Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση προσφυγή εμπίπτει στον τομέα των ενισχύσεων, κατά την έννοια των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης, και θέτει ζητήματα έννομης προστασίας των ιδιωτών κατά των ενεργειών της Επιτροπής ως επιβλέπουσας αρχής και ζητήματα ουσιαστικού δικαίου των ενισχύσεων, στο μέτρο που το δίκαιο αυτό αφορά την έννομη κατάσταση που δημιουργείται όταν συντρέχουν δύο ειδών κριτήρια για την κρίση ενός σχεδίου ενισχύσεως, αφενός περιφερειακά κριτήρια και αφετέρου κλαδικά κριτήρια. Οι προσφεύγουσες, μία ένωση παραγωγών συνθετικών ινών (CIRFS) και ορισμένα από τα μέλη της, αιτιώνται συγκεκριμένα την Επιτροπή διότι δεν παρενέβη κατά ενός σχεδίου περιφερειακής ενισχύσεως που αφορούσε τον τομέα των συνθετικών ινών.
2. Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο, τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί των διαδίκων, έτσι ώστε στις παρούσες προτάσεις μου θα υπενθυμίσω μόνο τα ακόλουθα σημαντικά στοιχεία.
3. Το γαλλικό μέτρο για τη χορήγηση ενισχύσεως, για το οποίο πρόκειται εν προκειμένω, ευνοεί ένα σχέδιο για τη δημιουργία νέας μονάδας παραγωγής για νήματα υψηλής αντοχής από πολυεστέρα στην περιοχή του Longwy (Meurthe-et-Moselle). Οι ίνες αυτού του είδους χρησιμοποιούνται για βιομηχανικούς σκοπούς, συγκεκριμένα για ενίσχυση των ελαστικών. Η επένδυση, η εκτέλεση της οποίας άρχισε εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία που γνωστοποίησε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά τη συνεδρίαση, πραγματοποιείται από την εταιρία Allied Signal Fibers Europe SA με έδρα στη Γαλλία για τη μητρική εταιρία της, την Allied Signal Inc., με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες (1). Η πρώτη έλαβε για τον σκοπό αυτό από τις γαλλικές αρχές, με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 1989, την υπόσχεση ότι θα της χορηγηθεί περιφερειακή ενίσχυση ύψους 160 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων (FF) ως συνδρομή για συνολική επένδυση ύψους 840 εκατομμυρίων FF. Εντούτοις, το ακριβές ύψος της ενισχύσεως αμφισβητείται, διότι κατά την άποψη των προσφευγουσών αυτό επηρεάζεται ιδίως από την τιμή των γηπέδων, από ορισμένες εργασίες για την εξυγίανση του εδάφους και από τους όρους παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από την Electricite de France (EDF).
4. Επίκεντρο της παρούσας διαφοράς αποτελεί η εφαρμογή των κανονιστικών κειμένων, βάσει των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι θα κριθεί η ενίσχυση από περιφερειακή άποψη και ως προς τον συγκεκριμένο τομέα.
5. Πρόκειται καταρχάς για την απόφαση 85/18 της Επιτροπής (2), με την οποία κρίθηκε ότι η χορήγηση πριμοδοτήσεων χωροταξίας σε ορισμένες περιοχές της μητροπολιτικής Γαλλίας, μεταξύ των οποίων η περιοχή του Longwy, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι πληρούνται οι περιφερειακής φύσεως προϋποθέσεις, που εφαρμόζονται σύμφωνα με την απόφαση αυτή, στο μέτρο που αφορούν την καταρχήν νομιμότητα μιας τέτοιας ενισχύσεως. Τα προβλεπόμενα στην απόφαση ανώτατα όρια ενισχύσεων αυξήθηκαν για την περιοχή "ευρωπαϊκού πόλου αναπτύξεως", στον οποίο ανήκει και η περιοχή του Longwy, με απόφαση της Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε στις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων κρατών μελών (3) με έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 1986 (4).
6. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 7 της αποφάσεως 85/18, με την απόφαση αυτή "δεν θίγεται (...) η τήρηση των υφισταμένων ή μελλοντικών ειδικών κανόνων που αφορούν συγκεκριμένους τομείς". Στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής, οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με την έκταση εφαρμογής της ρυθμίσεως για τις ενισχύσεις που θέσπισε η Επιτροπή για τον τομέα των συνθετικών ινών κατά τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως. Ενώ οι λεπτομέρειες της εξελίξεως της ρυθμίσεως αυτής προκύπτουν από την έκθεση ακροατηρίου (βλ. υπ' αριθ. Ι β της εκθέσεως), κατά την έκθεση της γνώμης μου επί της υποθέσεως θα εξετάσω την ακριβή νομική φύση της. Στο σημείο αυτό θα υπενθυμίσω μόνον ότι το περιεχόμενο της ρυθμίσεως προκύπτει από τα έγγραφα που απηύθυνε τακτικά η Επιτροπή στα κράτη μελη, στα οποία εκθέτει την πολιτική της σχετικά με τις ενισχύσεις στον εν λόγω τομέα, με κύριο στόχο της την αποφυγή ή τον περιορισμό του πλεονάσματος παραγωγικών ικανοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς τον ανεπιθύμητο χαρακτήρα ορισμένων ενισχύσεων στον τομέα αυτό και αξιώνει από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν όλα τα σχέδια ενισχύσεων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως. Στη συνέχεια, ζητεί από τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν ως προς τις αρχές που διατύπωσε.
7. Η ρύθμιση, το κύριο περιεχόμενο της οποίας δημοσιεύεται από το 1985 στο τμήμα C της Επίσημης Εφημερίδας (5), θεσπιζόταν πάντοτε για περιορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε μετά τη λήξη της ισχύος της έπρεπε να ληφθεί απόφαση για την παράταση ή την προσαρμογή της. 'Ετσι συνέβη και το έτος 1989, όταν η Επιτροπή αποφάσισε να παρατείνει για δύο έτη τη ρύθμιση, η ισχύς της οποίας έληγε στις 19 Ιουλίου του έτους αυτού, υιοθετώντας ένα κείμενο το οποίο διέφερε σε ορισμένα σημεία από το κείμενο του 1987.
8. Η προαναφερθείσα διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής αφορά, αφενός, το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως πριν την παράταση που άρχισε να ισχύει στις 19 Ιουλίου 1989. Αντίθετα από τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες * η Γαλλική Δημοκρατία και η εταιρία Allied Signal * υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση κατά τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως * πριν από την προαναφερθείσα παράταση της ισχύος της * δεν κάλυπτε το είδος των ινών που παράγει η εταιρία Allied Signal, αλλά μόνο τις ίνες που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία και στην κατασκευή ενδυμάτων. Αφετέρου, αμφισβητείται πότε "χορηγήθηκε" η ενίσχυση * πριν ή μετά τις 19 Ιουλίου 1989.
9. Τα ακυρωτικά αιτήματα των προσφευγουσών στρέφονται κατά δύο εγγράφων της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1990 και της 4ης Οκτωβρίου 1990, το περιεχόμενο των οποίων διευκρινίζεται από την προηγούμενη αλληλογραφία. Αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία δύο έγγραφα, που απευθύνονταν στην Επιτροπή, συγκεκριμένα ένα έγγραφο της CIRFS της 20ής Ιουνίου 1990 προς τον προϊστάμενο της αρμόδιας για τις ενισχύσεις διευθύνσεως (6) και ένα έγγραφο της προσφεύγουσας ΑΚΖΟ, της 29ης Ιουνίου 1990, προς τον αντιπρόεδρο της Επιτροπής Sir Leon Brittan (7), στα οποία απαντούν τα προσβαλλόμενα έγγραφα.
10. Τα έγγραφα των δύο προσφευγουσών συντάχθηκαν προφανώς εν αγνοία του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα υπόσχεση των γαλλικών αρχών για τη χορήγηση ενισχύσεως είχε ήδη δοθεί στις 28 Ιουνίου 1989.
11. Στο έγγραφο της CIRFS της 20ής Ιουνίου 1990 αναφέρεται ότι βασίμως μπορεί να θεωρείται ότι οι γαλλικές αρχές επιμένουν στην προσφορά τους να επιχορηγήσουν την εταιρία Allied Signal, παρόλον ότι καμία τυπική σύμβαση δεν τους δημιουργεί υποχρεώσεις έναντι της εταιρίας αυτής. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της CIRFS θα μπορούσε "εντός των επομένων ημερών" να ληφθεί απόφαση των γαλλικών αρχών υπέρ της εταιρίας Allied Signal. Μία ενίσχυση ύψους πολλών δεκάδων εκατομμυρίων δολλαρίων (USD) επί επενδύσεως 150 εκατομμυρίων USD θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη ρύθμιση για τις συνθετικές ίνες. Η CIRFS ζητεί από την Επιτροπή να επισημάνει χωρίς καθυστέρηση στις γαλλικές αρχές τις συνέπειες ενδεχόμενης αποφάσεώς τους να επιχορηγήσουν την Allied Signal. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί επιθυμούν να σταματήσει αμέσως κάθε διαπραγμάτευση που διεξάγουν ενδεχομένως ορισμένες κυβερνήσεις με την εταιρία Allied Signal.
12. Στο προσβαλλόμενο έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1990 η Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνέλεξε, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Allied Signal την απόφασή τους να χορηγήσουν ενίσχυση υπέρ του επενδυτικού σχεδίου της επιχειρήσεως αυτής πριν από την τελευταία επέκταση της ρυθμίσεως περί συνθετικών ινών. Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένες να προβούν σε προηγούμενη κοινοποίηση. Η Επιτροπή έκρινε ως ικανοποιητικά το περιεχόμενο και το ύψος της ενισχύσεως που χορηγήθηκε στην Allied Signal. Η ενίσχυση αυτή αποτελεί πράγματι περίπτωση εφαρμογής του περιφερειακού προγράμματος των "πριμοδοτήσεων χωροταξίας" και παραμένει εντός των επιτρεπομένων από την Επιτροπή ορίων για τον ευρωπαϊκό πόλο αναπτύξεως.
13. 'Οσον αφορά το έγγραφο της προσφεύγουσας ΑΚΖΟ, της 29ης Ιουνίου 1990, σ' αυτό υπενθυμίζεται καταρχάς ότι η CIRFS και η ΑΚΖΟ είχαν σε πολλές περιπτώσεις επισημάνει στην Επιτροπή σχέδια ενισχύσεων υπέρ της Allied Signal, που ήταν υπό συζήτηση και αφορούσαν τη δημιουργία μονάδων παραγωγής για ίνες από πολυεστέρα βιομηχανικής εφαρμογής, μονάδων παραγωγης, η εγκατάσταση των οποίων σχεδιαζόταν να γίνει στη Γαλλία ή σε άλλες χώρες. Στη συνέχεια το έγγραφο αναφέρεται στην προσπάθεια αναδιαρθρώσεως του τομέα, που έλαβε χώρα στο παρελθόν. Στις 19 Ιουλίου 1989, τονίστηκε ότι η ρύθμιση που αφορούσε τις ενισχύσεις περιελάμβανε και τις ίνες για τη βιομηχανία. "Για τον λόγο αυτό", συνεχίζει το έγγραφο, "δημιουργήθηκαν ανησυχίες", όταν έγινε γνωστό, από την εφημερίδα "Les Echos" (έκδοση της 28ης Ιουνίου 1990) (8), ότι η εταιρία Allied Signal θα ελάμβανε σημαντική ενίσχυση για τη δημιουργία μονάδας παραγωγής βιομηχανικών ινών στη Γαλλία, με συμφωνία των κοινοτικών αρχών. Μια ενίσχυση υπέρ επιχειρήσεως που ανταγωνίζεται την εταιρία ΑΚΖΟ στον τομέα των βιομηχανικών ινών, θα εθεωρείτο ως σοβαρή απειλή για τις αρχές της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο συντάκτης του εγγράφου ζητεί τέλος από την Επιτροπή να λάβει θέση επί του προαναφερθέντος δημοσιεύματος του Τύπου.
14. Από την απάντηση του Sir Leon Brittan της 4ης Οκτωβρίου 1990, που είναι το δεύτερο προσβαλλόμενο έγγραφο, προκύπτει καταρχάς ότι η εταιρία ΑΚΖΟ του είχε, "κατά τους τελευταίους μήνες" απευθύνει και άλλα έγγραφα (εκτός από το προαναφερθέν) σχετικά με το επίδικο σχέδιο ενισχύσεως. Εκτός αυτού, αναφέρεται ότι, ακόμη και αν δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1990, εντούτοις υπάλληλοι της (αρμόδιας) γενικής διευθύνσεως IV και του γραφείου του επιτρόπου ήλθαν, από τις αρχές Σεπτεμβρίου, σε επαφή με αντιπροσώπους της εταιρίας ΑΚΖΟ, για να συζητήσουν λεπτομερώς την υπόθεση. Ο ίδιος (ο συντάκτης) εξέτασε προσωπικά την υπόθεση, υπό το πρίσμα των σημείων που επεσήμανε η ΑΚΖΟ, θεωρεί όμως ορθή την άποψη που υιοθέτησε η γενική διεύθυνση IV στις αρχές Αυγούστου. Κατά την άποψη του επιτρόπου, η ρύθμιση για τις ενισχύσεις, αν και ήταν γενικά διατυπωμένη, ίσχυε, πριν από την παράτασή της με ισχύ από 19 Ιουλίου 1989, δυνάμει μόνιμης πρακτικής της Επιτροπής, μόνο για τις συνθετικές ίνες που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία και στην παρασκευή ενδυμάτων. Πριν από το χρονικό αυτό σημείο τα κράτη μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να κοινοποιούν τα σχετικά με τις ενισχύσεις μέτρα, τα οποία, όπως εν προκειμένω, ενέπιπταν σε ένα γενικό ή περιφερειακό σύστημα που είχε ήδη εγκρίνει η Επιτροπή, εφόσον τα μέτρα αυτά αφορούσαν την παραγωγή συνθετικών ινών εκτός του τομέα αυτού. Οι γαλλικές αρχές απέδειξαν ότι η απόφαση χορηγήσεως ενισχύσεως στην εταιρία Allied Signal είχε ληφθεί ήδη τον Ιούνιο 1989, έτσι ώστε δεν θα μπορούσε η Επιτροπή να την αμφισβητήσει.
15. Οι προσφεύγουσες ζητούν
* να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 1ης Αυγούστου 1990 και, στο μέτρο που είναι απαραίτητο, το έγγραφο του Sir Leon Brittan της 4ης Οκτωβρίου 1990 σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλική Κυβέρνηση στην Allied Signal (9).
16. Περαιτέρω, ζητούν τη διεξαγωγή αποδείξεων σχετικά με τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως, συγκεκριμένα σχετικά με "την ακριβή φύση, το περιεχόμενο, τη χρονική ακολουθία και το αποτέλεσμα των συνομιλιών μεταξύ της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Allied Signal για την προσβαλλόμενη ενίσχυση". Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε το αίτημα αυτό. Θα επανέλθω αργότερα στο ζήτημα αυτό.
17. Η Επιτροπή ζητεί
* να απορριφθεί η προσφυγή
* να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
18. Κατά την έγγραφη διαδικασία, όπως αυτή διεξήχθη μέχρι την ανταπάντηση, δεν ετέθη θέμα παραδεκτού της προσφυγής. Οι παρεμβαίνουσες όμως, με τις προτάσεις που κατέθεσαν μετά την ανταπάντηση, προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, και η Γαλλική Κυβέρνηση ζήτησε ρητώς να αποφανθεί το Δικαστήριο πρώτα επί του παραδεκτού. Τα αιτήματα των παρεμβαινουσών, η ακριβής διατύπωση των οποίων προκύπτει από την έκθεση ακροατηρίου, έχουν επομένως ως κύριο αντικείμενο την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
Β * Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι * Προκαταρκτική παρατήρηση
19. 1. Για να καταστεί δυνατή η ορθή κρίση του παραδεκτού και του βάσιμου της προσφυγής πρέπει πρώτα να καθοριστεί το περιεχόμενο του αιτήματός της.
20. Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι οι προσφεύγουσες θεωρούν την υπό κρίση ενίσχυση καταρχήν ως νέα ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, διότι, όσον αφορά το αντικείμενο και τον χρόνο χορηγήσεώς της, εμπίπτει στη ρύθμιση των ενισχύσεων και επομένως δεν καλύπτεται από την απόφαση 85/18. Χωρίς να αξιολογήσουν τη νομική κατάσταση που θα υφίστατο, αν η ενίσχυση ενέπιπτε στη ρύθμιση, τα προσβαλλόμενα έγγραφα περιορίζονται στο να εξηγούν ότι η ενίσχυση δεν εμπίπτει στη ρύθμιση, για ποιο λόγο δεν εμπίπτει, και ότι εξ αιτίας αυτού δεν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως.
21. Από τη δομή των δύο πρώτων εδαφίων του άρθρου 93, παράγραφος 3, προκύπτει ότι ο κύριος σκοπός της κοινοποιήσεως είναι να επιτρέψει στην Επιτροπή να εξετάσει αν θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 (10) (αν και, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, αυτό δεν αποτελεί πάντοτε προϋπόθεση για την κίνηση της διαδικασίας) (11). Επομένως, όταν η Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, εκφράζει την άποψη ότι δεν είναι απαραίτητη η κοινοποίηση, αυτό μπορεί μόνο να σημαίνει ότι δεν θεωρεί ότι συντρέχει λόγος να κινηθεί η διαδικασία. Υπέρ αυτού συνηγορεί και η δήλωση που περιέχεται στο έγγραφο του Sir Leon Brittan (με το οποίο επιβεβαιώνεται ρητώς η θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή με το έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1990), σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση της Γαλλίας περί χορηγήσεως της ενισχύσεως.
22. Επομένως, το παραδεκτό και το βάσιμο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της αρνήσεως κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, που εκφράζουν τα προσβαλλόμενα έγγραφα.
23. 2. Ανεξάρτητα από αυτή τη διευκρίνιση θεωρώ * για λόγους που θα εκθέσω αμέσως στη συνέχεια * χρήσιμο να εξεταστεί πρώτα η σημασία της εν λόγω ρυθμίσεως των ενισχύσεων ως πηγής του δικαίου, ιδίως σε σχέση με την απόφαση 85/18.
24. Οι διάδικοι φαίνεται ότι υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις ως προς το πρόβλημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση σχετικά με το ζήτημα αυτό, χωρίς όμως να θεωρούν απαραίτητο να εξηγήσουν τις αντίστοιχες απόψεις τους. Οι προσφεύγουσες και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση των ενισχύσεων έχει τον χαρακτήρα ενός ειδικού κανόνα που αφορά συγκεκριμένο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 85/18. Σύμφωνα με την άποψη αυτή ένα σχέδιο ενισχύσεως, που αφορά προϊόν που εμπίπτει στη ρύθμιση, οδηγεί σε νέα ενίσχυση. Αντίθετα, η Allied Signal φαίνεται να δέχεται ότι η ρύθμιση των ενισχύσεων δεν αμφισβητεί την απόφαση 85/18 ως εξουσιοδότηση για το επίδικο σχέδιο ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, με τις προτάσεις της και κατά την προφορική διαδικασία δέχθηκε ότι πρόκειται για υφιστάμενη ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και ότι η έννομη αυτή κατάσταση δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι το εν λόγω προϊόν εμπίπτει ενδεχομένως στη ρύθμιση των ενισχύσεων.
25. Δεν αποκλείεται εκ των προτέρων να είναι το ζήτημα αυτό σημαντικό είτε για το παραδεκτό είτε για το βάσιμο της προσφυγής. Ακόμη και αν αυτό δεν συνέβαινε, θα έπρεπε οι εκάστοτε παρατηρήσεις να αναπτυχθούν εναλλακτικά για καθεμία από τις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις. Φαίνεται επομένως σκόπιμο να εξεταστεί πρώτα το πρόβλημα αυτό. Πρέπει καταρχάς να εξεταστεί η άποψη των προσφευγουσών και της Γαλλικής Κυβερνήσεως, διότι οι διάδικοι αυτοί αποδίδουν στη ρύθμιση των ενισχύσεων τη μεγαλύτερη σημασία.
26. Από τη για τον σκοπό αυτόν εξέταση της νομολογίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει, μέχρι στιγμής, αντιμετωπίσει μόνο μια φορά ζητήματα σχετικά με τη νομική σημασία μιας ρυθμίσεως των ενισχύσεων, συγκεκριμένα στην υπόθεση Deufil (12). Η υπόθεση αυτή αφορούσε μια ενίσχυση που χορηγήθηκε το 1983 για την αντικατάσταση εγκαταστάσεως παραγωγής συνθετικών ινών σύμφωνα με την αίτηση ενισχύσεως της προσφεύγουσας η νέα εγκατάσταση έπρεπε να εξυπηρετεί τη μερική μετατροπή της παραγωγής νημάτων από πολυαμίδιο σε νήματα από πολυπροπυλένιο. Η προσφεύγουσα στράφηκε κατά της αποφάσεως της Επιτροπής (που συνδεόταν με τη διαπίστωση ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά), με την οποία αυτή έδωσε εντολή στο οικείο κράτος μέλος να ζητήσει την επιστροφή της ενισχύσεως από την προσφεύγουσα, με το επιχείρημα ότι η απόφαση αυτή ήταν ασυμβίβαστη προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η προσφεύγουσα έλαβε την ενίσχυση βάσει ισχυουσών πράξεων και αληθών στοιχείων και τη χρησιμοποίησε για τη μετατροπή της παραγωγής της σε ένα προϊόν που δεν ενέπιπτε ακόμη στον κώδικα ενισχύσεων (στη ρύθμιση περί ενισχύσεων) (η ρύθμιση περί ενισχύσεων περιέλαβε για πρώτη φορά τα νήματα από πολυπροπυλένιο το 1985).
27. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά (σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως):
"Στην ουσία, ο λόγος αυτός θέτει το ερώτημα αν το ότι τα νήματα πολυπροπυλενίου δεν περιλαμβάνονταν στον κώδικα ενισχύσεων μπορεί ενδεχομένως να δημιουργήσει, στις επιχειρήσεις που προέβησαν σε μετατροπή της παραγωγής τους σ' αυτό το προϊόν, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορεί να αντιταχθεί σε εντολή της Επιτροπής προς τις εθνικές αρχές να διατάξουν την επιστροφή ενισχύσεως που χορηγήθηκε γι' αυτό τον σκοπό.
Εντούτοις, αυτό δεν συμβαίνει. Ο κώδικας των ενισχύσεων αποτελείται από ενδεικτικούς κανόνες που ορίζουν τις γραμμές που η Επιτροπή προτίθεται να ακολουθήσει και που ζητεί από τα κράτη μέλη να τηρήσουν ως προς τις ενισχύσεις στον τομέα των συνθετικών ινών και νημάτων. Δεν παρεξέκκλινε των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης και δεν μπορούσε να το πράξει."
28. Θεωρώ σημαντικό να τονιστεί ότι η ισχύς των παρατηρήσεων αυτών περιορίζεται από το πρόβλημα που αφορούσε η συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο * αφού απέρριψε τις αιτιάσεις που στηρίζονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 92, παράγραφος 1, και 92, παράγραφος 3 ως διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των ενισχύσεων * απάντησε στο ερώτημα αν η ρύθμιση των ενισχύσεων μπορούσε να δικαιολογήσει άξια προστασίας εμπιστοσύνη σε παρεκκλίνουσα από τις διατάξεις αυτές συμπεριφορά.
29. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ερώτημα αυτό διαφέρει σαφώς από αυτά που μας απασχολούν εν προκειμένω. Το ερώτημα εκείνο αφορά τη σχέση της ρυθμίσεως με το ουσιαστικό δίκαιο των ενισχύσεων της Συνθήκης, και ειδικότερα τον ενδεχόμενο χαρακτήρα της ως παρεκκλίσεως από τους κανόνες αυτούς, που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα αφορά τη σχέση με αποφάσεις της Επιτροπής, με τις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κρατικά συστήματα ενισχύσεων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
30. 'Οσον αφορά την απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο στο ερώτημα που είχε τεθεί στην προαναφερθείσα υπόθεση, το μόνο στοιχείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα υπόθεση είναι η διαπίστωση ότι η ρύθμιση των ενισχύσεων περιέχει "ενδεικτικούς κανόνες που ορίζουν τις γραμμές που η Επιτροπή προτίθεται να ακολουθήσει" στον οικείο τομέα "και που ζητεί από τα κράτη μέλη να τηρήσουν". Είναι εντούτοις προφανές ότι οι ανακοινώσεις της Επιτροπής, στις οποίες εκθέτει τη μελλοντική της πολιτική, δεν παρουσιάζουν, με την ιδιότητά τους αυτή, τον χαρακτήρα δεσμευτικών εννόμων πράξεων. Η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, λαμβανομένης υπόψη της αρμοδιότητας που της αναγνωρίζει το άρθρο 93, παράγραφος 2, και η οποία περιορίζεται σε αποφάσεις, να θεσπίσει μια ρύθμιση, που θα περιείχε τις αρχές της ρυθμίσεως των ενισχύσεων ως δεσμευτικές διατάξεις γενικής ισχύος. Εξάλλου, από το γεγονός ότι η ρύθμιση δεν έχει τον τύπο υποχρεωτικής πράξεως και ότι καλούνται τα κράτη μέλη να δηλώσουν τη συμφωνία τους προκύπτει ότι σκοπός της Επιτροπής δεν ήταν να θεσπίσει μια τέτοια ρύθμιση. Ως προς το σημείο αυτό φαίνεται εξάλλου ότι συμφωνούν οι διάδικοι (13).
31. Με την παρατήρηση αυτή μπορώ να περατώσω την εξέταση της νομολογίας και συγχρόνως να δεχθώ ως μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί και μη αμφισβητούμενο συμπέρασμα ότι μια μονομερής δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέλλουσα πολιτική για τις ενισχύσεις σε συγκεκριμένο τομέα δεν περιέχει, από μόνη της, "ειδικούς κανόνες" κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 85/18.
32. Σημαίνει αυτό ότι το περιεχόμενο της ρυθμίσεως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του προαναφερθέντος άρθρου 7;
33. Η Επιτροπή, όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την προφορική διαδικασία, εξήγησε ότι τα κράτη μέλη εξέφρασαν τη συμφωνία τους προς τις περιεχόμενες στην ανακοίνωση της Επιτροπής αρχές ελλείψει τέτοιας συμφωνίας η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, κατά του οικείου κράτους μέλους, σχετικά με το εν λόγω εσωτερικό σύστημα ενισχύσεων, και εκδίδει ενδεχομένως δεσμευτική απόφαση, όπως αυτή που εξέδωσε έναντι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (14) στην περίπτωση του "κοινοτικού πλαισίου για κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων" (15).
34. Η Γαλλική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, δήλωσε πως θεωρεί ότι δεσμεύεται από τη ρύθμιση των ενισχύσεων, αν και στην πραγματικότητα η διατύπωση του άρθρου 7 της αποφάσεως 85/18 (όπου γίνεται λόγος για "ειδικούς κανόνες που αφορούν συγκεκριμένους τομείς") δεν οδηγεί προς την κατεύθυνση αυτή.
35. Κατά την άποψή μου, οι λόγοι που προβάλλει η Επιτροπή επιτρέπουν να αναγνωριστεί στις αρχές που απορρέουν από τη ρύθμιση περί ενισχύσεων ο χαρακτήρας ειδικών κανόνων, κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 85/18.
36. Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το κείμενο του εγγράφου της 19ης Ιουλίου 1977 (παράρτημα 2 της προσφυγής), που αποτελούσε το συνοδευτικό της ρυθμίσεως έγγραφο, απαιτεί από τα κράτη μέλη να αποφεύγουν τη χορήγηση ενισχύσεων που οδηγούν σε αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων, όσον αφορά τις ρυθμίσεις των περιφερειακών ενισχύσεων, ακόμα και στην περίπτωση που οι ενισχύσεις χορηγούνται αυτόματα βάσει των ρυθμίσεων αυτών και δεν υπόκεινται σε προηγούμενη κοινοποίηση. Με τη διατύπωση αυτή, που αν δεν υπάρχουν αντίθετα στοιχεία αποτελεί αντικείμενο των μεταγενέστερων "παρατάσεων" (16) της ρυθμίσεως, καλούνται τα κράτη μέλη να παραιτηθούν από την άσκηση των δικαιωμάτων τους για χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων στην προαναφερθείσα (όσον αφορά τα χρονικά όρια και τους συγκεκριμένους τομείς) έκταση, δικαιωμάτων που αντλούν από ενδεχόμενη απόφαση της Επιτροπής για τη συμφωνία του εσωτερικού συστήματος ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
37. Με την εντολή αυτή σκοπείται να παύσει, διά της παραιτήσεως των κρατών μελών, να ισχύει η απόφαση της Επιτροπής ως κοινοτική δικαιολόγηση της ενισχύσεως, έτσι ώστε να πρόκειται για νέα ενίσχυση.
38. Παρόμοιες ενδείξεις αποτελούν εξάλλου το γεγονός και ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης στο τέλος του αποσπάσματος της ρυθμίσεως που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα.
39. Στο κείμενο που δημοσιεύθηκε το 1985 αναφέρονται τα εξής:
"Η Επιτροπή επιθυμεί επίσης να πληροφορήσει τους τρίτους ενδιαφερόμενους ότι απαιτεί την εκ των προτέρων κοινοποίηση όλων των σχεδίων ενισχύσεων οιουδήποτε τύπου, που χορηγούνται σε επιχειρήσεις του τομέα συνθετικών ινών, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, και τούτο επειδή κανένα τέτοιο εθνικό μέτρο δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή, εκτός αν και μέχρις ότου το εγκρίνει η Επιτροπή."
40. Το ίδιο αναφέρεται και στα κείμενα που δημοσιεύθηκαν το 1987, 1989 και 1991.
41. Τα κείμενα αυτά, με τη διατύπωση και την αναφορά τους στο άρθρο 93, παράγραφος 3, καθιστούν σαφές ότι η Επιτροπή θεωρεί σε κάθε περίπτωση τις ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως ως νέες ενισχύσεις.
42. 'Οταν όμως η ενίσχυση, όπως εν προκειμένω, εμπίπτει σε περιφερειακό σύστημα ενισχύσεων, που η Επιτροπή έκρινε ως σύμφωνο με την κοινή αγορά, η έννομη αυτή κατάσταση μπορεί να δημιουργηθεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο κράτος μέλος συμφώνησε με τη ρύθμιση. Δηλαδή: η (μερική) παραίτηση, που ζήτησε η Επιτροπή, από τα πλεονεκτήματα, τα οποία προκύπτουν από τις αποφάσεις της σχετικά με τη συμφωνία των εθνικών συστημάτων ενισχύσεων με την κοινή αγορά, πρέπει να έχει πράγματι χωρήσει διά της συναινέσεως του οικείου κράτους μέλους, είτε η παραίτηση αυτή θεωρηθεί ως μονομερές μέτρο είτε ως τμήμα συμφωνίας με την Επιτροπή. Διαφορετικά θα διετηρείτο ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας της ρυθμίσεως που περιγράφηκε προηγουμένως.
43. Στο πλαίσιο αυτό, και για λόγους πληρότητας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση επί της υποθέσεως Deufil. Το Δικαστήριο έκανε στην απόφαση αυτή λόγο για κατευθυντήριες γραμμές, την τήρηση των οποίων απαιτεί η Επιτροπή από τα κράτη μέλη. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές δεν πρέπει και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εισάγουν εξαιρέσεις από τα άρθρα 92 και 93, ένα κράτος μέλος μπορεί όμως να παραιτηθεί από δικαιώματα που του χορηγήθηκαν (ή που πρέπει να του χορηγηθούν), ικανοποιώντας το "αίτημα" της Επιτροπής.
44. 'Οσον αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε ότι η Γαλλική Κυβέρνηση συμφώνησε πάντοτε με τις γενικές αρχές που διατύπωσε η Επιτροπή από τη θέσπιση της ρυθμίσεως. Για τον λόγο αυτό θα θεωρήσω στο εξής ότι η ρύθμιση των ενισχύσεων ανήκει στους "ειδικούς κανόνες που αφορούν συγκεκριμένους τομείς", κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως 85/18 και ότι επομένως μια ενίσχυση, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως, αποτελεί νέα ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3.
ΙΙ * Επί του παραδεκτού
45. Οι δύο παρεμβαίνουσες αμφισβήτησαν, όπως προαναφέρθηκε, από διάφορες απόψεις το παραδεκτό της προσφυγής και επικαλέστηκαν σχετικά τα άρθρα 91 και 92 του Κανονισμού Διαδικασίας.
46. 1. α) Πρέπει προκαταρκτικά να παρατηρηθεί σχετικά ότι δεν συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις για μια παρακωλύουσα τη δίκη ένσταση ή παρεμπίπτουσα διαφορά, διότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα με χωριστό δικόγραφο.
47. β) Περαιτέρω, είμαι πεπεισμένος, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι οι παρεμβαίνουσες δεν μπορούν να προβάλουν * με οποιαδήποτε μορφή * ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής η αντίθετη άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που αυτή επικαλείται. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, την οποία επικαλέστηκαν ρητώς οι προσφεύγουσες λαμβάνοντας θέση επί των προτάσεων των παρεμβαινουσών, ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του. Κατά τον χρόνο της παρεμβάσεως η Επιτροπή είχε υποβάλει το υπόμνημα αντικρούσεώς της, στο οποίο όμως δεν είχε θέσει ζήτημα παραδεκτού.
48. Δεν είναι βέβαια δυνατόν να απαγορευθεί στον παρεμβαίνοντα να προβάλει όλα τα επιχειρήματα, τα οποία δεν επικαλέστηκε ο διάδικος υπέρ του οποίου παρεμβαίνει (17). Μπορεί επομένως για το απαράδεκτο που προέβαλε ο καθού να επικαλεστεί άλλους λόγους από αυτούς που προέβαλε ο διάδικος αυτός (18). Αντίθετα, η επίκληση του απαράδεκτου που δεν προέβαλε ο καθού συνιστά αυτόνομο μέσο άμυνας, που αποκλείεται δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εμποδίσει να θίγουν οι ισχυρισμοί του παρεμβαίνοντος κατά του κυρίου διαδίκου τη θέση του τελευταίου περισσότερο από ό,τι οι ισχυρισμοί του ίδιου του αντιδίκου, υπέρ του οποίου έγινε η παρέμβαση. Ως προς αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κάθε κύριος διάδικος (εν προκειμένω: η καθής), σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαδικασίας και εκτός των εκεί αναφερομένων εξαιρέσεων, δεν μπορεί κατά τη διάρκεια της δίκης να προβάλει νέα μέσα επιθέσεως και άμυνας μετά την κατάθεση του πρώτου δικογράφου (προσφυγή ή υπόμνημα αντικρούσεως). Ο ίδιος όμως περιορισμός πρέπει να ισχύσει και για τον παρεμβαίνοντα, σύμφωνα με την έννοια και τον σκοπό του άρθρου 93, παράγραφος 4 (19).
49. 2. Ενδείκνυται όμως να εξεταστεί αυτεπάγγελτα το ζήτημα του παραδεκτού, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας από την άποψη αυτή ορθώς το Δικαστήριο έδωσε στις προσφεύγουσες και στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των παρεμβαινουσών.
50. Θα διαιρέσω την εξέταση του παραδεκτού σε τέσσερα τμήματα. Στο πρώτο τμήμα (α) θα εξετάσω το ζήτημα που έθεσε η Allied Signal, αν η άρνηση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης συνιστά πράξη που μπορεί να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στο δεύτερο τμήμα (β) θα εξεταστεί αν και με ποιες προϋποθέσεις ιδιώτες, και ιδίως οι ανταγωνιστές του λήπτη της ενισχύσεως και οι ενώσεις τους, μπορούν να ασκήσουν προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 173, παράγραφος 2. Από την άποψη αυτή αμφισβητούν το παραδεκτό της προσφυγής τόσο η Γαλλία όσο και η Allied Signal. Στο τρίτο τμήμα (γ) θα γίνει σύγκριση της καταστάσεως των προσφευγουσών, βάσει των κριτηρίων που αναπτύχθηκαν. Τέλος, θα εξεταστεί ο πρόσθετος ισχυρισμός της Allied Signal, σύμφωνα με τον οποίο η αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής θα ήταν αντίθετη προς την εξουσία διακρίσεως της Επιτροπής, όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων, και προς τους τυπικούς κανόνες των άρθρων 169 και 170 της Συνθήκης ΕΟΚ (δ).
51. α) αα) Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί μια πράξη να προσβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι να παράγει η εν λόγω πράξη έννομα αποτελέσματα (20).
52. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται χωρίς αμφιβολία, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Allied Signal.
53. (1) Ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει καταρχάς να επισημανθούν οι συνέπειες που επιφέρει η προσβαλλόμενη άρνηση όσον αφορά τη δυνατότητα ελέγχου της συμφωνίας της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Ως προς το ζήτημα αυτό η Επιτροπή, αντίθετα από τις προσφεύγουσες, δέχεται ότι το γαλλικό μέτρο καλύπτεται από την απόφαση 85/18 και είναι επομένως βέβαιη η συμφωνία του με την κοινή αγορά. Επομένως, πλην της περιπτώσεως νέων στοιχείων που θα δικαιολογούσαν αλλαγή της στάσεως της Επιτροπής, αποκλείεται εκ των προτέρων η Επιτροπή να αποφασίσει ότι η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά. Με αφετηρία την άποψη των προσφευγουσών, που είναι η μόνη κρίσιμη για τον έλεγχο του παραδεκτού (21), και σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση, μη δικαιολογούμενη από την απόφαση 85/18, πρέπει να θεωρηθεί ως νέα ενίσχυση, το προσβαλλόμενο μέτρο μοιάζει, ως προς τις συνέπειές του, με διαπίστωση της Επιτροπής ότι το γαλλικό σχέδιο συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
54. 'Ηδη στο σημείο αυτό πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα που προέβαλε η Allied Signal, σύμφωνα με το οποίο η άρνηση τελέσεως μιας πράξεως μπορεί να προσβληθεί μόνον αν θα μπορούσε να προσβληθεί και η ίδια η πράξη. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα εφαρμόσει την αρχή αυτή ρητώς ή σιωπηρώς. Εκτός όμως από την εξαίρεση, στην οποία θα αναφερθώ αμέσως στη συνέχεια, επρόκειτο για περιπτώσεις, στις οποίες προβλήθηκε άρνηση λήψεως μέτρων, που θα περάτωναν την (εσωτερική) διαδικασία της Επιτροπής (και δεν αφορούσαν την κίνηση μιας τέτοιας διαδικασίας) (22). Στο μέτρο που η προαναφερθείσα αρχή εφαρμόστηκε στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να χρησιμεύσει για την απάντηση στο προκείμενο ερώτημα σχετικά με τις έννομες συνέπειες της προσβαλλόμενης αρνήσεως, διότι η άρνηση αυτή, αποκλείοντας άλλα μέτρα της Επιτροπής, επιφέρει συνέπειες, τις οποίες ακριβώς δεν θα επέφερε η κίνηση της διαδικασίας.
55. Την προαναφερθείσα εξαίρεση αποτελεί η απόφαση Luetticke (23), που αφορούσε την κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης (24). Το Δικαστήριο, ακολουθώντας τον γενικό εισαγγελέα, εφάρμοσε την προαναφερθείσα αρχή και αποφάνθηκε ως εξής (25):
"Το προηγούμενο της προσφυγής στο Δικαστήριο μέρος της διαδικασίας αποτελεί προκαταρκτική φάση, σκοπός της οποίας είναι να κληθεί το κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς τη Συνθήκη, κατά την οποία η Επιτροπή δεν εκφράζει την άποψή της υπό μορφή γνώμης παρά μόνον αφού δώσει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
Η φάση αυτή δεν περιλαμβάνει καμία πράξη της Επιτροπής με υποχρεωτική ισχύ.
Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως κατά της πράξεως με την οποία η Επιτροπή απεφάνθη επί της αιτήσεως."
56. Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Allied Signal, οι σκέψεις αυτές δεν μπορούν να ισχύσουν στην παρούσα υπόθεση, διότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, να εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις.
57. Το γεγονός ότι η άρνηση της Επιτροπής παράγει έννομα αποτελέσματα επιβεβαιώνεται, εξάλλου, σταθερά από τη νομολογία.
58. Πράγματι, το Δικαστήριο στην υπόθεση Irish Cement (26) * παρόλον ότι ο γενικός εισαγγελέας Darmon εξήγησε ρητά την αρχή, σύμφωνα με την οποία το ακυρώσιμο της αρνήσεως εξαρτάται από το ακυρώσιμο της θετικής πράξεως * χαρακτήρισε την άρνηση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, ως μέτρο που παράγει έννομα αποτελέσματα (σκέψη 11 της αποφάσεως):
"Το έγγραφο (...) συνιστά (...) απόφαση της Επιτροπής απορρίψασα την καταγγελία σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην SQQL. Παράγει επομένως οριστικά έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας (27)."
59. Για λόγους πληρότητας θα εξετάσω και τα * λιγότερο σημαντικά * επιχειρήματα της εταιρίας Allied Signal, με τα οποία αμφισβητείται η αξία της αποφάσεως Irish Cement ως ερείσματος της εδώ υποστηριζομένης απόψεως.
60. Η Allied Signal υποστηρίζει ότι το προαναφερθέν απόσπασμα περιέχει μια παρεμπίπτουσα παρατήρηση, που δεν είναι απαραίτητη για την απόφαση του Δικαστηρίου (28). Το Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε ότι είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως.
61. Αυτό δεν είναι, νομίζω, ορθό. 'Οπως αντιλαμβάνομαι τη δομή του αιτιολογικού της αποφάσεως, αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως του προσφεύγοντος θα έπρεπε, για να τηρηθεί η προθεσμία του άρθρου 173, να είναι το εν λόγω έγγραφο, διότι αυτό αποτελούσε ήδη έκφραση της αποφάσεως με τις κρίσιμες έννομες συνέπειες, ενώ με την προσβολή ενός μεταγενεστέρου εγγράφου, το οποίο απλώς επιβεβαίωνε το προαναφερθέν μέτρο, δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία (βλ. σκέψεις 11 έως 16 της αποφάσεως).
62. Για να υποστηρίξει τον παρεμπίπτοντα χαρακτήρα του προαναφερθέντος αποσπάσματος, η Allied Signal επικαλέστηκε ακόμη το γεγονός ότι το Δικαστήριο, στη σκέψη 16 της αποφάσεως, έθεσε το ερώτημα, αν το προσβαλλόμενο έγγραφο αφορούσε άμεσα και ατομικά τον προσφεύγοντα της διαδικασίας εκείνης. Αν το έγγραφο της Επιτροπής είχε πράγματι τον χαρακτήρα αποφάσεως, επιχειρηματολογεί η Allied Signal, δεν θα υπήρχε λόγος να τεθεί το ερώτημα αυτό, διότι η Irish Cement θα ήταν ο μόνος δυνατός αποδέκτης του μέτρου και επομένως θα νομιμοποιείτο να ασκήσει προσφυγή ανεξαρτήτως του αν το έγγραφο την αφορούσε άμεσα και ατομικά.
63. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Πρώτον, το Δικαστήριο στη σκέψη 16 της αποφάσεως αναφέρθηκε στο "προσβαλλόμενο" έγγραφο και όχι στο έγγραφο που το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι παράγει "οριστικά έννομα αποτελέσματα".
64. Δεύτερον, η άρνηση κινήσεως της διαδικασίας κοινοποιήθηκε βέβαια στην προσφεύγουσα, διότι αυτή είχε ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας αυτής. Αποδέκτης της αποφάσεως αυτής ήταν όμως το κράτος μέλος, διότι αντικείμενο της διαδικασίας αυτής ήταν η νομιμότητα της δικής του συμπεριφοράς στον τομέα των ενισχύσεων (29).
65. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προβάλλει η Allied Signal στο πλαίσιο αυτό στηρίζονται στην εσφαλμένη άποψη ότι ένα μέτρο παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον όταν ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι το μέτρο αυτό θίγει ένα δικαίωμα που του αναγνωρίζουν διατάξεις κοινοτικού δικαίου (30). Αυτή η άποψη παραβλέπει τη διαφορά μεταξύ της απαιτήσεως να παράγει ένα μέτρο έννομα αποτελέσματα, και των απαιτήσεων που θέτει το άρθρο 173, παράγραφος 2 για τη νομιμοποίηση ιδιωτών προς άσκηση προσφυγής (31). Επειδή τα επιχειρήματα αυτά που προβάλλει η Allied Signal αφορούν, από τη φύση τους, το τελευταίο σημείο, θα τα εξετάσω μόνο στο κεφάλαιο που αφορά το σημείο αυτό.
66. (2) Δεύτερον, η προσβαλλόμενη άρνηση αναπτύσσει επίσης έννομα αποτελέσματα, στο μέτρο που περιέχει απόφαση σχετικά με την απαγόρευση εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφος 3. Ενώ κατά την άποψη της Επιτροπής το εν λόγω σχέδιο καλύπτεται από την απόφαση 85/18, και επομένως εμπίπτει στο άρθρο 93, παράγραφος 1, κατά την άποψη των προσφευγουσών εμπίπτει στη ρύθμιση για τις ενισχύσεις και επομένως, όπως ανέφερα προηγουμένως, στο άρθρο 93, παράγραφος 3, που προβλέπει απαγόρευση εφαρμογής για τις νέες ενισχύσεις, εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί ρητά ή σιωπηρά (32) η συμφωνία τους με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή, και μόνο για τον λόγο ότι, με την προσβαλλόμενη άρνηση, αποφάνθηκε αρνητικά σχετικά με τη θέση της απαγορεύσεως αυτής σε ισχύ, προέβη σε πράξη που αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα (33).
67. (3) Πριν περατώσω την εξέταση του σημείου αυτού, θα ήθελα να επισημάνω ότι η άποψη που υποστήριξε * σε διαφορετικό πλαίσιο * η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1990 έχει μόνο βεβαιωτικό χαρακτήρα σε σχέση με το έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1990, δεν επηρεάζει τα συναχθέντα συμπεράσματα. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα δύο έγγραφα απευθύνονται σε διαφορετικούς αποδέκτες (αφενός στη CIRFS, αφετέρου στην ΑΚΖΟ), πράγμα που κατά την άποψή μου αποκλείει τον βεβαιωτικό χαρακτήρα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραγματικό αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως δεν είναι το ένα ή και τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα, αλλά η άρνηση που τα έγγραφα αυτά εκφράζουν, και της οποίας τις έννομες συνέπειες εξέτασα. Από νομική άποψη, η άρνηση αυτή υπάρχει μόνο μια φορά, έστω και αν εκδηλώνεται σε δύο διαφορετικά έγγραφα. Επομένως, ο προβαλλόμενος βεβαιωτικός χαρακτήρας του δευτέρου εγγράφου θα μπορούσε να έχει σημασία μόνο για το διατακτικό της αποφάσεως, εφόσον δεν τίθεται θέμα τηρήσεως της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής.
68. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι δεν είναι βάσιμη η ένσταση της εταιρίας Allied Signal, σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη άρνηση δεν αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα.
69. ββ) Ως δεύτερη προϋπόθεση για να μπορεί μια πράξη να προσβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή πρέπει να μην αποτελεί απλό προπαρασκευαστικό μέτρο (34) (35).
70. 'Οσον αφορά τη σημασία αυτού του κριτηρίου, νομίζω ότι η σχετική νομολογία μεταβλήθηκε. Ενώ το Δικαστήριο στηριζόταν στην αρχή (36) κατά κύριο λόγο στο τυπικό κριτήριο του πέρατος μιας ειδικής διαδικασίας, στη συνέχεια (37) θεώρησε αποφασιστικό ένα ουσιαστικό κριτήριο, προσανατολισμένο στην αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εξέτασε αν αποτελεί επαρκή προστασία κατά του παράνομου χαρακτήρα του μέτρου η δυνατότητα προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η διαδικασία. Το τελευταίο αυτό κριτήριο, το οποίο προτιμώ, λόγω του χαρακτήρα της Κοινότητας ως κοινότητας δικαίου, είναι εξάλλου και το γενικότερο. Πράγματι, όταν ένα μέτρο περατώνει μια ειδική διαδικασία, όπως παραδείγματος χάρη αυτή της πρώτης εξετάσεως σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 (38), αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι μια αποτελεσματική έννομη προστασία απαιτεί να μπορεί το μέτρο αυτό να προσβληθεί (39) αντίστροφα, αν υπάρχει κενό στην έννομη προστασία, λόγω ελλείψεως δυνατότητας προσβολής ενός μέτρου που ελήφθη πριν από το πέρας της τακτικής διαδικασίας, αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ότι το μέτρο αυτό ελήφθη βάσει ειδικής διαδικασίας.
71. Εάν τώρα το προαναφερθέν κριτήριο εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι η άσκηση προσφυγής κατά ενός μεταγενέστερου μέτρου, που περατώνει τη διαδικασία, η οποία θα αποτελούσε εναλλακτική έννομη προστασία, αποκλείεται αναγκαστικά, διότι υπήρξε ακριβώς άρνηση κινήσεως της διαδικασίας.
72. Ακόμα και στο πλαίσιο αυτό η αρχή που επικαλέστηκε η Allied Signal, σύμφωνα με την οποία μια άρνηση μπορεί να προσβληθεί μόνον αν θα μπορούσε να προσβληθεί και η θετική πράξη, δεν προσφέρει επιχειρήματα υπέρ του απαραδέκτου της προσφυγής. Αφενός, όσον αφορά την προσφυγή κατά μέτρων, που θα μπορούσε να λάβει η Επιτροπή, αν είχε κινήσει τη διαδικασία και επομένως είχε εκδώσει τη θετική πράξη, προς την οποία γίνεται η σύγκριση, ο δρόμος προς τα μέτρα αυτά ανοίγει με την κίνηση της διαδικασίας (40), ενώ αντίθετα, αποκλείεται με την προσβαλλόμενη άρνηση. Αφετέρου, η άρνηση, όπως ακριβώς θα συνέβαινε και στην περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας, περιέχει απόφαση σχετικά με την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3 στην περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας το οικείο κράτος μέλος θα εθίγετο και θα μπορούσε να προσβάλει το μέτρο.
73. Πρέπει επομένως, σε πλήρη συμφωνία με τη νομολογία επί της υποθέσεως Irish Cement (41), να διαπιστωθεί ότι η παρούσα άρνηση κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεν έχει τον χαρακτήρα προπαρασκευαστικού μέτρου.
74. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η άρνηση την οποία προσέβαλαν οι προσφεύγουσες αποτελεί πράξη που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως.
75. β) Πρέπει τώρα να εξεταστεί η νομιμοποίηση των προσφευγουσών για την άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 173, παράγραφος 2. Η νομιμοποίηση αυτή είναι πράγματι αμφίβολη και αμφισβητούμενη ως προς ένα σημείο, συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω πράξη αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά.
76. Ως γνωστό, κατά πάγια νομολογία, ένα μέτρο αφορά κάποιον ατομικά όταν τον θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του ή λόγω πραγματικής καταστάσεως η οποία τον διακρίνει από κάθε άλλο πρόσωπο και ως εκ τούτου τον εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο με τους αποδέκτες (42).
77. αα) Προτού εξετάσω την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλαν σχετικά οι παρεμβαίνουσες, θα ήθελα καταρχάς να επισημάνω ότι κατά κανόνα ένα μέτρο αφορά ατομικά μόνον όποιον προβάλλει ίδιο συμφέρον. Σε σχέση με την προηγούμενη διατύπωση αυτό οφείλεται στο ότι μόνο με την προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται η εξομοίωση με τον αποδέκτη. Ορθά επομένως το Δικαστήριο (43) έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αρχή
"κατά την οποία μια πράξη που θίγει τα γενικά συμφέροντα ορισμένης κατηγορίας επιχειρηματιών αφορά ατομικά μια ένωση υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της κατηγορίας."
78. Πράγματι, αυτό θα σήμαινε ότι
"αυτή η αρχή, που έχει ως αποτέλεσμα να συγκεντρώνει σε ένα μόνο υποκείμενο δικαίου ατομικά συμφέροντα των μελών μιας κατηγορίας που θίγονται ως τοιαύτα από πραγματικούς κανονισμούς, προσβάλλει το σύστημα της Συνθήκης, η οποία δεν δέχεται τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως από ιδιώτες παρά μόνο κατά των αποφάσεων που τους θίγουν ως αποδέκτες ή κατά των πράξεων που τους θίγουν κατά τρόπο ανάλογο (44)."
79. Το Δικαστήριο θέσπισε εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα, όταν (όπως στις διαδικασίες που αφορούν υποθέσεις ντάμπινγκ και επιδοτήσεων (45)) οι ενώσεις μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των επιχειρήσεων κατά τη διοικητική διαδικασία (46). Οι αρχές αυτές επηρεάζουν την "αυτεπάγγελτα" πραγματοποιούμενη έρευνα του παραδεκτού στην παρούσα υπόθεση, ιδίως όσον αφορά την προσφυγή της ίδιας της CIRFS. Η εφαρμογή τους θα εξεταστεί σε επόμενο κεφάλαιο των προτάσεών μου, στο οποίο η κατάσταση των προσφευγουσών θα αναλυθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των κριτηρίων του παραδεκτού.
80. ββ) Οι παρεμβαίνουσες θεωρούν ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, στηριζόμενες στις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Cofaz (47). Το Δικαστήριο, κρίνοντας επί του παραδεκτού της προσφυγής Γάλλων παραγωγών αζωτούχων λιπασμάτων, στρεφομένης κατά της περατώσεως διαδικασίας που αφορούσε ενίσχυση, που χορηγήθηκε, κατά την άποψη των Γάλλων παραγωγών, σε Ολλανδούς ανταγωνιστές μέσω προνομιακού συστήματος τιμών για την προμήθεια φυσικού αερίου, αποφάνθηκε ως εξής (σκέψεις 23 έως 25 της αποφάσεως):
"'Οσον αφορά ειδικότερα την πραγματική αυτή κατάσταση [εξατομίκευση του προσφεύγοντος], το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι στις περιπτώσεις όπου κάποιος κανονισμός παρέχει στις καταγγέλλουσες επιχειρήσεις διαδικαστικές εγγυήσεις δυνάμει των οποίων νομιμοποιούνται να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να προσφύγουν δικαστικώς προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους [παραπομπές στις αποφάσεις Metro Ι (48), FEDIOL (49) και Demo-Studio (50)].
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, υπόθεση 264/82, Timex Corporation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 849), έκρινε σχετικά ότι στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετάζεται ο ρόλος που έπαιξε η επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ως στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η επίδικη πράξη αφορά την επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το γεγονός ότι η επιχείρηση αποτέλεσε την αφορμή της καταγγελίας λόγω της οποίας κινήθηκε η διαδικασία έρευνας και ότι υπέβαλε παρατηρήσεις οι οποίες και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της διαδικασίας.
Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για τις επιχειρήσεις που έπαιξαν παρόμοιο ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης, εφόσον πάντως η θέση τους στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από την ενίσχυση στην οποία αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, το άρθρο 93, παράγραφος 2, αναγνωρίζει γενικώς τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή, χωρίς ωστόσο να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες."
81. Οι παρεμβαίνουσες θεωρούν ότι στην προκειμένη περίπτωση κινήθηκε μόνον η προκαταρκτική διαδικασία, κατά την οποία η Επιτροπή ελέγχει τις προϋποθέσεις για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεν κινήθηκε όμως η τελευταία αυτή διαδικασία, με αποτέλεσμα να μην έχουν οι προσφεύγουσες το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή. Τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν στην απόφαση Cofaz οδηγούν επομένως στο απαράδεκτο της παρούσας προσφυγής.
82. 'Εστω και αν οι παρεμβαίνουσες ξεκινούν από ορθή αφετηρία, θεωρώντας το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων ως δικαίωμα περιοριζόμενο στην κατά κυριολεξία διαδικασία (του άρθρου 93, παράγραφος 2) (51), δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί τους κατ' αποτέλεσμα.
83. Για να εξηγήσω την άποψή μου, θα εξετάσω, μέσα στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, το κριτήριο των "διαδικαστικών εγγυήσεων" (52), το οποίο αφορούν οι σκέψεις του Δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων και οι αντιρρήσεις των παρεμβαινουσών. Η θεώρηση αυτή θα δημιουργήσει εξάλλου τη βάση, στην οποία θα στηριχθεί η συγκεκριμένη εξέταση της νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών για άσκηση προσφυγής.
84. Το προαναφερθέν πλαίσιο καθορίζεται από την αρχή που αναφέρεται στη σκέψη 23 της αποφάσεως Cofaz, την οποία το Δικαστήριο, όπως βεβαιώνει στην απόφαση αυτή, εφάρμοζε συνεχώς, από την απόφαση Metro Ι (53), στη νομολογία του σχετικά με τη νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής τρίτων επιχειρήσεων στο δίκαιο του ανταγωνισμού (54), του ντάμπινγκ (55), των επιχορηγήσεων (56) και των ενισχύσεων (57). Σύμφωνα με την αρχή αυτή προσφυγή τρίτων επιχειρήσεων κατά μιας εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, την οποία οι επιχειρήσεις αυτές θεωρούν ανεπαρκή ή όχι αρκετά αυστηρή, θεωρείται ως μέσο "προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους".
85. Το συμφέρον, που υπερασπίζουν τρίτες επιχειρήσεις με την άσκηση προσφυγής, συνίσταται στο να αποφευχθεί να αποκομίσουν, να επιτύχουν ή να εξασφαλίσουν άλλες επιχειρήσεις πλεονεκτήματα, μη δικαιολογούμενα βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού, που θα είχαν ως συνέπεια αντίστοιχα μειονεκτήματα για τους προσφεύγοντες. 'Οταν το Δικαστήριο κάνει στο πλαίσιο αυτό λόγο για "έννομα" συμφέροντα, αυτό μπορεί μόνο, δεδομένου ότι το βάσιμο της προσφυγής δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί στο στάδιο ελέγχου του παραδεκτού, να σημαίνει ότι οι σχετικές διατάξεις εξυπηρετούν την προστασία των συμφερόντων αυτών. Αυτό προκύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια από τις σκέψεις του Δικαστηρίου και της γενικής εισαγγελέως επί της υποθέσεως FEDIOL (58).
86. Εύκολα γίνεται κατανοητός ο λόγος, για τον οποίο το Δικαστήριο επισημαίνει ιδιαίτερα το στοιχείο αυτό. Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι το προσβαλλόμενο μέτρο θίγει ένα πρόσωπο κατά τρόπον ανάλογο με τον αποδέκτη (και επομένως ατομικά), πρέπει να προκύπτει ότι με το μέτρο αυτό γίνεται εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Υπό το πρίσμα αυτό, προκύπτει σαφώς από την προαναφερθείσα παρατήρηση ότι απλά εξωτερικά περιστατικά, όπως ίδιως η συμμετοχή στη διαδικασία, δεν αρκούν για να εξομοιωθεί ο προσφεύγων με τον αποδέκτη: αντίθετα, πρέπει επιπλέον να εμπίπτει ο προσφεύγων, ως προστατευόμενο πρόσωπο, στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής διατάξεως περί ανταγωνισμού.
87. Περαιτέρω, πρέπει η πράξη της Κοινότητας να επιφέρει επί των προστατευομένων, με τον τρόπο αυτό, συμφερόντων του προσφεύγοντος συνέπειες που να διακρίνουν την κατάστασή του από αυτή οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία. Αυτό διαπιστώνεται * αρνητικά * βάσει των συνεπειών της προσβαλλομένης κρατικής ή ιδιωτικής συμπεριφοράς, υπό το πρίσμα της οικονομικής σημασίας της πράξεως αυτής και της δραστηριότητας και της θέσεως του προσφεύγοντος στην αγορά. Μπορεί παραδείγματος χάρη να πρόκειται για τις συνέπειες του αποκλεισμού του προσφεύγοντος από ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής στην περίπτωση του άρθρου 85 (59), για ζημίες προκαλούμενες από ντάμπινγκ (60) ή επιδοτήσεις (61) ή για τα μειονεκτήματα που οφείλονται στις ενισχύσεις υπέρ ανταγωνιστριών επιχειρήσεων (62). Μολονότι το Δικαστήριο μερικές φορές δεν ανέφερε ρητά την προϋπόθεση αυτή * σε περιπτώσεις που αναμφίβολα συνέτρεχε (63) *, ενώ μερικές φορές την εξέτασε μόνο περιληπτικά (64), είναι βέβαιο ήδη από την απόφαση Cofaz, ότι η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής είναι απαραίτητη.
88. Τις περισσότερες φορές (65) όμως τα στοιχεία που πρέπει να ελεγχθούν υπό το πρίσμα αυτό δεν αρκούν για να εμφανίσουν το μέτρο ως περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων περί ανταγωνισμού ειδικά στον προσφεύγοντα (66). Το Δικαστήριο απαιτεί στην περίπτωση αυτή να έχει επιπλέον ο προσφεύγων συμμετάσχει στη διαδικασία, βάσει των εγγυήσεων που του παρέχονται, και να έχει επηρεάσει τη διαδικασία αυτή. Αυτή η απαίτηση επηρεασμού της διαδικασίας φαίνεται πολύ λογική, διότι η διοικητική διαδικασία της κοινοτικής αρχής εξυπηρετεί ακριβώς τη δημιουργία της βάσεως στην οποία θα στηριχθεί η απόφαση σχετικά με τις ενέργειες της αρχής αυτής (67).
89. Ποιο ρόλο παίζει όμως, στο πλαίσιο αυτό, το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο απαιτείται επέμβαση του προσφεύγοντος δυνάμει των διαδικαστικών εγγυήσεων που του παρέχονται;
90. Νομίζω ότι καταρχάς η προϋπόθεση αυτή συνδέεται στενά με την εξέταση του ιδιαίτερου προστατευτικού σκοπού του κανόνα του ανταγωνισμού, έκφραση του οποίου αποτελούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Εκτός αυτού, με την εν λόγω προϋπόθεση απαιτείται η προστασία αυτή, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, να εξασφαλίζεται ακριβώς με συμμετοχή του ενδιαφερομένου στη διοικητική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, η κοινοτική αρχή οφείλει πράγματι να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του ενδιαφερομένου * όχι μόνο προς το συμφέρον της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αλλά και προς το δικό του συμφέρον.
91. Παρά τα φαινόμενα, οι αρχές αυτές δεν οδηγούν στο απαράδεκτο της προσφυγής για μόνο τον λόγο ότι δεν κινήθηκε το τμήμα της διαδικασίας, στο οποίο προβλέπονται οι εγγυήσεις αυτές. Μια επιχείρηση που απολαύει, ως ανταγωνίστρια της ωφελουμένης επιχειρήσεως, της προστασίας που παρέχει το δίκαιο των ενισχύσεων, δεν στερείται αυτής της προστασίας επειδή η Επιτροπή αρνείται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Περαιτέρω, σε περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας αυτής, η επιχείρηση θα απήλαυε των εγγυήσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής για την παροχή της εν λόγω προστασίας. Υπό το πρίσμα αυτό, μια τέτοια άρνηση, στο μέτρο που αντιτάσσεται μετά από κρίσιμη συμμετοχή του προσφεύγοντος στην προκαταρκτική διαδικασία, εμφανίζεται ως (αρνητική) εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού ειδικά έναντι αυτού, όπως ακριβώς και η απόφαση περατώσεως της κινηθείσας διαδικασίας. Η πιο προφανής διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων συνίσταται στην πραγματικότητα στο ότι σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη ελήφθη επιπλέον αρνητική απόφαση ως προς την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων. Θα ήταν άδικο και αντιφατικό να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα το γεγονός αυτό: άδικο, διότι δεν το επηρεάζει άμεσα αντιφατικό, διότι με την προσφυγή του ζητεί ακριβώς να κινηθεί εκείνη η φάση της διαδικασίας, στην οποία του παρέχονται οι εν λόγω εγγυήσεις.
92. Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η άποψη των παρεμβαινουσών θα οδηγούσε σε σημαντικά κενά στο σύστημα έννομης προστασίας. Αυτό δεν αφορά μόνο τον έλεγχο του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου των ενισχύσεων, αλλά και την άμεση ισχύ της απαγορεύσεως της εφαρμογής κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή λάβει αρνητική απόφαση σχετικά, ο ενδιαφερόμενος ανταγωνιστής, αν γίνει δεκτή η άποψη των παρεμβαινουσών, δεν θα μπορεί να επικαλεστεί, σε περίπτωση πλάνης της Επιτροπής, τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει το Δικαστήριο.
93. Το γεγονός ότι δεν ακολουθώ την άποψη των παρεμβαινουσών σχετικά με τη νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής δεν μπορεί να αλλάξει εξαιτίας της αποφάσεως επί της υποθέσεως Lord Bethell (68), που επικαλέστηκε η Allied Signal. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ενός αποδέκτη υπηρεσιών αεροπορικής μεταφοράς (και μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), ο οποίος, με την προσφυγή αυτή, στρεφόταν κατά της Επιτροπής, λόγω του ότι αυτή, αν και της ζητήθηκε, δεν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 89 κατά των αεροπορικών εταιριών, ώστε να ελέγξει τον καθορισμό των ναύλων βάσει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε, στο πλαίσιο αυτής της προσφυγής που είχε ως επάλληλες βάσεις τα άρθρα 175 και 173, αν η συμπεριφορά της Επιτροπής είχε τον χαρακτήρα αρνήσεως (σημαντικής για την επιλογή μεταξύ των δύο διατάξεων). Αντίθετα, εξέτασε από κοινού τα δύο άρθρα. Το κρίσιμο απόσπασμα της αποφάσεως έχει ως εξής (σκέψη 16):
"Είναι, επομένως, σαφές ότι ο προσφεύγων δεν ζητεί από την Επιτροπή να λάβει απόφαση έναντί του, αλλά να κινήσει τη διαδικασία έρευνας κατά τρίτων και να λάβει αποφάσεις ως προς αυτούς. Υπό τη διπλή ιδιότητά του ως επιβάτη αεροπορικών γραμμών και ηγετικού μέλους ενώσεως επιβατών αεροπορικών γραμμών, ο προσφεύγων αναμφιβόλως είχε έμμεσο συμφέρον, όπως δύνανται να έχουν και άλλοι επιβάτες, για μια τέτοια διαδικασία και την πιθανή της έκβαση, αλλά πάντως, δεν ευρίσκεται στην ακριβή νομική θέση του πραγματικού αποδέκτη πράξεως δεκτικής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173, παράγραφος 2, ούτε στη θέση δυνατού αποδέκτη έννομης πράξεως που η Επιτροπή υποχρεούται να του απευθύνει, όπως στην περίπτωση του άρθρου 175, παράγραφος 3."
94. Πρέπει πρώτον να παρατηρηθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς επί του ζητήματος αν οι πράξεις της Επιτροπής αφορούν ατομικά τον προσφεύγοντα, αλλά αντίθετα αναφέρει μόνον ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδέκτης των πράξεων αυτών. Δεύτερον, όσον αφορά την απάντηση του ερωτήματος αυτού, ο προσφεύγων είχε τη θέση καταναλωτή και όχι (ζημιωθείσας) τρίτης επιχειρήσεως είναι δυνατόν το Δικαστήριο να θεώρησε το στοιχείο αυτό διαφορά σημαντική για το ζήτημα της εξατομικεύσεως του προσφεύγοντος, στο μέτρο που το ζήτημα αυτό ήταν εξαρτημένο από τις συνέπειες της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς (69). Τρίτον, τέλος, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν για τον τομέα των αεροπορικών μεταφορών διατάξεις, που να προβλέπουν διαδικαστικές εγγυήσεις για ιδιώτες: τέτοιες εγγυήσεις δεν προκύπτουν από το κείμενο του άρθρου 89, δεν ίσχυε δε ο κανονισμός 17, το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιορίζεται στον τομέα αυτό με τον κανονισμό 141 (70), ούτε είχε τότε τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3975/87 (71), που προβλέπει πλέον για τον τομέα των αεροπορικών μεταφορών εγγυήσεις ανάλογες με αυτές του κανονισμού 17 (βλ. ιδίως το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β').
95. Οι σκέψεις της αποφάσεως αυτής δεν μπορούν επομένως να μεταφερθούν στην παρούσα υπόθεση.
96. γ) αα) Η εφαρμογή των μέχρι τώρα αναφερθέντων κριτηρίων στην παρούσα προσφυγή οδηγεί καταρχάς στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή αυτή είναι απαράδεκτη, στο μέτρο που ασκήθηκε από τη CIRFS. Αυτό προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, σαφώς από τις ανωτέρω εκτεθείσες αρχές σχετικά με τη νομιμοποίηση των ενώσεων επιχειρήσεων προς άσκηση προσφυγής.
97. Η απόφαση Van der Kooy (72), την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες, δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό, διότι δεν αφορά προσφυγή ενώσεως κατά την προαναφερθείσα έννοια. Στην υπόθεση εκείνη είχε ζητηθεί από το Landbouwschap, ολλανδικό οργανισμό για την προστασία των συμφερόντων των επιχειρηματιών του τομέα της γεωργίας, και από άλλους προσφεύγοντες η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία η Επιτροπή θεώρησε ως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά μια ενίσχυση που, όπως υποστηρίχθηκε, χορηγήθηκε με τη μορφή προτιμησιακής τιμής του φυσικού αερίου για τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών. Αφού ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn (73) εξέτασε (αλλά απέρριψε) τη δυνατότητα να επιτραπούν οι προσφυγές των ενώσεων επιχειρήσεων στον τομέα των ενισχύσεων, το Δικαστήριο, από την πλευρά του, κατέστησε σαφές ότι σκόπευε να μείνει πιστό στις αρχές που είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε. Στη σκέψη 21 της αποφάσεως το Δικαστήριο βεβαιώνει συγκεκριμένα ότι η νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγης κατά το άρθρο 173, παράγραφος 2, προϋποθέτει ίδιο συμφέρον του προσφεύγοντος. Στη σκέψη αυτή αναφέρεται ότι:
"Η απόφαση (...) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά άμεσα και ατομικά τον Landbouwschap ως δικαιούχο της επίμαχης ενισχύσεως".
98. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξετάζει τη θέση του Landbouwschap, που εξομοιώνεται κατά κάποιο τρόπο με αρχή που χορήγησε την ενίσχυση (74) (σκέψεις 21 έως 24):
"Εντούτοις, όπως ορθώς υποστήριξε ο οργανισμός αυτός, η απόφαση 85/215 τον θίγει ως διαπραγματευτή των τιμών του αερίου προς το συμφέρον των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών.
Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Landbouwschap συμμετέσχε ενεργώς υπό την ιδιότητά του αυτή στη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, υποβάλλοντας γραπτές παρατηρήσεις στην Επιτροπή και διατηρώντας στενή επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Τέλος, ο Landbouwschap περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που υπέγραψαν τη συμφωνία με την οποία καθορίστηκε η τιμή κατά της οποίας βάλλει η Επιτροπή και για τον λόγο αυτόν αναφέρεται επανειλημμένα στην απόφαση 85/215.
Πάντοτε για τον ίδιο λόγο, ο οργανισμός αυτός υποχρεώθηκε, προκειμένου να εκτελεστεί η απόφαση αυτή, να αρχίσει νέες διαπραγματεύσεις με την Gasunie για τον καθορισμό της τιμής του αερίου και να συνάψει νέα συμφωνία.
Επομένως, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, ο Landbouwschap είχε δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 173, παράγραφος 2, κατά της αποφάσεως (...) της Επιτροπής."
99. Η κατάσταση της CIRFS δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συγκριθεί με την περίπτωση αυτή. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στο μέτρο που ασκήθηκε από την ένωση αυτή.
100. ββ) Ομοίως πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, στο μέτρο που ασκήθηκε από άλλες επιχειρήσεις πλην της ΑΚΖΟ. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία, που οδήγησε στην προσβαλλόμενη άρνηση, ούτε άμεσα ούτε κατά την έννοια ότι η CIRFS ενήργησε επ' ονόματί τους. Κανένα από τα δύο προσβαλλόμενα έγγραφα δεν απευθύνεται σ' αυτές. Τέλος, δεν υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι συνέπειες της ενισχύσεως θα ήταν από μόνες τους αρκετές, ώστε να εξατομικευθούν οι επιχειρήσεις αυτές κατά τρόπον ανάλογο προς αποδέκτες.
101. γγ) Αντίθετα, η προσφυγή της εταιρίας ΑΚΖΟ πληροί τις προϋποθέσεις που εξετάστηκαν.
102. Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι η ΑΚΖΟ παράγει ένα μεγάλο φάσμα υλικών, συμπεριλαμβανομένων ινών από πολυεστέρα, που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση των ελαστικών (75). Σύμφωνα με εκτιμήσεις ενός επιχειρηματία της αγοράς αυτής το ποσοστό της χρησιμοποιήσεως ινών από πολυεστέρα για τεχνικές χρήσεις που αντιστοιχεί στα ελαστικά θα ανέλθει, σε παγκόσμια κλίμακα, από 38 % (1988) σε 42 % (1992) (76). Εξάλλου, η Allied Signal παραδέχθηκε ότι, στον τομέα της βισκόζης, που χρησιμοποιείται στην πλειοψηφία των ελαστικών αυτοκινήτων στη Δυτική Ευρώπη, η ΑΚΖΟ είναι ο σημαντικότερος παραγωγός. Η παραγωγή της Allied Signal στο Longwy θα ανταγωνιζόταν συνεπώς αισθητά την παραγωγή της εταιρίας ΑΚΖΟ, τα έννομα συμφέροντα της οποίας εμπίπτουν επομένως στην προστασία του δικαίου των ενισχύσεων.
103. Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί περαιτέρω ότι η υφιστάμενη στην Κοινότητα ικανότητα παραγωγής για τέτοιες ίνες ανερχόταν το 1990 σε 109 χιλιοτόνους (77). Λαμβανομένων υπόψη των αβεβαίων εκτιμήσεων σχετικά με την εξέλιξη της ζητήσεως και της μελλοντικής σημασίας των ανταγωνιστικών υλικών, η αύξηση της ικανότητας αυτής κατά 25 χιλιοτόνους, που θα επέφερε η επένδυση της Allied Signal μέχρι το 1993, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων ασήμαντη, έστω και αν αφαιρεθούν από τον προαναφερθέντα αριθμό επτά χιλιότονοι ετησίως, τους οποίους εισάγει μέχρι τώρα η Allied Signal στην Κοινότητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
104. Τέλος, το ποσοστό της ενισχύσεως σε σχέση με την επένδυση ανέρχεται αναμφίβολα τουλάχιστον σε 19 % με ακαθάριστες τιμές (160 εκατομμύρια FF έναντι 840 εκατομμυρίων FF), ανταποκρινόμενο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, που ως προς αυτό λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά φορολογικά συστήματα των κρατών μελών, σε επιχορήγηση ύψους 16,5 % με καθαρές τιμές.
105. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η εταιρία ΑΚΖΟ θίγεται αισθητά (υπό την έννοια των κριτηρίων της αποφάσεως Cofaz).
106. Τέλος, η ΑΚΖΟ επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία που προηγήθηκε του εν λόγω μέτρου. Η άρνηση, με τη μορφή που κοινοποιήθηκε στην ΑΚΖΟ, αποφασίστηκε αφού ελήφθησαν υπόψη η επιστολή της 29ης Ιουνίου 1990 και η υπόλοιπη αλληλογραφία, στην οποία παραπέμπει η προσβαλλόμενη επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1990. Η επιστολή αυτή βεβαιώνει περαιτέρω ότι η υπόθεση συζητήθηκε λεπτομερώς μεταξύ μελών διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής και αντιπροσώπων της εταιρίας ΑΚΖΟ και εξετάστηκε προσωπικά από τον συντάκτη της επιστολής υπό το πρίσμα των ισχυρισμών της εν λόγω εταιρίας.
107. δ) Ούτε οι υπόλοιπες ενστάσεις της Allied Signal θίγουν το παραδεκτό της προσφυγής της εταιρίας ΑΚΖΟ.
108. Σύμφωνα με την πρώτη ένσταση, η αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής παραγνωρίζει τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά το ζήτημα της κινήσεως της διαδικασίας. Στην ένσταση αυτή πρέπει να αντιταχθεί ότι υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου εμπίπτουν βεβαίως και μέτρα τα οποία εκδίδονται στο πλαίσιο ασκήσεως διακριτικής εξουσίας (78). Το Δικαστήριο ελέγχει ιδίως αν η Επιτροπή, κατά την αξιολόγησή της, εφάρμοσε σωστά τις "αρχές του ισχύοντος δικαίου" (79). Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι σαφές, με ποιο τρόπο η ύπαρξη ενός τέτοιου περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας μπορεί να καταστήσει απαράδεκτη μια προσφυγή, η οποία θέτει ακριβώς ζήτημα (80) τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας (81). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση.
109. Σύμφωνα με τη δεύτερη ένσταση το Δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο, κατά τον έλεγχο του βασίμου της προσφυγής, να αποφανθεί και ως προς το αν η Γαλλία παρέβη την υποχρέωση κοινοποιήσεως που υπέχει με τον τρόπο αυτό όμως δεν θα εξασφαλίζονταν οι διαδικαστικές εγγυήσεις των άρθρων 169 και 170 της Συνθήκης ΕΟΚ.
110. 'Ενα τέτοιο επιχείρημα μπορεί ενδεχομένως να είναι δικαιολογημένο στην περίπτωση που η κρίση επί της προσφυγής ακυρώσεως προϋποθέτει σε τελική ανάλυση, από μόνη της, την ύπαρξη διαπιστώσεων σχετικά με παράβαση της Συνθήκης, ιδίως όταν η προσφυγή στρέφεται κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία λόγω αυτής της παραβάσεως της Συνθήκης. Η εξέταση της παρούσας προσφυγής δεν απαιτεί όμως τέτοιες διαπιστώσεις. Μπορεί το πολύ να γίνει λόγος * αντίστροφα * για παράβαση του κράτους μέλους που συνάγεται από τυχόν αποδεικνυόμενο στην απόφαση σφάλμα της Επιτροπής. Τέτοια συμπεράσματα δεν μπορεί φυσικά να προέρχονται από το Δικαστήριο, και ακόμη λιγότερο να εμπίπτουν στα όρια του δεδικασμένου της αποφάσεως. Μια τέτοια απόφαση δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση το γράμμα ή το πνεύμα των τυπικών κανόνων των άρθρων 169 και 170.
ΙΙΙ * Επί του βασίμου
111. Θεωρώ ότι η προσφυγή της εταιρίας ΑΚΖΟ, που είναι, σύμφωνα με τα προηγούμενα, παραδεκτή, είναι και βάσιμη.
112. Ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα (82) ότι η ρύθμιση (της οποίας εξάλλου πληρούνται αναμφίβολα οι προϋποθέσεις) περιελάμβανε, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως, ίνες του είδους αυτών που επρόκειτο να παράγει η Allied Signal στο Longwy, και ότι επομένως η Επιτροπή στηρίχθηκε σε εσφαλμένη νομική αντίληψη κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας.
113. Καταρχάς, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, η νομική φύση της ρυθμίσεως δεν εμποδίζει την προσφεύγουσα να επικαλεστεί το περιεχόμενο της ρυθμίσεως αυτής. 'Οπως εξέθεσα προηγουμένως (83), η ρύθμιση, λόγω της συμφωνίας του οικείου κράτους μέλους, ασκεί άμεση επίδραση στις έννομες συνέπειες της αποφάσεως 85/18 για τα σχέδια ενισχύσεων. Η αιτίαση που στηρίζεται στο περιεχόμενο της ρυθμίσεως έχει επομένως την ίδια αξία με οποιαδήποτε άλλη αιτίαση, που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της αποφάσεως αυτής. Η ένσταση αυτή πρέπει επομένως να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του ποια θα ήταν η επ' αυτής κρίση, στην περίπτωση που η ρύθμιση είχε διαφορετική νομική φύση.
114. 'Οσον αφορά, περαιτέρω, την αμφισβητούμενη έκταση εφαρμογής της ρυθμίσεως, συμφωνώ απόλυτα με την προσφεύγουσα: η ρύθμιση δεν περιοριζόταν (αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι παρεμβαίνουσες), κατά την εισαγωγή της το έτος 1977, σε ίνες χρησιμοποιούμενες για την υφαντουργία και την κατασκευή ενδυμάτων, ούτε γνώρισε τέτοιο περιορισμό (αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή) με την απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση του εργοστασίου ινών "Bottrop".
115. Ως αντικείμενο δεσμευτικής έννομης πράξεως, η ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται με αντικειμενικά κριτήρια. Μπορούν επομένως να ληφθούν υπόψη ο σκοπός και το ιστορικό θεσπίσεώς της, όπως συνάγονται από μεταγενέστερες διευκρινίσεις και μέτρα της Επιτροπής, εφόσον αυτά μπορούν να χρησιμεύσουν ως ενδείξεις. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται όμως, όπως υποστηρίζει η Allied Signal, από την ερμηνεία που μπορεί να έδωσε στη ρύθμιση η Επιτροπή σε κάποιο χρονικό σημείο.
116. Αναφορικά με αυτά τα κριτήρια ερμηνείας πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί η διατύπωση του εγγράφου του έτους 1977. Στο έγγραφο αυτό γίνεται γενικά λόγος για συνθετικές ίνες, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των ινών που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία και αυτών που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην υφαντουργία και την κατασκευή ενδυμάτων. Η διατύπωση αυτή καλυπτόταν και από τον σκοπό της ρυθμίσεως, που ήταν να αποφευχθεί η όξυνση των προβλημάτων από την ανεπαρκή αξιοποίηση των δυνατοτήτων παραγωγής. Πράγματι, και η ίδια η Επιτροπή παραδέχθηκε, βάσει αριθμητικών στοιχείων, ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και ιδίως κατά το έτος 1977 υπήρχαν στην Κοινότητα πλεονασματικές ικανότητες παραγωγής και στον τομέα των ινών για βιομηχανική χρήση. Η Allied Signal αμφισβήτησε βέβαια στο ακροατήριο ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν πλεονασματικές ικανότητες παραγωγής στον προαναφερθέντα κλάδο, χωρίς όμως να αναφέρει λεπτομερή στοιχεία προς αποδυνάμωση των ισχυρισμών της Επιτροπής.
117. Το ότι η διατύπωση και ο επιδιωκόμενος σκοπός πρέπει να οδηγήσουν στην εδώ υποστηριζόμενη ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από το παράρτημα ενός εγγράφου, με το οποίο η Επιτροπή προσδιόριζε, κατά το έτος 1978, έναντι των κρατών μελών, το ακριβές περιεχόμενο της ρυθμίσεως (84). Στο τέλος του παραρτήματος επισημαίνεται ότι το επίδικο σύστημα ισχύει για τις ενισχύσεις υπέρ επενδυτικών σχεδίων "που αφορούν συνθετικές ίνες κάθε είδους, ιδίως όμως ίνες από ακρυλικό, πολυεστέρα και πολυαμίδιο που προορίζονται για τη χρησιμοποίηση στην υφαντουργία ή τη βιομηχανία" (85). Στο έγγραφο επισημαίνεται εκτός αυτού ότι για τη διατύπωση των επεξηγήσεων που περιέχονται στο παράρτημα ελήφθησαν υπόψη οι απαντήσεις των κρατών μελών. Στο ίδιο το παράρτημα αναφέρεται ότι: "Βάσει των απαντήσεων που έλαβε, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι απαιτήσεις της θα ικανοποιηθούν". Επομένως, όλα συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι οι επεξηγήσεις αυτές εκφράζουν την ερμηνεία που έδιδαν στη ρύθμιση από κοινού η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, και ότι και οι δύο πλευρές θεωρούσαν το μέτρο δικαιολογημένο από οικονομική άποψη και στον τομέα των ινών βιομηχανικής χρήσεως.
118. Είναι δυνατό να μεταβλήθηκαν αργότερα οι σχέσεις όσον αφορά την εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων, το ζήτημα αυτό όμως μπορεί να μείνει ανοικτό. Δεν χρειάζεται επίσης να διευκρινιστεί αν, όπως ισχυρίζεται η Allied Signal, λαμβανομένης υπόψη της σημερινής καταστάσεως και των ιδιοτήτων των ινών που σκόπευε να παράγει η Allied Signal, το επίμαχο σχέδιο δεν δημιουργεί πλεονασματικές ικανότητες παραγωγής. 'Ολα αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν, πράγματι, να επηρεάσουν την ερμηνεία της εν λόγω έννομης πράξης. Είναι αυτονόητο ότι αυτό δεν επηρεάζει την υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει υπόψη, μετά την κίνηση της διαδικασίας, κάθε τι που μπορεί να είναι σημαντικό για την έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3.
119. Η πεποίθησή μου δεν κλονίζεται από τα στοιχεία που επικαλέστηκαν οι παρεμβαίνουσες κατά της ερμηνείας αυτής.
120. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1977 γίνεται γενική αναφορά στο κοινοτικό πλαίσιο για τις ενισχύσεις υπέρ της βιομηχανίας υφαντουργίας και κατασκευής ενδυμάτων. Υπάρχει αναμφισβήτητη σχέση μεταξύ της ρυθμίσεως και του κοινοτικού πλαισίου, χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η ρύθμιση προοριζόταν να αφορά αποκλειστικά τις ίνες που χρησιμοποιούνται για τη βιομηχανία αυτή.
121. Ακόμη και το έγγραφο που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη για να προετοιμάσει την ανανέωση της ρυθμίσεως που επήλθε το έτος 1987 δεν περιέχει, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, πειστικές ενδείξεις. Στο έγγραφο αυτό γίνεται βέβαια λόγος, όσον αφορά την εξέλιξη της ζητήσεως, η οποία κατά την άποψη της Επιτροπής στο εγγύς μέλλον θα μείνει, στην καλύτερη περίπτωση, στάσιμη, μόνο για υφαντουργικές ίνες. Ακόμη και αν αυτό επιτρέπει τη συναγωγή αντιθέτων συμπερασμάτων για τον τομέα των ινών βιομηχανικής χρήσεως, τα συμπεράσματα αυτά αφορούν τη σημερινή κατάσταση της αγοράς και όχι το περιεχόμενο της ρυθμίσεως που θεσπίστηκε το 1977.
122. Οι δύο παρεμβαίνουσες επικαλούνται εκτός αυτού την απόφαση που εξέδωσε το 1988 η Επιτροπή σχετικά με ένα σχέδιο ενισχύσεως υπέρ μιας νέας μονάδας παραγωγής ινών από πολυπροπυλένιο και πολυαιθυλένιο για βιομηχανικές χρήσεις. Η μονάδα αυτή επρόκειτο να ιδρυθεί στο Bottrop (γι' αυτό στο εξής γίνεται λόγος για την απόφαση "εργοστασίου ινών Bottrop" (86)). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή * χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 * κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά. 'Οσον αφορά τις ίνες από πολυπροπυλένιο (οι ίνες από πολυαιθυλένιο δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση, όπως ορθά επεσήμανε η Επιτροπή στην απόφαση) γίνονται κατ' ουσίαν, επί του ζητήματος του συμβιβαστού με τη ρύθμιση, δύο επισημάνσεις:
* Πρόκειται για ένα νέο προϊόν, για το οποίο δεν υφίστανται πλεονασματικές ικανότητες παραγωγής, έτσι ώστε η ενίσχυση δεν μπορεί να ζημιώσει τους άλλους παραγωγούς παραδοσιακών ινών. Δεν υπάρχει επομένως αντίθεση προς τον σκοπό της ρυθμίσεως, που συνίσταται στην αποφυγή αυξήσεως των παραγωγικών ικανοτήτων σε τομείς, στους οποίους υπάρχει υπερπροσφορά.
* Η ρύθμιση "ίσχυε και ισχύει (...) για ίνες και νήματα που χρησιμοποιούνται στην υφαντουργία και την κατασκευή ενδυμάτων. Η μοναδική κρίσιμη αγορά βρίσκεται όμως, στην παρούσα περίπτωση, εκτός του τομέα αυτού".
123. Ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση παρουσιάζει η τελευταία παρατήρηση.
124. Η Επιτροπή όμως, απαντώντας σε ερώτημα που της υποβλήθηκε στο ακροατήριο, δήλωσε ότι αυτό ήταν το μόνο μέτρο (τουλάχιστον πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως), για το οποίο δέχθηκε ως αφετηρία ότι το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως περιορίζεται στις υφαντουργικές ίνες. Αυτή η * αξιόπιστη (87) * απάντηση πρέπει να συνδυάζεται με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Επιτροπής, σύμφωνα με τους οποίους επρόκειτο για περίπτωση παρεκκλίσεως από τη ρύθμιση.
125. Δεν χρειάζεται να αποφανθώ αν η απόφαση στηριζόταν πράγματι στην άποψη ότι το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως περιορίζεται στις υφαντουργικές ίνες. Η απόφαση αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεμονωμένη περίπτωση, την οποία η ίδια η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως περίπτωση παρεκκλίσεως, όσον αφορά το επίμαχο σημείο της ρυθμίσεως. Δεν προσφέρει επομένως καμία ένδειξη υπέρ της στενής ερμηνείας της ρυθμίσεως αυτής, την οποία απορρίπτω.
126. Αντίθετα, το γεγονός ότι η CIRFS, στην αλληλογραφία (88) που αντάλλαξε με την Επιτροπή πριν από την παράταση της ρυθμίσεως που έλαβε χώρα το 1989, υποστήριξε την άποψη ότι η ρύθμιση έπρεπε να "επεκταθεί" σε ίνες βιομηχανικής χρήσεως, μπορεί να συνδέεται με το ότι, όπως αναφέρεται στο έγγραφο της CIRFS της 27ης Οκτωβρίου 1988 (89), ορισμένα μέλη της CIRFS επιθυμούσαν μια "επέκταση". Μπορεί πράγματι να δημιουργήθηκε μεταξύ των μελών της CIRFS κάποια ανασφάλεια δικαίου λόγω της αποφάσεως "εργοστάσιο ινών Bottrop", την οποία η CIRFS αμφισβήτησε βέβαια * υπό το πρίσμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω * χωρίς όμως να την προσβάλει με προσφυγή. Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορούσε να θεωρηθεί ενδεδειγμένο να προταθεί, για λόγους πρόνοιας, μια "επέκταση" της ρυθμίσεως. Σε τελευταία ανάλυση, θεωρώ ότι ούτε το στοιχείο αυτό αποτελεί ένδειξη κατά της ερμηνείας που προτείνω.
127. Αυτή η συμπεριφορά της CIRFS εξηγεί, τέλος, γιατί το κείμενο της ρυθμίσεως, όπως διατυπώθηκε για την περίοδο μετά τις 19 Ιουλίου 1989, αναφέρει ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει
"να διατυπώνει μια εκ των προτέρων μη ευνοϊκή γνώμη όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες από τα κράτη μέλη ενισχύσεις, τομεακές, περιφερειακές ή γενικού χαρακτήρα, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της καθαρής ικανότητας παραγωγής των εταιριών στον τομέα των συνθετικών ινών (ίνες και νήματα από ακρυλικό, πολυεστέρα, πολυπροπυλένιο και πολυαμίδιο καθώς και την ύφανση των νημάτων αυτών, ανεξάρτητα από τη φύση ή τον τύπο του προϊόντος ή την τελική χρήση του)" (90).
128. 'Οπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις μου, από το κείμενο αυτό δεν είναι δυνατόν, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι παρεμβαίνουσες, να συναχθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα σχετικά με την έννομη κατάσταση πριν τις 19 Ιουλίου 1989.
129. Εφόσον επομένως η ρύθμιση ίσχυε από την αρχή και για ίνες προορισμένες για βιομηχανική χρήση, πρέπει να εξεταστεί η άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ίδια η Επιτροπή περιόρισε τη ρύθμιση στις ίνες του τομέα της υφαντουργίας και της κατασκευής ενδυμάτων, με την απόφαση "εργοστάσιο ινών Bottrop".
130. Η άποψη αυτή μπορεί αμέσως να απορριφθεί. Η ρύθμιση, ως αντικείμενο δεσμευτικής έννομης πράξης, που συντελείται μόνο με συμφωνία των κρατών μελών, δεν μπορεί να τροποποιηθεί με μονομερή πράξη της Επιτροπής. Αυτό δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι κατά της αποφάσεως που προαναφέρθηκε δεν ασκήθηκε προσφυγή, αν και η απόφαση κοινοποιήθηκε σε όλα τα κράτη μέλη. Πράγματι, τα κράτη μέλη δεν μπορεί να είχαν συνειδητοποιήσει ότι η "σιωπή" τους θα είχε τέτοια έννομη συνέπεια. Η σιωπή αυτή δεν μπορεί επομένως να αξιολογηθεί ως συμφωνία.
131. Από όλα τα προηγούμενα προκύπτει ότι η ρύθμιση κάλυπτε από την αρχή ίνες του εν λόγω είδους, χωρίς να έχει στο μέτρο αυτό περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της προσωρινά * μέχρι να θεσπιστεί η ρύθμιση όπως ίσχυσε το 1989. 'Ισχυε επομένως με την ίδια έκταση στις 28 Ιουνίου 1989, ημερομηνία που δέχεται η Επιτροπή ως χρονικό σημείο χορηγήσεως της ενισχύσεως. Βέβαια, η προσφεύγουσα με την προσφυγή της παραπονείται και διότι η Επιτροπή δέχθηκε την ημερομηνία αυτή ως βάση της αποφάσεώς της. Εντούτοις, δεν αναφέρει από την πλευρά της την ημερομηνία που δέχεται η ίδια ως ορθή, αλλά περιορίζεται να αναφέρει γεγονότα που συνέβησαν στο πρώτο ήμισυ του έτους 1990: από αυτά προκύπτει, κατά την άποψή της, ότι η ενίσχυση δεν ήταν δυνατόν να έχει χορηγηθεί ήδη τον Ιούνιο 1989. Επομένως, εν πάση περιπτώσει, η άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αμφισβητείται, στο μέτρο που η Επιτροπή τοποθετεί το κρίσιμο χρονικό σημείο πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που προαναφέρθηκαν δεν χρειάζεται επομένως να εξεταστεί ούτε το ζήτημα της κρίσιμης ημερομηνίας ούτε τα αιτήματα των προσφευγουσών σχετικά με τις αποδείξεις, που αφορούν το ζήτημα αυτό.
132. Η Επιτροπή επομένως παρέβλεψε το γεγονός ότι η ενίσχυση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως και αποτελούσε επομένως νέα ενίσχυση. Στην εσφαλμένη άποψή της στήριξε την απόφασή της σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, προσδίδοντας αποφασιστική σημασία στο σημείο αυτό. Δεν αποκλείεται να υιοθετούσε διαφορετική άποψη αν εφάρμοζε ορθά το κοινοτικό δίκαιο * λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προκύπτουν από την απόφαση επί της υποθέσεως 84/82 (91). Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται επομένως σε άσκηση της διακριτικής της εξουσίας που είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο. Η απόφαση αυτή πρέπει επομένως να ακυρωθεί.
IV * Επί των δικαστικών εξόδων
133. Τα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών και της Επιτροπής πρέπει να συμψηφιστούν, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, εξαιρουμένων των δικαστικών εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία βαρύνουν τις προσφεύγουσες σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής. Κρίσιμο για την εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, είναι ότι η εταιρία ΑΚΖΟ νίκησε ως προς τους ισχυρισμούς της, χωρίς όμως να υποβάλει έγκαιρα (με το δικόγραφο της προσφυγής) το απαιτούμενο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Πρέπει στη συνέχεια να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα λόγω της συμμετοχής των λοιπών προσφευγουσών στη διαδικασία, διότι οι ισχυρισμοί τους περιέχονται στα ίδια δικόγραφα με αυτούς της εταιρίας ΑΚΖΟ.
134. 'Οσον αφορά τις παρεμβαίνουσες, η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 69, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαδικασίας. Σύμφωνα με το αίτημα των προσφευγουσών η εταιρία Allied Signal φέρει τα έξοδά της ως ηττηθείσα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ενδεδειγμένη η κατανομή των εξόδων αυτών.
Γ * Πρόταση
135. Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο
* να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή, καθόσον ασκήθηκε από τη CIRFS και τις εταιρίες Hoechst Aktiengesellschaft, Imperial Chemical Industries plc και SNIA Fibre SpA
* να δεχθεί το αίτημα της εταιρίας ΑΚΖΟ NV και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής που κοινοποιήθηκε στην εν λόγω προσφεύγουσα με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1990
και
* να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών και της Επιτροπής, εξαιρουμένων των δικαστικών εξόδων που αφορούν τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία βαρύνουν μόνο τις προσφεύγουσες
* να αποφασίσει ότι οι παρεμβαίνουσες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Στο εξής δεν θα γίνεται διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εταιριών, αλλά θα χρησιμοποιείται μόνον η ονομασία (εταιρία) Allied Signal .
(2) * Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1984 σχετικά με την οριοθέτηση των ζωνών στη Γαλλία στις οποίες μπορεί να εφαρμόζεται το καθεστώς πριμοδοτήσεως χωροταξίας, ΕΕ 1985, L 11, σ. 28.
(3) * Βέλγιο, Γαλλία, Λουξεμβούργο.
(4) * Παράρτημα 8 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(5) * Βλ.: ΕΕ C 171 της 10.7.1985, σ. 2 ΕΕ C 183 της 11.7.1987, σ. 4 ΕΕ C 173 της 8.7.1989, σ. 5 ΕΕ C 186 της 18.7.1991, σ. 11 ΕΕ C 179 της 16.7.1992, σ. 3.
(6) * Παράρτημα 12 της προσφυγής.
(7) * Παράρτημα 14 της προσφυγής.
(8) * Παράρτημα 13 της προσφυγής.
(9) * Με την απάντησή τους ζήτησαν επίσης να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα βλ. κατωτέρω υπ' αριθ. 133.
(10) * Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz κατά Γερμανίας (Συλλογή τόμος 1973, σ. 815, σκέψη 3) απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen (Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψη 14) απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 17).
(11) * Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 16) προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, σκέψη 22.
(12) * Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 310/85, Deufil κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 901).
(13) * Η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία χαρακτήρισε τη ρύθμιση ως πρόταση κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο (με σκοπό τη λήψη κατάλληλων μέτρων ). Αυτό δεν μου φαίνεται τόσο απλό, όπως το παρουσιάζει η Επιτροπή. Και τούτο διότι η ρύθμιση, σύμφωνα με το γράμμα της, δεν αφορά μόνον υφιστάμενες, αλλά και νέες ενισχύσεις, και στην πρώτη κατηγορία υπάγονται και ενισχύσεις, στην περίπτωση των οποίων οι εσωτερικές ρυθμίσεις ενισχύσεων σχεδιάστηκαν, κρίθηκαν σύμφωνες με την κοινή αγορά και θεσπίστηκαν μετά τη θέσπιση ή την παράταση της ρυθμίσεως. Εντούτοις, το πρόβλημα αυτό δεν χρειάζεται να εξεταστεί στην παρούσα περίπτωση βλ. κατωτέρω υπ' αριθ. 35 επ.
(14) * Απόφαση 90/381 της 21ης Φεβρουαρίου 1990, ΕΕ 1990, L 188, σ. 55.
(15) * ΕΕ 1989, C 123, σ. 3.
(16) * Βλ. κείμενα που δημοσιεύονται στο τμήμα C της Επίσημης Εφημερίδας * ανωτέρω, υποσημείωση 5.
(17) * Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1961, σ. 547).
(18) * Βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1961, σ. 529).
(19) * Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange επί της προαναφερθείσας υποθέσεως 30/59, σ. 577, 583.
(20) * Πάγια νομολογία: βλ. τελευταία τις αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992, C-312/90, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-4117) και C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-4145).
(21) * Το ποιο ήταν το περιεχόμενο της ρυθμίσεως κατά τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως θα εξεταστεί στο τμήμα που αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου επί της βασιμότητας.
(22) * Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg (Συλλογή τόμος 1961, σ. 547) της 8ης Μαρτίου 1972, 42/71, Nordgetreide κατά Επιτροπής (Slg 1972, σ. 105) και της 26ης Απριλίου 1988, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, Αστερίς κ.λπ. και Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2181).
(23) * Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1966, 48/65, Luetticke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1966, σ. 243).
(24) * Η απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-87/89, Sonito (Συλλογή 1990, σ. Ι-1981) αφορά επίσης την περίπτωση αυτή. Οι παρατηρήσεις της αποφάσεως αυτής δεν αφορούν όμως την εδώ εξεταζόμενη αρχή, αλλά την παραλληλία μεταξύ προσφυγής ακυρώσεως και προσφυγής κατά παραλείψεως στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω (κατωτέρω, υπ' αριθ. 108, υποσημείωση 81).
(25) * Συλλογή τόμος 1966, σ. 246.
(26) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 166/86 και 220/86, Irish Cement Ltd. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473).
(27) * Πρέπει περαιτέρω να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο δεν αρνήθηκε την άποψη του γενικού εισαγγελέα, ότι επρόκειτο για υφιστάμενη ενίσχυση. Οι ενέργειες όμως της Επιτροπής κατ' άλλων υφισταμένων ενισχύσεων περιορίζονται στο μέλλον, ενώ ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί, και μόνον από λογική άποψη, να ισχύσει για τις νέες ενισχύσεις. Από αυτό προκύπτει ότι οι έννομες συνέπειες της αρνήσεως κινήσεως της διαδικασίας (με τον αποκλεισμό άλλων μέτρων της Επιτροπής) είναι ακόμη πιο έντονες στην περίπτωση μιας νέας ενισχύσεως απ' ό,τι στην περίπτωση μιας υφισταμένης ενισχύσεως. Κατά συνέπεια, η λύση που έγινε δεκτή στην υπόθεση Irish Cement πρέπει * θα μπορούσε κανείς να πει κατά μείζονα λόγο * να ισχύσει στην παρούσα υπόθεση.
(28) * Σελίδες 11 και 12 (παράγραφος 19) του υπομνήματος.
(29) * Σ' αυτή τη διάκριση μεταξύ του αποδέκτη του πραγματικού μέτρου και του αποδέκτη του εγγράφου, που εκφράζει το μέτρο αυτό, στηρίζεται (σιωπηρώς) όλη η νομολογία σχετικά με τη νομιμοποίηση τρίτων επιχειρήσεων προς άσκηση προσφυγής στο δίκαιο του ανταγωνισμού [βλ. κατωτέρω, υποσημειώσεις 48, 50 και 54 (απόφαση Metro ΙΙ)] εξαίρεση φαίνεται να αποτελεί μόνον η απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142/84 και 156/84, BAT II (Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 12) το ίδιο ισχύει στον τομέα του ντάμπινγκ και των επιχορηγήσεων (κατωτέρω υποσημείωση 49 και απόφαση Timex που αναφέρεται στην παράγραφο 80).
(30) * Η Allied Signal, παραπέμποντας στην απόφαση της 28ης Ιουνίου 1986, 169/84, Cofaz (Συλλογή 1986, σ. 391) αναφέρεται ιδίως στα δικαιώματα συμμετοχής στη διαδικασία, τα οποία, σύμφωνα με την Allied Signal, δημιουργούνται μετά την κίνηση της διαδικασίας.
(31) * Οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο ότι το Δικαστήριο δεν επαναλαμβάνει τη διατύπωση της σκέψεως 9 της αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81 ΙΒΜ (Συλλογή 1981, σ. 2649), σύμφωνα με την οποία ένα μέτρο πρέπει να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα , ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση , στη νεότερη νομολογία του: βλ. τις αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 1992 (ανωτέρω υποσημείωση 20), C-312/90, σκέψη 11, και C-47/91, σκέψη 19.
(32) * Βλ. την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz κατά Γερμανίας (Συλλογή τόμος 1973, σ. 815, σκέψη 4).
(33) * Βλ. ως προς το ζήτημα αυτό τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992, (υποσημείωση 20).
(34) * Στην απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-133/87 και C-150/87, Nashua (Συλλογή 1990, σ. Ι-719, σκέψη 9) γίνεται λόγος για ενδιάμεσο μέτρο του οποίου ο στόχος είναι να προετοιμάσει την οριστική απόφαση 'Ομοια, η απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, Τ-64/89, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-367).
(35) * Προαναφερθείσες αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992 (υποσημείωση 20).
(36) * Αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 11), και της 4ης Μαρτίου 1982, 182/80, Gauff κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 799, σκέψη 18).
(37) * Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1986, 53/85, ΑΚΖΟ Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 19) καθώς και προαναφερθείσες αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992.
(38) * ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(39) * 'Ετσι ενδεικτικά: απόφαση της 15ης Μαρτίου 1967 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 8/66 έως 11/66, Cimenteries κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1967, σ. 489, ιδίως σ. 506) τη νομολογία αυτή υιοθέτησε και το Πρωτοδικείο: απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-19/91, Vichy κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-415, σκέψη 38).
(40) * Ανάλογες σκέψεις δικαιολογούν τελικά να θεωρηθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση ΙΒΜ (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 36), απαράδεκτη η προσφυγή κατά της κινήσεως της διαδικασίας του κανονισμού 17.
(41) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988 (ανωτέρω, υποσημείωση 26), σκέψη 11, όπου γίνεται λόγος για οριστικά έννομα αποτελέσματα.
(42) * Βλ. π.χ. την απόφαση Cofaz (υποσημείωση 30), σκέψη 22.
(43) * Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 16/62 και 17/62, Confederation nationale de producteurs de fruits et legumes (Συλλογή τόμος 1962, σ. 829).
(44) * Βλ. όμοια: απόφαση της 18ης Μαρτίου 1975, 72/74, Union syndicale κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1975, σ. 141) Διάταξη της 11ης Ιουλίου 1979, 60/79, Federation nationale des producteurs de vins de table et vins de pays κατά Επιτροπής (Slg 1979, σ. 2429) απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 282/85, DEFI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2469) Διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1986, 117/86, UFADE κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 3255). Η απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, 135/81, Groupement des agences de voyages κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3799), που αφορά το ζήτημα του πότε μια πράξη αφορά κάποιον άμεσα , είναι μεμονωμένη.
(45) * Βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82 FEDIOL κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913).
(46) * 'Οσον αφορά τα άρθρα 85 και 86 πρέπει, για λόγους πληρότητας, να επισημανθεί η απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 298/83, CICCE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 1105). Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό υπό το πρίσμα της νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας ενώσεως επιχειρήσεων, το πρόβλημα αυτό δεν αναφέρθηκε ούτε στις προτάσεις μου ούτε στην απόφαση. Βλ. σχετικά το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β' του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), που αναγνωρίζει ότι προς υποβολή αιτήσεως νομιμοποιούνται και ενώσεις προσώπων .
(47) * Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391).
(48) * Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567).
(49) * Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82, FEDIOL κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913).
(50) * Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1983, 210/81, Demo-Studio Schmidt κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3045).
(51) * Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451) απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen (Συλλογή 1984, σ. 3435).
(52) * Σκέψη 23 της αποφάσεως Cofaz.
(53) * Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 48.
(54) * Βλ. την προηγούμενη υποσημείωση και την απόφαση Demo-Studio (ανωτέρω, υποσημείωση 50) μετά την απόφαση Cofaz: απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1986, 75/84, Metro κατά Επιτροπής [Συλλογή 1986, σ. 3021 (Metro ΙΙ)].
(55) * Απόφαση Timex, ανωτέρω σκέψη 80 (στο κείμενο της αποφάσεως Cofaz).
(56) * Απόφαση FEDIOL ανωτέρω, υποσημείωση 45.
(57) * Απόφαση Cofaz.
(58) * Σκέψη 25 της αποφάσεως σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις της γενικής εισαγγελέως Rozes, Συλλογή 1983, σ. 2937, 2949, δεξιά στήλη.
(59) * Αποφάσεις Metro I και ΙΙ καθώς και Demo-Studio.
(60) * Απόφαση Timex.
(61) * Απόφαση FEDIOL.
(62) * Απόφαση Cofaz.
(63) * Βλ. τις αποφάσεις Metro Ι και Demo-Studio, στις οποίες η κατάσταση του προσφεύγοντος χαρακτηριζόταν από το γεγονός ότι η άρνηση συμμετοχής σε σύστημα επιλεκτικής διανομής στρεφόταν συγκεκριμένα εναντίον του (βλ. σχετικά τη σκέψη 21 της αποφάσεως Metro ΙΙ). Στην απόφαση FEDIOL το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να εξετάσει τις συνέπειες των προσβαλλομένων επιδοτήσεων υπέρ της βιομηχανίας σόγιας μιας τρίτης χώρας, διότι η προσφεύγουσα αντιπροσώπευε το σύνολο της βιομηχανίας ελαίου της Κοινότητας και μπορούσε επομένως να επικαλεστεί το σύνολο των συνεπειών επί της ανταγωνιστικής θέσεως των επιχειρήσεων που αποτελούσαν μέλη της (βλ. και ανωτέρω, σκέψη 79).
(64) * Βλ. την απόφαση Timex, στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε μόνο τη θέση της προσφεύγουσας στην αγορά.
(65) * Εξαίρεση αποτελεί η απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, 358/89, Extramet (Συλλογή 1991, σ. Ι-2501). Παρά τα φαινόμενα επρόκειτο κατά κάποιο τρόπο για προσφυγή μιας τρίτης επιχειρήσεως. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε διότι οι εισαγωγές, από τις οποίες ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη η επιχειρηματική της δραστηριότητα, κατέστησαν ακριβότερες, λόγω ενός δασμού αντιντάμπινγκ, που δικαιολογήθηκε με την επίκληση της ζημίας που προκλήθηκε στον ανταγωνιστή της, ενώ κατά την άποψη της προσφεύγουσας ο ίδιος ο ανταγωνιστής αυτός προκάλεσε τη ζημία. Με τον τρόπο αυτό, ο δασμός αντιντάμπινγκ λειτούργησε, σύμφωνα με την άποψη της προσφεύγουσας, ως μια αδικαιολόγητη ενίσχυση υπέρ του ανταγωνιστή της. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων της περιπτώσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε, με μόνη βάση τις οικονομικές συνέπειες του δασμού αντιντάμπινγκ στην επιχείρηση της προσφεύγουσας, ότι το μέτρο αυτό αφορούσε ατομικά την προσφεύγουσα.
(66) * Βλ. ανάλογη σκέψη (που αφορά εν προκειμένω ενίσχυση της Κοινότητας) στην απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 10/68 και 18/68, Eridania κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969, σ. 159, σκέψη 7).
(67) * Βλ. την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 439).
(68) * Απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, 246/81, Lord Bethell κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2277).
(69) * Βλ. ανωτέρω, σκέψη 87.
(70) * Κανονισμός 141 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1962, περί μη εφαρμογής του κανονισμού 17 του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 30).
(71) * Κανονισμός του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών (ΕΕ 1987, L 374, σ. 1), που τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2410/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ 1992, L 240, σ. 18).
(72) * Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 219).
(73) * Προτάσεις της 2ας Απριλίου 1987, Συλλογή 1988, σ. 240, 246.
(74) * Βλ. σχετικά την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 62/87 και 72/87, Executif regional wallon κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1573).
(75) * Βλ. παράρτημα 13 του υπομνήματος της Allied Signal και παράρτημα 10 της απαντήσεως των προσφευγουσών στις παρατηρήσεις των παρεμβαινουσών.
(76) * Παράρτημα 13 του υπομνήματος της Allied Signal.
(77) * Υπόμνημα της Allied Signal, παράγραφος 63 απάντηση των προσφευγουσών, παράγραφος 47.
(78) * Δέχομαι εν προκειμένω, υπέρ της Επιτροπής, ότι η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, ανήκει στη διακριτική της εξουσία. 'Οσον αφορά το ζήτημα αυτό, έχει διευκρινιστεί μέχρι στιγμής μόνον ότι υφίσταται νομική υποχρέωση κινήσεως της διαδικασίας στην περίπτωση, κατά την οποία η Επιτροπή πράγματι αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες κατά την εξέταση του αν η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (βλ. την απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, ανωτέρω υποσημείωση 51). Επειδή αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δύναται μόνο να τεθεί το ερώτημα, αν η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όταν πρέπει να αποφανθεί κατά πόσον υφίστανται τέτοιες δυσχέρειες. Το ερώτημα αυτό δεν είναι όμως κρίσιμο εν προκειμένω, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και επομένως πρέπει να ακυρωθεί, ανεξαρτήτως του αν διαθέτει η Επιτροπή διακριτική ευχέρεια ή όχι: κατωτέρω, σκέψη 132.
(79) * Βλ. απόφαση της 31ης Ιουλίου 1966 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1966, σ. 363).
(80) * Στο τέλος της προσφυγής αναφέρεται βέβαια ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία, οι ισχυρισμοί όμως της προσφυγής αναφέρονται κατά κύριο λόγο στο ότι η Επιτροπή εσφαλμένα θεώρησε ότι η ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς την ενίσχυση (βλ. παράγραφο 24 της προσφυγής).
(81) * Δεν παραγνωρίζω ότι εν προκειμένω τίθεται πρόβλημα συνέπειας μεταξύ των άρθρων 173 και 175. Το τελευταίο αυτό άρθρο, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, δεν επιτρέπει * στην περίπτωση απλής αδράνειας, χωρίς άρνηση ενέργειας * τον έλεγχο της διακριτικής εξουσίας, αλλά εφαρμόζεται μόνον όταν υφίσταται έννομη υποχρέωση ενέργειας. Για να εξαλειφθεί, στο πλαίσιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η αντίφαση αυτή, θεωρώ ορθότερο, ως κατευθυντήρια γραμμή, να εφαρμόζεται το άρθρο 175, παράγραφος 3 υπό το πρίσμα του άρθρου 173, παράγραφος 2, παρά να ακολουθείται η αντίθετη μέθοδος (βλ. όμοια και τον γενικό εισαγγελέα Gulmann, προτάσεις της 8ης Ιουλίου 1992, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-15/91 και C-108/91, Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-6061, παράγραφος 19 αντίθετα: απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-87/89, Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1981, σκέψεις 6 και 7).
(82) * Δεδομένου ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον όσον αφορά την εταιρία ΑΚΖΟ θα χρησιμοποιείται στο εξής ο ενικός αριθμός.
(83) * Ανωτέρω, σκέψη 23 επ.
(84) * Παράρτημα 5 της προσφυγής.
(85) * Η υπογράμμιση δική μου.
(86) * Παράρτημα 11 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(87) * Στο μέτρο που με αυτή η Επιτροπή παραδέχεται ότι δεν υφίστατο η πάγια πρακτική, για την οποία γίνεται λόγος στο προσβαλλόμενο έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1990.
(88) * Πρβλ. παραρτήματα 14 και 15 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(89) * Παράρτημα 14 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(90) * Η υπογράμμιση δική μου.
(91) * Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451) βλ. και ανωτέρω, υποσημείωση 78.
Full & Egal Universal Law Academy