ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 13ης Δεκεμβρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ένα ισπανικό δικαστήριο, το Juzgado de lo Penal αριθ. 4 του Alicante, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικός επί του ζητήματος, ουσιαστικά, αν ο ισπανικός νόμος, δυνάμει του οποίου μόνον οι κάτοχοι ορισμένων προσόντων μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα του κτηματομεσίτη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
2.
Το επάγγελμα του κτηματομεσίτη στην Ισπανία διέπεται από το διάταγμα 3248/69, της 4ης Δεκεμβρίου 1969. Βάσει του άρθρου 5 του διατάγματος αυτού, δραστηριότητα κτηματομεσίτη μπορούν να ασκούν μόνον τα πρόσωπα τα οποία είναι κάτοχοι του απαιτούμενου επαγγελματικού τίτλου που εκδίδει η διοίκηση και είναι εγγεγραμμένα στο οικείο επαγγελματικό επιμελητήριο. Δυνάμει του άρθρου 321 του ισπανικού ποινικού κώδικα, η άσκηση του επαγγέλματος χωρίς την κατοχή του αναγκαίου επίσημου τίτλου ή τίτλου αναγνωρισμένου ως ισότιμου βάσει του νόμου ή βάσει διεθνούς συμβάσεως συνιστά παράβαση.
3.
Στους κατηγορουμένους της κύριας δίκης προσάπτεται ότι ασκούσαν τη δραστηριότητα του κτηματομεσίτη χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους από τον ισπανικό νόμο τίτλους για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού. Οι κατηγορούμενοι είναι Ισπανοί υπήκοοι, κάτοικοι Ισπανίας, οι οποίοι δεν προβάλλουν ότι απέκτησαν οποιονδήποτε τίτλο που τους παρέχει το δικαίωμα να ασκούν, τη δραστηριότητα του κτηματομεσίτη σε άλλο κράτος μέλος ούτε ότι ασκούσαν τέτοια δραστηριότητα υπ' αυτή την ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος.
4.
Οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να στηρίξουν την άμυνα τους στο κοινοτικό δίκαιο, επικαλούμενοι ειδικότερα την οδηγία 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 1967, περί της πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες που υπάγονται κυρίως στις « συναλλαγές επί ακινήτων » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 64). Οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι ο ισπανικός νόμος κατά τον οποίο το επάγγελμα του κτηματομεσίτη επιφυλάσσεται στους κατόχους ειδικού τίτλου δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 67/43.
5.
Στις δύο υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του, το Juzgado de lo Penal αριθ. 4 του Alicante υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής δύο ταυτόσημα ερωτήματα:
« 1)
Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 3, 2 και 5 της οδηγίας 67/43 του Συμβουλίου, διατηρεί ή όχι την ισχύ του το άρθρο 1 του διατάγματος της 4ης Δεκεμβρίου 1969, ως και το βασιλικό διάταγμα 1464/88, το οποίο ορίζει ότι οι δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως και μεσιτείας επί αγοράς, πωλήσεως και ανταλλαγής αστικών και αγροτικών ακινήτων, ενυπόθηκων δανείων επί των ακινήτων αυτών, συμβάσεων μισθώσεως αγροτικών και αστικών ακινήτων, εκχωρήσεως και μεταβιβάσεως, καθώς και εκτιμήσεως της αξίας των αγαθών αυτών σε περίπτωση πωλήσεως, εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως, είναι καθήκοντα επιφυλασσόμενα στους κτηματομεσίτες; Μπορούν τα κράτη μέλη, από της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας αυτής, να χορηγούν, στον εν λόγω τομέα των ακινήτων, το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών σε συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα;
2)
Μπορεί κράτος μέλος να περιορίσει ή και να αποκλείσει κατά τον ένο ή τον άλλο τρόπο την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας; »
6.
Το πρώτο ερώτημα, όπως έχει, είναι προφανώς απαράδεκτο, κατά το μέτρο που με αυτό ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί ευθέως επί του συμβιβαστού των ειδικών διατάξεων του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τις ενδείξεις που χρειάζεται από την άποψη της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου ώστε να του επιτρέψει να εκδώσει την απόφαση του. Το πρώτο ερώτημα μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: Διάταξη του εθνικού δικαίου με την οποία οι οικείες δραστηριότητες επιφυλάσσονται στους κατόχους επαγγελματικού τίτλου του κτηματομεσίτη συμβιβάζεται με τα άρθρα 2, 3 και 5 της οδηγίας 67/43;
7.
Κατ' αρχάς, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου γεννήθηκαν προφανώς από κατάσταση καθαρά εσωτερική. Από τις Διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με άλλο κράτος μέλος. Όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο, οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις οι οποίες, από όλες τις απόψεις, περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους: παραπέμπω, για παράδειγμα, στη σκέψη 37 της αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Höfner και Eiser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979). Επομένως, οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών.
8.
Εν προκειμένω, τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν, ωστόσο, όχι τις διατάξεις της Συνθήκης, αλλά οδηγία η οποία έχει ως σκοπό να θέσει σε εφαρμογή την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Επομένως, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το περιεχόμενο της οδηγίας, καθόσον υπάρχουν προφανώς πολλές καταστάσεις στις οποίες οι οδηγίες έχουν εφαρμογή σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις.
9.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 67/43 ορίζει:
« Τα κράτη μέλη καταργούν, υπέρ των φυσικών προσώπων και των εταιριών που προβλέπονται στον τίτλο Ι των γενικών προγραμμάτων για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (που στο εξής καλούνται “ δικαιούχοι ” ), τους περιορισμούς που αναφέρονται στον τίτλο III των εν λόγω γενικών προγραμμάτων, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 3. »
10.
Το άρθρο 2 της οδηγίας αναφέρει διάφορες δραστηριότητες που συνδέονται με τις συναλλαγές επί ακινήτων. Το άρθρο 3 αφορά « υπηρεσίες παρεχόμενες σε επιχειρήσεις που δεν έχουν ταξινομηθεί αλλού ».
11.
Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του γενικού προγράμματος για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 3, στο εξής: γενικό πρόγράμμα για τις υπηρεσίες) και του γενικού προγράμματος για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 7, στο εξής: γενικό πρόγραμμα για την ελευθερία εγκαταστάσεως).
12.
Οι περιορισμοί που απαγορεύονται με την οδηγία είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στον τίτλο III των γενικών προγραμμάτων. Από την εξέταση των δύο αυτών τίτλων III προκύπτει ότι τα γενικά προγράμματα αφορούν μόνον τα μέτρα με τα οποία εισάγεται άμεση ή συγκεκαλυμμένη διάκριση κατά των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. 'Ετσι, το σημείο Α, πρώτο εδάφιο, του τίτλου III του γενικού προγράμματος για τις υπηρεσίες επιβάλλει την κατάργηση « κάθε απαγορεύσεως ή παρεμποδίσεως των μη μισθωτών δραστηριοτήτων του παρέχοντος υπηρεσία η οποία συνίσταται σε διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους ημεδαπούς ». Από το τελευταίο εδάφιο του σημείου Α προκύπτει σαφώς ότι τόσο οι άμεσες όσο και οι συγκεκαλυμμένες διακρίσεις πρέπει να εξαλειφθούν. Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνονται και στο γενικό πρόγραμμα για την ελευθερία εγκαταστάσεως (βλ. σημείο Α, πρώτο εδάφιο, και σημείο Β του τίτλου III ).
13.
Η επιβεβαίωση ότι η οδηγία αφορά μόνον τα μέτρα που εισάγουν διακρίσεις βρίσκεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο ορίζει:
« Τα κράτη μέλη καταργούν εκείνους ιδίως τους περιορισμούς, οι οποίοι:
α)
παρακωλύουν την εγκατάσταση δικαιούχων ή την παροχή υπ' αυτών υπηρεσιών στη χώρα υποδοχής, υπό τους αυτούς όρους και με τα αυτά δικαιώματα, όπως και οι ημεδαποί·
β)
απορρέουν από διοικητική πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα τη διακριτική σε σχέση με τους ημεδαπούς μεταχείριση των δικαιούχων ».
Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα της οδηγίας υποκαταστάθηκε, μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου, από το άμεσο αποτέλεσμα των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης.
14.
Παρατηρείται ότι η τελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας αναφέρει ότι « δεν ενδείκνυται να ληφθούν από τώρα ( ... ) μέτρα σχετικά με τον συντονισμό των διατάξεων και την αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ». Επομένως, με την οδηγία δεν επιδιώκεται η εναρμόνιση των προϋποθέσεων που διέπουν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του κτηματομεσίτη στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν παραβαίνει την οδηγία επιφυλάσσοντας την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών στα πρόσωπα τα οποία κατέχουν ορισμένους τίτλους, περιλαμβανομένης και της εγγραφής σε ειδική επαγγελματική ένωση, υπό τον όρο ότι το κράτος αυτό, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν εισάγει καμιά δυσμενή διάκριση, άμεση ή συγκεκαλυμμένη, έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών.
15.
Το Ministerio fiscal ( ισπανική εισαγγελική αρχή ) υπογραμμίζει με τις παρατηρήσεις του ότι η Ισπανία έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την οδηγία εκδίδοντας το βασιλικό διάταγμα 1464/88, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, του οποίου το άρθρο 1 επιτρέπει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να εγκατασταθούν στην Ισπανία ως κτηματομεσίτες και να παρέχουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες υπό τους ίδιους όρους όπως και οι Ισπανοί υπήκοοι.
16.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι σαφές ότι οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, οι οποίοι δεν έχουν ασκήσει τη δραστηριότητα του κτηματομεσίτη ούτε έχουν αποκτήσει έναν τίτλο που να τους επιτρέπει να ασκούν τέτοια δραστηριότητα σε ένα άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να επικαλούνται την οδηγία έναντι του δικαίου του δικού τους κράτους μέλους το οποίο απαιτεί απ' αυτούς την κατοχή ενός ειδικού τίτλου για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού.
17.
Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση αυτή στο πρώτο ερώτημα, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Συμπέρασμα
18.
Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Juzgado de lo Penal αριθ. 4 του Alicante να απαντήσει ως εξής:
« Η οδηγία 67/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επιφυλάσσει τις δραστηριότητες που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής στους κατόχους επαγγελματικού τίτλου κτηματομεσίτη υπό τον όρο ότι το κράτος αυτό, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν εισάγει καμιά διάκριση έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική
Full & Egal Universal Law Academy