Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Όπως και στην υπόθεση C-57/90 (1), έτσι και στη σημερινή υπόθεση, στην οποία πρόκειται να αναπτύξω τις προτάσεις μου, πρόκειται για τη μη τήρηση της αρχής της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας και του παραλληλισμού μεταξύ των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται στα ταμεία ασθενείας και των παροχών που χορηγούν τα ταμεία αυτά: η αρχή αυτή διείπε τον κανονισμό 3 και διέπει και τους κανονισμούς που τον διαδέχθηκαν.
2. Για μη τήρηση της αρχής αυτής κατηγορεί η Επιτροπή το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή στη χώρα αυτή παρακρατούνται εισφορές για τη χρηματοδότηση του γενικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας και από τις επικουρικές συντάξεις και τις άλλες παροχές που επέχουν θέση κατά νόμο οφειλομένης συντάξεως γήρατος ή συντάξεως επιζώντος, όταν οι δικαιούχοι των συντάξεων ή παροχών αυτών υπάγονται, βάσει διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στην ασφάλιση ασθενείας άλλου κράτους μέλους.
3. Επ' αυτού επιβάλλεται ευθύς εξαρχής η παρατήρηση ότι το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ρυθμίσεως ήταν αρχικά ευρύτατο. Το πεδίο αυτό περιορίστηκε στη συνέχεια, μετά την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση 275/83 (2), επειδή το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το Βασίλειο του Βελγίου
είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή παρακρατούσε εισφορές από τις κατά νόμο οφειλόμενες συντάξεις λόγω γήρατος, λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και τις συντάξεις επιζώντων που χορηγούνταν σε κοινοτικούς υπηκόους που κατοικούσαν σε άλλα κράτη μέλη. Σήμερα η αιτίαση της Επιτροπής αφορά μόνο τις παροχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην παράγραφο 2.
4. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι και στην προκειμένη υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι οι παροχές από τις οποίες κρατούνται οι εισφορές δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (3), επειδή προβλέπονται από συμβατικές διατάξεις: συνεπώς δεν εφαρμόζεται άμεσα το άρθρο 33 του κανονισμού αυτού, κατά το οποίο ο ασφαλιστικός φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως μπορεί να παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές ασθένειας μόνο εφόσον οι καταβαλλόμενες (δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32) παροχές βαρύνουν φορέα του ίδιου κράτους μέλους.
5. Αν εξεταστούν τα κατ' ιδίαν επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία, ενδείκνυται η διατύπωση των εξής παρατηρήσεων.
6. 1. Και στην παρούσα διαδικασία το καθού κράτος μέλος αμφισβητεί καταρχάς την ύπαρξη της αρχής που επικαλείται η Επιτροπή, με το επιχείρημα ότι η αρχή αυτή δεν στηρίζεται σε κανένα κοινοτικό κείμενο.
7. Επ' αυτού δεν χρειάζεται να μακρηγορήσω, αλλ' αρκεί να παραπέμψω στις προτάσεις που αναπτύχθηκαν επί της υποθέσεως C-57/90, με τις οποίες εξετάστηκαν όλες οι αναγκαίες πλευρές του γεγονότος ότι η αρχή που επικαλείται η Επιτροπή διαμορφώθηκε νομολογιακά, βάσει κειμένων του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά δε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα που προβλήθηκε στην προκειμένη υπόθεση, θα ήθελα να τονίσω ότι δεν έχει βέβαια καμία σημασία αν από τις νομοθεσίες των κρατών μελών αποδεικνύεται η ύπαρξη της αρχής αυτής.
8. Πρέπει πάντως να προστεθεί ότι είναι οπωσδήποτε εσφαλμένη η άποψη που εξέφρασε επ' αυτού το καθού, ότι δηλαδή, αν γινόταν δεκτή η ύπαρξη της αρχής αυτής, τότε δεν θα είχε κανένα νόημα η μνεία της στο άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 και ότι, ομοίως, δεν θα είχε κανένα λόγο υπάρξεως το προαναφερθέν άρθρο 33 του κανονισμού. Η ρητή μνεία της εν λόγω αρχής σε σχέση με τις σημαντικότερες περιπτώσεις δεν επιτρέπει βέβαια τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η αρχή αυτή δεν έχει καμία σημασία για τις υπόλοιπες περιπτώσεις και, κατά μείζονα λόγο, δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος αυτού από το προαναφερθέν άρθρο 33, στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για συντάξεις: θα ήταν πράγματι αδύνατο να γίνεται λόγος στον κανονισμό 1408/71 για κρατήσεις επί παροχών που δεν εμπίπτουν καν στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
9. 2. Όσον αφορά τα επιχειρήματα του καθού (που είναι παρεμφερή προς τα επιχειρήματα του καθού κράτους στην υπόθεση C-57/90) σε σχέση με την ιδιάζουσα φύση της επίμαχης εισφοράς (εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης, οιονεί φορολογική εισφορά) και σε σχέση με το γεγονός ότι η εισφορά δεν παρακρατείται, όταν το συνολικό εισόδημα δεν υπερβαίνει ορισμένο ύψος, άρα λαμβάνονται υπόψη και τα οικογενειακά βάρη (δηλαδή έχουν σημασία ορισμένα στοιχεία τα οποία δεν είναι κρίσιμα για την κοινωνική ασφάλιση, αλλ' έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα για το φορολογικό δίκαιο), ισχύουν και εδώ οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν με τις προτάσεις που αναπτύχθηκαν στην υπόθεση C-57/90. Πρέπει δηλαδή να υπομνησθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν κάνει καμία διάκριση ανάλογα με τη φύση των εισφορών, είναι δε σημαντικό επιπλέον ότι την επίμαχη εν προκειμένω εισφορά ρυθμίζει το ίδιο νομοθετικό κείμενο που ρύθμιζε και τις εισφορές που αποτελούσαν το αντικείμενο της υποθέσεως 275/83 (ο νόμος της 9ης Αυγούστου 1963, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 8ης Αυγούστου 1980), πράγμα που επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η νομική φύση όλων αυτών των εισφορών είναι η ίδια.
10. 3. Τα ίδια περίπου ισχύουν και για την αιτίαση ότι η άποψη της Επιτροπής οδηγεί σε άνιση μεταχείριση, αφού σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές εισφορές ασθενείας πρέπει να παρακρατούνται μόνο από τους δικαιούχους επικουρικών συντάξεων που κατοικούν στο Βέλγιο.
11. Οι προτάσεις που αναπτύχθηκαν στην υπόθεση C-57/90 περιέχουν επίσης όλες τις αναγκαίες παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού. Στην υπόθεση εκείνη προτάθηκε στο Δικαστήριο να συμφωνήσει με την άποψη της Επιτροπής ότι σκοπός του κανονισμού 1408/71 δεν είναι η επίτευξη ίσης γενικώς μεταχειρίσεως όλων των εργαζομένων, αλλά η προστασία των διακινουμένων εργαζομένων από τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε η εφαρμογή περισσοτέρων της μιας νομοθεσιών, δεδομένου μάλιστα ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι ακόμη και η εφαρμογή των άρθρων 27 έως 32 του κανονισμού 1408/71 μπορεί να προκαλέσει τη δυσμενέστερη μεταχείριση των εργαζομένων που δεν έχουν κάνει χρήση του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία.
12. 4. Όσον αφορά τέλος το αντεπιχείρημα του καθού ότι στο αιτητικό της προσφυγής αναφέρεται μόνο το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 33, και ότι δεν γίνεται λόγος για τη γενική αρχή της μιας και μόνης εφαρμοστέας νομοθεσίας και του παραλληλισμού, θα μπορούσε το πολύ να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για δευτερεύουσα πλημμέλεια, σε καμία περίπτωση όμως για στοιχείο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόρριψη της προσφυγής. Πράγματι, το κρίσιμο στοιχείο είναι, όπως άλλωστε ομολόγησε κατά την προφορική διαδικασία και το ίδιο το καθού, ότι στη νομική θεμελίωση της προσφυγής γίνεται εν εκτάσει λόγος για την ανωτέρω γενική αρχή. Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός του ακριβούς περιεχομένου του αιτήματος της προσφυγής δεν εμφανίζει καμία δυσχέρεια, πράγμα που συνέβη άλλωστε και σε άλλες υποθέσεις, στις οποίες επίσης καταβλήθηκαν προσπάθειες ερμηνείας, ενόψει του όλου περιεχομένου του δικογράφου της προσφυγής (βλ. π.χ. απόφαση στην υπόθεση 2/78, Slg. 1979, σ. 1783).
13. 5. Κατόπιν των ανωτέρω, θα ήθελα και στην παρούσα περίπτωση να προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί το αίτημα της Επιτροπής και να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 1408/71, επειδή παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές ασθένειας από τις επικουρικές συντάξεις ή τις άλλες παροχές που επέχουν
θέση κατά νόμο οφειλομένης συντάξεως γήρατος ή συντάξεως επιζώντων ή συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία ή λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, όταν οι δικαιούχοι κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, βάσει της νομοθεσίας του οποίου δικαιούνται τις παροχές λόγω ασθένειας. Ομοίως, και στην παρούσα υπόθεση πρέπει να καταδικαστεί το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Υπόθ. C-57/90, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
(2) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 275/83, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 1097).
(3) Κανονισμός του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
Full & Egal Universal Law Academy