Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά στοιχεία των υπό κρίση υποθέσεων
1. Οι επίδικες υποθέσεις αφορούν το κύρος δύο απορριπτικών αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή επί αιτήσεων που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες, ισπανικές εταιρίες Pesquerias de Bermeo και Naviera Laida, προς είσπραξη πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως για δύο σχέδια αποστολής πειραματικής αλιείας στον νοτιοδυτικό Ατλαντικό.
Περιγράφω συνοπτικώς τους συναφείς κανόνες.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου (1), της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με τις κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και υδατοκαλλιεργείας, η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή σε ορισμένες δράσεις που αποσκοπούν στη διαρθρωτική ανάπτυξη του τομέα της αλιείας, συμπεριλαμβανομένου του αναπροσανατολισμού της αλιευτικής δραστηριότητας με την καθιέρωση αποστολών πειραματικής αλιείας.
Ο τίτλος V του κανονισμού προβλέπει τους κανόνες που εφαρμόζονται σε θέματα πειραματικής αλιείας. Το άρθρο 13 δίδει τον ορισμό της αποστολής πειραματικής αλιείας ως
"... κάθε αλιευτικής δραστηριότητας για εμπορικούς σκοπούς που πραγματοποιείται σε μια καθορισμένη ζώνη με σκοπό να αξιολογηθεί η αποδοτικότητα μιας τακτικής και διαρκούς εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων της ζώνης αυτής".
Το άρθρο 14 του κανονισμού εξαγγέλλει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα σχέδια αποστολών πειραματικής αλιείας προκειμένου να τύχουν "πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, ενέχουν σημασία ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, βάσει του οποίου τα σχέδια πρέπει να αφορούν
"... αλιευτικές ζώνες, οι υπολογιζόμενες αλιευτικές δυνατότητες των οποίων επιτρέπουν να προβλεφθεί μακροπρόθεσμα σταθερή και αποδοτική εκμετάλλευση",
και του άρθρου 14, παράγραφος 3, κατά το οποίο
"ένα σχέδιο μπορεί να περιλαμβάνει πολλές διαδοχικές αποστολές που πραγματοποιούνται στην ίδια αλιευτική ζώνη με σκοπό να καθορισθούν οι βάσεις σταθερής και διαρκούς εκμεταλλεύσεώς της".
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1871/87 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 1987, για τρόπους εφαρμογής του κανονισμού 4028/86 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ενέργειες ενθαρρύνσεως της πειραματικής αλιείας (2), το οποίο ορίζει ότι
"για να μπορέσουν να τύχουν πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως, οι αποστολές μπορούν να εκκινήσουν μόνο μετά την ημερομηνία πρωτοκολλήσεως της αιτήσεως συνδρομής στην Επιτροπή...".
Κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 4028/86, η πριμοδότηση ενθαρρύνσεως ισούται με το 20 % του επιλεξίμου κόστους της αποστολής και προϋποθέτει συμμετοχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ύψους μεταξύ 10 και 20 % του κόστους αυτού.
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, τα σχέδια υποβάλλονται στην Επιτροπή μέσω του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, αφού προηγουμένως το τελευταίο διατυπώσει ευνοϊκή γνώμη.
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού, η Επιτροπή αποφασίζει για τη χορήγηση της κατά το άρθρο 15 πριμοδοτήσεως "εντός δύο μηνών από της υποβολής του σχεδίου". Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους δικαιούχους καθώς και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ενώ τα άλλα κράτη μέλη ενημερώνονται σχετικά στα πλαίσια της μόνιμης επιτροπής διαρθρώσεων αλιείας.
Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το υπόβαθρο των υπό κρίση υποθέσεων μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
Στις 13 Δεκεμβρίου 1989, η Pesquerias de Bermeo SA και η Naviera Laida SA υπέβαλαν αιτήσεις για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων ενθαρρύνσεως στη γενική γραμματεία θαλασσίας αλιείας στη Μαδρίτη. Στις 7 Φεβρουαρίου 1990, η γενική γραμματεία θαλασσίας αλιείας γνωστοποίησε ότι επρόκειτο να χορηγήσει ενίσχυση ύψους 43 931 600 ισπανικών πεσετών (ΡΤΑ) ήτοι το 20 % του εγκεκριμένου κόστους εκμεταλλεύσεως, και τούτο σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφάσιζε να χορηγήσει πριμοδότηση ενθαρρύνσεως.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1990, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις αιτήσεις τους μέσω των ισπανικών αρχών. Στις 15 Φεβρουαρίου 1990, η Naviera Laida SΑ άρχισε την αποστολή αλιείας με το σκάφος Geminis και στις 22 Φεβρουαρίου 1990 η Pesquerias de Bermeo SA άρχισε τη δική της με το σκάφος Ceres.
Στις 24 Απριλίου 1990, κατά τη διάρκεια συσκέψεως της μόνιμης επιτροπής διαρθρώσεων αλιείας, η Επιτροπή προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
"Με γνώμονα την κτηθείσα πείρα από προηγούμενες αποστολές, η Επιτροπή προτίθεται, προκειμένου να επιβοηθήσει τα κράτη μέλη στο έργο της επιλογής των αποστολών πειραματικής αλιείας που της υποβάλλουν, να δώσει διευκρινίσεις ως προς τις ζώνες και τα είδη ιχθύων που θεωρεί ότι δεν είναι πλέον σκόπιμο να επιλεγούν.
Κατά τη διάρκεια του έτους μπορούν να προσκομισθούν περαιτέρω διευκρινίσεις.
Υπό την έννοια αυτή, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι πλέον σκόπιμη, όσον αφορά το 1990, με βάση τις προηγούμενες αποστολές, η συνέχιση της ιδίας δράσεως στις ζώνες του νοτιοδυτικού Ατλαντικού όπου έλαβαν χώρα οι προηγούμενες αυτές αποστολές."
Η Επιτροπή διευκρίνησε ότι η ανωτέρω δήλωση οφειλόταν στο γεγονός ότι, κατά την περίοδο μεταξύ 1987 και 1989, επί συνόλου 42 αποστολών αλιείας που έτυχαν πριμοδοτήσεων ενθαρρύνσεως, 25 πραγματοποιήθηκαν στον νοτιοδυτικό Ατλαντικό και αφορούσαν τα ίδια είδη ιχθύων με εκείνα των σχεδίων που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες.
Με έγγραφο της 25ης Απριλίου 1990, η Επιτροπή πληροφόρησε τις προσφεύγουσες ότι, ενόψει πληροφοριών που είχε συλλέξει παλαιότερα, δεν έκρινε πλέον σκόπιμο να χρηματοδοτεί αποστολές αλιείας στον νοτιοδυτικό Ατλαντικό και ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να χορηγεί πριμοδοτήσεις ενθαρρύνσεως για τις αποστολές στην ανωτέρω ζώνη. Κατά τις προσφεύγουσες, το έγγραφο αυτό περιήλθε στις εταιρίες μόλις στις 7 Μαΐου 1990. 'Υστερα από νέα ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, επ' ευκαιρία της οποίας οι προσφεύγουσες επέστησαν μεταξύ άλλων την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι οι αποστολές είχαν ήδη αρχίσει προ πολλού, η Επιτροπή εξέδωσε στις 6 Ιουνίου 1990 τις προσβαλλόμενες σήμερα αποφάσεις περί μη χορηγήσεως πριμοδοτήσεων ενθαρρύνσεως στα σχέδια που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες.
Τούτο σημαίνει ότι οι δύο αποφάσεις ελήφθησαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4028/86, γεγονός που δεν αμφισβητεί η Επιτροπή.
Ενέχει επίσης σημασία, στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, το γεγονός ότι στις 7 Νοεμβρίου 1989 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία χορηγούσε πριμοδότηση ενθαρρύνσεως σε δύο σχέδια που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες στις 14 Φεβρουαρίου 1989 και αφορούσαν τα ίδια πλοία, τις ίδιες ζώνες και τα ίδια είδη ιχθύων με εκείνα των σχεδίων για τα οποία οι προσφεύγουσες
ζητούσαν τη χορήγηση ενισχύσεως με την αίτηση της 14ης Φεβρουαρίου 1990. Με τις εν λόγω αποφάσεις, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως και ότι τα σχέδια περιλαμβάνονταν μεταξύ εκείνων που ανταποκρίνονταν προφανώς καλύτερα στο συμφέρον της Κοινότητας, στα πλαίσια της εφαρμογής μιας κοινής αλιευτικής πολιτικής.
Τα αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
- να κηρύξει παραδεκτές τις προσφυγές
- να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής
- να αποφανθεί ότι οι προσφεύγουσες εταιρίες έχουν το δικαίωμα να λάβουν η κάθε μια ποσό 43 931 600 ΡΤΑ υπό μορφή πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως
- να υποχρεώσει την καθής να αποζημιώσει τις προσφεύγουσες για τις ζημίες που υπέστησαν λόγω των παρανόμων αποφάσεων
- να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως
- να απορρίψει ως απαράδεκτα τα αιτήματα περί αναγνωρίσεως υπέρ των προσφευγουσών του δικαιώματός τους να λάβουν πριμοδότηση ενθαρρύνσεως
- να απορρίψει το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως ως απαράδεκτο ή, επικουρικώς, ως αβάσιμο
- να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Εφεξής προτίθεμαι να αναφερθώ στα υπομνήματα των διαδίκων μόνο στον αναγκαίο βαθμό προκειμένου να θεμελιώσω τις προτάσεις μου επί των αιτημάτων που υπέβαλαν οι διάδικοι. Για διεξοδικότερη ανάλυση των πραγματικών στοιχείων και των νομικών ισχυρισμών των διαδίκων, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
Νομιμοποιούνται ενεργητικώς οι προσφεύγουσες;
Οι αποφάσεις της Επιτροπής απευθύνονται στις προσφεύγουσες. Επομένως, οι υποθέσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξετάσεως επί της ουσίας, κατά το άρθρο 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Είναι παράνομες οι αποφάσεις της Επιτροπής;
Εκκινώντας από δύο πραγματικά στοιχεία που αποτελούν το επίκεντρο των υπό κρίση υποθέσεων, ήτοι
- ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής εκδόθηκαν μετά την εκπνοή της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4028/86 και
- ότι η Επιτροπή εξέδωσε αποφάσεις με διαφορά έξι μηνών αντίστοιχα, χορηγώντας αρχικώς, αρνούμενη στη συνέχεια, την πριμοδότηση ενθαρρύνσεως για σχέδια που είναι κατά βάση ταυτόσημα,
οι προσφεύγουσες προέβαλαν σειρά επιχειρημάτων για να στηρίξουν τα αιτήματά τους προς ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής.
Ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος εξετάσεως των επιχειρημάτων των προσφευγουσών είναι να δοθεί απάντηση στα τρία ακόλουθα ερωτήματα:
α) Μπορεί να αποδοθεί έννομη συνέπεια, όπως αυτή που αξιώνουν οι προσφεύγουσες, στην υπέρβαση της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4028/86;
β) Ενήργησε η Επιτροπή κατά παράβαση του κανονισμού 4028/86, εκτιμώντας ότι οι προσφεύγουσες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την είσπραξη της πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως;
γ) Παραβίασαν οι αποφάσεις της Επιτροπής τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως έχουν αυτές παγιωθεί στο κοινοτικό δίκαιο;
α) Υπέρβαση της προθεσμίας που προβλέπεται για την έκδοση αποφάσεως
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η δίμηνη προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να εκδώσει την απόφασή της είναι απαρέγκλιτη, υπό την έννοια ότι, μετά την εκπνοή της, η Επιτροπή δεν μπορεί παρά να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση υπέρ των προσφευγουσών. Κατά την άποψή τους, οι αποφάσεις της Επιτροπής στερούνται κύρους λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι απορρίπτουν τις αιτήσεις.
Η αντίληψη αυτή θεμελιώνεται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1871/87 μπορεί να συναχθεί ότι η αποστολή πειραματικής αλιείας επιτρέπεται να αρχίζει αμέσως μετά την ημερομηνία πρωτοκολλήσεως της υποβαλλομένης στην Επιτροπή αιτήσεως για παροχή συνδρομής. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τις προσφεύγουσες, η αποστολή
πειραματικής αλιείας έχει συνήθως ήδη αρχίσει κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, ενδεχόμενη αρνητική απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός της προθεσμίας, δεδομένου ότι οποιαδήποτε υπέρβασή της ζημιώνει τους υποψηφίους.
Οι προσφεύγουσες επικαλούνται συναφώς τα επιμέρους έξοδα που ανάγονται στην εκτέλεση των αποστολών πειραματικής αλιείας σε σχέση με τις ίδιες αποστολές, λόγω του ότι απαιτείται, μεταξύ άλλων, η παρουσία επί του σκάφους επιστημονικών παρατηρητών ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, η συμμετοχή επιστημονικού ινστιτούτου στις προπαρασκευαστικές εργασίες της αποστολής κ.λπ. (( (βλ. άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 4028/86). Επιπλέον, μπορεί να προστεθεί ότι οι αποστολές πειραματικής αλιείας πρέπει να έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, ώστε να μην είναι δυνατή η διακοπή τους σε περίπτωση που τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά (βλ. άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β) )).
Επιπλέον, η προθεσμία πρέπει, κατά την άποψη των προσφευγουσών, να αποτελεί συνάρτιση των ειδικών αναγκών σαφηνείας και προβλεψιμότητας που χαρακτηρίζουν τον τομέα της αλιείας όπου οι αποστολές και οι έξοδοι στη θάλασσα πρέπει να σχεδιάζονται εκ των προτέρων (3).
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω προθεσμία είναι απλώς ενδεικτική του χρόνου εντός του οποίου η απόφαση της Επιτροπής πρέπει ευλόγως να έχει εκδοθεί. Η προθεσμία αποσκοπεί, κατά την Επιτροπή, στο να παράσχει ενδεικτικώς τον χρόνο από τον οποίο είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά της Επιτροπής λόγω αδρανείας της. Αντίθετα, υπέρβαση της προθεσμίας δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή ως προς το περιεχόμενο της ίδιας της αποφάσεως και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωσή της.
Είναι λυπηρό, προφανώς, ότι δεν κατέστη εφικτό η Επιτροπή να εκδώσει τις επίδικες αποφάσεις εντός της καθοριζομένης από το Συμβούλιο προθεσμίας και μπορεί να τεθεί ευλόγως το ερώτημα υπό ποία λογική ορίζονται προθεσμίες, όταν η μη τήρησή τους δεν επιφέρει καμία νομική κύρωση. Είναι ανάγκη να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως σε βάρος της Επιτροπής στον υπό κρίση τομέα συνιστά ένδικο μέσο περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
Είναι σαφές ότι οι σκέψεις αυτές δεν είναι αρκετές για να υποστηριχθεί ότι η μη τήρηση της προθεσμίας εκ μέρους της Επιτροπής επιφέρουν τις υποστηριζόμενες από τις προσφεύγουσες έννομες συνέπειες.
Κατά την άποψή μας, οι ακόλουθες σκέψεις έχουν αποφασιστική σημασία για την τοποθέτησή μας επί των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Ο κανονισμός 4028/86 δεν αναφέρει αν η υπέρβαση της κατά το άρθρο 16, προθεσμίας επιφέρει έννομες συνέπειες. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, επειδή ο κανόνας απαιτεί ότι δεν μπορεί να αποδίδεται στην υπέρβαση εξουσίας έννομο αποτέλεσμα τόσο σημαντικό όσο το υποστηριζόμενο από τις προσφεύγουσες παρά μόνο αν προβλέπεται ρητώς από τον κοινοτικό νομοθέτη. Την άποψη αυτή επιρρωννύει το γεγονός ότι πράγματι υφίστανται περιπτώσεις όπου, δυνάμει ρητής διατάξεως κανονισμού, η υπέρβαση εξουσίας, εντός της οποίας η Επιτροπή υποτίθεται ότι εκδίδει την απόφασή της, επιφέρει συνέπειες όπως αυτές που υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες (4).
Πάντως, τίθεται το ερώτημα αν, στα πλαίσια ειδικών και επιτακτικών περιστάσεων, η υπέρβαση προθεσμιών μπορεί να επιφέρει παρόμοιες έννομες συνέπειες, έστω κι αν αυτό δεν προβλέπεται ρητώς και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του ερωτήματος αυτού αν οι περιστάσεις αυτές συντρέχουν στον εξεταζόμενο εν προκειμένω τομέα.
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να λάβει θέση επί παρομοίου ζητήματος με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169). Το άρθρο 5 του κανονισμού 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθορίζει, όσον αφορά την Επιτροπή, προθεσμία ενός έτους για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, προθεσμία που υπερέβη η Επιτροπή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"(...) Η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, ελλείψει οποιασδήποτε κυρώσεως ενόψει της φύσεως της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, της οποίας το ουσιώδες αντικείμενο είναι η διασφάλιση του ότι οι αναληφθείσες από τις εθνικές αρχές δαπάνες έγιναν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως προθεσμία απλού διαδικαστικού χαρακτήρα εφόσον δεν προσβάλλονται τα συμφέροντα κράτους μέλους" (5) (σκέψη 19).
Κατ' εμέ, από τα προαναφερθέντα μπορεί κανείς να συναγάγει ότι οι έννομες συνέπειες μιας διατάξεως που θέτει προθεσμία μη συνοδευόμενη ρητώς από επιβολή κυρώσεων πρέπει να εκτιμώνται υπό το φως της φύσεως και του σκοπού που αποτελούν θεμέλιο της αποφάσεως η οποία πρέπει να εκδοθεί εντός της προθεσμίας και ότι είναι δυνατό, με γνώμονα τις περιστάσεις, να ληφθεί
συγκεκριμένα υπόψη η κατάσταση του αποδέκτη, τα συμφέροντα του οποίου εθίγησαν.
'Οσον αφορά τον σκοπό που αποτελεί θεμέλιο των αποφάσεων της Επιτροπής για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως, το προοίμιο του κανονισμού 4028/86 αναφέρει τα ακόλουθα:
"(...) ότι, εξάλλου, δεδομένου ότι η Κοινότητα παρουσιάζει έλλειμμα σε αλιευτικά προϊόντα, είναι αναγκασμένη να αναζητήσει να διευρύνει τις πηγές εφοδιασμού της, κυρίως με την αύξηση των αλιευτικών δυνατοτήτων και με επέκταση των δραστηριοτήτων στον τομέα της υδατοκαλλιέργειας (...)
(...)
εκτιμώντας ότι είναι επίσης απαραίτητο να διατηρηθούν ή ακόμη και να βελτιωθούν οι αλιευτικές δυνατότητες εκτός των υδάτων που υπόκεινται σε κοινοτική αλιευτική ρύθμιση και ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με άμεση κοινοτική συνδρομή σε σχέδια πειραματικής αλιείας ή προσωρινών ενώσεων επιχειρήσεων".
Υπό την έννοια αυτή οι αποστολές πειραματικής αλιείας έχουν ως σκοπό να διευρύνουν τις αλιευτικές δυνατότητες και μέσω αυτών τις πηγές ανεφοδιασμού της Κοινότητας. Στα πλαίσια του επιδιωκομένου αυτού σκοπού η Επιτροπή καλείται να εκδώσει αποφάσεις σχετικά με τη χορήγηση πριμοδοτήσεων ενθαρρύνσεως. Οι πριμοδοτήσεις ενθαρρύνσεως δεν αποσκοπούν στην παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής στους απειλουμένους κλάδους του τομέα της αλιείας, ενώ, στα πλαίσια της αποφάσεως περί χορηγήσεώς της, δεν χωρεί αξιολόγηση των αναγκών του δικαιούχου. Οι πριμοδοτήσεις ενθαρρύνσεως, όπως αποδεικνύει η ονομασία τους, δεν έχουν άλλο σκοπό από το να δώσουν κίνητρα στον δικαιούχο να αναλάβει ορισμένες δράσεις προς το συμφέρον της Κοινότητας.
Από τον περιγραφέντα στόχο, νομίζω, ότι δεν μπορεί να συναχθεί επιχείρημα ικανό να προσδώσει στην προθεσμία την έννομη συνέπεια που της αποδίδουν οι προσφεύγουσες.
'Οπως προαναφέρθηκε, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι πρέπει να λαμβάνεται όλως ιδιαιτέρως υπόψη η κατάσταση όσων ζητούν τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής για αποστολές πειραματικής αλιείας, επειδή οι αποστολές αυτές, με τα έξοδα που συνεπάγονται, ενδέχεται να αρχίζουν πριν από την εκπνοή της προθεσμίας εντός της οποίας η Επιτροπή καλείται να εκδώσει την απόφασή της, πράγμα που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1871/87.
Η άποψη αυτή είναι απορριπτέα. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, είναι διατυπωμένο αποφατικώς, υπό την έννοια ότι η διάταξη αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη χορήγηση της χρηματοδοτικής συνδρομής για αποστολές πειραματικής αλιείας που άρχισαν πριν από την πρωτοκόλληση της αιτήσεως συνδρομής από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν προϋποθέτει γενικώς σύστημα, στα πλαίσια του οποίου οι αποστολές πειραματικής αλιείας αρχίζουν πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής.
Ο αιτούμενος πριμοδότηση ο οποίος αρχίζει την αποστολή πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής ενεργεί για ίδιο λογαριασμό και με ίδιο κίνδυνο. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να απορρίψει την αίτηση συνδρομής εντός προθεσμίας δύο μηνών, έστω και αν άρχισε η αποστολή. Δεν νομίζω ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι που επιτρέπουν να υποτεθεί ότι η νομική κατάσταση των ενδιαφερομένων μπορεί να βελτιωθεί ριζικά μετά την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας. Οι προσφεύγουσες όφειλαν να γνωρίζουν τον κίνδυνο που διέτρεχαν όταν άρχιζαν τις αποστολές προτού λάβουν την απόφαση της Επιτροπής.
Οι προσφεύγουσες άρχισαν τις αποστολές τους πειραματικής αλιείας αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεων συνδρομής, ήτοι δύο περίπου μήνες πριν από την έκδοση της αναμενομένης αποφάσεως. Η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες μόλις τρεις εβδομάδες μετά τη λήξη της προθεσμίας, απόφαση γνωστοποιούσα ότι σχέδια όπως τα υποβληθέντα δεν μπορούσαν πλέον να επιλεγούν για την κοινοτική ενίσχυση (το έγγραφο της Επιτροπής φέρει ημερομηνία 27 Απριλίου 1990, ήτοι δέκα ημέρες μετά την
εκπνοή της προθεσμίας, ενώ οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το έλαβαν μόλις στις 7 Μαΐου 1990). Με άλλα λόγια, η πραγματική κατάσταση των προσφευγουσών προφανώς δεν θα διέφερε αν η απόφαση της Επιτροπής είχε εκδοθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας οπότε δεν θα ήταν δεκτική προσφυγής.
Συνεπώς, δεν συντρέχουν, σε σχέση με την επίδικη προθεσμία, ειδικές και επιτακτικής φύσεως περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν, ελλείψει ρητών διατάξεων συναφώς, μια τόσο σημαντική έννομη συνέπεια όσο εκείνη που αποδίδουν οι προσφεύγουσες στη μη τήρηση της ταχθείσας προθεσμίας. Κατόπιν αυτού, φρονώ ότι η υπέρβαση της προθεσμίας δεν μπορεί αφεαυτής να συνεπαχθεί ακυρότητα των αποφάσεων.
β) Επί του ερωτήματος αν η Επιτροπή ενήργησε κατά παράβαση του κανονισμού 4028/86 εκτιμώντας ότι οι προσφεύγουσες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την είσπραξη της πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής πάσχουν ακυρότητα ουσιαστικά, εφόσον οι αιτήσεις τους πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λήψη της πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως. Το κύριο επιχείρημά τους προς στήριξη του λόγου αυτού έγκειται στο ότι, έχοντας εγκρίνει συνδρομή για το 1989, η Επιτροπή δεν μπορούσε το 1990, ήτοι μόλις έξι μήνες μετά τις πρώτες αποφάσεις περί εγκρίσεως, να οδηγηθεί σε αντίθετα συμπεράσματα επί αιτήσεων αποστολών πειραματικής αλιείας που κατ' ουσίαν αντιστοιχούσαν στις πραγματοποιηθείσες το 1989.
Κατ' εμέ, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, εκδίδοντας τις αποφάσεις της, η Επιτροπή ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που της αναγνωρίζεται στα πλαίσια διαχειρίσεως του εν λόγω καθεστώτος.
Με τις αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 1990, η Επιτροπή δικαιολόγησε την άρνησή της στηριζόμενη στους ακολούθους λόγους:
"(...) εκτιμώντας ότι οι κοινοτικοί αλιείς γνωρίζουν το θαλάσσιο δυναμικό της οικείας ζώνης, ότι, εξάλλου, είναι γνωστά τα αποτελέσματα της εκμεταλλεύσεως της ζώνης αυτής και ότι δεν δικαιολογείται αποστολή πειραματικής αλιείας με σκοπό την αξιολόγηση της αποδοτικότητας μιας τακτικής και διαρκούς εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων της ζώνης
εκτιμώντας, συνεπώς, ότι η σχετική αποστολή πειραματικής αλιείας δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής, ειδικότερα δε τις κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 4028/86 προϋποθέσεις (...)"
Το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού θέτει ως προϋπόθεση ότι τα σχέδια αποστολών πειραματικής αλιείας πρέπει "να αφορούν αλιευτικές ζώνες, οι υπολογιζόμενες αλιευτικές δυνατότητες των οποίων επιτρέπουν να προβλεφθεί μακροπρόθεσμα σταθερή και αποδοτική εκμετάλλευση". Είναι προφανές ότι η Επιτροπή, αρνουμένη να χορηγήσει τη συνδρομή, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούνταν. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν πράγματι η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται ή όχι. Πάντως, όπως προκύπτει και από τους λόγους που παρέθεσε η Επιτροπή, η άρνησή της οφείλεται καταρχάς και κυρίως στη διαπίστωση ότι η εν λόγω ζώνη είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξερευνήσεως σε ικανοποιητικό βαθμό. 'Οπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή ανέφερε ότι επί συνόλου 42 σχεδίων που εκτελέστηκαν κατά τα έτη 1987-1990, 25 αφορούσαν αποστολές πειραματικής αλιείας στον νοτιοδυτικό Ατλαντικό και για τα ίδια είδη ιχθύων.
Σε ζώνη που έχει εξερευνηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, μια αποστολή πειραματικής αλιείας δεν πληροί τη θεμελιώδη προϋπόθεση να είναι, κατά την έννοια του κανονισμού, "πειραματική", ήτοι να διενεργείται "με σκοπό να αξιολογηθεί η αποδοτικότητα μιας τακτικής και διαρκούς εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων της ζώνης αυτής". Δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 14, η Επιτροπή "(δεν) χορηγεί κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή (παρά μόνο) σε σχέδια πειραματικών αποστολών αλιείας", η Επιτροπή δεν μπορεί να χορηγεί συνδρομές για αλιευτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε ζώνες που θεωρεί ότι έχουν εξερευνηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.
Το ότι η Επιτροπή υποχρεώνεται σε δεδομένη στιγμή να αρνηθεί χρηματοδοτική συνδρομή σχεδίων που είναι κατά πολύ παρεμφερή προς παλαιότερα σχέδια τα οποία έτυχαν ενισχύσεως αποτελεί λογική συνέπεια του ότι πρόκειται για πειραματικές αποστολές.
Οι προσφεύγουσες επικαλούνται περαιτέρω το ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 14, παράγραφος 3, επειδή πρόκειται "να καθοριστούν οι βάσεις σταθερής και διαρκούς εκμεταλλεύσεως" μιας ζώνης, πρέπει να χορηγηθεί πριμοδότηση ενθαρρύνσεως για σειρά διαδοχικών αποστολών πειραματικής αλιείας. Κατά την άποψη των προσφευγουσών, οι αποφάσεις της Επιτροπής αντικείνται προς τη διάταξη αυτή, επειδή απορρίπτουν τις αιτήσεις των προσφευγουσών περί χορηγήσεως πριμοδοτήσεων ενθαρρύνσεως όσον αφορά νέα σχέδια αποστολής πειραματικής αλιείας για την ίδια ζώνη.
Η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, η εν λόγω διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, δεν αφορά τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως ενθαρρύνσεως για διαδοχικά σχέδια, αλλά το κατά πόσον επιτρέπεται ένα και το αυτό σχέδιο να περιλαμβάνει περισσότερες αποστολές πειραματικής αλιείας, πράγμα που ουδόλως αμφισβητείται στις περιπτώσεις που μας απασχολούν. Δεύτερον, η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο "μπορεί" και όχι "πρέπει", υπό την έννοια ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει αν συνάδει προς τον σκοπό της ρυθμίσεως ένα σχέδιο να περιλαμβάνει σειρά αποστολών.
Κατά τα λοιπά, δεν νομίζω ότι οι προσφεύγουσες επικαλέσθηκαν άλλα στοιχεία που επιτρέπουν να υποτεθεί ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της.
Με τα υπομνήματά τους, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι διαπράχθηκε κατάχρηση εξουσίας. Πάντως, κατ' εμέ, οι προσφεύγουσες δεν διευκρίνησαν σε ποιους λόγους στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός. Τα επικληθέντα συναφώς εκ μέρους των προσφευγουσών επιχειρήματα άπτονται μάλλον, κατ' εμέ, του
ζητήματος αν παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πράγμα που προτίθεμαι να εξετάσω ευθύς αμέσως.
γ) Οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ορισμένα επιχειρήματα των προσφευγουσών αναπτύσσονται μόνο στα υπομνήματα απαντήσεώς τους. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των επιχειρημάτων περί παραβιάσεως, συνεπεία της εκδόσεως των αποφάσεων της Επιτροπής, των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Τίθεται το ερώτημα αν τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας λόγω του ότι προβλήθηκαν εκπρόθεσμα.
'Οπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1961 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 19/60 και 21/60, 2/61 και 3/61, Societe Fives Lille Cail κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακα και Χάλυβα, Sml. 1954-1964, σ. 269, Rec. 1961, σ. 559, της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3107), όταν ο λόγος ακυρώσεως δεν αναφέρεται ούτε ευθέως ούτε εμμέσως στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο τότε πρόκειται για προβολή νέου λόγου.
Νομίζω ότι με τις προσφυγές τους, οι προσφεύγουσες αναφέρθηκαν εμμέσως στις εν λόγω αρχές υπό την έννοια ότι προσήψαν με αυτές στην Επιτροπή ότι τροποποίησε τα κριτήρια μετά τη λήξη της προθεσμίας για την έκδοση της αποφάσεώς της. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται επίσης με τις προσφυγές τους ότι "η νομική πλάνη οφείλεται (...) στο γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί (...) ότι μπορεί να στηρίζεται σε κριτήρια που επιλέγει μετά τη λήξη της προβλεπομένης προθεσμίας" (6), ότι, "μετά την εκπνοή της προθεσμίας (...) η Επιτροπή θέλησε, με βάση τα νέα κριτήρια που επέλεξε στις 6 Ιουνίου 1990, να τροποποιήσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της οικείας αποστολής, επιδεικνύοντας σοβαρή έλλειψη προνοητικότητας (...)" (7) και ότι "η Επιτροπή κοινοποίησε (...) μετά την παρέλευση πλέον των τεσσάρων μηνών (...) ότι άλλαξε γνώμη και κυρίως ότι δεν θα χορηγούσε τη συνδρομή τη στιγμή κατά την οποία η αποστολή είχε ήδη αρχίσει (...)".
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν συντρέχει κανένας λόγος ικανός να οδηγήσει στην απόρριψη των ανωτέρω επιχειρημάτων ως απαραδέκτων.
'Εχω την εντύπωση ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αποτελεί αντικείμενο επιχειρηματολογίας με δύο όψεις.
Πρώτον, το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 1989 η Επιτροπή χορήγησε χρηματοδοτική συνδρομή σε σχέδιο κατ' ουσίαν πανομοιότυπο, κανόντας λόγο για το ότι διέκειτο ευνοϊκά υπέρ ακριβώς του τύπου αυτού σχεδίων, συνδυάζεται με το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες δεν έλαβαν γνωστοποίηση απορριπτικής αποφάσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι ήταν θεμιτό να αναμένουν τη χορήγηση της συνδρομής.
Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι, με τη νομολογία του, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογείται να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση υφισταμένων καταστάσεων που μπορούν να μεταβληθούν στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων (8). Το γεγονός ότι η Επιτροπή διατύπωσε σε δεδομένη στιγμή ευνοϊκή γνώμη για συγκεκριμένο τύπο αποστολής πειραματικής αλιείας δεν θα έπρεπε κατ' εμέ να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό του δικαιώματός της να μεταβάλλει, με βάση αντικειμενικά στοιχεία, την εκτίμησή της ως προς τον τύπο σχεδίου που εξυπηρετεί το κοινοτικό συμφέρον.
Δεύτερον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι παραβιάζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επειδή η Επιτροπή αναφέρθηκε μόνο μετά την εκπνοή των προθεσμιών - επ' ευκαιρία συσκέψεως της μόνιμης επιτροπής διαρθρώσεων αλιείας - στο ότι προηγουμένως δεν είχε προβεί σε αξιολόγηση των παλαιοτέρων σχεδίων του τύπου αυτού και ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εφεξής η χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής των σχεδίων αυτών δεν εξυπηρετούσε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επιφυλάσσοντας στη συμπεριφορά αυτή κάποια περαιτέρω συνέπεια σε σχέση με τα σχέδια που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες, για τα οποία η προθεσμία προς λήψη αποφάσεως είχε ήδη εκπνεύσει, η Επιτροπή προσέδιδε, κατά την άποψη των προσφευγουσών, αναδρομικότητα σε κριτήρια που μόλις μετέβαλε.
Παρατηρώ καταρχάς συναφώς ότι, κατ' εμέ, κανένα στοιχείο των επιδίκων υποθέσεων δεν αφήνει να υποτεθεί ότι η Επιτροπή μετέβαλε κριτήρια που επιβοηθούν στο έργο αξιολογήσεως των σχεδίων των αποστολών πειραματικής αλιείας. Πράγματι, η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τα αυτά κριτήρια, κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, επειδή τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι το σύνολο των συλλεγεισών ήδη πληροφοριών, είχαν ήδη μεταβληθεί στο μεσοδιάστημα. 'Οπως διευκρινίστηκε σε σχέση με την απάντηση στην ερώτηση β, είναι σαφές ότι η Επιτροπή πρέπει κατ' ανάγκη να μπορεί, με αφετηρία τα οριζόμενα στον κανονισμό εφαρμοστέα στοιχεία, να είναι σε θέση σε δεδομένη χρονική στιγμή να μεταβάλει τη στάση της ως προς τη χρησιμότητα συμπληρωματικών αποστολών πειραματικής αλιείας σε συγκεκριμένη ζώνη.
Επιπλέον, παρατηρώ ότι η Επιτροπή μπορεί δικαιολογημένα να μεταβάλει την εκτίμησή της, προβλέποντας ότι η μεταβολή αυτή πρόκειται να έχει κάποια επίπτωση επί των ήδη παραληφθεισών αιτήσεων. Δεν υπάρχει λόγος να απαιτείται από την Επιτροπή να γνωστοποιεί τις προθέσεις της σχετικά με τις λεπτομέρειες ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως με σχετική προειδοποίηση.
Κατά τα λοιπά, όσον αφορά την αρχή της ασφαλείας δικαίου, οι προσφεύγουσες με τα διάφορα υπομνήματά τους αναπτύσσουν γενικές παρατηρήσεις γύρω από την άποψη ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να είναι σαφές και προβλέψιμο και να στηρίζεται σε επίσης προβλέψιμους κανόνες. Δεν πιστεύω ότι η αρχή της ασφαλείας δικαίου, όπως αυτή απαντά στην επιχειρηματολογία των προσφευγουσών, αποκτά στην προκειμένη περίπτωση αυτοτελή σημασία, βαίνοντας πέραν της επιχειρηματολογίας που στηρίζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Ως προς τα λοιπά αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι έχουν όντως δικαίωμα να εισπράξουν την πριμοδότηση ενθαρρύνσεως.
Το σκέλος αυτό των αιτημάτων είναι απορριπτέο και απαράδεκτο επειδή το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί αναγνωριστικής αγωγής.
Τέλος, οι προσφεύγουσες ζητούν με τα αιτήματά τους να τους επιδικαστεί αποζημίωση. Κατ' εμέ, επειδή οι εκδοθείσες αποφάσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως παράνομες, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Συμπέρασμα
'Εχοντας υπόψη το σύνολο των όσων προανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως απαράδεκτο το σκέλος του αιτήματος περί αναγνωρίσεως στις προσφεύγουσες του δικαιώματος να λάβουν την πριμοδότηση ενθαρρύνσεως, να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά και να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) ΕΕ L 376, σ. 7.
(2) ΕΕ L 180, σ. 1.
(3) Οι προσφεύγουσες επικαλούνται συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1980 στην υπόθεση 32/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Sml. 1980, σ. 2403). Υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων ότι στην υπόθεση εκείνη το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη την υποχρέωσή του να εκτελέσει τον κανονισμό 1779/77 με τη λήψη μέτρων εντασσομένων σε δεδομένο νομικό πλαίσιο και αποτελούντων αντικείμενο δημοσιεύσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι: "(...) η υποχρέωση αυτή θεσπίσεως εκτελεστικών μέτρων λειτουργικών από απόψεως δικαίου και γνωστών σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο επιβάλλεται σε τομέα όπως η θαλάσσια αλιεία, η άσκηση της οποίας δεν μπορεί να οργανωθεί κατά τρόπο διαφορετικό παρά μόνο στο πλαίσιο αποστολών που σχεδιάζονται εκ των προτέρων η απαιτούμενη σαφήνεια από απόψεως δικαίου επιβάλλεται όλως ιδιαιτέρως σ' έναν τομέα όπου οποιαδήποτε αβεβαιότητα υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει επεισόδια και συνεπάγεται την εφαρμογή ιδιαίτερα σοβαρών κυρώσεων" (σκέψη 46).
(4) Υπό την έννοια αυτή παρόμοια διάταξη αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1988 στην υπόθεση 148/87, Pedersen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4993). Η υπόθεση αφορούσε το κύρος αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή και απευθυνόταν στη Δανική Κυβέρνηση, αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή δήλωνε ότι δεν συνέτρεχε λόγος αποδόσεως ορισμένων εισαγωγικών δασμών που είχε εισπράξει η προσφεύγουσα εταιρία. Το άρθρο 7 του κανονισμού 1575/80 είναι διατυπωμένο ως εξής: "Αν η Επιτροπή δεν λάβει την απόφασή της μέσα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 5 προθεσμία ή δεν κοινοποίησε καμία απόφαση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μέσα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 6 προθεσμία, η αρμόδια για τη λήψη αποφάσεως αρχή δίνει ευνοϊκή συνέχεια στην αίτηση του ενδιαφερομένου". Το Δικαστήριο, κατόπιν αυτού, ακύρωσε την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή με το αιτιολογικό ότι δεν ελήφθη πριν από την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας και ότι η απόφαση της Επιτροπής να καταστρατηγήσει τη διαδικασία περί της προθεσμίας συνιστούσε την κατάληξη μιας καθόλα πλημμελούς διαδικασίας.
(5) Βλ. επίσης της αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990 στις υποθέσεις C-259/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2845), C-334/87 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2849), και C-335/87 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2875).
(6) Προσφυγή, σ. 18.
(7) Προσφυγή, σ. 21.
(8) Βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 424/85 και 425/85, Frico (Συλλογή 1987, σ. 2755, σκέψη 33), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι: "(...) το γεγονός ότι σημαντικά ιδιωτικά αποθέματα βουτύρου συνιστώντο στα κράτη μέλη όπου ίσχυε χαμηλό επιτόκιο επέτρεπε στην Επιτροπή να εκτιμήσει την πραγματική κατάσταση διαφορετικά απ' ότι μερικούς μήνες προηγουμένως. Δυνάμει παγίας νομολογίας (...) οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν εμπιστοσύνη στη διατήρηση υπαρχουσών καταστάσεων, οι οποίες δύνανται να μεταβληθούν εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας των κοινοτικών οργάνων. Η μείωση του ενιαίου επιτοκίου που λαμβανόταν υπόψη για την επιστροφή των εξόδων χρηματοδοτήσεως στις αποθεματοποιήσεις αποτελούσε, επομένως, υπόθεση την οποία προνοητικοί και συνετοί έμποροι έπρεπε να λάβουν υπόψη (...)".
Full & Egal Universal Law Academy