ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 5ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεόρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που σας υπέβαλε το Arbeitsgericht Elmshorn ανέκυψαν στο πλαίσιο υποθέσεως στην οποία δεν φαίνεται να είναι δυνατή η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Ο Steen εργάζεται ως « τεχνικός » στο Deutsche Bundespost από τις 15 Μαρτίου 1973. Στις 12 Ιουλίου 1985 υπέβαλε αίτηση για θέση « τεχνικού συντηρήσεως, εποπτείας, διαχειρίσεως αποθήκης » της « mittlerer ( technischer ) Dienst » ( θέση τεχνικού μέσης κατηγορίας). Κατόπιν της αποφάσεως του Ομοσπονδιακού Υπουργού Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών της 14ης Μαΐου 1985, η πρόσληψη στις θέσεις τεχνικών μέσης κατηγορίας υπόκειται σε διετή εκπαιδευτική άσκηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ασκούμενος απασχολείται υπó καθεστώς συμβατικής σχέσεως ιδιωτικού όικαίον. Ο αιτών πρέπει εξάλλου να δηλώσει ότι αποδέχεται να διοριστεί ως δημόσιος υπάλληλος μετά την ολοκλήρωση της εκπαιδεύσεως.
3.
Ο Steen προέβη στην εν λόγω δήλωση τον Ιούλιο του 1985 και τον επόμενο μήνα άρχισε τη διετή εκπαιδευτική άσκηση στη θέση Dp Α7 Pt/M με αποδοχές βαθμού Ι α. Στις 13 Οκτωβρίου 1987 πέτυχε στις εξετάσεις για την πρόσληψη σε θέσεις τεχνικών μέσης κατηγορίας. Με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1987 δήλωσε, ωστόσο, ότι επιθυμούσε να εξακολουθήσει να εργάζεται και στο μέλλον με σχέση ιδιωτικού δικαίου και ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωση του.
4.
Πράγματι, φαίνεται ότι η ιδιότητα του συμβασιούχου παρουσίαζε για τον Steen οικονομικά οφέλη σε σχέση με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου: την 1η Μαΐου 1988 οι καθαρές αποδοχές βαθμού Ια που καταβάλλονταν στον ενάγοντα ανέρχονταν σε 2644,04 γερμανικά μάρκα (DM), ενώ αν εργαζόταν υπό καθεστώς δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως οι καθαρές αποδοχές του στον βαθμό Α5, την ίδια ημερομηνία, θα ανέρχονταν σε 2416,39 DM. Νομίζω επίσης ότι, κατά την κρατούσα στη γερμανική θεωρία άποψη, δεν επιτρέπεται στους υπαλλήλους του Deutsche Bundespost να ασκήσουν το δικαίωμα της απεργίας, το οποίο αντιθέτως αναγνωρίζεται σε όσους εργάζονται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.
5.
Ο Steen, όταν διορίστηκε στις 12 Νοεμβρίου 1987 σε θέση εργαζομένου με αποδοχές βαθμού II α, προσέβαλε την εν λόγω απόφαση του Deutsche Bundespost ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Καθόσον δεν επιτρέπεται η πρόσληψη υπηκόων των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας στις θέσεις δημοσίων υπαλλήλων και, ως εκ τούτου, μόνο για τους Γερμανούς υπηκόους περιορίζεται χρονικά η δυνατότητα να κατέχουν θέση υπό καθεστώς συμβατικής σχέσεως, ο Steen θεώρησε ότι υπήρξε θύμα δυσμενούς διακρίσεως αντίθετης προς τα άρθρα 7 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
6.
To δικαστήριο το οποίο επελήφθη της υποθέσεως σας υπέβαλε, κατόπιν αυτού, τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 7 και 48, παράγραφοι 2 και 4, της Συνθήκης ΕΟΚ.
7.
Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση μπορείτε να δώσετε στο εθνικό δικαστήριο στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου για τη λύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του.
8.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία σας,
« οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων διατάξεις της Συνθήκης και η κανονιστική ρύθμιση που εθεσπίσθη για την εκτέλεση τους δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
Τούτο ασφαλώς συμβαίνει στην περίπτωση εργαζομένων που δεν έχουν ποτέ ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας » ( 1 ).
9.
Καίτοι τίποτε δεν εμποδίζει τον Steen, Γερμανό υπήκοο, να επικαλεστεί τις διατάξεις των άρθρων 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ έναντι του ίδιου του κράτους ( 2 ) του οποίου είναι υπήκοος, ο Steen δεν έκανε ωστόσο ποτέ χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και, συγκεκριμένα, ούτε εργάστηκε ούτε εκπαιδεύτηκε ούτε έλαβε δίπλωμα σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας. Όταν πρόκειται για καταστάσεις καθαρώς εσωτερικές ενός κράτους μέλους, οι κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δεν εφαρμόζονται. Αυτό που η θεωρία εκφράζει με τον όρο « αντίστροφες διακρίσεις » δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να εξεταστεί με βάση τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
10.
Ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 7 της Συνθήκης, αφού απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας μόνο « εντός του πεδίου εφαρμογής της (... ) Συνθήκης ». Επισημαίνω επιπλέον ότι, κατά τη νομολογία σας, το άρθρο 7
« μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε περιπτώσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων » ( 3 ).
Όμως, το άρθρο 48, παράγραφος 2, αποτελεί ειδική έκφραση, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, της ίδιας αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ( 4 ).
11.
Προτείνω επομένως να απαντήσετε ως εξής:
« Τα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. και οι διατάξεις που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή τους δεν εφαρμόζονται σε καθαρώς εσωτερικές καταστάσεις των κρατών μελών, όπως η περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος ούτε είχε την κατοικία του ούτε εργάστηκε ούτε εκπαιδεύτηκε ή ειδικεύτηκε σε άλλο κράτος μέλος. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982, υποθέσεις 35/82 και 36/82, Morson kai Jhanjan ( Συλλογή 1982, σ. 3723, σκέψεις 16 και 17) βλ. επίσης, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 155/78, Sanders (Rec. 1978, σ. 1129, σκέψη 11 ) της 28ης Ιουνίου 1984, υπόθεση 180/83, Moser ( Συλλογή 1984, σ. 2539, σκέψη 15) της 23ης Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 298/84, Iorio ( Συλλογή 1986, σ. 247, σκέψη 14) της 17ης Δεκεμβρίου 1987, υπόθεση 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψη 15).
( 2 ) Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 115/78, Knoors (Rec. 1979, σ. 399, σκέψη 24) της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, υπόθεση 271/82, Auer, (Συλλογή 1983, σ. 2727) της 19ης Ιανουαρίου 1988, υπόθεση 292/86, Gullung ( Συλλογή 1988, σ. 111, σκέψεις 10 έως 13 ) της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, υπόθεση 130/88, Van de Bijl ( Συλλογή 1989, σ. 3039 ).
( 3 ) Αποφάσεις της 30ής Matou 1989, υπόθεση 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψη 13) της 7ης Μαρτίου 1991, υπόθεση C-10/90, Masgio (Συλλογή 1991, σ. I-1119).
( 4 ) Για παρόμοια περίπτωση στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, βλ την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, υπόθεση C-41/90, Höfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I-1981, σκέψεις 35 έως 40).
Full & Egal Universal Law Academy