ασυρμάτου ειδοποίηση σχετικά με τη διέλευση της γραμμής δυτικού
γεωγραφικού μήκους 4 η οποία χωρίζει τη ζώνη CIEM IV από τη ζώνη CIEM VI.
2) Το κράτος μέλος που προτίθεται να επιβάλλει έναν όρο όπως ο περιγραφόμενος στο σημείο 1 οφείλει να τον κοινοποιήσει στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76. Εν τούτοις, η έλλειψη κοινοποιήσεως δεν καθιστά ούτε ανίσχυρα ούτε ανεφάρμοστα τα ληφθέντα μέτρα."
CNS/km
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61.
(2) Του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 24, σ. 1).
(3) ΕΕ L 306, σ. 2).
(4) Του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987 (ΕΕ L 207, σ. 1).
(5) Του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατήρησης των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 288, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy