ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 3ης Ιουλίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Επί των ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο το cour du travail de Mons ( Βέλγιο), τα οποία αφορούν την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, θα ήθελα να διατυπώσω την εξής άποψη:
Η άποψη μου επί της υποθέσεως
2.
1. Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των μεθοριακών εργαζομένων ( 1 ), έχουν την έννοια ότι η Γαλλίδα εργαζομένη που κατοικεί στη Γαλλία και έχει εργαστεί αποκλειστικά στο Βέλγιο επί δεκατέσσερα περίπου έτη ως μισθωτή χάνει την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ (ιδιότητα που εξακολουθούσε να της αναγνωρίζεται κατά τον χρόνο της απολύσεως της στις 4 Δεκεμβρίου 1970), επειδή κατέστη πλήρως άνεργη και για τον λόγο αυτό έλαβε παροχές από τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα του τόπου κατοικίας της, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 36/63, για την περίοδο από 25 Φεβρουαρίου 1971 μέχρι 11 Οκτωβρίου 1971, μολονότι διατηρούσε προφανώς την ιδιότητα αυτή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
3.
Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63, ως «μεθοριακός εργαζόμενος » νοείται ο μισθωτός ο οποίος, μολονότι κατοικεί στο έδαφος ενός των κρατών μελών, όπου καταρχήν επιστρέφει κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Κατά το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, ο κανονισμός αυτός ισχύει για τους μεθοριακούς εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθηοαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, το δε άρθρο 19 του κανονισμού ορίζει ότι, σε περίπτωση ανεργίας, ο μεθοριακός εργαζόμενος δικαιούται τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε εργαστεί για τελευταία φορά στο έδαφος του κράτους αυτού.
4.
Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι η αιτούμενη διασαφήνιση θεωρείται κρίσιμη σε σχέση με τις αξιώσεις που προέβαλε η αρχική εφεσίβλητη, μια πρώην μεθοριακή εργαζομένη (που κατοικούσε στη Γαλλία και είχε εργαστεί στο Βέλγιο ), επί των παροχών λόγω πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία ( από τις 12 Οκτωβρίου 1971 ) και επί των παροχών αναπηρίας (από τις 12 Οκτωβρίου 1972).
5.
Δεν αμφισβητείται ότι το εφεσείον αρνήθηκε να καταβάλει τις παροχές αυτές στηριζόμενο στον βελγικό νόμο της 9ης Αυγούστου 1963, και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία η αρχική εφεσίβλητη δεν υπαγόταν, από 30 και πλέον ημέρες, στο βελγικό ασφαλιστικό σύστημα (και επομένως δεν πληρούσε την προϋπόθεση που προέβλεπε το άρθρο 75 του εν λόγω νόμου). Κατόπιν αγωγής της ενδιαφερόμενης, τα αιτήματά της έγιναν δεκτά με απόφαση που εξέδωσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το 1976 και με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η ανεργία της, η οποία ελεγχόταν στη Γαλλία, έπρεπε να εξομοιωθεί με περίοδο ελεγχόμενης ανεργίας στο Βέλγιο. Κατόπιν της ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής και της επαναλήψεως της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου το 1989, κατόπιν πρωτοβουλίας των κληρονόμων της ενδιαφερομενης, η οποία είχε αποθάνει το 1983, τα αιτήματα αυτά αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του cour du travail de Mons, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
6.
Το εφεσείον ισχυρίζεται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι η αρχική εφεσίβλητη έχασε την ιδιότητα της μεθοριακής εργαζομένης, κατά την έννοια του κανονισμού 36/63, μετά την επέλευση της ανεργίας της ( στις 4 Δεκεμβρίου 1970). Επομένως, κατά το εφεσείον, η ενδιαφερομένη δεν μπορούσε να επικαλείται το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, για να λάβει παροχές λόγω πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία· αντίθετα, μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματα της βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 3 ( 2 ) από την έναρξη της ανικανότητας προς εργασία ( 12 Οκτωβρίου 1971 ) και τα δικαιώματά της λόγω αναπηρίας ( από τις 12 Οκτωβρίου 1972 ) κατά το άρθρο 39 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 ( 3 ): τούτο σημαίνει ότι τις παροχές όφειλαν να καταβάλουν οι γαλλικοί ασφαλιστικοί φορείς.
7.
Ανάλογη είναι και η άποψη την οποία υποστήριξε το εφεσείον κατά την παρούσα διαδικασία. Το εφεσείον υποστηρίζει ότι η αρχική εφεσίβλητη μπορούσε να αξιώσει, μετά την επέλευση της ανεργίας, χρηματικές παροχές ( λόγω ασθενείας ) κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 36/63 αποκλειστικά και μόνο από τον γαλλικό ασφαλιστικό φορέα. Αντίθετα, δεν δικαιούνταν παροχές σε είδος κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 36/63, καθόσον, επειδή ήταν άνεργη, δεν καλυπτόταν πλέον από τον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ· προς στήριξη της απόψεως του το εφεσείον παραπέμπει στην άποψη που διατύπωσε η Διοικητική Επιτροπή για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων κατά την 54η συνεδρίαση της σε σχέση με την ερμηνεία του όρου « απασχολείται », ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 του κανονισμού 36/63.
8.
Την ορθότητα της απόψεως αυτής του εφεσείοντος αμφισβητούν έντονα τόσο οι εφεσίβλητοι της κύριας δίκης όσο και η Επιτροπή.
9.
Αν μου επιτρέπεται να πω αμέσως τη γνώμη μου, νομίζω ότι υπάρχουν προφανώς πολύ περισσότερα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της ορθότητας της απόψεως των εφεσίβλητων και της Επιτροπής παρά υπέρ της απόψεως του εφεσείοντος και ότι επομένως στο πρώτο ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί η απάντηση που προτείνει το εφεσείον.
10.
Μολονότι το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63 είναι σαφέστατο ( ο όρος « μεθοριακός εργαζόμενος » καλύπτει τους εργαζομένους που πράγματι απασχολούνται), δεν είναι εντούτοις σκόπιμο να αποδοθεί υπερβολική αξία στη διατύπωση μιας διατάξεως που αφορά την κλασσική περίπτωση του μεθοριακού εργαζομένου ( και επομένως απλώς καθιερώνει μια γενική αρχή), προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 36/63. Το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής αυτό είναι ευρύτερο συνάγεται άλλωστε από το άρθρο 2 ( κατά το οποίο ο κανονισμός ισχύει για τους μεθοριακούς εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών). Υπέρ όμως της απόψεως αυτής συνηγορούν ιδιαίτερα και ορισμένες διατάξεις του κανονισμού, όπως η διάταξη του άρθρου 19 (ή του άρθρου 10). Όταν δηλαδή προβλέπεται ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελεί σε πλήρη ανεργία δικαιούται τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί (άρθρο 19), καθώς και ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος λαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παροχές ανεργίας μπορεί να αξιώσει κατά την ίδια περίοδο τις παροχές σε είδος από τον ασφαλιστικό φορέα του τόπου κατοικίας (άρθρο 10), μπορεί να συναχθεί πράγματι το συμπέρασμα, αφού μάλιστα αναγνωρίζονται στους ενδιαφερόμενους, παρά την ανεργία νους, δικαιώματα που παρέχονται στους μεθοριακούς εργαζομένους, ότι η ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου δεν εξαφανίζεται, κατά τον κανονισμό, λόγω της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, αλλά διατηρείται για όσο διάστημα πραγματοποιούνται καταβολές σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις στον ουσιαστικά « πρώην » μεθοριακό εργαζόμενο.
11.
Αντίθετα, νομίζω ότι είναι προφανές ότι δεν έχουν καμία κρίσιμη σημασία τα όσα υποστηρίχθηκαν εντός της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων κατά την 54η συνεδρίαση της. Από το όλο περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου συνάγεται πράγματι σαφώς ότι το μόνο πρόβλημα που απασχόλησε τότε τη Διοικητική αυτή Επιτροπή ήταν αν έπρεπε να θεωρούνται ως « απασχολούμενοι » οι μεθοριακοί εργαζόμενοι στους οποίους χορηγούνται παροχές λόγω μερικής ή περιστασιακής ανεργίας. Αντίθετα, οι συζητήσεις δεν αφορούσαν τη συνολική θεώρηση του προβλήματος της ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 36/63 και επομένως δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί κανένα επιχείρημα στο γεγονός ότι τότε δεν υπήρξε καμία μνεία των μεθοριακών εργαζομένων που τελούν σε πλήρη ανεργία. Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία ( βλ. π.χ. απόφαση στην υπόθεση 21/87 ( 4 )), οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και επομένως δεν είναι κρίσιμες για την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων. Το ζήτημα του καθορισμού του περιεχομένου των διατάξεων αυτών αποτελεί αντίθετα ζήτημα ερμηνείας εκ μέρους του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μόνο.
12.
2. Το δεύτερο ερώτημα, με το οποίο θα ασχοληθούμε τώρα, αφορά το πρόβλημα αν η αρχική εφεσίβλητη μπορούσε να αξιώσει από τον βελγικό ασφαλιστικό φορέα, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 36/63, παροχές λόγω πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία από τις 12 Οκτωβρίου 1971, στη συνέχεια δε παροχές λόγω αναπηρίας.
13.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 36/63, στο οποίο αναφέρεται το ερώτημα και το οποίο αποτελεί μέρος του κεφαλαίου «Ασθένεια, μητρότητα », ορίζει, ως γνωστόν, ότι οι χρηματικές παροχές που ο μεθοριακός εργαζόμενος δικαιούται ή θα μπορούσε να δικαιούται, αν κατοικούσε στο έδαφος της αρμόδιας χώρας, του καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σαν να κατοικούσε στο έδαφος της χώρας αυτής. Αν θεωρηθεί — όπως συνάγεται κατ' ανάγκη από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα — ότι η αρχική εφεσίβλητη διατήρησε την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου ακόμη και μετά την επέλευση της ανεργίας της, τότε προκύπτει πράγματι από την ανωτέρω διάταξη ότι τις χρηματικές παροχές λόγω ασθένειας όφειλε ο ασφαλιστικός φορέας του κράτους απασχολήσεως ( πράγμα εξάλλου που αποτελεί εφαρμογή της γενικής αρχής που ισχύει στον τομέα αυτό και επί της οποίας ορθώς ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου κατά την προφορική διαδικασία ), δηλαδή ότι τα επιδόματα λόγω πρωτογενούς ανικανότητας προς εργασία έπρεπε να καταβληθούν κατά το βελγικό δίκαιο. Αντίθετα, εν προκειμένω δεν έχει καμία σημασία — παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του εφεσείοντος — το άρθρο 17 του κανονισμού 3, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο « Ασθένεια, μητρότητα » και ορίζει ότι οι μισθωτοί που έχουν συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως βάσει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και μεταβαίνουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δικαιούνται, για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, τις παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις ( ικανότητα προς εργασία κατά την τελευταία είσοδό τους στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση μετά την τελευταία είσοδό τους στο έδαφος αυτό ).
14.
Όσον αφορά τις παροχές αναπηρίας, τις οποίες αξίωσε η ενδιαφερομένη από τις 12 Οκτωβρίου 1972, είναι προφανές ότι κρίσιμος είναι ο κανονισμός 1408/71, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1972. Εντούτοις, όπως ορθά τόνισε επίσης η Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί το άρθρο 39, παράγραφος 5, του κεφαλαίου « Αναπηρία », το οποίο έχει ως εξής:
« Ο σε πλήρη ανεργία μισθωτός, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, περίπτωση α, σημείο ¡i, ή περίπτωση β, σημείο ii, πρώτη περίοδος, λαμβάνει παροχές αναπηρίας τις οποίες χορηγεί ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, σαν να υπαγόταν στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του (...) Οι παροχές αυτές χορηγούνται εις βάρος του φορέα της χώρας κατοικίας. »
15.
Πράγματι, η διάταξη αυτή θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2793/81 ( 5 ), ο οποίος άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεως του ( 29 Σεπτεμβρίου 1981 ). Επομένως, η διάταξη αυτί] δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση την οποία αφορά η κύρια δίκη, αντικείμενο της οποίας είναι ανικανότητα προς εργασία που αναγνωρίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1971 και εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι τη συνταξιοδότηση (30 Σεπτεμβρίου 1980). Στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται αντίθετα οι ισχύουσες τότε διατάξεις, δηλαδή οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 39, οι οποίες έχουν ως εξής:
« Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εφαρμοζόταν κατά τη στιγμή επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία που είχε ως επακόλουθο την αναπηρία, καθορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη — εφόσον είναι αναγκαίο — οι διατάξεις του άρθρου 38.
Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνει τις παροχές αποκλειστικά από τον εν λόγω φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός. »
16.
Επειδή όμως — όπως αναφέρθηκε ανωτέρω —κατά την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία (στις 12 Οκτωβρίου 1971) έπρεπε, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 36/63, να εφαρμοστεί το βελγικό δίκαιο, το οποίο όριζε ότι στην ενδιαφερομένη έπρεπε να καταβληθεί επί ένα έτος επίδομα λόγω επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία για πρώτη φορά, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό.
17.
Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος, πράγμα που σημαίνει — αν δεν κάνω λάθος — ότι τελικά, αντίθετα από την άποψη του εφεσείοντος, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 75 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, επειδή ακριβώς υφίστατο ασφάλιση της ενδιαφερομενης (παρά την ανεργία) κατά το βελγικό δίκαιο μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1972 ή τουλάχιστον μέχρι την κατάργηση του κανονισμού 36/63, την οποία προέβλεψε το άρθρο 100 του κανονισμού 1408/71.
18.
3. Αντικείμενο του νρίτου ερωτήματος — στο οποίο κανονικά δεν θα χρειαζόταν ( όπως ορθά παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ) να δοθεί απάντηση, κατόπιν των ανωτέρω — είναι η επίλυση του προβλήματος αν, ενόψει του γεγονότος ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος που κατέστη άνεργος είχε την υποχρέωση ( βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 36/63 ) να ασκήσει τα δικαιώματά του επί των παροχών στο κράτος κατοικίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η περίοδος ανεργίας στη Γαλλία, μολονότι δεν αναγνωριζόταν στη χώρα αυτή ως περίοδος ασφαλίσεως ή ισοδύναμη ή εξομοιούμενη προς αυτή περίοδος, έπρεπε να θεωρηθεί ως τέτοια περίοδος στο Βέλγιο, το κράτος στο οποίο είχε εργαστεί προηγουμένως η ενδιαφερομένη.
19.
Στο ερώτημα αυτό το εφεσείον πρότεινε αρνητική απάντηση, στηριζόμενο στους ορισμούς που περιέχει το άρθρο 1 του κανονισμού 3. Κατά το εφεσείον δηλαδή, έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η έκφραση « περίοδοι ασφαλίσεως » καλύπτει τις περιόδους καταβολής εισφορών ή απασχολήσεως που χαρακτηρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία που διέπει το σύστημα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών υπό το οποίο διανύθηκαν οι εν λόγω περίοδοι' μεγάλη σημασία έχει επίσης ότι η έκφραση « εξομοιούμενες περίοδοι » σημαίνει τις περιόδους ασφαλίσεως ή τις ενδεχομένως προς περιόδους απασχολήσεως εξομοιούμενες περιόδους που αναγνωρίζει η νομοθεσία υπό την οποία διανύθηκαν οι περίοδοι αυτές και μάλιστα εφόσον η νομοθεσία αυτή τις αναγνωρίζει ως ισοδύναμες προς περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως ( άρθρο 1, στοιχεία ιστ και ιη ). Επειδή όμως η ανεργία στη Γαλλία δεν αναγνωρίζεται ως περίοδος ασφαλίσεως ή εξομοιούμενη περίοδος, το εφεσείον υποστηρίζει ότι η περίοδος αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο Βέλγιο, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, για την κτήση του δικαιώματος επί των παροχών.
20.
Προς στήριξη της αντίθετης απόψεως τους, οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι το βελγικό δίκαιο περί κοινωνικής ασφαλίσεως εξομοιώνει τις περιόδους ανεργίας προς περιόδους ασφαλίσεως. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η αρχική εφεσίβλητη είχε την υποχρέωση, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να αξιώσει τις παροχές ανεργίας στο κράτος κατοικίας και όχι στο κράτος απασχολήσεως ( βλ. άρθρο 19 του κανονισμού 36/63 ), το βελγικό δίκαιο πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το κοινοτικό και επομένως να γίνει δεκτό ότι, στην περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων, ως εξομοιούμενες περίοδοι νοούνται και οι περίοδοι ανεργίας για τις οποίες καταβάλλονται οι παροχές στο κράτος κατοικίας.
21.
Νομίζω ότι και στο σημείο αυτό πρέπει να προτιμηθεί η άποψη των εφεσίβλητων και όχι η τυπολατρική και στενή ερμηνεία του εφεσείοντος.
22.
Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί η τάση της νομοθεσίας να ερμηνεύει ευρέως τους κανονισμούς περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, προς τον σκοπό της επιτεύξεως των σκοπών της Συνθήκης που επιδιώκονται με τους κανονισμούς αυτούς, και να μην επιτρέπει τη λόγω της ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας απώλεια του οφέλους που παρέχει στον ενδιαφερόμενο η εφαρμοστέα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εθνική νομοθεσία. Η τάση αυτή εκδηλώθηκε — για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα — στην υπόθεση 733/79 ( 6 ), αντικείμενο της οποίας ήταν η ερμηνεία του άρθρου 77 του κανονισμού 1408/71, το οποίο αφορά την καταβολή των επιδομάτων τέκνων. Το Δικαστήριο, τονίζοντας ότι η κοινοτική ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να μην επέρχεται μείωση των παροχών που δικαιούται ο ενδιαφερόμενος κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, συνήγαγε το συμπέρασμα ( που οπωσδήποτε δεν προκύπτει από το γράμμα των διατάξεων) ότι, εφόσον οι παροχές στο καταρχήν αρμόδιο κράτος κατοικίας υπολείπονται των παροχών του κράτους απασχολήσεως, το τελευταίο αυτό κράτος πρέπει να καταβάλει το ποσό της διαφοράς.
23.
Με αφετηρία τη βασική αυτή τάση της νομολογίας, πρέπει φυσικά να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα των εφεσίβλητων είναι βάσιμα — όπως άλλωστε δέχθηκε και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία. Αν επομένως το βελγικό δίκαιο εξομοιώνει τις περιόδους ανεργίας προς περιόδους ασφαλίσεως σχετικά με την κτήση του δικαιώματος επί των παροχών ανεργίας ( πράγμα που φαίνεται να προκύπτει από το άρθρο 45 του προαναφερθέντος βελγικού νόμου), δεν επιτρέπεται να περιαχθεί ο εργαζόμενος, ο οποίος βρίσκεται στην ειδική κατάσταση του μεθοριακού εργαζομένου, σε δυσμενέστερη θέση για τον λόγο ότι οι παροχές ανεργίας δεν καταβάλλονται από το κράτος απασχολήσεως ( όπως θα ήταν φυσικό ), αλλά, λόγω της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, από το κράτος κατοικίας, το οποίο προφανώς δεν αναγνωρίζει την εξομοίωση αυτή. Ειδάλλως, η άσκηση του δικαιώματος προς ελεύθερη κυκλοφορία και η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου θα οδηγούσαν στην περίπτωση αυτή σε απώλεια δικαιώματος, πράγμα που αναμφίβολα δεν θα ήταν σύμφωνο προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πρόταση
24. 4.
Κατόπιν των ανωτέρω (νομίζω ότι, ενόψει των διαπιστωθέντων, δεν είναι αναγκαία η εξέταση του τέταρτου ερωτήματος, το οποίο υποβλήθηκε επικουρικά και μόνο ), θεωρώ ότι η ορθή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι η εξής:
« α)
Ο κανονισμός 36/63/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι η ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου δεν χάνεται λόγω της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ανεργία και η καταβολή παροχών σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού.
β)
Ενόσω ίσχυε ο κανονισμός 36/63/ΕΟΚ, ο μεθοριακός εργαζόμενος που τελούσε σε ανεργία μπορούσε να αξιώσει, κατά το άρθρο 6, χρηματικές παροχές λόγω ασθενείας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως. Οι αξιώσεις του επί των παροχών αναπηρίας για μια περίοδο που άρχισε μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 και έληξε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/81 κρίνονται βάσει του άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71.
γ)
Εφόσον το κράτος απασχολήσεως ενός μεθοριακού εργαζομένου που κατέστη άνεργος εξομοιώνει, σε σχέση με την καταβολή παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία, τις περιόδους ανεργίας προς περιόδους ασφαλίσεως, το γεγονός ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος είχε την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 36/63/ΕΟΚ, να αξιώσει τις παροχές ανεργίας στο κράτος κατοικίας και το γεγονός ότι στο κράτος αυτό οι περίοδοι ανεργίας δεν θεωρούνται ως εξομοιούμενες περίοδοι δεν σημαίνουν ότι στην περίπτωση αυτή το κράτος απασχολήσεως πρέπει επίσης να θεωρήσει τις περιόδους ανεργίας ως μη εξομοιούμενες περιόδους. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ABI. 1963, 62, σ. 1314.
( 2 ) ADI. Ι958,30, σ.56Ι.
( 3 ) Κανονισμός του ΣυμΡουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
( 4 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1988, 21/87, Borowitz ( Συλλογή 1988, σ. 3715).
( 5 ) Κανονισμός του ΣυμΡουλίου, της 17ης Σεπιεμβρíου 1981 ( EE L 275, σ. 1 ).
( 6 ) Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, 733/79, Laterza ( Slg. 1980, σ. 1915).
Full & Egal Universal Law Academy