Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα διαφοροποιημένο φορολογικό καθεστώς, και ειδικότερα χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τύπους υπολογισμού της βάσης επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατά τρόπον ώστε τα εισαγόμενα αυτοκίνητα να φορολογούνται βαρύτερα απ' ό,τι τα συναρμολογούμενα στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Ο νόμος 363/1976, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε ειδικότερα με τους νόμους 1003/1979 και 1591/1986, εισήγαγε στην Ελλάδα ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των επιβατικών αυτοκινήτων που εισάγονται ή παράγονται (συναρμολογούνται) εντός της χώρας.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος νόμου, η βάση επιβολής του ειδικού φόρου επί των εισαγομένων αυτοκινήτων διαμορφώνεται από το άθροισμα της καθαρής τιμής χονδρικής πωλήσεως του αυτοκινήτου από το εργοστάσιο (η οποία δεν μπορεί να αποκλίνει περισσότερο από 25 % από την τιμή λιανικής πωλήσεως καταλόγου στη χώρα κατασκευής) και της τιμής του ενδεχόμενου προαιρετικού εξοπλισμού του το άθροισμα αυτό προσαυξάνεται έπειτα κατά 21 %, όταν τα αυτοκίνητα αγοράζονται απευθείας από τον κατασκευαστή, και κατά 23,2 % στις λοιπές περιπτώσεις, αλλά και κατά άλλο ένα 7 %, για να ληφθούν υπόψη τα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς του αυτοκινήτου (για τα αυτοκίνητα προελεύσεως υπερποντίων χωρών, ο συντελεστής αυτός καθορίζεται σε 25 %).
Ο νόμος 1573/1985, από την άλλη πλευρά, υπάγει την ελληνική αυτοκινητοβιομηχανία σε καθεστώς τελωνειακής επίβλεψης, ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο ειδικός φόρος που επιβαρύνει τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Ελλάδα εισπράττεται από τις τελωνειακές αρχές κατά τον εκτελωνισμό.
Ειδικότερα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει ότι η φορολογητέα αξία υπολογίζεται, για τα αυτοκίνητα αυτά, με βάση την καθαρή τιμή ex factory, η οποία αναγράφεται στον κατάλογο, τον οποίο υποβάλλει η αυτοκινητοβιομηχανία στην επιτροπή ελέγχου των τιμών διευκρινίζει, εξάλλου, ότι οι κάθε είδους φορολογικού χαρακτήρα επιβαρύνσεις που έχουν ενσωματωθεί στο κόστος παραγωγής του αυτοκινήτου δεν αποτελούν διαμορφωτικά στοιχεία της τιμής.
Τέλος, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου, οι πρώτες ύλες που εισάγονται από το εξωτερικό ή αγοράζονται από την αυτοκινητοβιομηχανία στο εσωτερικό απαλλάσσονται από κάθε είδους φορολογική επιβάρυνση υπέρ Δημοσίου ή τρίτων, με εξαίρεση τους δασμούς που ορίζονται από την κοινοτική νομοθεσία για τις πρώτες ύλες που προέρχονται από τρίτες χώρες.
3. Η Επιτροπή επικρίνει την περιγραφείσα ανωτέρω νομοθεσία, ειδικότερα για τον λόγο ότι ένα τέτοιο σύστημα διαφοροποιημένου υπολογισμού της βάσης επιβολής του φόρου ευνοεί τα αυτοκίνητα που συναρμολογούνται στην Ελλάδα έναντι εκείνων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της απαγόρευσης των φορολογικών διακρίσεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 95 της Συνθήκης.
Η δυσμενής διάκριση την οποία καταγγέλλει η Επιτροπή προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι, ενώ για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα προβλέπεται κατ' αποκοπήν προσαύξηση της φορολογητέας αξίας, τα αυτοκίνητα που συναρμολογούνται στην Ελλάδα φορολογούνται βάσει πραγματικών δεδομένων, δηλαδή βάσει της καθαρής τιμής ex factory.
Η Επιτροπή τονίζει, εξάλλου, ότι μια τέτοια διαφοροποίηση δεν στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους, ούτε δικαιολογείται από την ανάγκη αντισταθμίσεως επιβαρύνσεων, για τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα εκπτώσεως και οι οποίες δεν έχουν ενσωματωθεί στο συνολικό κόστος των αυτοκινήτων που συναρμολογούνται στην Ελλάδα συγκεκριμένα, ο ελληνικός νόμος προβλέπει όντως φοροαπαλλαγή για την εισαγωγή εξαρτημάτων προοριζομένων για την κατασκευή αυτοκινήτων.
4. Η Ελληνική Κυβέρνηση, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το φορολογικό της σύστημα δεν καταλήγει σε εύνοια των ελληνικών προϊόντων έναντι των εισαγομένων από τα άλλα κράτη μέλη.
Τονίζει ότι στην Ελλάδα, λόγω περιορισμένης αναπτύξεως της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι κατασκευαστές συνηθίζουν να πωλούν τα αυτοκίνητα απευθείας στον τελικό καταναλωτή, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων γι' αυτό και, στη χώρα αυτή, η τιμή πωλήσεως του κατασκευαστή, η οποία αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ειδικού φόρου, ισοδυναμεί προς την τιμή λιανικής πωλήσεως και συμπεριλαμβάνει τα έξοδα διαθέσεως.
Αντιθέτως, για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, η προσαύξηση του 21 ή του 23,2 % αντιπροσωπεύει τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ τιμής χονδρικής πωλήσεως και κανονικής τιμής διαθέσεως, αποσκοπεί δε στην κάλυψη των εξόδων διαθέσεως, όπως είναι τα έξοδα προβολής, διαφήμισης και εξυπηρέτησης πελατών, τα οποία αντιμετωπίζει ο αντιπρόσωπος εισαγωγέας, καθώς και της προμήθειας του αποκλειστικού εισαγωγέα.
Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η περιγραφείσα μέθοδος διαφοροποιημένου υπολογισμού της φορολογητέας αξίας αποσκοπεί στην πρόληψη της απάτης που συνίσταται στην υποτιμολόγηση, η οποία θα υπήρχε κίνδυνος να συμβαίνει συχνά λόγω των υψηλοτάτων συντελεστών (μέχρι 400 %) του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Τα φορτηγά, που υπόκεινται σε χαμηλότερο φόρο και, ως εκ τούτου, προσφέρονται λιγότερο γι' αυτή τη μορφή απάτης, φορολογούνται πράγματι, και ασχέτως προελεύσεως, βάσει της συναλλακτικής τους αξίας.
Τέλος, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η καθής επισήμανε ότι ο κίνδυνος να προκύψει διάκριση εις βάρος των εισαγομένων επιβατικών αυτοκινήτων εξουδετερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 3, του νόμου 1573/1985, κατά την οποία η φορολογητέα αξία των επιβατικών αυτοκινήτων που παράγονται στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι κατώτερη της κατωτάτης αξίας που προκύπτει για τα εισαγόμενα οχήματα αντίστοιχου ή παραπλήσιου κυλινδρισμού.
5. Υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις του άρθρου 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, συμπληρώνουν τις διατάξεις περί καταργήσεως των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Σκοπός τους είναι η κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού, μέσω της άρσεως κάθε μορφής προστασίας που θα μπορούσε να προκύψει από την επιβολή εσωτερικών φόρων συνιστώντων διάκριση εις βάρος των εμπορευμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Το άρθρο 95 αποσκοπεί, δηλαδή, στην εξασφάλιση της απόλυτης ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων έναντι του ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων εμπορευμάτων (1).
Εξάλλου, όπως έχει επίσης επανειλημμένα αναφέρει το Δικαστήριο, για την εφαρμογή της προβλεπομένης στο άρθρο 95 της Συνθήκης απαγορεύσεως των διακρίσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον ο συντελεστής του κάθε φόρου, αλλά και οι διατάξεις περί της βάσεως επιβολής του και του τρόπου εισπράξεώς του. Συγκεκριμένα, το καθοριστικό συγκριτικό στοιχείο για την εφαρμογή του άρθρου 95 είναι η πραγματική επίπτωση κάθε φόρου επί του εγχωρίου προϊόντος αφενός και επί του εισαγομένου προϊόντος αφετέρου πράγματι, έστω και αν ο φορολογικός συντελεστής είναι ο ίδιος, η επίπτωση του φόρου μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το πώς ορίζεται η βάση επιβολής του και ο τρόπος εισπράξεώς του, αφενός για τα εγχώρια και αφετέρου για τα εισαγόμενα προϊόντα (2).
Όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, απαγορεύει να φορολογείται το εισαγόμενο εμπόρευμα με διαφορετική μέθοδο υπολογισμού ή με διαφορετική τεχνική από εκείνη που χρησιμοποιείται για τον φόρο που βαρύνει ομοειδές εγχώριο προϊόν, καταλήγοντας σε βαρύτερη φορολόγηση του εισαγομένου εμπορεύματος, και τούτο ανεξαρτήτως της ενδεχομένως διαφορετικής επιπτώσεως των φόρων επί των τιμών των δύο προϊόντων (3) ή του γεγονότος ότι το εμπόδιο το οποίο παρεμβάλλει ο εθνικός φόρος αποβαίνει τελικά μικρής και δευτερεύουσας σημασίας (4).
Ειδικότερα, όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο, υπάρχει παράβαση του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, όταν οι δύο φόροι υπολογίζονται βάσει διαφορετικών κριτηρίων και τρόπων υπολογισμού, με αποτέλεσμα το εισαγόμενο προϊόν, έστω και σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις, να φορολογείται βαρύτερα (5).
Συγκεκριμένα, στις παρατεθείσες υποθέσεις C-152/89 (6) και C-153/89 (7), που αφορούσαν τη λουξεμβουργιανή και τη βελγική ρύθμιση - που, ενώ ως βάση του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί του εγχωρίως παραγομένου ζύθου όριζε την ποσότητα του χρησιμοποιηθέντος θερμού ζυθογλεύκους, αντιθέτως, ως βάση επιβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του ζύθου που εισαγόταν από άλλα κράτη μέλη όριζε τον όγκο του τελικού προϊόντος, προσαυξανόμενο με έναν πάγιο συντελεστή 5 % -, το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν ήταν διαρθρωμένη κατά τρόπον ώστε να αποκλείει σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα της βαρύτερης φορολόγησης του εισαγόμενου ζύθου από τον εγχωρίως παραγόμενο, έκρινε ότι, εν όψει της αδιαφάνειας αυτού του φορολογικού μηχανισμού, το βάρος της αποδείξεως ότι το χρησιμοποιούμενο σύστημα δεν μπορούσε σε καμμιά περίπτωση να επιφέρει δυσμενείς διακρίσεις το έφεραν οι καθών κυβερνήσεις.
6. Με γνώμονα αυτές, λοιπόν, τις προμνησθείσες αρχές πρέπει να εξεταστεί αν η επίδικη ρύθμιση συμβιβάζεται προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Θα πω κατ' αρχάς ότι μια νομοθεσία, σαν την περιγραφείσα ανωτέρω, που προβλέπει για τα εισαγόμενα προϊόντα σύστημα υπολογισμού της βάσης επιβολής του φόρου στηριζόμενο, σε μεγάλο βαθμό, σε τεκμήρια, ενώ το αντίστοιχο εγχώριο προϊόν φορολογείται βάσει πραγματικών δεδομένων, ενέχει - από την ίδια της τη φύση, θα έλεγα - σοβαρό κίνδυνο διακρίσεων και τούτο διότι τα τεκμήρια στηρίζονται εν γένει σε μέσες τιμές, η δε εφαρμογή τους δυσχερώς μπορεί να εξασφαλίσει, όπως το απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, ότι σε καμμιά περίπτωση το εισαγόμενο προϊόν δεν θα φορολογείται βαρύτερα από το ομοειδές του εγχώριο.
Αν προχωρήσει, λοιπόν, κανείς σε λεπτομερέστερη ανάλυση της ελληνικής νομοθεσίας, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει ότι σειρά στοιχείων άγουν στο συμπέρασμα ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης πλήττει, τελικά, βαρύτερα τα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Πρώτον, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 1573/1985 προβλέπει, για τα παραγόμενα στην Ελλάδα αυτοκίνητα, ότι εκπίπτονται από την τιμή ex factory όλες οι φορολογικού χαρακτήρα επιβαρύνσεις που έχουν ενσωματωθεί στο κόστος κατασκευής, ενώ καμμιά τέτοια έκπτωση δεν προβλέπεται για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Δεύτερον, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου 363/1976 ορίζει ότι, για τον υπολογισμό της βάσης επιβολής του φόρου επί των εισαγομένων αυτοκινήτων, πρέπει στην καθαρή τιμή χονδρικής πωλήσεως από το εργοστάσιο να προστίθεται η τιμή του ενδεχόμενου προαιρετικού εξοπλισμού, ενώ από την επίδικη ρύθμιση δεν προκύπτει ότι τέτοια προσαύξηση γίνεται για τα αυτοκίνητα εγχώριας παραγωγής που επίσης διαθέτουν προαιρετικό εξοπλισμό.
Όσον αφορά, έπειτα, την περαιτέρω προσαύξηση του 21 ή του 23,2 %, την οποία η Επιτροπή κρίνει αυθαίρετη και υπέρμετρη (8), υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική νομοθεσία δεν επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να προσκομίσουν στοιχεία για να αποδείξουν το ενάντιο, παρατηρώ ότι από τους ίδιους τους ισολογισμούς εταιριών που είναι συνημμένοι στα υπομνήματα της Ελληνικής Κυβέρνησης - και ασχέτως της αντιπροσωπευτικής τους αξίας - προκύπτει ότι η προσαύξηση αυτή υπολογίστηκε βάσει μέσου όρου. Και υπ' αυτό το πρίσμα, επομένως, το προβλεπόμενο σύστημα υπολογισμού της βάσης επιβολής του φόρου δεν είναι τέτοιο που να εγγυάται ότι το εισαγόμενο προϊόν δεν θα υπόκειται σε καμμιά περίπτωση σε φορολόγηση βαρύτερη απ' ό,τι το αντίστοιχο εγχώριο.
Ας προστεθεί ακόμη ότι φαίνεται μάλλον αστήρικτος ο ισχυρισμός της καθής, τον οποίον αποκρούει άλλωστε η Επιτροπή, ότι στην Ελλάδα η καθαρή τιμή ex factory ισοδυναμεί προς την τιμή λιανικής πωλήσεως και ότι μεταξύ του κατασκευαστή και του τελικού καταναλωτή δεν μεσολαβεί τρίτος εξάλλου, τα έξοδα διαθέσεως περιλαμβάνονται, εν μέρει τουλάχιστον, και στην καθαρή τιμή πωλήσεως από το εργοστάσιο των εισαγομένων αυτοκινήτων.
Ανάλογες παρατηρήσεις αρμόζουν και σχετικά με την περαιτέρω προσαύξηση του 7 %, η οποία επίσης υπολογίζεται βάσει μέσου όρου και αποσκοπεί στην κάλυψη των εξόδων ασφαλίσεως και μεταφοράς. Μ' αυτόν τον τρόπο, πράγματι, πλήττονται εκείνα τα αυτοκίνητα που έχουν τα λιγότερα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς αρκεί σχετικώς να σημειωθεί ότι τα έξοδα μεταφοράς τελούν σε συνάρτηση όχι τόσο της αξίας του προϊόντος, όσο του βάρους του, των διαστάσεών του και της διανυομένης διαδρομής.
7. Από τις σκέψεις αυτές νομίζω ότι προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι το διαφορετικό σύστημα υπολογισμού της βάσης υπολογισμού του φόρου, το οποίο χρησιμοποιείται στην Ελλάδα, αφενός, για τα εγχώρια και, αφετέρου, για τα εισαγόμενα προϊόντα, καταλήγει σε βαρύτερη φορολόγηση των εισαγομένων απ' ό,τι των ομοειδών εγχώριων προϊόντων και ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύστημα αυτό είναι διαρθρωμένο κατά τέτοιο τρόπο, που δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εφαρμογή του θα άγει σε διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων.
Από την άποψη αυτή, δεν φαίνεται, πράγματι, κρίσιμη η παρατήρηση, την οποία προέβαλε επ' ακροατηρίου η Ελληνική Κυβέρνηση, ότι ο κίνδυνος να προκύψει διάκριση εις βάρος των εισαγομένων επιβατικών αυτοκινήτων εξουδετερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 3, του νόμου 1573/1985, κατά την οποία η φορολογητέα αξία των επιβατικών αυτοκινήτων που παράγονται στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι κατώτερη της κατωτάτης αξίας που προκύπτει για τα εισαγόμενα οχήματα αντίστοιχου ή παραπλήσιου κυλινδρισμού.
Ας μου επιτραπεί κατ' αρχάς να επισημάνω, μια και η Ελληνική Κυβέρνηση εδήλωσε έκπληξη για το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση της επίδικης νομοθεσίας, δεν παρετήρησε την ύπαρξη της διατάξεως αυτής, ότι, εγώ τουλάχιστον, βρίσκω τουλάχιστον εξ ίσου εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος, στο οποίο προσάπτεται ότι έχει δημιουργήσει ρύθμιση συνιστώσα διάκριση και το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει θεσπίσει μια κατάλληλη διάταξη που αίρει κάθε κίνδυνο διακρίσεως, δεν επεσήμανε το γεγονός αυτό κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο ή κατά την έγγραφη διαδικασία, αλλά ανέμεινε την επ' ακροατηρίου συζήτηση για να προβάλει ένα επιχείρημα, το οποίο ωστόσο λέει ότι θεωρεί αποφασιστικό.
Εν πάση περιπτώσει, δεν μου φαίνεται ότι η εν λόγω διάταξη έχει τη σημασία που της αποδίδει η καθής. Βάσει του γράμματος της διατάξεως, για τη λειτουργία άλλωστε της οποίας θα ήταν σκόπιμο η Ελληνική Κυβέρνηση να είχε προσκομίσει κι άλλα στοιχεία, η φορολογητέα αξία του αυτοκινήτου που παράγεται στην Ελλάδα θα έπρεπε πράγματι να ευθυγραμμίζεται προς την ελαχίστη φορολογητέα αξία που προκύπτει για παρόμοια εισαγόμενα οχήματα με άλλα λόγια, στην περίπτωση που - όπως συνήθως συμβαίνει - εισάγονται διαφορετικοί τύποι από διάφορες μάρκες του ίδιου κυλινδρισμού, η διάταξη ορίζει ότι τα ελληνικά αυτοκίνητα φορολογούνται όχι όπως τα εισαγόμενα αυτοκίνητα υψηλής φορολογητέας αξίας, αλλά όπως τα εισαγόμενα αυτοκίνητα που τυγχάνουν της ευνοϊκότερης μεταχείρισης, το οποίο σημαίνει συγκεκριμένα όπως τα αυτοκίνητα που είναι τα οικονομικότερα και πιθανότατα χωρίς προαιρετικό εξοπλισμό. Μια τέτοια πρόβλεψη, επομένως, έστω και αν περιορίζει τον κίνδυνο διακρίσεων εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, πάντως δεν τον εξαλείφει.
8. Όσον αφορά, έπειτα, τον ισχυρισμό, που επίσης προέβαλε η καθής, ότι ο περιγραφείς τύπος υπολογισμού της βάσης επιβολής του φόρου είναι αναγκαίος προς αποφυγή του κινδύνου διαπράξεως απάτης από τους συναλλασσομένους, κινδύνου ιδιαίτερα αυξημένου λόγω των υψηλοτάτων συντελεστών του ειδικού φόρου κατανάλωσης, παρατηρώ, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αδυναμία εκτελέσεως των αναγκαίων ελέγχων όσον αφορά το εισαγόμενο εμπόρευμα δεν δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση του εισαγομένου προϊόντος, το οποίο φορολογείται βάσει τεκμηρίων, από το εγχώριο, το οποίο φορολογείται βάσει προοδευτικής ή αντιστρόφως προοδευτικής κλίμακας (9) εξάλλου, το άρθρο 95 της Συνθήκης έχει εφαρμογή έστω και αν, για να αρθεί το παρεμβαλλόμενο από τον εθνικό φόρο εμπόδιο, θα ήταν αναγκαία η κατάργηση του φόρου αυτού (10).
'Αλλωστε, όπως ορθώς ετόνισε η Επιτροπή, δεν είναι καθόλου σαφές για ποιο λόγο ο κίνδυνος της υποτιμολόγησης δεν μπορεί να αποφευχθεί με τη χρήση συστημάτων υπολογισμού της φορολογικής βάσης που να μην ενέχουν διάκριση και που θα μπορούσαν, παραδείγματος χάρη, να στηρίζονται στην τιμή καταλόγου, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες που έχουν ανάλογους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.
Τέλος, το γεγονός ότι ο επίδικος φόρος είναι ιδιαίτερα υψηλός συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο που μεγεθύνει τα αποτελέσματα της δυσμενούς διακρίσεως, δεδομένου ότι μια έστω και απειροελάχιστη διαφορά στον υπολογισμό της βάσης επιβολής του φόρου μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στον φόρο με τον οποίο θα επιβαρυνθεί τελικά το προϊόν.
9. Με γνώμονα τις προαναπτυχθείσες σκέψεις, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να δεχτεί την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
SK
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Racc. 1980, σ. 347), σκέψη 4 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Racc. 1980, σ. 385), σκέψη 4 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας (Racc. 1980, σ. 447), σκέψη 4.
(2) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-47/88, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1990, σ. I-4509), σκέψη 18 απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 55/79, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Racc. 1980, σ. 481), σκέψη 8 απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli (Racc. 1977, σ. 557), σκέψη 21.
(3) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, 45/75, Rewe-Zentrale (Racc. 1976, σ. 181), σκέψη 16.
(4) Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1977, 20/76, Schoettle & Soehne (Racc. 1977, σ. 247), σκέψη 22.
(5) Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1991, C-152/89, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3141), σκέψη 20 C-153/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3171), σκέψη 12 απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, 45/75, όπ.π., σκέψη 15.
(6) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1991, C-152/89, όπ.π., σκέψεις 24 και 25.
(7) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1991, C-153/89, όπ.π., σκέψεις 15 και 16. Κατ' αναλογίαν, σε σχέση προς το άρθρο 96 της Συνθήκης, βλ. απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Racc. 1965, σ. 1057).
(8) Η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικώς ότι μέχρι το 1986 η εν λόγω προσαύξηση ήταν μόνο 10 %.
(9) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, 45/75, όπ.π., σκέψη 15.
(10) Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1977, 20/76, όπ.π., σκέψη 22.
Full & Egal Universal Law Academy