Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Oι προσφεύγουσες, οι επιχειρήσεις British Aerospace και Rover Group, ζητούν από το Δικαστήριο την ακύρωση της αποφάσεως της 27ης Ιουνίου 1990 που απηύθυνε η Επιτροπή στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η οποία περιέχεται σε επιστολή της 17ης Ιουλίου 1990 (1), κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων λιρών στερλινών (UK ) από τις εν λόγω επιχειρήσεις.
Τα πραγματικά περιστατικά
2. Με την απόφαση 89/58/ΕΟΚ της 13ης Ιουλίου 1988 (2), η Επιτροπή ενέκρινε ενίσχυση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου η οποία συνίστατο σε εισφορά κεφαλαίου 469 εκατομμυρίων UK για τη διαγραφή χρεών του ομίλου Rover (στο εξής: RG) (ο οποίος παρουσίαζε την εποχή εκείνη μεγάλο έλλειμμα). Η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εξαγοράς της RG από την British Aerospace (στο εξής: BAe). Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε κοινοποιήσει σχέδιο εισφοράς κεφαλαίου ύψους
800 εκατομμυρίων UK , μέρος μόνο του οποίου θεωρήθηκε πάντως από την Επιτροπή ως ενίσχυση συμβιβαζόμενη με την κοινή αγορά. Επιπλέον, η έγκριση της Επιτροπής δόθηκε υπό ορισμένους όρους, από τους οποίους παραθέτω αυτούς που ασκούν επιρροή στη διαφορά που σας υποβάλλεται σήμερα.
Πρώτον, η έγκριση εξηρτάτο από τον όρο ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα μετέβαλλε τους σχεδιαζομένους και κοινοποιηθέντες στην Επιτροπή όρους πωλήσεως της RG, και ιδίως τους παρακάτω όρους:
- η τιμή εξαγοράς που θα κατέβαλλε η BAe θα ανερχόταν σε 150 εκατομμύρια UK ,
- όλες οι μελλοντικές δαπάνες αναδιαρθρώσεως θα βάρυναν την BAe,
- η RG δεν θα χρησιμοποιούσε περισσότερο από 500 εκατομμύρια UK από τις μεταφορές ζημιών της τρέχουσας χρήσης, ύψους 1 600 εκατομμυρίων UK , οι οποίες άλλωστε θα παρέμεναν στην RG,
- η BAe δεν θα μπορούσε να προβεί σε μεταπώληση του κυρίου επιχειρηματικού αντικειμένου της RG μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια χωρίς να της επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο ύψους μέχρι 650 εκατομμυρίων UK ,
με εξαίρεση το ποσό της διαγραφής των χρεών, την οποία θα χρηματοδοτούσαν οι βρετανικές αρχές, το ποσό δε αυτό θα περιοριζόταν σε 469 εκατομμύρια UK (3).
Δεύτερον, η έγκριση εξηρτάτο από τον όρο ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα αποφύγει, μέχρι και το 1992, να χορηγήσει στην RG οποιαδήποτε
περαιτέρω ενίσχυση υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου, καθώς και οποιαδήποτε άλλης μορφής ενίσχυση εξαρτώμενη από τη διακριτική της εξουσία, με την εξαίρεση μιας περιφερειακής επιχορηγήσεως που δεν θα υπερέβαινε τα 78 εκατομμύρια UK προς υποστήριξη του μελλοντικού επενδυτικού προγράμματος της RG (4).
'Οσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της σχεδιαζομένης και κοινοποιηθείσας εισφοράς κεφαλαίου από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (ήτοι 331 εκατομμύρια UK ), η Επιτροπή κατέληξε, με την απόφαση 89/58, στο συμπέρασμα ότι συνιστούσε κρατική ενίσχυση που ήταν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να καταβληθεί (5).
3. Με έγγραφο της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, οι βρετανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι είχαν εκτελέσει ορθώς την απόφαση 89/58 και της κοινοποίησαν τα μέτρα που είχαν λάβει προς τούτο. Εντούτοις, στις 21 Νοεμβρίου 1989 δημοσιεύθηκε μια έκθεση του προέδρου του National Audit Office (ΝΑΟ), του βρετανικού Ελεγκτικού Συνεδρίου, μαζί με ένα απόρρητο μνημόνιο του ΝΑΟ, το οποίο είχε επισημανθεί στην έκθεση και το οποίο αποκάλυπτε ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε χορηγήσει στην BAe ορισμένα πρόσθετα οικονομικά οφέλη κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής να μειώσει την επιτρεπόμενη εισφορά κεφαλαίων/διαγραφή χρεών από 800 εκατομμύρια σε 469 εκατομμύρια UK . Η χρηματική αξία αυτών των πρόσθετων οικονομικών οφελών είχε εκτιμηθεί, κατά την έκθεση και το μνημόνιο, σε 38 εκατομμύρια UK . Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, οι βρετανικές αρχές τής διαβίβασαν την έκθεση του ΝΑΟ, το απόρρητο μνημόνιο και στη συνέχεια τη σύμβαση εξαγοράς και ορισμένα σχετικά έγγραφα.
Η εξέταση αυτών των εγγράφων και η συνάντηση που πραγματοποίησε με το Department of Trade and Industry (στο εξής: DIT), το βρετανικό Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, έπεισαν την Επιτροπή ότι, κατόπιν της αποφάσεως 89/58, το DIT και η BAe συμφώνησαν πράγματι να προβούν οι βρετανικές αρχές σε ορισμένες πρόσθετες οικονομικές παραχωρήσεις προς την BAe στο πλαίσιο της εξαγοράς της RG. Εκ νέου, μνημονεύω εδώ μόνο τις διαπιστώσεις που ενδιαφέρουν την υπό κρίση περίπτωση:
- Πρώτον, σύμφωνα με τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή, οι βρετανικές αρχές κατέβαλαν στην BAe 9,5 εκατομμύρια UK για την κάλυψη μέρους του ποσού των 13,6 εκατομμυρίων UK που κόστισε στην BAe η αγορά των μετοχών της μειοψηφίας της RG (6). Κατά την Επιτροπή, επελέγη τελικά το ποσό των 9,5 εκατομμυρίων UK , ώστε να μην υπάρξει υπέρβαση του ορίου των 10 εκατομμυρίων UK , πέραν του οποίου απαιτείται, σύμφωνα με τον Industrial Development Act του 1982, η έγκριση του Κοινοβουλίου.
- Δεύτερον, από τα έγγραφα συναγόταν ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε καταβάλει 1,5 εκατομμύριο UK στην RG για να καλυφθεί το κόστος των σχετικών με την πώληση νομικών και οικονομικών συμβουλών με το οποίο επιβαρύνθηκε ο όμιλος RG.
- Τρίτον, από τα έγγραφα καταφαίνεται ότι η πληρωμή από την BAe του τιμήματος των 150 εκατομμυρίων UK για την εξαγορά της RG μετατέθηκε από τις 12 Αυγούστου 1988 στις 30 Μαρτίου 1990. Οι βρετανικές αρχές το αναγνώρισαν και υπολόγισαν ότι από την αναβολή αυτή προέκυψε καθαρό όφελος για την BAe ύψους 22 εκατομμυρίων UK . Το ποσό αυτό αποτελεί το υπόλοιπο της αφαιρέσεως 11,4 εκατομμυρίων UK από το μεικτό όφελος των 33,4 εκατομμυρίων UK , που αντιπροσωπεύουν τους τόκους που εξοικονομήθηκαν: σκοπός της αφαιρέσεως ήταν να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα οικονομικά βάρη που θα προκαλούσε ένα δάνειο 150 εκατομμυρίων UK θα είχαν μειώσει τα κέρδη της BAe κατά 33,4 εκατομμύρια UK και, κατά συνέπεια, το φορολογητέο κέρδος της (βάσει συντελεστή 35 %, ο οποίος ίσχυε για τον φόρο εταιριών). Η Επιτροπή δεν αποδέχεται εντούτοις αυτή τη μέθοδο υπολογισμού, διότι συνηθίζει να αξιώνει την αναζήτηση της παράνομης ενισχύσεως ανεξαρτήτως των επιπτώσεων που έχει ενδεχομένως η φορολογία. Εκτιμά επομένως ότι η πρόσθετη χρηματοοικονομική παραχώρηση ήταν 33,4 εκατομμύρια UK .
4. Αφού εξέτασε τα προπαρατεθέντα έγγραφα και στοιχεία και συζήτησε σε βάθος με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή της απηύθυνε στις 17 Ιουλίου 1990 την επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, η οποία δημοσιεύθηκε ως ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (7) και με την οποία η Επιτροπή "πληροφόρησε την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου για την απόφασή της σχετικά με τη μη ορθή εκτέλεση της απόφασης 89/58 της 13ης Ιουλίου 1988" (8). Στο τμήμα Ι της εν λόγω επιστολής, η Επιτροπή υπενθυμίζει τους όρους υπό τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση εγκρίσεως 89/58, μνημονεύει τα συμπληρωματικά έγγραφα και στοιχεία που της είχαν περιέλθει από τις 21 Νοεμβρίου 1989 και εκθέτει συνοπτικά τα οικονομικά και άλλα πρόσθετα οφέλη που είχαν χορηγηθεί στην
BAe. Στο τμήμα ΙΙ αυτής της επιστολής, αναφέρεται ότι, όσον αφορά τα ανωτέρω οικονομικά οφέλη, η Επιτροπή "θεωρεί" ότι συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι η ενίσχυση αυτή χορηγήθηκε παράνομα, κατά την Επιτροπή, είτε επειδή δεν αποτελούσε μέρος των όρων πωλήσεως που της κοινοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία η οποία προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως 89/58 και, με άλλα λόγια, παραβαίνει τον προπαρατεθέντα πρώτο όρο της εν λόγω αποφάσεως (απαγόρευση μεταβολής των όρων πωλήσεως) είτε επειδή συνιστούσε παράβαση του τρίτου όρου της αποφάσεως (όχι περαιτέρω ενισχύσεις προς την RG) (9). Το τμήμα IV ορίζει τα ακόλουθα:
"Mε βάση τις παραπάνω θεωρήσεις, η Επιτροπή αποφάσισε τα ακόλουθα:
α) ότι η πρόσθετη ενίσχυση των 44,4 εκατομμυρίων UK που χορηγήθηκε προς την ΒΑe στο πλαίσιο της πωλήσεως της RG αποτελεί παράνομη ενίσχυση που καταβλήθηκε κατά παράβαση της απόφασης 89/57/ΕΟΚ και ότι οι αρχές της χώρας σας (οι βρετανικές αρχές) πρέπει να πάρουν πίσω αυτό το ποσό από εκείνους στους οποίους πληρώθηκε (δηλαδή το ποσό των 9,5 εκατομμυρίων UK προς κάλυψη του κόστους αγοράς του μειοψηφούντος μεριδίου μετοχών και το όφελος των 33,4 εκατομμυρίων UK που είχε η BΑe ως αποτέλεσμα της αναβολής της πληρωμής του τιμήματος αγοράς) καθώς και το ποσό του 1,5 εκατομμυρίου λιρών στερλινών από την RG (που το έλαβε για κάλυψη του κόστους των σχετικών με την πώληση συμβουλών που προήλθαν από εξωτερικούς συμβούλους)"
(...)
Οι αρχές της χώρας σας θα πληροφορήσουν την Επιτροπή για τα μέτρα που ελήφθησαν ώστε να συμμορφωθούν προς την παρούσα απόφαση μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίησή της.
Στην περίπτωση που οι αρχές της χώρας σας δεν απαντήσουν ή απαντήσουν κατά τρόπο μη ικανοποιητικό μέσα στην υποδειχθείσα προθεσμία, η Επιτροπή θα είναι υποχρεωμένη να παραπέμψει την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο."
Το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να ικανοποιήσει τα "αιτήματα" που διατυπώθηκαν σ' αυτή την επιστολή. Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες κατά τη συνεδρίαση) άσκησε αγωγή ενώπιον του High Court του Λονδίνου με αντικείμενο την αναζήτηση των προαναφερθέντων ποσών.
Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
5. Οι προσφεύγουσες, η BAe και η RG, άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω επιστολής. Εκτιμούν, πράγματι, ότι η επιστολή πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι η εν λόγω απόφαση είναι άκυρη για παράβαση ουσιώδους διαδικαστικού τύπου. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι κακώς η Επιτροπή δεν τους ζήτησε να διατυπώσουν την άποψή τους πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίοι όροι για την αναζήτηση των ποσών που καταβλήθηκαν στην ΒΑe και ότι η Επιτροπή κακώς χαρακτήρισε τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν ως κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
6. Η Επιτροπή δεν αρνείται ότι η επίδικη επιστολή πρέπει να θεωρηθεί ως "απόφαση" και ότι αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες, των οποίων η προσφυγή ακυρώσεως είναι ως εκ τούτου παραδεκτή. Ταυτόχρονα, συνάγεται ωστόσο από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι δεν θεωρεί την επιστολή
ως κατά κυριολεξία απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επιστολή/απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής πράξη, διότι αντλεί καθ' ολοκληρίαν τον λόγο υπάρξεώς της από την απόφαση 89/58 (10) και διότι, από νομικής απόψεως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη και ως απλή προέκταση (μη παράγουσα νέα νομικά αποτελέσματα) της αποφάσεως 89/58 ή ως εφαρμογή της αποφάσεως αυτής (11).
Κατά την Επιτροπή, η ορθότητα της απόψεως ότι ήταν αρμόδια εν προκειμένω για να εκδώσει τέτοια "απόφαση εφαρμογής" επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι θα μπορούσε να έχει επιλέξει να προσφύγει ευθέως κατά του Ηνωμένου Βασιλείου ενώπιον του Δικαστηρίου για παράβαση της αποφάσεως 89/58, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Αντιθέτως, η Επιτροπή θέλησε να δώσει στο Ηνωμένο Βασίλειο μια τελευταία ευκαιρία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, υποδεικνύοντάς του με ποιον τρόπο και κατά τι είχε, κατά την άποψη της Επιτροπής, παραβεί την απόφαση 89/58. Προς τούτο, πάντα κατά την Επιτροπή, οι ενισχύσεις που χορήγησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά παράβαση της αποφάσεως 89/58 εξατομικεύθηκαν και συγκεκριμενοποιήθηκαν από άποψη ποσού στην επιστολή/απόφαση και διατάχθηκε να αναζητηθούν οι εν λόγω ενισχύσεις από τους αποδέκτες (12).
Με βάση αυτή την ανάλυση της επιστολής/αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να ακούσει την άποψη των προσφευγουσών προτού εκδώσει απόφαση. Το δικαίωμα ακροάσεως ίσχυε (και τηρήθηκε δεόντως) και στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση 89/58 οι πρόσθετες οικονομικές παραχωρήσεις που εξετάζονται στην επιστολή/απόφαση: α) είχαν προγραμματιστεί και αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ του
Ηνωμένου Βασλείου αφενός και της BAe και της RG αφετέρου, πριν η Επιτροπή εκδώσει την απόφαση 89/58, και επιπλέον δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και β) ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τους όρους πωλήσεως της RG στην BAe. Για τους λόγους αυτούς, οι παραχωρήσεις αυτές έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά στο πλαίσιο της τηρήσεως και της εφαρμογής της αποφάσεως 89/58. Η Επιτροπή καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη επιστολή/απόφαση συνιστά απλώς μέτρο εφαρμογής ή διασφαλίσεως της αποφάσεως 89/58 και ότι δεν ήταν, κατά συνέπεια, υποχρεωμένη να ακούσει εκ νέου τις προσφεύγουσες.
Εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει "αποφάσεις εφαρμογής"
7. Από τις σκέψεις που προηγούνται και από τα επιχειρήματα των διαδίκων συνάγεται ότι το βασικό ζήτημα της υποθέσεως που συζητείται σήμερα έγκειται στο ποια είναι τα νομικά μέσα τα οποία διαθέτει η Επιτροπή στην περίπτωση που κράτος μέλος δεν τηρεί τους όρους από τους οποίους έχει εξαρτήσει η ίδια, με προηγούμενη απόφαση που απευθύνεται στο εν λόγω κράτος μέλος, την έγκριση ενισχύσεως. Ειδικότερα, το ζήτημα είναι αν, όταν οι όροι αυτοί δεν τηρούνται λόγω πρόσθετων οικονομικών παραχωρήσεων, η Επιτροπή έχει την εξουσία, χωρίς να ακούσει τα ενδιαφερόμενα μέρη, να εκδώσει, βάσει της προηγούμενης αποφάσεως, "απόφαση εφαρμογής", με την οποία να διαπιστώνει τη μη τήρηση των εν λόγω όρων, να χαρακτηρίζει, χωρίς άλλη εξέταση, τις πρόσθετες οικονομικές παραχωρήσεις ως ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και να διατάσσει την αναζήτηση. Κατά τις προσφεύγουσες συνεπώς, το δικαίωμα ακροάσεως υπό τις συνθήκες αυτές συνιστά το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς.
8. Το σύστημα που προβλέπουν τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης, παρέχει στην Επιτροπή, κατά την άποψή μου, τέσσερις δυνατότητες αντιδράσεως κατά
παραβάσεως μιας (αρνητικής ή εξαρτώμενης από όρους) αποφάσεως που εκδόθηκε προηγουμένως σχετικά με κρατικές ενισχύσεις.
Κατά πρώτο λόγο, η Επιτροπή μπορεί, όπως της επιτρέπει ρητώς το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, της Συνθήκης, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης, να προσφύγει απευθείας, δηλαδή χωρίς να τάξει προηγουμένως προθεσμία ή να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη, κατά του οικείου κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου για μη τήρηση της αποφάσεώς της.
Αν το επιθυμεί η Επιτροπή μπορεί, προτού υποβάλει την υπόθεση στην κρίση του Δικαστηρίου, να δώσει στο ενδαφερόμενο κράτος μια "τελευταία ευκαιρία" να θέσει τέρμα στις διαπιστωθείσες παραβάσεις της προηγούμενης αποφάσεως (13). Η "τελευταία προειδοποίηση" αυτού του τύπου συνιστά απλώς ένδειξη και δεν μπορεί φυσικά να θεωρηθεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189. Με άλλα λόγια, δεν είναι υποχρεωτική για το κράτος μέλος που ορίζει ως αποδέκτη και η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της "τελευταίας προειδοποιήσεως" του τύπου αυτού θα ήταν απαράδεκτη (14).
Η τελευταία παράγραφος της προσβαλλομένης επιστολής/αποφάσεως (η οποία παρατέθηκε ανωτέρω στην παράγραφο 4) και το γεγονός ότι η επιστολή δημοσιεύθηκε ως "ανακοίνωση" στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταδεικνύουν ότι η επιστολή αυτή πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως προειδοποίηση αυτού του τύπου και, με άλλα λόγια, ότι δεν
συνιστά νομικά προσβλητή απόφαση. Αντιθέτως όμως, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε άλλα σημεία της επίδικης επιστολής/αποφάσεως δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία ως προς τον υποχρεωτικό ή τουλάχιστον επιτακτικό χαρακτήρα του εγγράφου. 'Ετσι, στο τμήμα IV της επιστολής/αποφάσεως, αναφέρεται ότι η Επιτροπή "αποφάσισε" (στο αγγλικό κείμενο, που είναι το μόνο αυθεντικό: "decided", και υπογραμμίζω με την ίδια ευκαιρία ότι η επιστολή ανακοινώθηκε ως "Decision", με άλλα λόγια απόφαση της Επιτροπής: βλ. ΕΕ 1991, αγγλικό κείμενο, C 21, σ. 2, εισαγωγική παράγραφος) ότι οι αγγλικές αρχές "καλούνται" (το αγγλικό "are required" είναι ακόμη σαφέστερο) να προβούν στην αναζήτηση των οικονομικών αυτών οφελών από τους αποδέκτες. Για τα άλλα μέρη της αποφάσεως της Επιτροπής χρησιμοποιείται επίσης το επιτακτικό "shall". Επιπλέον, η προτελευταία παράγραφος της επιστολής/αποφάσεως αφήνει λίγες αμφιβολίες ως προς την πραγματική φύση του εγγράφου: αναφέρεται πράγματι ότι οι βρετανικές αρχές "θα πληροφορήσουν" την Επιτροπή για τα μέτρα που θα λάβουν ώστε να συμμορφωθούν προς την "παρούσα απόφαση" (προσήκει να επισημανθεί συναφώς ότι στο αγγλικό κείμενο, το οποίο είναι το μόνο αυθεντικό, χρησιμοποιείται επίσης στο σημείο αυτό ο όρος "Decision", με κεφαλαίο).
Το ότι η επιστολή/απόφαση συνιστά σαφώς απόφαση (παράγουσα δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα για την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου) συνάγεται τέλος από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, αλλά δήλωσε τουναντίον ότι "δεν είχε να διατυπώσει αντιρρήσεις" όσον αφορά τον ισχυρισμό τους ότι οι επιβληθείσες στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποχρεώσεις τις αφορούν άμεσα και ατομικά (15). Στη συνέχεια των προτάσεών μου, θα θεωρήσω ως δεδομένο συνεπώς ότι η επιστολή πρέπει να θεωρηθεί δεσμευτική για το κράτος μέλος
αποδέκτη και ότι περιέχει, με άλλα λόγια, απόφαση. Η Επιτροπή δεν έκανε χρήση της πρώτης δυνατότητας, εφόσον απηύθυνε αμέσως στο Ηνωμένο Βασίλειο απόφαση και όχι "τελευταία προειδοποίηση" με μη δεσμευτικό χαρακτήρα.
9. Η δεύτερη δυνατότητα που έχει η Επιτροπή είναι η λήψη προσωρινών μέτρων, όπως τα μέτρα που αναφέρονται στην υπόθεση Boussac (16). 'Οταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το κράτος μέλος παραβαίνει απόφαση η οποία εγκρίνει κρατικές ενισχύσεις υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος αυτό δεν θα προβεί σε άλλες οικονομικές παραχωρήσεις, η Επιτροπή μπορεί, αν παρά ταύτα υπάρξουν μεταγενέστερες οικονομικές παραχωρήσεις, να εκδώσει απόφαση με την οποία να διατάσσει την άμεση αναστολή των πληρωμών και την κοινοποίηση όλων των αναγκαίων για την εξέταση της νομιμότητας των εν λόγω πληρωμών στοιχείων. Σκοπός της αναστολής στην περίπτωση αυτή είναι να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να ελέγξει κατά πόσον οι πληρωμές αυτές συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (17). Αν το εν λόγω κράτος μέλος, παρά την εντολή της Επιτροπής, δεν αναστείλει τις πληρωμές και δεν παράσχει τις πληροφορίες που του ζητούνται, η Επιτροπή έχει την εξουσία είτε να ελέγξει αν οι πρόσθετες παραχωρήσεις συμβιβάζονται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της (πρόκειται για την τρίτη δυνατότητα που παρατέθηκε ανωτέρω) είτε να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο (πρόκειται για την πρώτη ανωτέρω παρατεθείσα δυνατότητα) (18).
Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν ακολούθησε αυτή την οδό ούτε άλλωστε μπορούσε να το πράξει: πράγματι, έλαβε γνώση των επίμαχων πληρωμών μετά
την πραγματοποίησή τους - με άλλα λόγια, η εντολή αναστολής της καταβολής της ενισχύσεως δεν θα είχε κανένα νόημα.
10. Η τρίτη δυνατότητα της Επιτροπής συνίσταται στην κίνηση νέας διαδικασίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σε σχέση με τις διαπιστωθείσες νέες πληρωμές και, ενδεχομένως, στη διαπίστωση, με νέα απόφαση, ότι οι εν λόγω πληρωμές συνιστούν ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Η τελευταία αυτή εκτίμηση μπορεί και πρέπει να γίνει λαμβανομένης υπόψη της προηγουμένης αποφάσεως (19). Στην πρόσφατη απόφαση C-261/89 (20), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε να αναγνωρίσει το ασυμβίβαστο ενισχύσεως με την κοινή αγορά, εφόσον θεωρούσε ότι το μέτρο αυτό παρέβαινε προηγούμενη απόφαση, η οποία είχε εγκρίνει ενίσχυση υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα χορηγούνταν νέες ενισχύσεις για ορισμένη περίοδο. Το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ήταν το εξής: α) στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του νομικού και οικονομικού πλαισίου που έχει ήδη εξετάσει με προηγούμενη απόφαση, και β) η διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, επιτρέπει την εκτίμηση κάθε νέου στοιχείου που μπορεί να μεταβάλει την εκτίμηση που είχε εκφραστεί με την προηγούμενη απόφαση (21). Νομίζω ότι η βασική σκέψη αυτής της αποφάσεως είναι ότι η "εκ νέου χρησιμοποίηση" της εκτιμήσεως που έχει εκφραστεί με την προγενέστερη απόφαση επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο νέας διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, πράγμα που σημαίνει ότι τάσσεται προθεσμία σε όλους τους "ενδιαφερομένους για να υποβάλουν τις
παρατηρήσεις τους" (22) και ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει προσηκόντως υπόψη τις παρατηρήσεις που ενδεχομένως υποβληθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν έκανε χρήση ούτε αυτής της δυνατότητας: βεβαίως, η νομιμότητα των πρόσθετων οικονομικών παραχωρήσεων εξετάστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, βάσει της αποφάσεως 89/58, αλλά η ίδια η Επιτροπή εμμένει (βλ. την παράγραφο 6 παραπάνω) στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε βάσει της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, αλλά συνιστά τουναντίον απλή διεύρυνση ή διάταξη εφαρμογής της αποφάσεως 89/58. Στηριζόμενη στην άποψη αυτή, δεν έταξε προθεσμία στους ενδιαφερόμενους (εν προκειμένω στην BAe και την RG) για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
11. Η Επιτροπή έχει ακόμη, κατά την άποψή μου, μια τέταρτη δυνατότητα. 'Οταν, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν μπόρεσε να λάβει την προηγούμενη απόφασή της περί των ενισχύσεων εν πλήρη γνώσει όλων των κρίσιμων περιστατικών, διότι, χωρίς να την ενημερώσει, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κατέβαλε επίσης, εκτός από την κοινοποιηθείσα ενίσχυση, ορισμένο ποσό μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως (για παράδειγμα για να αντισταθμίσει το αποτέλεσμα του ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση κρίθηκε εν μέρει ασυμβίβαστη), μπορεί να ανακαλέσει την προηγούμενη (έστω μερική και υπό όρους) έγκριση της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως, δυνάμει της αρχής "η απάτη συνεπάγεται ολική ακυρότητα". Η προηγουμένως δοθείσα έγκριση στηριζόταν επομένως σε πλάνη, οφειλόμενη στην απόκρυψη ορισμένων στοιχείων από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Στη συνέχεια, η Επιτροπή μπορεί να επανεξετάσει την προηγουμένως
κοινοποιηθείσα ενίσχυση, υπό το φως των νέων στοιχείων που προέκυψαν, και να καταλήξει ενδεχομένως στο συμπέρασμα, βάσει αυτής της εξετάσεως, ότι ένα μέρος της προηγουμένως εγκριθείσας ενισχύσεως (ή ακόμα και το σύνολο της εν λόγω ενισχύσεως) είναι ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και πρέπει να αναζητηθεί. Η "νέα" αυτή εξέταση πρέπει φυσικά να γίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, ώστε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και όλα επίσης τα ενδιαφερόμενα μέρη να κληθούν να γνωστοποιήσουν την άποψή τους ως προς τις συνέπειες της μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως επί της προηγουμένης εγκρίσεως της ενισχύσεως που πράγματι είχε κοινοποιηθεί. Η εξέταση θα καταλήξει σε νέα απόφαση, με την οποία η Επιτροπή θα αποφανθεί ταυτοχρόνως επί της προηγουμένως εγκριθείσας ενισχύσεως και επί των μη κοινοποιηθεισών πληρωμών και με την οποία θα διατάξει ενδεχομένως την αναζήτηση όλων των ενισχύσεων (τόσο αυτών που είχαν εγκριθεί προηγουμένως όσο και αυτών που εντοπίστηκαν μεταγενεστέρως) τις οποίες κρίνει, υπό το φως των νέων στοιχείων, ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν έκανε χρήση ούτε αυτής της τέταρτης δυνατότητας. Σε κανένα σημείο της επίμαχης επιστολής/αποφάσεως ή των παρατηρήσεων που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβλέπει την ανάκληση της προηγουμένης εγκρίσεως και την κίνηση νέας διαδικασίας βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2. Αντιθέτως, στο τμήμα ΙΙ, σημείο Β, της επίμαχης επιστολής/αποφάσεως, αφού εξετάζει το τίμημα που κατέβαλε τότε η BAe για την RG υπό το φως των πρόσθετων στοιχείων που της κοινοποιήθηκαν μεταγενέστερα, η Επιτροπή καταλήγει ότι, ακόμη και αν διέθετε τα στοιχεία αυτά κατά τη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως 89/58, δεν θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα απ' αυτό το οποίο συνήγαγε στο πλαίσιο της αποφάσεως 89/58, ήτοι ότι η "προτεινόμενη τιμή αγοράς αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία της RG στην αγορά" (23).
12. Κατά την άποψή μου, καθεμία από τις ανωτέρω περιγραφείσες δυνατότητες ή ο συνδυασμός τους παρέχουν στην Επιτροπή αποτελεσματική εξουσία προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση των αποφάσεών της στον τομέα των ενισχύσεων. Ωστόσο, με την επίδικη επιστολή/απόφαση, η Επιτροπή επέλεξε άλλη οδό. 'Οπως ελέχθη, εξέδωσε "απόφαση εφαρμογής" βάσει της αποφάσεως 89/58, με την οποία απόφαση εφαρμογής διαπιστώνει ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, παραχωρώντας ορισμένο αριθμό πρόσθετων οικονομικών οφελών, παρέβη την απόφαση 89/58 και την υποχρεώνει να θέσει τέρμα σ' αυτή την παράβαση προβαίνοντας στην αναζήτηση των εν λόγω οφελών από τις επιχειρήσεις στις οποίες παραχωρήθηκαν. Δεν θεωρώ ότι το σύστημα των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εκδώσει απόφαση αυτού του τύπου. Η εξουσία λήψεως αποφάσεως που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 93 χρησιμεύει για την εκτίμηση του συμβατού των εθνικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά. Δεν μπορεί, αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί, όταν πρόκειται αποκλειστικά για την αναγνώριση της μη τηρήσεως προγενέστερης αποφάσεως. Ακριβέστερα, εφόσον έχει αναγνωρίσει με απόφαση το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να διαπιστώσει, με νέα απόφαση, τη μη τήρηση της προγενέστερης αποφάσεως (η οποία συνίστατο εν προκειμένω στη χορήγηση από το κράτος μέλος πρόσθετων οικονομικών οφελών). Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή πρέπει να προσφύγει στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει επίσης από το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερη φράση (24).
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν εμποδίζουν ωστόσο την Επιτροπή, αν το επιθυμεί, να εκδώσει, σχετικά με τα πρόσθετα οικονομικά οφέλη που χορηγήθηκαν κατά παράβαση προηγούμενης αποφάσεως, νέα απόφαση με την οποία να κρίνει αν τα πρόσθετα αυτά οφέλη συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Ούτε την εμποδίζουν (βλ. την απόφαση C-261/89, που παρατέθηκε στην παράγραφο 10) να εξετάσει με τη νέα αυτή απόφαση αν τα πρόσθετα οικονομικά οφέλη συμβιβάζονται με την κοινή αγορά υπό το φως της προγενέστερης αποφάσεως. Σε περίπτωση εκδόσεως νέας αποφάσεως του ιδίου τύπου, η εκτίμηση της Επιτροπής πρέπει ωστόσο να γίνει - ακόμη και στην τελευταία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση C-261/89, που παρατέθηκε ανωτέρω στην παράγραφο 10 - σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, ήτοι μετά από όχληση και διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους. Εν προκειμένω - οι διάδικοι συμφωνούν επ' αυτού - δεν έγινε κάτι τέτοιο.
Ως εκ τούτου, δεν συμφωνώ καθόλου με την Επιτροπή, η οποία απορρίπτει την εφαρμογή της σχετικής διαδικασίας, θεωρώντας την ως αλυσιτελή τυπολατρική προϋπόθεση. Η νέα διαδικασία εξετάσεως και κυρίως η διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους σκοπό έχει να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει υπόψη όλες τις κρίσιμες μεταβολές της πραγματικής καταστάσεως που επήλθαν μετά την έκδοση της προγενέστερης αποφάσεως. Η σημερινή υπόθεση αποτελεί άλλωστε χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία ισχύει αυτή η άποψη: οι προσφεύγουσες ανέφεραν τέσσερα σημεία τα οποία δεν έθιξε η απόφαση 89/58 και τα οποία ρύθμισε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς οι προσφεύγουσες να έχουν την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν την άποψή τους συναφώς. Πρόκειται συγκεκριμένα: α) για τον χαρακτηρισμό ως "κρατικών ενισχύσεων" των πρόσθετων οικονομικών παραχωρήσεων προς την BAe και την RG, οι οποίες αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα (κατά τις προσφεύγουσες, πρόκειται για συναλλαγές που ανταποκρίνονται στη συνήθη εμπορική
πρακτική), β) για τον υπολογισμό του οφέλους της BAe από την αναβολή της πληρωμής του τιμήματος της πωλήσεως (βλ. την παράγραφο 3 ανωτέρω), γ) για τον χαρακτηρισμό της εισφοράς του 1,5 εκατομμυρίου UK που καταβλήθηκε στην RG προς κάλυψη των εξόδων για τις νομικές και οικονομικές συμβουλές (η εισφορά αυτή ανταποκρινόταν επίσης, κατά τις προσφεύγουσες, στη συνήθη πρακτική των συναλλαγών) και δ) για τον υπολογισμό της αξίας των μετοχών της μειοψηφίας της RG, τις οποίες αγόρασε αργότερα η BAe. 'Οπως θα προκύψει στη συνέχεια από τα σχόλια που θα αναπτύξω σχετικά με τα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα των διαδίκων στα σημεία αυτά, η εξέταση του δεύτερου κυρίως σημείου καθίσταται δυσκολότερη εκ του ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν εξέθεσαν την άποψή τους πριν την απόφαση της Επιτροπής.
13. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, εκκινώντας από την άποψη ότι η Συνθήκη τής παρέχει αυτοτελή εξουσία λήψεως αποφάσεως προκειμένου να διαπιστώνει με "απόφαση εφαρμογής", χωρίς να ακολουθεί προηγουμένως καμία διαδικασία, τη μη τήρηση προηγούμενης αποφάσεως περί εγκρίσεως ενισχύσεως και να αξιώνει, με την εν λόγω απόφαση εφαρμογής, από το οικείο κράτος μέλος να προβεί στην αναζήτηση των καταβληθέντων κατά παράβαση της χρονικά προηγουμένης αποφάσεως, παραβίασε την αρχή που κατοχυρώνει το άρθρο 4 της Συνθήκης, κατά την οποία κάθε κοινοτικό όργανο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του απονέμει η Συνθήκη.
Επικουρικώς: οι άλλοι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες
14. Για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν δεχθεί την κύρια πρότασή μου, που διατύπωσα ανωτέρω, θα ήθελα να εξετάσω εν συντομία τους άλλους λόγους που προβάλλουν οι προσφεύγουσες. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή διαθέτει πράγματι εξουσία λήψεως των "αποφάσεων εφαρμογής" με τις οποίες διαπιστώνει τη μη τήρηση προγενέστερης αποφάσεως περί κρατικής ενισχύσεως και συνάγει τις αναγκαίες
συνέπειες (συμπεριλαμβανομένης της αναζητήσεως της παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως) της εν λόγω μη τηρήσεως. Επιπλέον, θεωρώ δεδομένο, ακριβώς όπως στην κυρίως ανάλυσή μου, ότι με τη μεταγενέστερη απόφασή της η Επιτροπή μπορεί να εκτιμά το συμβατό με την κοινή αγορά των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν μεταγενέστερα βάσει της προηγούμενης αποφάσεώς της.
Συγκεκριμένα, εν όψει των τριών σημείων τα οποία αφορά η προσφυγή (ήτοι τα 9,5 εκατομμύρια UK του κόστους εξαγοράς που καταβλήθηκαν στην BAe, το 1,5 εκατομμύριο UK που καταβλήθηκε στην RG για να καλύψει τα έξοδα νομικών συμβουλών και το όφελος που προέκυψε για την BAe από την αναβολή κατά είκοσι μήνες της καταβολής του τιμήματος για την αγορά της RG), πρέπει να εξετάσω αν ορθώς έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι επρόκειτο για ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, β) ότι οι ενισχύσεις αυτές ήταν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά και επηρέαζαν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και γ) ότι έπρεπε να αναζητηθούν από τις επιχειρήσεις που τις έλαβαν.
15. Θα εξετάσω καταρχάς το πρόβλημα του χαρακτηρισμού ως κρατικής ενισχύσεως. Εν αντιθέσει προς τις προσφεύγουσες, είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι όλα τα επίδικα οφέλη στην προκειμένη περίπτωση συνιστούσαν "ενισχύσεις" κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
'Οσον αφορά τα 9,5 εκατομμύρια UK του κόστους εξαγοράς, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ο κάτοχος της πλειοψηφίας των μετοχών μπορεί να έχει συμφέρον για την αγορά των υπολοίπων μετοχών που βρίσκονται στα χέρια μειοψηφούντων μετόχων και ότι τα 13,6 εκατομμύρια UK που καταβλήθηκαν εν προκειμένω από την BAe συνιστούν εύλογο τίμημα, υπαγορευόμενο από λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοσίων σχέσεων (βλ. υποσημείωση 6 ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, πάντοτε κατά τις προσφεύγουσες, η συμβολή της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 9,5 εκατομμύρια UK
δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όφελος που χορηγήθηκε στην BAe, δεδομένου ότι η BAe κατέβαλε αμέσως το ποσό αυτό στους μετόχους της μειοψηφίας.
Η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν είναι διόλου πειστική. Οι προσφεύγουσες δεν αρνούνται, πράγματι, ούτε ότι η υποχρέωση αποζημιώσεως των μετόχων της μειοψηφίας βάρυνε την BAe ούτε ότι την απόφαση καταβολής εν προκειμένω 13,6 εκατομμυρίων UK αντί για 300 000 έλαβε η BAe, πράγμα που είχε άλλωστε ευνοϊκή απήχηση στους μικρούς επενδυτές. Υπό το πρίσμα αυτό, το ποσό των 9,5 εκατομμυρίων UK που κατέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνιστά αναμφιβόλως κρατική ενίσχυση - το ποσό αυτό δηλαδή καλύπτει έξοδα τα οποία διαφορετικά θα έπρεπε να βαρύνουν την BAe. Ακόμη και αν η BAe χρησιμοποίησε ολόκληρο το εν λόγω ποσό για να καταβάλει στους υπολοίπους μετόχους υπερβολικό τίμημα, το έκανε βάσει αποφάσεως που έλαβε η ίδια και προς ίδιο όφελος. Στο επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η πληρωμή υπερβολικού τιμήματος έλαβε χώρα βάσει συμβατικής υποχρεώσεως (μη κοινοποιηθείσας στην Επιτροπή), την οποία ανέλαβε η BAe έναντι της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο της εξαγοράς της RG, αρκεί η εξής απάντηση: α) η έγκριση, με την απόφαση 89/58, της εισφοράς κεφαλαίου που πραγματοποίησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δόθηκε υπό τη ρητή επιφύλαξη ότι οι κοινοποιηθέντες όροι πωλήσεως δεν θα τροποποιούνταν και β) η υπέρ το δέον αποζημίωση των μειοψηφούντων μετόχων της RG δεν αποτελούσε μέρος των ανακοινωθέντων όρων πωλήσεως.
Ως προς το 1,5 εκατομμύριο UΚ που καταβλήθηκε στην RG για τα έξοδα νομικών και οικονομικών συμβουλών, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν πρόκειται εδώ για έξοδα που έχουν σχέση με την πώληση της RG στην BAe, αλλά για δαπάνες σχετικές με τους σκοπούς της πολιτικής της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της RG. Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν, επιπλέον, ότι, υπό το φως των ανωτέρω, τα έξοδα αυτά αντιπροσώπευαν εύλογη δαπάνη της
Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και δεν κάλυπταν, εν πάση περιπτώσει, παρά μόνο τις δαπάνες στις οποίες είχε ήδη υποβληθεί η BAe. Για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρώ ούτε αυτή την επιχειρηματολογία προσφυή: είναι πράγματι βέβαιο ότι το ποσό που κατέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα βάρυνε κανονικά την BAe και/ή την RG. Αποδεικνύεται έτσι ότι το ποσό αυτό έχει τον χαρακτήρα ενισχύσεως.
'Οσον αφορά την αναβολή κατά είκοσι μήνες της καταβολής του τιμήματος της πωλήσεως, συμφωνώ επίσης με την Επιτροπή ότι συνιστά ενίσχυση προς όφελος της BAe. Η αναβολή παραβιάζει τον όρο που περιέχει η απόφαση 89/58 ότι αμέσως μετά την εισφορά κεφαλαίου η BAe θα κατέβαλλε 150 εκατομμύρια UK στις βρετανικές αρχές για την αγορά των μετοχών της RG που τους ανήκαν (25). Το μοναδικό επιχείρημα των προσφευγουσών συναφώς είναι ότι υπήρχαν εξαιρετικοί εμπορικοί λόγοι για την εν λόγω αναβολή πληρωμής: χωρίς την αναβολή, η BAe θα έπρεπε να δανειστεί το ποσό του τιμήματος της πωλήσεως, χωρίς να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει τους τόκους αυτού του δανείου με τα έσοδα από την εκμετάλλευση της RG. Παρά ταύτα, η αναβολή της πληρωμής ήταν άτοκη και πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ως ενίσχυση προς όφελος της BAe: οι ιδιώτες πωλητές συγκατατίθενται στην αναβολή πληρωμής, μόνο αν ο αγοραστής δεσμεύεται να καταβάλει τόκους επί του τιμήματος. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση συνίσταται στη μη καταβολή τόκων.
16. Το δεύτερο ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι οι τρεις ενισχύσεις: α) έπρεπε να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με την
κοινή αγορά και β) ήταν ικανές να αλλοιώσουν τους όρους του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
'Οπως ανέφερα ήδη, δέχομαι ότι η Επιτροπή μπορεί να εκτιμήσει βάσει προηγουμένης αποφάσεως το συμβατό με την κοινή αγορά ενισχύσεων που αποκαλύφθηκαν αργότερα. Η ίδια λύση ισχύει, κατά την άποψή μου, όταν πρόκειται να εξεταστεί αν η ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το αν η απόφαση 89/58 συνιστά επαρκή νομική βάση για να θεμελιώσει τις εκτιμήσεις που εξέφρασε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση στο θέμα του συμβατού της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Νομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική. Στην επίδικη επιστολή/απόφαση αναφέρεται ότι καθεμία από τις τρεις ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστη με τον πρώτο όρο (απαγόρευση τροποποιήσεως των όρων πωλήσεως που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή) και/ή με τον τρίτο όρο (απαγόρευση χορηγήσεως πρόσθετης ενισχύσεως υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου και κάθε άλλης μορφής ενισχύσεως στην RG στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου) της αποφάσεως 89/58. Οι προσφεύγουσες δεν αντιτάσσουν κανένα επιχείρημα ουσίας και δεν προέβαλαν επιπλέον κανένα στοιχείο (βλ. την απόφαση C-261/69, που αναφέρθηκε στην παράγραφο 10) που να αποδεικνύει ότι η πραγματική κατάσταση, μετά την έκδοση της αποφάσεως 89/58, είχε μεταβληθεί κατά τρόπον ώστε η εκτίμηση που είχε εκφραστεί με την εν λόγω απόφαση να μην ισχύει πλέον για τις επίδικες ενισχύσεις.
17. Το τρίτο και τελευταίο ερώτημα είναι αν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή μπορούσε, βάσει της αποφάσεως 89/58, να διατάξει την αναζήτηση των ενισχύσεων που είχε κρίνει ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά. Καταρχήν προσήκει καταφατική απάντηση, αν θεωρήσω ως δεδομένο, όπως
πράγματι θεωρώ στο τμήμα αυτό των προτάσεών μου, ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να εκδίδει "αποφάσεις εφαρμογής" με τις οποίες να διαπιστώνει την παράβαση προηγουμένης αποφάσεως και να συνάγει τις συνέπειες αυτής της παραβάσεως (στις οποίες περιλαμβάνεται επίσης η αναζήτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων).
Ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες και που στηρίζεται στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας σχετικά με την επιβολή της υποχρεώσεως αναζητήσεως των επιμάχων ενισχύσεων από την BAe δεν μπορεί ως εκ τούτου να γίνει δεκτός: η έλλειψη νομιμότητας των οφελών που χορηγήθηκαν στην BAe (που συνιστά ήδη λόγο αναζητήσεως) προκύπτει, πράγματι, από την απόφαση 89/58, η οποία τίθεται σε εφαρμογή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
18. Υπολείπεται η εξέταση τριών ειδικών επιχειρημάτων που πρόβαλαν οι προσφεύγουσες σχετικά με τον κατά την άποψή τους εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού που πρέπει να αναζητηθεί από την BAe όσον αφορά την αναβολή της πληρωμής του τιμήματος της πωλήσεως (βλ. την παράγραφο 3 ανωτέρω, τρίτη περίπτωση, και το κεφάλαιο ΙΙΙ.Δ της εκθέσεως ακροατηρίου). Δεν πρόκειται επομένως στην υπό κρίση περίπτωση για το ζήτημα αρχής του αν επιτρέπεται η αναζήτηση, αλλά για τον προσδιορισμό του ύψους του ποσού την αναζήτηση του οποίου μπορούσε να διατάξει η Επιτροπή.
Πρώτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του κύκλου εργασιών της BAe συνίσταται σε εμπορικές δραστηριότητες που ασκούνται εκτός της κοινής αγοράς ή εντός αγορών ξένων προς αυτή εντός της οποίας η RG αναπτύσσει τις δραστηριότητές της και οι οποίες δεν μπορούν επομένως να διαταράξουν τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά. Με άλλα λόγια, μέρος μόνο του χορηγηθέντος οφέλους θα μπορούσε να θεωρηθεί από την Επιτροπή ικανό να νοθεύσει τους όρους του ανταγωνισμού.
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. 'Ηταν πράγματι φανερό ότι η ενίσχυση που χορήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο για την εξαγορά της RG από την BAe θα χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο της δραστηριότητας της RG. Το γεγονός και μόνο ότι μέρος του κύκλου εργασιών της BAe προέρχεται από εξωκοινοτικές αγορές ή αγορές ξένες προς την RG δεν αρκεί για να θεωρηθεί η ενίσχυση ή ένα μέρος της ως συμβατό προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η BAe δεν κατέδειξε ότι η ενίσχυση ή ένα τμήμα της χρησιμοποιήθηκε πράγματι σε τέτοιες αγορές.
19. Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά τον υπολογισμό του οφέλους που προέκυψε από την αναβολή της καταβολής, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ένα πολύ υψηλό επιτόκιο (το οποίο πρότεινε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου). Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι το όφελος από την αναβολή της πληρωμής συνίστατο στο να αποφύγει η BAe να συνάψει δάνειο τη στιγμή της πωλήσεως για να πληρώσει το τίμημα της πωλήσεως. 'Ομως, στηριζόμενες στη γνώμη που διατύπωσε μια εμπορική τράπεζα, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι τον Αύγουστο του 1988 η BAe μπορούσε να συνάψει στη χρηματαγορά μακροπρόθεσμο δάνειο με ετήσιο επιτόκιο 10,97 %. Υπολογιζόμενος βάσει αυτού του επιτοκίου, ο τόκος τον οποίο εξοικονόμησε δεν ανέρχεται σε 33,4 εκατομμύρια UK , αλλά στην πραγματικότητα σε 26,8 εκατομμύρια UK .
Η Επιτροπή απαντά στο εν λόγω επιχείρημα ότι δέχθηκε τον υπολογισμό που πρότεινε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (ο οποίος έγινε βάσει των μέσων επιτοκίων της αγοράς για δάνειο είκοσι μηνών), ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί το χαμηλότερο επιτόκιο που προτείνει η BAe, το οποίο θα είχε δήθεν επιτύχει αν είχε συνάψει μακροπρόθεσμο δάνειο τον Ιούλιο του 1988, διότι η αναβολή πληρωμής ήταν μόνο εικοσάμηνη και επομένως η σύγκριση με μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση δεν είναι προσφυής και τέλος ότι η Επιτροπή, κατά πάγια πρακτική, υπολογίζει τα στοιχεία της ενισχύσεως βάσει γενικών στοιχείων, δηλαδή στοιχείων που δεν προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη επιχείρηση που έχει λάβει την εν λόγω ενίσχυση.
Καταρχήν συμφωνώ με τις προσφεύγουσες, οι οποίες στην εν λόγω επιχειρηματολογία της Επιτροπής αντιτάσσουν ότι τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης προϋποθέτουν ότι η επιχείρηση που έλαβε παράνομη ενίσχυση υποχρεούται να αποδώσει μόνο την ενίσχυση που πράγματι έλαβε. Θεωρώ ωστόσο ότι κακώς συμπεραίνουν ότι το συγκεκριμένο όφελος της BAe είναι ίσο με τον τόκο που θα είχε πληρώσει κατά τη διάρκεια είκοσι μηνών για το ευνοϊκότερο μακροπρόθεσμο δάνειο που θα μπορούσε να συνάψει μια επιχείρηση σαν την ίδια στη χρηματαγορά τον Αύγουστο του 1988. Το συμπέρασμα αυτό μου φαίνεται εσφαλμένο, διότι η αναβολή πληρωμής πρέπει να θεωρείται ως δάνειο του πωλητή (εν προκειμένω της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου) προς τον αγοραστή (εν προκειμένω την BAe) το όφελος που άντλησε η BAe από την άτοκη αναβολή ισοδυναμεί, με άλλα λόγια, με τον τόκο (υπερημερίας) που θα έπρεπε να καταβάλει στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπό κανονικές εμπορικές συνθήκες ως αντάλλαγμα για την αναβολή της πληρωμής κατά είκοσι μήνες και που κανονικά θα ήταν ίσος τουλάχιστον με τον τόκο που θα απέφερε στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου η τοποθέτηση του ποσού του τιμήματος της πωλήσεως, για τη διάρκεια της αναβολής, με βάση το μέσο επιτόκιο της αγοράς τον Αύγουστο του 1988. Ο συλλογισμός αυτός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επιτόκιο που επέλεξε η Επιτροπή είναι οπωσδήποτε το ορθό.
20. Τρίτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι κακώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις φορολογικές επιπτώσεις της αναβολής πληρωμής. Η άποψη της Επιτροπής εξετέθη ανωτέρω στην παράγραφο 3, τρίτη περίπτωση, στην οποία παραπέμπω. Εν προκειμένω οι προσφεύγουσες, κακώς κατά τη γνώμη μου, αμφισβητούν την ορθότητα της εν λόγω απόψεως. Θα ήταν παράλογο να υποχρεούται η Επιτροπή, κάθε φορά που διαπιστώνει "ενίσχυση λόγω εξοικονομήσεως" (εξοικονομηθέντες φόρους, εξοικονομηθέντες τόκους κ.λπ.), να υπολογίζει τις φορολογικές επιπτώσεις του εν λόγω οφέλους κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση,
η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να υποθέσει ότι, κατά την αναζήτηση της παρανόμως χορηγηθείσας ενισχύσεως, η απόδοση από την BAe και/ή την RG 33,4 εκατομμυρίων UK θα οδηγούσε, όπως και η καταβολή τόκων του ιδίου ύψους, σε μείωση του φόρου, οπότε το "καθαρό κόστος" της αποδόσεως (όπως ακριβώς και η καθαρή αξία του οφέλους) θα ανερχόταν σε 22 μόνο εκατομμύρια UK . Δεν υπήρχε επομένως λόγος να ληφθούν υπόψη, κατά τον υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως, οι οικονομικές επιβαρύνσεις για τους τόκους που εξοικονομήθηκαν.
Πρόταση
21. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει, λόγω αναρμοδιότητας ή παραβάσεως ουσιώδους τύπου, την απόφαση της Επιτροπής που περιέχεται στην επιστολή της 27ης Ιουνίου 1990, κατά το μέτρο κατά το οποίο η απόφαση αυτή απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει ποσό 44,4 εκατομμυρίων UK από τις προσφεύγουσες, και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
P/m/PL
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Βλ. ΕΕ 1991, C 21, σ. 2, στην οποία δημοσιεύθηκε η "Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη και τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά ενίσχυση την οποία χορήγησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στον όμιλο Rover, μια επιχείρηση που παράγει οχήματα με κινητήρα".
(2) Απόφαση της Επιτροπής που αφορά την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στη Rover Group, επιχείρηση που παράγει αυτοκίνητα οχήματα (ΕΕ L 25, σ. 92).
(3) Bλ. το άρθρο 1 της αποφάσεως 89/58/ΕΟΚ.
(4) 'Οπ.π.
(5) Βλ. το άρθρο 2 της αποφάσεως 89/58.
(6) Εκτός από τη συμμετοχή των βρετανικών αρχών που αγόρασε η BAe, υπελείπετο ακόμη το 0,2 % των μετοχών της RG, που ανήκαν στο κοινό. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η BAe μπορούσε να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές έναντι 300 000 UK δυνάμει της εφαρμοστέας νομοθεσίας - τουλάχιστον αν είχε υιοθετήσει, κατά τις προσφεύγουσες, στάση ψυχρά εμπορική (σ. 12 της προσφυγής). Αντ' αυτού, η BAe αποφάσισε να αποζημιώσει τους άλλους μετόχους μέχρι του ποσού των 13,6 εκατομμυρίων UK , από τα οποία 10,7 εκατομμύρια σε μετρητά και το υπόλοιπο σε μετοχές. Αυτή η υποτίμηση και η συμμετοχή της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δικαιολογούνταν, κατά την BAe και την RG, από λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και (ειδικά στην περίπτωση της BAe) δημοσίων σχέσεων.
(7) Βλ. υποσημείωση 1 για την παραπομπή στην ΕΕ.
(8) Βλ. την αρχή της ανακοινώσεως.
(9) Επιπλέον, η Επιτροπή θεώρησε ειδικότερα ότι αποτελούσε επιπλέον παράβαση της αποφάσεως 89/58 το γεγονός ότι το πρόστιμο που πρέπει να καταβάλει η BAe σε περίπτωση ενδεχομένης μεταπωλήσεως είχε μειωθεί και ότι οι βρετανικές αρχές είχαν δώσει διαβεβαιώσεις στην BAe "για ευνοϊκή αντιμετώπιση (...) των (μελλοντικών) αιτημάτων της για ενίσχυση στις εκτός της RG επιχειρήσεις της". Εν προκειμένω δεν θίγονται τα σημεία αυτά, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως μόνο κατά το μέτρο που απαιτεί από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναζητήσει από αυτές τα ανωτέρω πρόσθετα οφέλη, τα οποία έχουν ήδη χορηγηθεί.
(10) Βλ. σ. 4 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(11) Βλ. σ. 8 και 10 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
(12) Βλ. σ. 6 και 8 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
(13) Για παρόμοια κατάσταση, βλ. ΕΕ 1991, C 11, σ. 7, στην οποία η Επιτροπή γνωστοποιεί την άποψή της ότι η Γαλλία δεν τήρησε τους όρους προηγούμενης αποφάσεως εγκρίσεως ενισχύσεως.
(14) Βλ. την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, υπόθεση 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639), με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά γνωστοποιήσεως αιτιάσεων στο πλαίσιο διαδικασίας περί ενώσεως επιχειρήσεων, για τον λόγο ότι η γνωστοποίηση αυτή συνιστά απλώς προπαρασκευαστική πράξη και δεν δημιουργεί για την οικεία επιχείρηση την υποχρέωση να τροποποιήσει τις εμπορικές της πρακτικές.
(15) Βλ. το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής, σ. 1, παράγραφος 2.
(16) Aπόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, υπόθεση C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψεις 9 έως 24).
(17) Βλ. τη σκέψη 21 της αποφάσεως Boussac. Αμέσως παρακάτω (στην παράγραφο 10) θα εξετάσω αν ο έλεγχος αυτός είναι δυνατός βάσει της προηγουμένης αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία δεν τηρήθηκε.
(18) Βλ. σκέψεις 22 και 23 της αποφάσεως Boussac.
(19) Εκκινώ, εν προκειμένω, από την υπόθεση ότι η προηγούμενη απόφαση δεν προσβλήθηκε δικαστικώς εμπροθέσμως και έχει καταστεί συνεπώς απρόσβλητη.
(20) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-4437).
(21) Βλ. τις σκέψεις 20 έως 23 της αποφάσεως.
(22) Βλ. το κείμενο του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτη φράση. Η Επιτροπή δημοσιεύει πάντοτε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τη γνώμη ενάρξεως νέας διαδικασίας. Στη δέκατη πέμπτη έκθεση περί της πολιτικής του ανταγωνισμού (παράγραφος 171) ανήγγειλε επιπλέον ότι η γνώμη αυτή θα έδινε πολύ περισσότερες πληροφορίες από ό,τι στο παρελθόν, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να παρέμβουν σε διαδικασία που κίνησε η ίδια.
(23) ΕΕ 1989, L 25, σ. 95.
(24) Βλ. επίσης σκέψη 23 της αποφάσεως Boussac (ανωτέρω παράγραφος 9), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν κράτος μέλος, παρά την απόφαση της Επιτροπής, δεν αναστείλει την καταβολή μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως, η Επιτροπή δικαιούται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο - όχι όμως, συνάγω εκ των ανωτέρω, να διαπιστώσει η ίδια, κάνοντας χρήση των εξουσιών της, την παράβαση της επίμαχης αποφάσεως.
(25) Βλ. τους όρους πωλήσεως που επαναλαμβάνονται στο τμήμα ΙΙ της αποφάσεως της Επιτροπής. Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να επικαλεστούν ως λόγο απαλλαγής τους το γεγονός που ανέφεραν κατά την προφορική διαδικασία, δηλαδή ότι το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν μνημονεύει ρητώς ότι το τίμημα πρέπει να καταβληθεί αμέσως, δεδομένου ότι αυτός ο τρόπος πληρωμής συνάγεται από το αιτιολογικό και ότι η άμεση πληρωμή είναι άλλωστε ο κανόνας, πλην αντίθετης συμβατικής ρήτρας.
Full & Egal Universal Law Academy