ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 20ής Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΒ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218, στο εξής: βασικός κανονισμός), ορίζει ότι
«η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (...) ».
2.
Η τελευταία αυτή διάταξη διευκρινίζει, στην παράγραφο της 1, στοιχείο α, σημείο ί, ότι για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος άρθρου 3, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται οι προμήθειες και έξοδα μεσιτείας, με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς, κατά το μέτρο που αυτές οι προμήθειες και έξοδα βαρύνουν τον αγοραστή αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα αυτά τιμή.
3.
Η έννοια της « προμήθειας αγοράς » καθορίζεται στην παράγραφο 4 του ίδιου αυτού άρθρου 8 ως « τα ποσά που καταβάλλονται από έναν εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αντιπροσώπευση του για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ».
4.
Το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης αφορά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στο πλαίσιο των εξής πραγματικών περιστατικών. Η εταιρία Hepp, αιτούσα της κύριας δίκης, εισήγε, από το 1983 έως το 1986, εμπορεύματα προελεύσεως 'Απω Ανατολής μέσω μιας ελβετικής εταιρίας, της Novimex, με την οποία είχε συνάψει, το 1982, σύμβαση σύμφωνα με την οποία η Novimex αγόραζε τα αγαθά επ' ονόματι της αλλά για λογαριασμό της Hepp. Στη συνέχεια, η Novimex παρέδιδε τα εμπορεύματα στη Hepp έναντι προμηθείας αγοράς 6 ή 7 °/ο και αποδόσεως των μικροεξόδων. Για κάθε σχετική πράξη, η Novimex παρέδιδε στη Hepp τιμολόγιο όπου ανέγραφε τις τιμές που είχαν προκύψει από τη συναλλαγή της με τον κατασκευαστή, ενώ για τις προμήθειες της παρέδιδε χωριστό τιμολόγιο.
5.
Στις τελωνειακές της διασαφήσεις, η Hepp ανέγραφε το όνομα της Novimex στη στήλη « πωλητής » και προσκόμιζε τα τιμολόγια που κατάρτιζε επ' ονόματι της η Novimex χωρίς να κάνει μνεία των συμφωνηθεισών προμηθειών. Βάσει ακριβώς των διασαφήσεων αυτών, το Hauptzollamt Karlsruhe, καθού της κύριας δίκης, προσδιόρισε αρχικώς τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος άρθρου 3. Ωστόσο, κατόπιν ελέγχου, έλαβε την απόφαση να συμπεριλάβει στη δασμολογητέα αξία και τις προμήθειες και να εισπράξει πρόσθετα τέλη. Η απόφαση αυτή αποτελεί και την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα
6.
Το Bundesfinanzhof, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά, υπέβαλε κατ' αρχάς στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Στην περίπτωση παρεμβολής παραγγελειοδόχου ο οποίος ενήργησε μεν ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου, ποια σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων; »
7.
Το Bundesfinanzhof, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή καθώς και οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφωνούν ότι ο όρος πώληση κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 3 του βασικού κανονισμού δεν πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση προς τα διάφορα αστικά δίκαια που ισχύουν, αλλά πρέπει αντιθέτως να θεωρηθεί ως έχων ενιαίο περιεχόμενο λόγω της ενότητας στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Πρέπει επίσης, κατ' αυτούς, να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες της διεθνούς εμπορικής πρακτικής.
8.
Ωστόσο, οι γνώμες διίστανται ως προς το ζήτημα μεταξύ ποιων συμβαλλομένων έχει συναφθεί η πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3.
9.
Σύμφωνα με τη θέση που υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, πρέπει, αφενός, να θεωρηθεί ότι ο μεσάζων αγόρασε ιδίω ονόματι από τον παραγωγό και έτσι κατέστη ο ίδιος συμβαλλόμενο μέρος στη συναφθείσα με τον τελευταίο σύμβαση πωλήσεως. Συναφώς, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο εν λόγω μεσάζων δεν σκόπευε να ενεργήσει προς ίδιο λογαριασμό αλλά για λογαριασμό τρίτου, δηλαδή της αιτούσας της κύριας δίκης. Επομένως, υφίσταται εδώ μια πρώτη πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού.
10.
Αφετέρου, ο μεσάζων αποτελεί επίσης συμβαλλόμενο μέρος σε σύμβαση διοικήσεως αλλοτρίων/έργου, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως μία « πώληση » κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως διότι, λόγω της ευρείας ερμηνείας που επιβάλλεται για την έννοια αυτή, η σύμβαση αυτή έχει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της πωλήσεως, δηλαδή τη μεταβίβαση από ένα πρόσωπο της κυριότητας ενός εμπορεύματος έναντι της καταβολής χρηματικού ποσού και έχει ως αντικείμενο την παράδοση του εμπορεύματος αυτού εντός του εδάφους της Κοινότητας.
11.
Επομένως, υφίστανται εν προκειμένω δύο διαδοχικές συναλλαγές πληρούσες τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 και, κατά συνέπεια, έχει γίνει καταβολή προμήθειας εκ μέρους του εισαγωγέα, ως αγοραστή, στον πωλητή. Πρόκειται επομένως για την ίδια περίπτωση με αυτή της αποφάσεως Unifert ( 1 ) όπου το Δικαστήριο διασαφήνισε ότι μια τέτοια προμήθεια πρέπει να περιλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία.
12.
Προτείνω να μη γίνει δεκτή η θέση αυτί] και τούτο για τους εξής λόγους.
13.
Έστω και αν ο κανονισμός 1224/90 δεν περιλαμβάνει κανέναν ορισμό της εννοίας της «πωλήσεως», περιέχει, ωστόσο, τον ορισμό της εννοίας της «προμηθείας αγοράς». Η έκφραση αυτή, το υπενθυμίζω,
« σημαίνει τα ποσά που καταβάλλονται από έναν εισαγωγέα στον αντιπρόσωπο του για τις υπηρεσίες που συνίστανται στην αννιπροοώπεναή του για την αγορά των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ».
14.
Νομίζω ότι η γερμανική έκφραση « daß er für ihn tätig wird» (κατά γράμμα: «που ενεργεί γι' αυτόν») είναι ασθενέστερη από αυτήν που χρησιμοποιείται στις οκτώ άλλες γλωσσικές αποδόσεις, δηλαδή « representing him », « le représenter », « rappresentarlo » κ.λπ., έκφραση η οποία αντιστοιχεί μάλλον στη γερμανική « daß er ihn vertritt ». Νομίζω ότι στην περίπτωση όπου σε μία και μόνο γλωσσική απόδοση χρησιμοποιείται μία κάπως διαφορετική έννοια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αυτή που υπάρχει σε όλες τις άλλες αποδόσεις, εν προκειμένω αυτή της «représentation » ( αντιπροσωπεύσεως ).
15.
Εφόσον έτσι ο αντιπρόσωπος εκπροσωπεί τον εισαγωγέα για την αγορά του εμπορεύματος, η πώληση, όπως είναι επόμενο, θεωρείται ότι έχει συναφθεί μεταξύ του κατασκευαστή ( ή του προμηθευτή ) και του εισαγωγέα.
16.
Η ίδια επίσης συλλογιστική απαντάται στην επεξηγηματική σημείωση 2.1 που έχει καταρτιστεί από την « τεχνική επιτροπή τελωνειακής εκτιμήσεως » ( 2 ) στην οποία φρονώ ότι πρέπει να δοθεί όλως ιδιαίτερη σημασία. Η τεχνική αυτή επιτροπή συστήθηκε με το άρθρο 18 της « Συμφωνίας σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας περί Δασμών και Εμπορίου», που συνήφθη στη Γενεύη στις 12 Απριλίου 1979 και επικυρώθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Δεκεμβρίου 1979 σχετικά με τη σύναψη των πολυμερών συμφωνιών που προέκυψαν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ 1973 και 1979 ( JO 1979, L 71, σ. 1 ) Η « τεχνική επιτροπή τελωνειακής εκτιμήσεως» έχει τεθεί υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας και απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των συμβαλλομένων στην προαναφερθείσα Συμφωνία της Γενεύης κρατών. Σύμφωνα με το παράρτημα II της Συμφωνίας αυτής, αποστολή της τεχνικής επιτροπής είναι « η διασφάλιση, από τεχνικής πλευράς, ομοιομορφίας στην ερμηνεία και εφαρμογή » της Συμφωνίας. Οι γνώμες της, που μπορούν να εμφανίζονται υπό διαφόρους τύπους όπως αυτός των επεξηγηματικών σημειώσεων εγκρίνονται με πλειοψηφία των 2/3, τουλάχιστον, των παρόντων μελών. Έστω και αν οι γνώμες αυτές έχουν συμβουλευτικό απλώς χαρακτήρα, γεγονός είναι ότι εκφράζουν τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων στο διεθνές εμπόριο κρατών. Επομένως, η εκ μέρους της Κοινότητας υιοθέτηση ερμηνείας αντίθετης προς μια τέτοια γνώμη θα μπορούσε να δημιουργήσει αρκετά σοβαρά προβλήματα, πράγμα που σημαίνει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να πράξει κάτι τέτοιο παρά μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους.
17.
Το παράρτημα Ι της Συμφωνίας της Γενεύης περιλαμβάνει σχετικά με το άρθρο 8 της Συμφωνίας αυτής ερμηνευτική σημείωση που δίδει για τις προμήθειες αγοράς ορισμό πανομοιότυπο με αυτόν που περιέχεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 1224/80.
18.
Ας δούμε τώρα τι αναφέρει η επεξηγηματική σημείωση 2.1 της τεχνικής επιτροπής. Δίδει κατ' αρχάς ένα γενικό ορισμό κατά τον οποίο
« οι προμήθειες και οι μεσιτείες αποτελούν αμοιβές που καταβάλλονται σε μεσάζοντες για τη συμμετοχή τους στη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως » ( σημείο 2 ).
Στη συνέχεια, η ίδια σημείωση διευκρινίζει ότι
« ο παραγγελιοδόχος [ χαρακτηριζόμενος και ως “agent” (αντιπρόσωπος) ή intermediaire (μεσάζων)] αγοράζει ή πωλεί, ενδεχομένως ιοιω ονόματι, αλλά πάντοτε για λογαριασμό του παραγγελέα. Συμμετέχει στη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως εκπροσωπώντας σ' αυτήν είτε τον πωλητή είτε τον αγοραστή ».
19.
Ώστερα από τη διαπίστωση ότι ο παραγγελιοδόχος αμείβεται με προμήθεια αντιστοιχούσα σε ποσοστό της τιμής των εμπορευμάτων, η σημείωση προβαίνει στη συνέχεια σε διάκριση μεταξύ των παραγγελιοδόχων που ενεργούν για πωλήσεις και των παραγγελιοδόχων που ενεργούν για αγορές. Σχετικά με τους τελευταίους, αναφέρει ότι
«ενεργούν για λογαριασμό των αγοραστών στους οποίους παρέχουν υπηρεσίες όσον αφορά την αναζήτηση προμηθευτών, τη γνωστοποίηση στον πωλητή των επιθυμιών του αγοραστή, την αναζήτηση δειγμάτων, την επιθεώρηση των εμπορευμάτων και ενδεχομένως την ασφάλιση, μεταφορά, αποθήκευση και παράδοση των εμπορευμάτων (σημείο 9). Οι παραγγελιοδόχοι που ενεργούν αγορές αμείβονται γενικώς με μια προμήθεια αγοράς που καταβάλλεται από τον εισαγωγέα ανεξαρτήτως της καταβολής της τιμής των αγορασθέντων απ' αυτόν εμπορευμάτων ( σημείο 10). Η κατ' αυτό τον τρόπο καταβληθείσα από τον αγοραστή των εισαγομένων εμπορευμάτων προμήθεια οεν πρέπει, δυνάμει της παραγράφου 1, στοιχείο α, σημείο i, του άρθρου 8, να προοτΊΟεται otiįv τιμή που έχει πράγματι καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί γι' αυτά » ( σημείο 11 ).
Περαίνοντας η επιτροπή υπογραμμίζει ότι
« έχει σημασία για τη διαπίστωση της συναλλαγματικής αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων να περιλαμβάνονται στην αξία αυτή οι προμήθειες και οι μεσιτείες που έχουν επιβαρύνει τον αγοραστή με εξαίρεση τις προμήθειες αγοράς. Ενόψει των ανωτέρω, το ζήτημα αν στην τιμή που έχει πράγματι καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί πρέπει να προστίθενται τα έξοδα του μεσάζοντος τα οποία επιβαρύνουν τον αγοραστή, αλλά δεν περιλαμβάνονται στην τιμή αυτή, εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση από το έργο που επιτελεί ο μεσάζων και όχι από τον χαρακτηρισμό (παραγγελιοδόχος ή μεσίτης) του τελευταίου» (σημείο 15).
20.
Η επεξηγηματική αυτή σημείωση προσδιορίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τους εφαρμοστέους κανόνες και δεν βλέπω για ποιο λόγο το κοινοτικό δίκαιο θα υποχρέωνε το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα. Εν προκειμένω, οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή ο κανονισμός 1224/80 του Συμβουλίου και οι εκτελεστικοί κανονισμοί της Επιτροπής, ρητώς αποσκοπούν στην τήρηση της υποχρεώσεως της Κοινότητας να « εξασφαλίσει (... ) ότι οι ρυθμίσεις της ως προς τη δασμολογητέα αξία θα είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της συμφωνίας» σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1224/80).
21.
Η σημείωση επιβεβαιώνει πρώτα απ' όλα αυτό που ο γενικός εισαγγελέας Tesauro είχε ήδη υπογραμμίζει στην παράγραφο 10 των προτάσεων του στην υπόθεση Unifert (Συλλογή 1990, σ. I-2287 ), δηλαδή ότι πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ποιο ήταν το έργο που πράγματι εξετέλίσε ο μεσάζων. Αν ενήργησε αποκλειστικά για λογαριασμό του αγοραστή, τότε συμμετέσχε στη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως εκπροσωπώντας σ' αυτήν τον αγοραστή και η σύμβαση συνήφθη κατ' ουσίαν μεταξύ του κατασκευαστή και του εισαγωγέα/αγοραστή.
22.
Από την τεχνική σημείωση προκύπτει επίσης το ίδιο συμβαίνει ακόμα και όταν ο παραγγελιοδόχος αγοράζει ιδίω ονόματι.
23.
Επομένως, δεν είναι δυνατό, για την εφαρμογή του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, να γίνεται διάκριση μεταξύ της αντιπροσωπεύσεως υπό την κυρία έννοια, η οποία είναι πρόδηλη, και της ατελούς ή « αφανούς » αντιπροσωπεύσεως ( 3 ), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Διότι αυτές οι δύο μορφές εννόμων σχέσεων είναι κατ' ουσίαν παρόμοιες από την άποψη των οικονομικών τους χαρακτηριστικών, η δε δεύτερη απαντάται, καθώς φαίνεται, αρκετά συχνά στο διεθνές εμπόριο του οποίου τη σωστή διεξαγωγή πρέπει να διευκολύνουν οι προς ερμηνείαν διατάξεις. Πράγματι, από το προοίμιο της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου 7 της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου προκύπτει ότι «η δασμολογητέα αξία θα πρέπει να καθορίζεται βάση απλών και δικαίων κριτηρίων, τα οποία να συμβιβάζονται με vi)v εμπορική πρακτική».
24.
Η έκτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού διευκρινίζει σχετικά μ' αυτόν ότι « έχει ως στόχο να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών » και « ότι κατά συνέπεια η δασμολογητέα αξία θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια συμβιβαζόμενα με την εμπορική πρακτική ».
25.
Είναι σαφές ότι ένας τέτοιος στόχος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν γινόταν μια καθαρά τυπικής μορφής διάκριση μεταξύ δύο μορφών εννόμων καταστάσεων, δηλαδή αυτής του « δεδηλωμένου » αντιπροσώπου και αυτής του « αφανούς » αντιπροσώπου, που είναι, κατ' ουσίαν, παρόμοιες από οικονομική άποψη. Πράγματι, η κατάσταση αυτών των δύο τύπων αντιπροσώπου κρίνεται ουσιωδώς από αυτήν του αγοραστή υπό την έννοια ότι οι αντιπρόσωποι δεν αναλαμβάνουν κανένα από τους κινδύνους μιας εμπορικής πράξεως.
26.
Απ' όλα τα προηγούμενα απορρέει ότι, όπως υπογράμμισε και η Επιτροπή, με την οποία συμπαρατάχθηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και η Hepp, ούτε η συναλλαγή μεταξύ της Novimex και της Hepp ούτε η συναλλαγή μεταξύ της Novimex και του κατασκευαστή δεν πρέπει να θεωρηθούν ως πωλήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Αντιθέτως, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η ασκούσα επιρροή συναλλαγή είναι αυτή που έγινε, διά της παρεμβολής της Novimex, μεταξύ της Hepp και του κατασκευαστή.
27.
Εντούτοις, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι καμία συμβατική σχέση δεν υφίσταται μεταξύ της Hepp και του κατασκευαστή και αυτό, από καθαρά τυπική άποψη, είναι αναμφισβήτητο. Όμως η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει την ανάγκη να αποφευχθεί εν προκειμένω η υπερβολική προσκόλληση στους τύπους και να προτιμηθεί μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας της συναλλακτικής αξίας. Βάσει μιας τέτοιας θεωρήσεως, νομίζω ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δεχθούμε ότι κατά την έννοια του βασικού κανονισμού η συναλλαγή έγινε μεταξύ της Hepp και του κατασκευαστή, δοθέντος ότι η Novimex έπαιξε απλώς ρόλο μεσάζοντος.
28.
Πρέπει εξάλλου να υπομνηστεί εδώ ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι απολύτως σύμφωνη προς μια από τις βασικές τάσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου που πάντοτε προσπαθεί να προσδιορίζει την οικονομική πραγματικότητα ασχέτως νομικών χαρακτηρισμών που είναι ενίοτε τυπικής καθαρά φύσεως. ( 4 )
29.
Επομένως, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η εξής απάντηση:
« Όταν έχει αποδειχθεί ότι ο παραγγελιοδόχος, ο οποίος παρενέβη ιδίω ονόματι, εκπροσώπησε στην πραγματικότητα τον εισαγωγέα και ενήργησε για λογαριασμό του, υφίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, μία και μόνο πώληση, δηλαδή αυτή που συνήφθη μεταξύ του κατασκευαστή/προμηθευτή και του εισαγωγέα του εμπορεύματος. »
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα
30.
Το δεύτερο ερώτημα έχει ως εξής:
« Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι τόσο η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όσο και η σύμβαση μεταξύ παραγγελιοδόχου και εισαγωγέα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 και αν ο εισαγωγέας έλαβε ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας την τιμή που προβλέπεται στη σύμβαση με τον παραγγελιοδόχο: πρέπει στην καταβληθείσα τιμή να προστεθεί και η προμήθεια αγοράς; »
31.
Ενόψει της απαντήσεως που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο. Ωστόσο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε, όπως και η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι υφίστανται εδώ δύο, κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, συμβάσεις πωλήσεως, θα έπρεπε να εφαρμοστεί η προαναφερθείσα απόφαση Unifert, η οποία αφορά μία όμοια περίπτωση, δηλαδή αυτή των δύο διαδοχικών πωλήσεων των ιδίων εμπορευμάτων. Εξ αυτού έπεται ότι ο εισαγωγέας μπορεί να επιλέξει είτε τη σύμβαση πωλήσεως μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου είτε τη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του ίδιου και του παραγγελιοδόχου, αλλά άπαξ και γίνει η επιλογή αυτή, ο εισαγωγέας δεσμεύεται απ' αυτή (βλ. τη σκέψη 21 της αποφάσεως Unifer).
32.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι εν προκειμένω ο εισαγωγέας προέβη στη δεύτερη επιλογή και ως εκ τούτου πρέπει να υποστεί τις εξ αυτής συνέπειες, δηλαδή ότι η ασκούσα επιρροή τιμή είναι αυτή που αναφέρεται στο τιμολόγιο που του παρέδωσε ο παραγγελιοδόχος του, δοθέντος ότι περιλαμβάνεται σ' αυτό και η προμήθεια διότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση, η καταβολή που έχει γίνει από τον αγοραστή στον πωλητή, έχει καταχωριστεί σε χωριστό τιμολόγιο και έχει χαρακτηριστεί ως « προμήθεια αγοράς » αποτελεί μέρος της τιμής που έχει πράγματι καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί για τα εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80. Όπως και το Bundesfinanzhof φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό προκύπτει αναπόφευκτα από την απόφαση Unifert αλλά μόνο εφόσον πράγματι υπήρξαν δύο διαδοχικές πωλήσεις, δηλαδή εφόσον η Novimex ήταν ο αγοραστής και όχι ο παραγγελιοδόχος.
33.
Όσο για την Επιτροπή, αυτή προτείνει διαφορετική λύση. Δέχεται ότι ο εισαγωγέας επέλεξε εν προκειμένω τη δεύτερη συναλλαγή, αλλά φρονεί ότι εξ αυτού δεν προκύπτει κατ' ανάγκη ότι στην τιμή πρέπει να περιληφθεί και προμήθεια αγοράς. Πράγματι, πρέπει κατ' αυτήν να εφαρμοστεί η απόφαση Unifert λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου ρόλου που έπαιξε η Novimex και να αποκλειστεί το ποσό της προμήθειας της διότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, πρόκειται σαφώς για προμήθεια αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και τέτοιες προμήθειες αποκλείονται, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 8, παράγραφος 1, από τη δασμολογητέα αξία.
34.
Δεν συμφωνώ με τη συλλογιστική αυτή διότι νομίζω ότι εμπεριέχει μια αντίφαση. Πράγματι, είτε πρόκειται για δύο διαδοχικές πωλήσεις οπότε η Novimex είναι, στο πλαίσιο της δεύτερης συναλλαγής, ένας « κανονικός » πωλητής και το ποσό που εισέπραξε πρέπει στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση Unifert, να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία· είτε η Novimex δεν είναι παρά ένας αντιπρόσωπος, οπότε δεν υφίστανται περισσότερες της μιας πωλήσεις. Αντιθέτως, θεωρώ αντιφατικό να θεωρηθεί καταρχάς η Novimex ως ένας « κανονικός » αγοραστής/πωλητής που παρενέβη σε δύο πωλήσεις και στη συνέχεια να μεταβληθεί αυτή σε αντιπρόσωπο προκειμένου να αποκλειστεί ένα ποσό το οποίο δεν θα έπρεπε καν να είναι προμήθεια εφόσον η εν λόγω εταιρία ήταν ένας « κανονικός » πωλητής.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα
35.
Το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής:
« Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι υφίσταται μία και μόνο σύμβαση πωλήσεως μεταξύ κατασκευαστή και εισαγωγέα: πρέπει η προμήθεια αγοράς να συμπεριληφθεί στη δασμολογητέα αξία όταν ο εισαγωγέας, στη στήλη « πωλητής » της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, έχει αναγράψει το όνομα του παραγγελιοδόχου και έχει επιπλέον δηλώσει τιμή τιμολογίου που του έχει εκδώσει ο παραγγελιοδόχος (χωρίς την προμήθεια); »
36.
Ως αφετηρία για την εξέταση του ερωτήματος αυτού πρέπει να ληφθεί η απάντηση που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο ερώτημα. Πρέπει κατά συνέπεια να δοθεί και σ' αυτό απάντηση. Εν προκειμένω συμμερίζομαι πλήρως την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία ο τρόπος που ένας εισαγωγέας έχει συμπληρώσει τη δήλωση σχετικά με τη δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να επηρεάσει την απάντηση που πρόκειται να δοθεί στο ερώτημα.
37.
Πράγματι, είναι σαφές ότι, αφ' ης στιγμής δεν υφίσταται παρά μία και μόνο συναλλαγή που ασκεί επιρροή από πλευράς άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, ο εισαγωγέας δεν έχει δυνατότητα επιλογής. Το γεγονός ότι ανέγραψε το όνομα του μεσάζοντος στη στήλη « πωλητής » της δηλώσεως του σχετικά με τη δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της έννομης καταστάσεως που προκύπτει από τις διατάξεις του βασικού κανονισμού. Το ίδιο συμβαίνει είτε υποβλήθηκε, συνημμένο στη διασάφηση, το τιμολόγιο που του παραδόθηκε από τον παραγγελιοδόχο είτε υποβλήθηκε το τιμολόγιο που απεστάλη από τον κατασκευαστή στον παραγγελιοδόχο. Πρόκειται εδώ για δύο προβλήματα που αφορούν την ορθή εκτέλεση των διατυπώσεων και τα οποία δεν μπορούν να μεταβάλουν την ουσία της εννόμου καταστάσεως, δηλαδή την ύπαρξη μιας και μόνο συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 3 και την έλλειψη ευχέρειας επιλογής όσον αφορά τον εισαγωγέα.
38.
Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ότι το έντυπο δηλώσεως της δασμολογητέας αξίας, όπως περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του κανονισμού 1496/80 ( 5 ), δεν διαθέτει εν πάση περιπτώσει παρά μία μόνο στήλη για τον « πωλητή » και, επομένως, δεν επιτρέπει στον δηλούντα να αναφέρει την ειδική κατάσταση του παραγγελιοδόχου ο οποίος ναι μεν του απέστειλε τα εμπορεύματα, πλην όμως δεν έπαιξε παρά ρόλο μεσάζοντος. Μια τέτοια διοικητική πρακτική δεν μπορεί, κατά την Επιτροπή, να ληφθεί υπόψη σε βάρος του δηλούντος.
39.
Κατά συνέπεια, αν το Bundesfinanzhof είναι πεπεισμένο ότι η Novimex δεν ήταν αγοραστής αλλά παραγγελιοδόχος, ο οποίος εκπροσώπησε τη Hepp «για την αγορά των εμπορευμάτων που επρόκειτο να εκτιμηθούν », τότε τα ποσά που καταβλήθηκαν στη Novimex αποτελούν προμήθεια αγοράς κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 8, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και δεν μπορούν να περιληφθούν στη δασμολογητέα δυνάμει της παραγράφου 1 της ίδιας διατάξεως αξία, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 1495/80 ( 6 ), που αποκλείει από τη δασμολογητέα αξία τις προμήθειες αγοράς που διακρίνονται από την τιμή που έχει πράγματι καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί.
40.
Η γνώμη αυτή της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αντιθέτως, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η κοινοτική επιτροπή δασμολογητέας αξίας ( 7 ) ανέλυσε, στο πόρισμα της υπ. αριθ. 14, μια πραγματική κατάσταση πανομοιότυπη προς αυτήν της διαφοράς της κύριας δίκης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «όταν η πληρωθείσα στους κατασκευαστές/προμηθευτές τιμή είναι η βάση της συναλλακτικής τιμής σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1224/80 » — πράγμα που, σύμφωνα με το γράμμα των ερωτημάτων του Bundesfinanzhof είναι η περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης — « ο διασαφηστής, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1496/80, πρέπει κανονικά να παρουσιάσει στο Τελωνείο το τιμολόγιο που εκδίδεται από τον κατασκευαστή/προμηθευτή » προσθέτοντας ότι « εντούτοις, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα περιστατικά, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να δεχθούν το τιμολόγιο ( χωρίς την προμήθεια αγοράς ) που εκδίδεται από τον αντιπρόσωπο Χ, υποκείμενο σε πιθανό έλεγχο ».
41.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω, όπως και η Επιτροπή, να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η εξής απάντηση:
«Ακόμα και όταν ο εισαγωγέας έχει αναγράψει το όνομα του παραγγελιοδόχου στη στήλη “πωλητής” της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία και έχει, εξάλλου, δηλώσει την τιμή που έχει χρεώσει ο παραγγελιοδόχος στο τιμολόγιο (χωρίς την προμήθεια ), η προμήθεια αγοράς δεν πρέπει να περιληφθεί στη δασμολογητέα αξία ».
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα
42.
Το τέταρτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Αν στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι πώληση αποτελεί η σύμβαση μεταξύ κατασκευαστή και παραγγελιοδόχου όχι όμως και η σύμβαση μεταξύ παρεγγελιοδόχου και εισαγωγέα: πώς πρέπει να γίνει, κατά το κοινοτικό δίκαιο περί δασμολογητέας αξίας, ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας όταν ο εισαγωγέας έχει δηλώσει τη δασμολογητέα αξία κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο ερώτημα 3 ; »
43.
Ενόψει της απαντήσεως που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο. Επομένως, όλως επικουρικώς, ας μου επιτραπεί να κάνω τις εξής παρατηρήσεις.
44.
Αν υποτεθεί ότι η ασκούσα επιρροή, από την άποψη του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, συναλλαγή είναι αυτή μεταξύ του κατασκευαστή και του παραγγελιοδόχου, είναι προφανές ότι η τιμή που ορίστηκε στη συναλλαγή αυτή πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για τη δασμολογητέα αξίας.
45.
Υπό τις συνθήκες αυτές τα ποσά που καταβλήθηκαν στον παραγγελιοδόχο δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως προμήθειες αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, και παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.
46.
Για τους λόγους που έχω ήδη αναπτύξει σχετικά με το τρίτο ερώτημα, το ότι ο εισαγωγέας συμπλήρωσε τη διασάφηση του κατά τον ανωτέρω περιγραφέντα τρόπο δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος.
Συμπέρασμα
47.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στα ερωτήματα του Bundesfinanzhof η εξής απάντηση:
« 1)
Οσάκις αποδεικνύεται ότι ο παραγγελιοδόχος, ο οποίος παρενέβη ιδίω ονόματι, εκπροσώπησε στην πραγματικότητα τον εισαγωγέα και ενήργησε για λογαριασμό του, υφίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, μία και μόνο πώληση, δηλαδή αυτή που συνήφθη μεταξύ του κατασκευαστή/προμηθευτή και του εισαγωγέα του εμπορεύματος.
2)
Ακόμα και όταν ο εισαγωγέας έχει αναγράψει το όνομα του παραγγελιοδόχου στη στήλη “ πωλητής ” της δηλώσεως σχετικά με τη δασμολογητέα αξία και έχει, εξάλλου, δηλώσει την τιμή που έχει χρεώσει ο παραγγελιοδόχος στο τιμολόγιο (χωρίς την προμήθεια), η προμήθεια αγοράς δεν πρέπει να περιληφθεί στη δασμολογητέα αξία. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλ. την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990, 11/89, Unifert ( Συλλογή 1990, σ. I-2275 ).
( 2 ) Βλ. παράρτημα 2 των παρατηρήσεων της Επιτροπής: Επεξηγηματική σημείωση 2.1 « Commission et courtages dans de cadre de l'article 8 de l'accord ».
( 3 ) Σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποίησε η Hepp στις παρατηρήσεις της.
( 4 ) Βλ. π. χ. τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς ή με τους εισάγοντες δυσμενείς διακρίσεις εσωτερικούς φόρους, όπου το Δικαστήριο πάντοτε χρησιμοποίησε ως καθοριστικό κριτήριο το αποτέλεσμα μιας φορολογικής επιβαρύνσεως στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και τούτο ασχέτως της τυπικής της ονομασίας, του τρόπου εισπράξεως ή του νομικού καθεστώτος του οργάνου υπέρ του οποίου η φορολογική επιβάρυνση εισπράττεται.
( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1496/80 της Επιτροπής, της 11ης ΙουνΙοο 1980, περί της δηλώσεως των στοιχείων για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και περί παροχής των σχετικών εγγράφων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 272 ).
( 6 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1485/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, περί θεσπίσεως των εκτελεστικών διατάξεων ορισμένων διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 8 του βασικού κανονισμού ( JO L 154, σ. 14 ).
( 7 ) Πόρισμα υπ. αριθ. 14, Συλλογή Δασμολογητέα αξία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1989, σ. 364.
Full & Egal Universal Law Academy