Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι υποθέσεις C-312/90 και C-47/91 που εξετάζονται σήμερα έχουν και οι δύο αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Η υπόθεση C-312/90, Ισπανία κατά Επιτροπής, αφορά ενίσχυση που η Ισπανική Κυβέρνηση χορήγησε και κατέβαλε σε ομάδα κατασκευαστών ηλεκτρικών εξοπλισμών (Cenemesa, Conelec και Cademesa) στο πλαίσιο συμφωνίας εκκαθαρίσεως και αναδιαρθρώσεως. Στις 3 Αυγούστου 1990, η Επιτροπή κίνησε, σχετικά μ' αυτή την ενίσχυση, τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Στις 11 Οκτωβρίου 1990, η Ισπανική Κυβέρνηση άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατ' αυτής της αποφάσεως κινήσεως της εν λόγω διαδικασίας. Προς στήριξη της προσφυγής της, ισχυρίζεται, ιδίως, ότι κακώς η εν λόγω ενίσχυση χαρακτηρίσθηκε ως νέα μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση ενώ εμπροθέσμως την είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει θέση εντός προθεσμίας δύο μηνών ως προς τη νομιμότητα της εν λόγω ενισχύσεως, η τελευταία έπρεπε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί ως υφισταμένη ενίσχυση (1).
3. Η υπόθεση C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, αφορά την ενίσχυση που χορήγησε η Ιταλική Κυβέρνηση σε επιχείρηση εγκατεστημένη στη Νάπολη και της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στη μεταποίηση σιτηρών (Italgrani SpA). Η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε στο πλαίσιο καθεστώτος ενισχύσεων που θεσπίστηκε υπέρ του ιταλικού Mezzogiorno με τον ιταλικό νόμο 64/86 της 1ης Μαρτίου 1986. Το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εγκρίθηκε, υπό όρους, με την απόφαση της Επιτροπής 88/318/ΕΟΚ της 2ας Μαρτίου 1988. Η Επιτροπή, μετά από μια πρώτη έρευνα που προκάλεσε αμφιβολίες ως προς τη συμμόρφωση της ενισχύσεως προς τους αναφερόμενους στην προαναφερθείσα απόφαση όρους, αποφάσισε, στις 23 Νοεμβρίου 1990, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Στις 31 Ιανουαρίου 1991, η Ιταλική Κυβέρνηση άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως προσφυγή ακυρώσεως με την οποία ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τους όρους που αναφέρονται στην απόφαση 88/318, της οποίας και αποτελεί εκτέλεση. Επομένως, η απόφαση κινήσεως, γι' αυτή την ενίσχυση, της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, ισοδυναμεί, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, με ανάκληση (μερική) της αποφάσεως 88/318. Η απόφαση κινήσεως αυτής της διαδικασίας πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί διότι εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν τις αρμοδιότητες και των ουσιαστικών τύπων που πρέπει να τηρηθούν όταν πρόκειται για ανάκληση προγενέστερης αποφάσεως. Στις 27 Μαρτίου 1991, η εταιρία Italgrani SpA που είναι η δικαιούχος επιχείρηση άσκησε και αυτή προσφυγή ακυρώσεως κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής (υπόθεση C-100/91).
Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή περάτωσε την εν λόγω διαδικασία που είχε κινήσει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, και εξέδωσε, στις 16 Αυγούστου 1991, την ευνοϊκή για την Ιταλική Κυβέρνηση απόφαση 91/474/ΕΟΚ, εκτιμώντας ότι η τελευταία είχε καταστήσει τη χορηγηθείσα προς την Italgrani SpA ενίσχυση σύμφωνη προς τους αναφερόμενους στην απόφαση 88/318 όρους. Η Italgrani SpA
παραιτήθηκε, τότε, από την προσφυγή της ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση, όμως, συνέχισε τη δική της.
Αντιθέτως προς ό,τι συνέβη στην Ισπανία με την υπόθεση των χορηγηθεισών στις εταιρίες Cenemesa, Conelec και Cademesa ενισχύσεων, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν κατέβαλε πράγματι την ενίσχυση που είχε χορηγήσει στην Italgrani SpA, αναμένοντας, για να προβεί στην εν λόγω καταβολή, την οριστική απόφαση που η Επιτροπή έπρεπε να λάβει για τη νομιμότητα της εν λόγω ενισχύσεως.
Γενικό πλαίσιο του ζητήματος που αφορά το παραδεκτό των προσφυγών
4. Η Επιτροπή θεωρεί, σχετικά με τις δύο υποθέσεις, ότι η απόφαση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και επισύρει την προσοχή επί των συνεπειών που θα είχε απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως. Πρώτον, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε, κατά την Επιτροπή, να επιφέρει διατάραξη της κατανομής της εξουσίας ελέγχου όπως αυτή έχει καθοριστεί με τη Συνθήκη όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις. Αναφέρεται, ως προς αυτό, στην απόφαση ΙΒΜ με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία σε υπόθεση εμπορικής συνεργασίας ότι:
"Προσφυγή ακυρώσεως, στρεφομένη κατά της κινήσεως της διαδικασίας και κατά της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, θα ηδύνατο να υποχρεώσει το Δικαστήριο να κρίνει επί ζητημάτων, για τα οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη τη δυνατότητα να αποφανθεί και, συνεπώς, να έχει ως αποτέλεσμα την επίσπευση της συζητήσεως επί της ουσίας και τη σύγχυση των δύο διαφορετικών φάσεων της διαδικασίας, διοικητικής και δικαστικής. Κατά συνέπεια, δεν συμβιβάζεται με το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, και των μέσων παροχής εννόμου προστασίας που προβλέπονται στη Συνθήκη, καθώς και με τις απαιτήσεις
ορθής απονομής της δικαιοσύνης και κανονικής διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής (2)."
Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει τον κίνδυνο πολλαπλασιασμού των προσφυγών ακυρώσεως (3) και επισημαίνει ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι οι προσφυγές είναι παραδεκτές και ακυρώσει τελικά τις βαλλόμενες αποφάσεις, αυτή η λύση θα έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση κατηγορίας μέτρων ενισχύσεως για τα οποία η Επιτροπή δεν θα μπορέσει να ελέγξει αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη.
5. Το Δικαστήριο αποφάσισε να αποφανθεί κατά πρώτον επί της ενστάσεως απαραδέκτου. Επομένως, στις παρούσες προτάσεις, δεν θα εξετάσω τους προβαλλόμενους από τις προσφεύγουσες λόγους ακυρώσεως οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την εν λόγω ένσταση.
Το Δικαστήριο, με την ήδη αναφερθείσα απόφαση ΙΒΜ, εξέφρασε ουσιώδεις σκέψεις για την εξέταση του παραδεκτού. Κατά την απόφαση (4):
"συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να
επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση" (5) (σκέψη 9)
και
"όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα στάδια, ιδίως εφόσον αποτελούν κατάληξη μιας εσωτερικής διαδικασίας, από την ίδια νομολογία συνάγεται σαφώς ότι, κατ' αρχήν, συνιστά πράξη προσβλητή μόνο το μέτρο, το οποίο καθορίζει οριστικώς τη θέση της Επιτροπής ή του Συμβουλίου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας και όχι το ενδιάμεσο μέτρο, σκοπός του οποίου είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως." (σκέψη 10)
"Το πράγμα θα είχε διαφορετικά μόνον αν οι πράξεις ή οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής διαδικασίας, όχι μόνο συγκεντρώνουν τα ανωτέρω περιγραφέντα νομικά χαρακτηριστικά, αλλά επιπλέον συνιστούν οι ίδιες το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη, η οποία έχει ως προορισμό να επιτρέπει στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως." (σκέψη 11)
Γι' αυτούς τους λόγους το Δικαστήριο έκρινε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη.
6. Η νομολογία ΙΒΜ εφαρμόστηκε και στη συνέχεια με διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου - επίσης σε τομείς εκτός του δικαίου του ανταγωνισμού - και του Πρωτοδικείου, σε πράξεις των οποίων η υλοποίηση πραγματοποιήθηκε σε περισσότερα στάδια (6).
Το Δικαστήριο, με την απόφαση ΑΚΖΟ της 24ης Ιουνίου 1986 (7), εφάρμοσε την εν λόγω νομολογία κατά τρόπο τόσο πιο διαφωτιστικό ώστε, αντιθέτως προς ό,τι είχε πράξει στην υπόθεση ΙΒΜ, το Δικαστήριο έκρινε με αυτή ότι η προσφυγή ακυρώσεως ήταν (εν μέρει) παραδεκτή. Η πράξη για την οποία επρόκειτο σ' αυτή την απόφαση ήταν απόφαση της Επιτροπής, ληφθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, με την οποία θεώρησε ότι ορισμένα έγγραφα μιας επιχειρήσεως δεν συγκαταλέγονταν "μεταξύ αυτών των οποίων το κοινοτικό δίκαιο εγγυάται την αντιμετώπιση ως εμπιστευτικών" (σκέψη 17). Το Δικαστήριο, αφού, κατά πρώτον, υπενθύμισε τον γενικό κανόνα που αναφέρεται στη σκέψη 9 της αποφάσεως ΙΒΜ και έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση παρήγαγε έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας "καθόσον της στέρησε την προστασία που προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο", εξέτασε το ζήτημα αν
"η απόφαση αυτή μετέβαλε κατά τρόπο σαφή τη νομική θέση της προσφεύγουσας ή αν συνιστά απλό προπαρασκευαστικό μέτρο κατά του παράνομου χαρακτήρα του οποίου θα εξασφάλιζε επαρκή προστασία η προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η όλη διαδικασία" (σκέψη 19).
Το Δικαστήριο, μετά το πέρας της εξετάσεως αυτού του ζητήματος, διαπιστώνει ότι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων εγγράφων - για τα οποία η Επιτροπή δέχθηκε, επομένως, ότι μπορούσαν να ανακοινωθούν στην καταγγέλλουσα επιχείρηση (ECS), πράγμα που άλλωστε έγινε - είναι πράξη που "έχει οριστικό χαρακτήρα και είναι ανεξάρτητη από την απόφαση που θα ληφθεί σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 86 της Συνθήκης", και μετά από αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο συνεχίζει ως εξής:
"Η δυνατότητα την οποία διαθέτει η επιχείρηση να ασκήσει προσφυγή κατά της τελικής αποφάσεως, με την οποία θα διαπιστώνεται παράβαση των
κανόνων ανταγωνισμού, δεν μπορεί εν προκειμένω να προστατεύσει προσηκόντως τα δικαιώματά της. Πρώτον, η διοικητική διαδικασία μπορεί να μην καταλήξει σε απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Δεύτερον, η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, αν ληφθεί αυτή η απόφαση, οπωσδήποτε δεν παρέχει στην επιχείρηση το μέσο για να προλάβει τα αμετάκλητα αποτελέσματα που θα συνεπαγόταν η αντικανονική ανακοίνωση ορισμένων από τα έγγραφά της" (σκέψη 20).
Το Δικαστήριο προσθέτει περαιτέρω ότι:
"Το έννομο συμφέρον της εταιρίας να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να αποκρουσθεί λόγω του ότι εν προκειμένω η απόφαση αυτή είχε ήδη εκτελεστεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής. Πράγματι, η ακύρωση αυτής της αποφάσεως μπορεί αυτή καθαυτή να έχει έννομες συνέπειες, όπως ιδίως την αποφυγή της επαναλήψεως αυτής της πρακτικής εκ μέρους της Επιτροπής και την αναγνώριση ως παράνομης της χρησιμοποιήσεως εκ μέρους της ECS των εγγράφων που ανακοινώθηκαν κατά τρόπο αντικανονικό" (σκέψη 21).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή επ' αυτού του σημείου στο μέτρο που αποσκοπούσε στην ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, δεν κρίθηκε όμως παραδεκτή στο μέτρο που αποσκοπούσε στην απόδοση των ανακοινωθέντων στην ECS εγγράφων διότι το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε την εξουσία να διατάξει τέτοιο μέτρο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως.
7. Αυτά είναι τα συναγόμενα από την εν λόγω νομολογία στοιχεία. Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν η βαλλομένη πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα.
Δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί αν τα εν λόγω έννομα αποτελέσματα επιφέρουν χαρακτηριστική μεταβολή της νομικής θέσεως των προσφευγουσών. Αυτό δεν συμβαίνει όταν η επίμαχη πράξη είναι απλώς προπαρασκευαστικό μέτρο κατά της ελλείψεως νομιμότητας του οποίου ο προσφεύγων επαρκώς προστατεύεται με τη δυνατότητα που του παρέχεται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως (στην προκειμένη περίπτωση, ερωτώντας το Δικαστήριο αν οι εν λόγω
ενισχύσεις συμβιβάζονται ή δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ).
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στην απόφαση ΑΚΖΟ είναι το ότι η απαίτηση αποτελεσματικής ή κατάλληλης έννομης προστασίας της προσφεύγουσας, που είχε ήδη διατυπωθεί με την απόφαση ΙΒΜ (στη σκέψη 24), κατέχει τώρα κεντρική θέση κατά την εκτίμηση του αν πρέπει να παρασχεθεί στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ήδη σε πρόωρο στάδιο. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της αποφάσεως, συμπεραίνω ότι αυτή αφορά προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως και όχι, για παράδειγμα, αγωγή αποζημιώσεως (8). Το κριτήριο που αναφέρεται στην απόφαση ΙΒΜ (στη σκέψη 11), που αφορά το ζήτημα αν η βαλλομένη πράξη "συνιστά η ίδια (...) το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη, η οποία έχει ως προορισμό να επιτρέπει στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως", τοποθετείται, επομένως, σε κάπως δευτερεύουσα θέση ή, ακριβέστερα, εκφράζεται με την απαίτηση κατάλληλης έννομης προστασίας. Η βαλλομένη πράξη θεωρείται, πράγματι, ως αποτελούσα το πέρας ειδικής διαδικασίας και επομένως, ως οριστική όταν η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως δεν αποτελεί κατάλληλη προστασία των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας επί του ειδικού σημείου που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω πράξεως.
8. Με την απόφαση ΑΚΖΟ κρίθηκε, βάσει του κριτηρίου κατάλληλης έννομης προστασίας, ότι η προσφυγή ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής να μη θεωρήσει εμπιστευτικά ορισμένα έγγραφα του φακέλου, με αποτέλεσμα να μπορέσουν αυτά
να ανακοινωθούν στην καταγγέλλουσα επιχείρηση, ήταν παραδεκτή διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν "αμετάκλητα αποτελέσματα" για την προσφεύγουσα. Το Δικαστήριο κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα τόσο για την περίπτωση που η διοικητική διαδικασία θα κατέληγε τελικά σε τελική απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση όσο και για την περίπτωση που δεν θα διαπιστώνετο καμία παράβαση.
Το Δικαστήριο προσέθεσε, επίσης, ότι το γεγονός ότι η επίμαχη απόφαση είχε ήδη εκτελεστεί και ότι τα έγγραφα για τα οποία επρόκειτο είχαν ήδη ανακοινωθεί δεν καταργούσε το συμφέρον των προσφευγουσών να ασκήσουν πολύ ενωρίς προσφυγή ακυρώσεως διότι η ενδεχομένη ακύρωση της αποφάσεως σε πρόωρο στάδιο θα επέτρεπε να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιας πρακτικής εκ μέρους της Επιτροπής και θα αποδείκνυε, εν πάση περιπτώσει, ότι η χρησιμοποίηση των εγγράφων από την επιχείρηση στην οποία είχαν ανακοινωθεί ήταν παράνομη.
9. 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα στοιχεία, το ζήτημα αν η προσφυγή ακυρώσεως κατά ορισμένης πράξεως μπορεί να ασκηθεί σε πρόωρο στάδιο είναι ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται in concreto, κατά περίπτωση, υπό το φως των κριτηρίων που το Δικαστήριο καθιέρωσε προς τον σκοπό αυτό με τη νομολογία του. Η νομολογία αυτή αποσκοπεί στο να καθιερώσει ισορροπία μεταξύ, αφενός, της απαιτήσεως κατάλληλης προστασίας των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας και, αφετέρου, των συστημάτων κατανομής των αρμοδιοτήτων και των μέσων έννομης προστασίας, που προβλέπει η Συνθήκη, καθώς και των απαιτήσεων ορθής απονομής της δικαιοσύνης και κανονικής διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας (βλ. το χωρίο της αποφάσεως ΙΒΜ που αναφέρθηκε στην ανωτέρω παράγραφο 4).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στις επόμενες παραγράφους, θα εξετάσω το ζήτημα του παραδεκτού των προσφυγών χωριστά. Πρώτον για την υπόθεση
C-312/90 και, έπειτα, για την υπόθεση C-47/91.
Υπόθεση C-312/90, Ισπανία κατά Επιτροπής
10. Πρέπει να προσδιοριστεί με ακρίβεια η πράξη της Επιτροπής, η βαλλομένη από το προσφεύγον. Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ περιλαμβάνει, πράγματι, δύο στοιχεία μεταξύ των οποίων πρέπει να γίνει διάκριση: αφενός, η απόφαση περιέχει προσωρινή εκτίμηση του συμβιβαστού των εξεταζομένων ενισχύσεων με τη Συνθήκη, στοιχείο που κανένας από τους διαδίκους δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να υπόκειται σε προσφυγή ακυρώσεως σε πρόωρο στάδιο αφετέρου, η απόφαση περιέχει χαρακτηρισμό των ενισχύσεων ως νέων ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, οι οποίες, κατά την Επιτροπή, δεν κοινοποιήθηκαν.
Το δεύτερο αυτό στοιχείο είναι εκείνο που αμφισβητεί η Ισπανική Κυβέρνηση για την οποία πρόκειται ασφαλώς για νέες ενισχύσεις, οι οποίες όμως κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με έγγραφα της 14ης και 28ης Φεβρουαρίου 1990. Η Επιτροπή παρέλειψε, ωστόσο, όπως απήτησε το Δικαστήριο στην απόφαση Lorenz (9), να εξετάσει τον φάκελο με επιμέλεια, δηλαδή εντός εύλογης προθεσμίας δύο μηνών. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι είχε το δικαίωμα, εφόσον η Επιτροπή δεν είχε κινήσει καμιά διαδικασία βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, εντός της δίμηνης προθεσμίας, να εκτελέσει τα εν λόγω μέτρα ενισχύσεων, παρά την απαγόρευση του άρθρου 93, παράγραφος 3. Είχε, αντιθέτως, την υποχρέωση να ενημερώσει προηγουμένως περί αυτού την Επιτροπή, πράγμα που άλλωστε έπραξε. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε κινήσει εμπροθέσμως τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, τα εν λόγω μέτρα ενισχύσεων εμπίπτουν,
κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 1, για τα υφιστάμενα μέτρα ενισχύσεων.
Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτή την άποψη. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω ενισχύσεις δεν κοινοποιήθηκαν, αλλά η ίδια τις απεκάλυψε, για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο 1987 και αργότερα τον Δεκέμβριο 1989, κατόπιν καταγγελιών που υπέβαλαν ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις (10). Τα έγγραφα της 14ης και 28ης Φεβρουαρίου 1990 στα οποία αναφέρεται το Βασίλειο της Ισπανίας αποτελούν, κατά την Επιτροπή, την απάντηση σε αίτηση πληροφοριών που του είχε απευθύνει στις 12 Ιανουαρίου 1990. Οι πληροφορίες που περιείχαν τα εν λόγω έγγραφα κρίθηκαν, ωστόσο, ελλιπείς από την Επιτροπή. Γι' αυτό τον λόγο, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων που έλαβαν χώρα στις 10 και 28 Μαΐου 1990, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες που δεν της παρασχέθηκαν. Αντ' αυτού, η Ισπανική Κυβέρνηση ανήγγειλε στις 15 Ιουνίου 1990 την πρόθεσή της να εκτελέσει το σχεδιαζόμενο μέτρο, πρόθεση που πραγματοποίησε στις 3 Ιουλίου 1990 παρά τις διαμαρτυρίες της Επιτροπής.
11. Δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί εδώ αυτή η αμφισβήτηση. 'Οσον αφορά την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε το Βασίλειο της Ισπανίας, πρέπει, πράγματι, να ληφθεί υπόψη η δυσμενέστερη για το προσφεύγον υπόθεση τα πραγματικά περιστατικά της οποίας θα πρέπει τότε, στην περίπτωση που η προσφυγή θα κριθεί παραδεκτή, να ελεγχθούν κατά την εξέταση των λόγων
ακυρώσεως που προβάλλει το προσφεύγον. Για να εξετάσω το ζήτημα του παραδεκτού, στηρίζομαι, επομένως, πρώτον στην υπόθεση ότι η Επιτροπή κακώς χαρακτήρισε το εν λόγω μέτρο ενισχύσεως ως νέα και μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση (θα ασχοληθώ κατωτέρω με την απόφαση χαρακτηρισμού).
Η εν λόγω απόφαση χαρακτηρισμού της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας συγχρόνως με την απόφαση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, συνεπάγεται σημαντικά έννομα αποτελέσματα. Ο χαρακτηρισμός της ενισχύσεως ως νέας συνεπάγεται, πράγματι, ότι η άμεση ισχύς, την οποία επιβεβαίωσε η νομολογία του Δικαστηρίου, της απαγορεύσεως εφαρμογής των σχεδιαζομένων μέτρων που αναφέρεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, ισχύει μέχρις ότου η Επιτροπή εκδώσει την τελική της απόφαση. Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται - και αυτό ανεξάρτητα από την τελική εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά το αν η ενίσχυση συμβιβάζεται ή όχι με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ - να πράττουν τα δέοντα ώστε το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται να τηρεί, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου μέρους, την απαγόρευση εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, στην υπόθεση C-354/90 (11), αυτό συνεπάγεται ότι τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια μπορούν να εκτιμούν ενόψει του εσωτερικού τους δικαίου τη νομιμότητα της εφαρμογής μέτρων ενισχύσεων που έχουν ήδη εφαρμοστεί και ότι μπορούν να επιβάλλουν την απόδοση των ήδη καταβληθεισών ενισχύσεων και/ή να διατάσσουν προσωρινά μέτρα.
Μου φαίνεται ότι στερείται σημασίας το γεγονός ότι, με την απόφαση χαρακτηρισμού της Επιτροπής, δεν "παρήχθησαν" κατά στενή έννοια τα προαναφερθέντα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (βλ. τη σκέψη 9 της προαναφερθείσας αποφάσεως ΙΒΜ και τη σκέψη 18 της προαναφερθείσας αποφάσεως
ΑΚΖΟ), αλλά "απορρέουν" από την ισχύουσα άμεσα διάταξη του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, και "διατηρούνται" με την απόφαση της Επιτροπής. Τα εν λόγω στοιχεία μου φαίνονται άνευ σημασίας διότι, εν πάση περιπτώσει, στην Επιτροπή εναπόκειται να διαπιστώσει ότι τηρούνται οι όροι εφαρμογής ώστε να παραχθούν ή να διατηρηθούν τα εν λόγω δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (12).
12. Πρέπει τώρα να εξεταστεί αν η βαλλομένη απόφαση χαρακτηρισμού επιφέρει χαρακτηριστική μεταβολή της νομικής θέσεως του προσφεύγοντος λόγω των δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων που παράγει, πράγμα που συμβαίνει όταν το προσφεύγον δεν μπορεί να προστατευθεί με επαρκώς ικανοποιητικό τρόπο κατά της ελλείψεως νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως με προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να χαρακτηρίσει το εν λόγω μέσο ενισχύσεως ως νέο και όχι υφιστάμενο μέτρο αποτελεί απλώς προπαρασκευαστικό στάδιο της εκπονήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής - πριν η τελευταία αποφανθεί αν το μέτρο ενισχύσεως συμβιβάζεται με το άρθρο 92 - και ότι η Επιτροπή μπορεί κάλλιστα να ανακαλέσει αργότερα αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας. Η απόφαση χαρακτηρισμού για την οποία πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση διαφέρει, επομένως, κατ' αυτό, από την αρνητική απόφαση που αφορούσε η απόφαση ΑΚΖΟ: η άρνηση της Επιτροπής σ' εκείνη την υπόθεση να θεωρήσει ορισμένα έγγραφα ως εμπιστευτικά, έτσι ώστε μπορούσαν να ανακοινωθούν σε ανταγωνιστική επιχείρηση και, στο μέτρο που η εν λόγω ανακοίνωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν νομίμως από την τελευταία, αποτελεί, πράγματι, απόφαση
της οποίας τα αποτελέσματα δεν ανατρέπονται και δεν μπορούν πλέον να εξουδετερωθούν λυσιτελώς με προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, σ' εκείνη την υπόθεση, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας θα είχαν θιγεί ανεπανόρθωτα στην περίπτωση που δεν εγένετο τύποις δεκτή η ενωρίς ασκηθείσα προσφυγή ακυρώσεως.
13. Είμαι της γνώμης ότι είναι επίσης δυνατόν, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, σε μία υπόθεση όπως η υπό κρίση, τα συμφέροντα του προσφεύγοντος να θίγονται ανεπανόρθωτα με απόφαση χαρακτηρισμού όπως η προκειμένη. Αυτό θα συνέβαινε, για παράδειγμα, εάν λαμβανομένου υπόψη του γενομένου (από την Επιτροπή) χαρακτηρισμού του εξεταζομένου μέτρου ενισχύσεως ως νέας μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως, το οικείο κράτος μέλος είχε τηρήσει την απαγόρευση εφαρμογής που επιβάλλει το άρθρο 93, παράγραφος 3, και εάν, ως συνέπεια της μη καταβολής της υποσχεθείσας ενισχύσεως, η επιχείρηση για την οποία προοριζόταν η εν λόγω ενίσχυση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες ή δεν μπορούσε να προβεί στην αναδιάρθρωση που είχε σχεδιάσει. Είναι πρόδηλο ότι σε παρόμοια περίπτωση η απόφαση χαρακτηρισμού μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οριστικά την υπόσταση της επιχειρήσεως και να κλονίσει την πίστη της και ότι θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να θεωρείται παραδεκτή η στρεφομένη κατά της εν λόγω αποφάσεως χαρακτηρισμού προσφυγή ακυρώσεως.
Δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, καταβλήθηκε η ενίσχυση, δεν μπορεί, επομένως, να πρόκειται για τέτοια περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση. Καμία αγωγή αποδόσεως της χορηγηθείσας ενισχύσεως δεν ηγέρθη, εξ όσων γνωρίζω, ενώπιον του εθνικού δικαστή βάσει της απαγορεύσεως εφαρμογής που επιβάλλει το άρθρο 93, παράγραφος 3. Τίθεται, εξάλλου, το ερώτημα - και θα το εξετάσω αργότερα όταν θα εξετάσω την ασκηθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία προσφυγή ακυρώσεως (βλ. την κατωτέρω παράγραφο 17) - εάν, στην περίπτωση που θα
ασκείτο μια τέτοιο αγωγή, το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειτο θα μπορούσε να επικαλεστεί αυτό το ενδεχόμενο εάν - όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση - η ενδιαφερομένη επιχείρηση δεν ασκούσε προσφυγή ακυρώσεως. Θα επανέλθω κατωτέρω στο συμπέρασμα ότι, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ορισμένη επιχείρηση υπέστη συγκεκριμένη ζημία.
14. Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων στοιχείων που μόλις εξέθεσα, θεωρώ ότι η ασκηθείσα από την Ισπανική Κυβέρνηση προσφυγή είναι απαράδεκτη.
Υπόθεση C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής
15. Και εδώ επίσης το σημείο επί του οποίου διαφωνούν οι διάδικοι είναι εάν ορθώς η Επιτροπή χαρακτήρισε χορηγηθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία ενίσχυση ως νέα ενίσχυση υποκειμένη στην υποχρέωση κοινοποιήσεως, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (βλ. την ανωτέρω παράγραφο 11).
Κατά την Ιταλία, το μέτρο ενισχύσεως δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως νέα ενίσχυση διότι εμπίπτει στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων που είχε εγκριθεί προηγουμένως υπέρ του ιταλικού Mezzogiorno με την απόφαση 88/318 της Επιτροπής και διότι το μέτρο αυτό συμφωνεί απόλυτα με τους τιθέμενους από την εν λόγω απόφαση όρους. Η απόφαση της Επιτροπής να θεωρήσει τη χορηγηθείσα στην Italgrani ενίσχυση ως μη κριθείσα εισέτι ενίσχυση και, επομένως, υποκειμένη στην υποχρέωση κοινοποιήσεως ισοδυναμεί, εξάλλου, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, με ανάκληση (μερική) της γενικής εγκριτικής αποφάσεως που είχε προηγουμένως εκδοθεί. Παρέλκει η εδώ εξέταση του δευτέρου αυτού επιχειρήματος διότι δεν αφορά τον χαρακτηρισμό της ενισχύσεως ως νέας, υποκειμένης στην υποχρέωση
κοινοποιήσεως και διότι εξέρχεται, κατά συνέπεια, του πλαισίου της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής.
'Οπως ήδη επισήμανα (στην παράγραφο 3), η Italgrani είχε και αυτή ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως χαρακτηρισμού που εξέδωσε η Επιτροπή, παραιτήθηκε όμως από αυτή μετά την έκδοση, από την Επιτροπή, ευνοϊκής τελικής αποφάσεως.
16. Το σημείο κατά το οποίο διαφέρει αυτή η υπόθεση από την υπόθεση C-312/90 είναι ότι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε παραχωρήσει την ενίσχυση, δεν την είχε, όμως, ποτέ καταβάλει κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής να θεωρήσει την εν λόγω ενίσχυση ως νέα και, επομένως, υποκειμένη στην υποχρέωση κοινοποιήσεως (13). 'Οπως επισήμανα προηγουμένως, σ' αυτή την περίπτωση μια δικαιούχος επιχείρηση, όπως η Italgrani, μπορεί να έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως σε πρόωρο στάδιο υπό τον όρο να μπορεί να αποδείξει ότι η απόφαση χαρακτηρισμού που εξέδωσε η Επιτροπή της προκάλεσε ζημία που δεν θα μπορούσε πλέον να αποκατασταθεί ικανοποιητικά με προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, όταν η μη καταβολή της ενισχύσεως συνεπάγεται σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες για την επιχείρηση για την οποία πρόκειται ή κλονίζει την πίστη της, πράγμα που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υπόστασή της. 'Οπως επισήμανα προηγουμένως, πρέπει, ωστόσο,
να τεθεί το ερώτημα εάν εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να λάβει τα νόμιμα μέτρα που είναι ικανά να διαφυλάξουν αυτό το συμφέρον που αφορά πρωτίστως την επιχείρηση. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Italgrani παραιτήθηκε από την προσφυγή της ακυρώσεως μετά την έκδοση από την Επιτροπή τελικής αποφάσεως που την ευνοούσε.
17. 'Οσον αφορά την ασκηθείσα από την Ιταλική Κυβέρνηση προσφυγή, δεν αμφισβητώ ότι ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να έχει συμφέρον για την επιβίωση επιχειρήσεως εγκατεστημένης στο έδαφός του ούτε ότι η προσφυγή ακυρώσεως που θα ασκούσε σε πρόωρο στάδιο κατά αποφάσεως χαρακτηρισμού, εκδοθείσας από την Επιτροπή, μπορεί ενδεχομένως να είναι παραδεκτή όταν η εν λόγω απόφαση θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση επιχειρήσεως προς την οποία έχει παραχωρηθεί ενίσχυση (η οποία όμως δεν έχει ακόμα καταβληθεί) (14). Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων, όπως ήδη εξέθεσα και το κράτος μέλος δεν μπορεί, επομένως, να τις επικαλεστεί.
Είναι αληθές ότι γενικά το κράτος μέλος μπορεί και αυτό να έχει συμφέρον από την εφαρμογή της πολιτικής του ενισχύσεων, αυτό το γενικό συμφέρον, το οποίο διαφέρει από το συμφέρον που μία επιχείρηση και/ή ένα κράτος μέλος μπορεί να έχει από τη χορήγηση συγκεκριμένης ενισχύσεως, μπορεί, ωστόσο, να διαφυλαχθεί επίσης από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται - και καλύτερα μάλιστα διότι, εκείνη τη στιγμή, όλα τα επιχειρήματα της Επιτροπής είναι διαθέσιμα - με την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, της διαπιστώνουσας παράβαση του άρθρου 92.
18. Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων στοιχείων της υποθέσεως, καταλήγω, επομένως, και εδώ στο συμπέρασμα ότι η ασκηθείσα από την Ιταλική Κυβέρνηση προσφυγή είναι απαράδεκτη.
Συμπέρασμα
19. Βάσει των προεκτεθέντων στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτες την ασκηθείσα από την Ισπανική Κυβέρνηση προσφυγή στην υπόθεση C-312/90 και την ασκηθείσα από την Ιταλική Κυβέρνηση προσφυγή στην υπόθεση C-47/91, κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και κατά της αποφάσεως, την οποία περιέχει η προηγουμένη απόφαση, περί χαρακτηρισμού της ενισχύσεως για την οποία πρόκειται ως νέας ενισχύσεως και προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Βλ. την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz κατά Γερμανίας (Jurispr. 1973, σ. 1471, σκέψη 4).
(2) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 20).
(3) Η Επιτροπή σημειώνει σχετικώς ότι κατά την περίοδο Οκτωβρίου 1986-Σεπτεμβρίου 1990 εξήτασε 2 000 περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων και κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, για 202 από αυτές. Μόνο σε 48 περιπτώσεις εξέδωσε αρνητική ή θέτουσα όρους οριστική απόφαση αφορώσα τη νομιμότητα των ενισχύσεων.
(4) 'Οπ.π., υποσημείωση 2. Το Δικαστήριο, στις αιτιολογικές του σκέψεις, αναφέρεται στην πάγια νομολογία του που απορρέει ήδη, για παράδειγμα, από την απόφαση που εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 1967 στην υπόθεση 8/66 έως 11/66, Cimenteries κατά Επιτροπής (Jurispr. 1967, σ. 93 και 116 έως 118).
(5) 'Οπως προκύπτει από τη σκέψη 17 της αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν εξετάζει εδώ τις πράξεις που επηρεάζουν αποκλειστικά τη θέση του προσφεύγοντος από διαδικαστικής απόψεως.
(6) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 53/85, ΑΚΖΟ (Συλλογή 1986, σ. 1965) την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 346/87, Bossi (Συλλογή 1989, σ. 303, σκέψη 23 επ.) την απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Ιουνίου 1990, Τ-32/89 και Τ-39/89, Μαρκόπουλος (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-281, σκέψη 21) την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση Τ-64/89, Automec (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-367, σκέψη 42 επ.), και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-116/89, Prodifarma (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-843, σκέψη 63).
(7) 'Οπ.π., υποσημείωση 6.
(8) Δεν θα εξετάσω σε μεγαλύτερο βάθος εδώ τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως δεδομένου ότι μια τέτοια αγωγή αποτελεί αυτόνομη διαδικασία. Στην απόφαση ΑΚΖΟ, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αυτή τη δυνατότητα όταν εξέτασε το ζήτημα αν είχε τηρηθεί η απαίτηση κατάλληλης έννομης προστασίας.
(9) 'Οπ.π., υποσημείωση 1.
(10) 'Οσον αφορά τις μη κοινοποιηθείσες νέες ενισχύσεις, η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να περατώνει την προηγουμένη της εξέταση εντός προθεσμίας δύο μηνών. Βλ., συναφώς, την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Boussac) (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 27). Αυτό βεβαίως δεν εμποδίζει το ότι η Επιτροπή οφείλει και τότε να παρεμβαίνει με επιμέλεια, τόσο όσον αφορά τη συγκρότηση του φακέλου όσο και την προσωρινή εξέτασή του.
(11) Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, υπόθεση C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur des produits alimentaires et Syndicat national des negociants et transformateurs de saumon κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-5505, σκέψη 12).
(12) Βλ. τη σελίδα 117 της προαναφερθείσας αποφάσεως Cimenteries, υποσημείωση 4.
(13) Στη βαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Κυβέρνηση ότι παραχώρησε την επίδικη ενίσχυση και της υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, το εν λόγω μέτρο ενισχύσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί πριν η Επιτροπή εκδώσει ευνοϊκή απόφαση (βλ. το παράρτημα 1 της προσφυγής). Μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι η ενίσχυση δεν έχει ακόμα πραγματικά καταβληθεί. Φαίνεται, επίσης, από την επιστολή που η Italgrani απηύθυνε στο Δικαστήριο στις 22 Ιανουαρίου 1992 για να αναγγείλει ότι παραιτείται από τη δίκη στην υπόθεση C-100/91, ότι καμία ενίσχυση δεν είχε καταβληθεί πριν από την τελική απόφαση της Επιτροπής (σελίδα 3).
(14) Το πρόβλημα που εγείρεται εδώ είναι αναμφισβήτητα ανάλογο με το ζήτημα εάν ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα - δυνατότητα που άλλωστε διέθετε στην υπό κρίση υπόθεση το ιταλικό κράτος χωρίς όμως να κάνει χρήση της - να αποδείξει σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ότι και αυτό υφίσταται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία όταν επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφός του ή δρώσα σε τομέα της οικονομίας του υφίσταται ζημία. Βλ. συναφώς τη Διάταξη της 17ης Μαρτίου 1989 στην υπόθεση 303/88 R (περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στη Συλλογή 1989, σ. 801), με την οποία ο Πρόεδρος έκρινε ότι το αιτούν κράτος μέλος δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη ζημία που υπέστη ατομική επιχείρηση. Σ' αυτή τη Διάταξη, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν απεφάνθη επί του εάν το κράτος μέλος μπορούσε να επικαλεστεί ζημία που ενδεχομένως υπέστη ο οικονομικός τομέας στο σύνολό του και, επομένως, η εθνική οικονομία διότι το υποστατό μιας τέτοιας ζημίας δεν είχε αποδειχθεί. Βλ. επίσης τη Διάταξη της 8ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση C-356/90 R (Συλλογή 1991, σ. Ι-2423).
Full & Egal Universal Law Academy