Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στις 19 Ιουνίου 1982, ο Hinger, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπήρξε θύμα ατυχήματος κατά τη διάρκεια αγώνων σκοποβολής. Είναι βέβαιον εν προκειμένω ότι υπεύθυνος για το ατύχημα ήταν ο Joris.
Κατόπιν του ατυχήματος αυτού, το ταμείο ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κάλυψε τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως του Hinger. Επιπλέον, η Επιτροπή κατέβαλε στον εν λόγω υπάλληλο το ποσό των 50 218 βελγικών φράγκων (BFR), όταν αναγνωρίστηκε στον τελευταίο μόνιμη μερική ανικανότητα 1 %. Το ποσό αυτό μαζί με ένα ποσό 10 619 BFR, αντιστοιχούν σε ιατρικά έξοδα μη καλυφθέντα από το προαναφερθέν ταμείο ασθενείας, αποδόθηκαν στην Επιτροπή από την ασφαλιστική εταιρία Royale belge δυνάμει συμβάσεως της εν λόγω εταιρίας με την Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, κατά την εν λόγω σύμβαση, η ανωτέρω εταιρία υποκαθίσταται στα δικαιώματα της Επιτροπής, η οποία με τη σειρά της υποκαθίσταται - δυνάμει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) - στα δικαιώματα του Hinger.
Επικαλούμενη την υποκατάσταση αυτή, η Royale belge ενήγαγε τον Joris ενώπιον του tribunal de paix του Λουξεμβούργου ζητώντας την απόδοση των καταβληθέντων απ' αυτήν ποσών, ανερχομένων σε 60 837 BFR. Ο Joris προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, δεδομένου ότι στις 23 Νοεμβρίου 1982, ήτοι προ της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή κατέβαλε στον υπάλληλό της τις παροχές που του οφείλοντο δυνάμει του ΚΥΚ, είχε μεσολαβήσει συμφωνία
μεταξύ του Joris και του Hinger, επί τη βάσει της οποίας ο τελευταίος είχε λάβει 32 000 BFR εις ανόρθωση της ζημίας που είχε υποστεί συνεπεία του ατυχήματος. Κατά την άποψη του εναγομένου, η σύμβαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση του χρέους του, δεδομένου ότι ο Hinger αναγνώρισε εγγράφως - όπως προκύπτει από την απόδειξη εξοφλήσεως της συμβατικώς ορισθείσης αποζημιώσεως - ότι δεν είχε πλέον καμία απαίτηση εκ του ατυχήματος κατά του εναγομένου ή του ασφαλιστού του. Κατά συνέπεια, κατά τον Joris, δεν υφίστανται πλέον σχετικά δικαιώματα του Hinger κατά συνέπεια, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Royale belge - για λογαριασμό της πρώτης - δεν μπορούν να ασκήσουν, δυνάμει υποκαταστάσεως, δικαιώματα που είναι πλέον ανύπαρκτα.
Κληθέν να επιλύσει τη διαφορά, το tribunal de paix του Λουξεμβούργου υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ζητεί να ερμηνευθούν οι εφαρμοστέες διατάξεις του ΚΥΚ, τόσο όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά (άρθρο 73, παράγραφος 4) όσο και όπως ισχύουν επί του παρόντος (άρθρο 85α, παράγραφος 1). Ειδικότερα, το παραπέμπον δικαστήριο, υποθέτοντας ότι το αντιτάξιμο της συμφωνίας εξαρτάται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο λαμβάνει χώρα η υποκατάσταση, ερωτά αν η εκ του νόμου υποκατάσταση των Κοινοτήτων χωρεί αμέσως - κατά τον χρόνο επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος - ή μόνον από και διά της καταβολής.
2. Υπενθυμίζω καταρχάς ότι στο άρθρο 73, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά, οριζόταν ότι "οι Κοινότητες, εντός των ορίων των υποχρώσεών τους που απορρέουν από τα άρθρα 72, 73 και 75, υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματα του υπαλλήλου ή των διαδόχων του όσον αφορά την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά του τρίτου ο οποίος ευθύνεται για το ατύχημα που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό του υπαλλήλου ή των ασφαλισμένων επ' ονόματί του προσώπων". Το άρθρο 85α,
παράγραφος 1, που ρυθμίζει επί του παρόντος το ζήτημα (1), δεν διαφέρει ουσιωδώς, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, από το προϊσχύσαν κείμενο.
Από τη διατύπωση - ατυχή άλλωστε - του άρθρου 73, παράγραφος 4, συνάγεται, πρώτον, ότι το δικαίωμα υποκαταστάσεως των Κοινοτήτων αφορά μόνο τις προβλεπόμενες στον ΚΥΚ παροχές κατά συνέπεια, το δικαίωμα λήψεως παροχών που δεν καλύπτονται από τον ΚΥΚ παραμένει δικαίωμα του θύματος ή των ελκόντων απ' αυτό δικαιώματα. Δεύτερον, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για αυτόματη υποκατάσταση ("αυτοδικαία"), υπό την έννοια ότι αυτή χωρεί χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη συγκατάθεση του προσώπου τα δικαιώματα του οποίου αφορά η υποκατάσταση.
3. Φρονώ ωστόσο ότι με την επισήμανση του αυτόματου χαρακτήρα της υποκαταστάσεως δεν δίδεται ακόμη απάντηση στο ερώτημα που μας απασχολεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι απομένει να προσδιοριστεί από ποίου χρονικού σημείου λειτουργεί (...) ο "αυτοματισμός".
Προς υποστήριξη της απόψεως ότι η αυτόματη υποκατάσταση χωρεί από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, προβλήθηκαν κατ' επανάληψη, τόσο κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 63/79 και 64/79 (2), και ιδίως το σημείο όπου ο γενικός εισαγγελέας αναφέρει ότι το δικαίωμα υποκαταστάσεως υπέρ των Κοινοτήτων
έχει ως συνέπεια ότι "ο υπάλληλος ή οι έλκοντες απ' αυτόν δικαιώματα χάνουν πλήρως τα δικαιώματά τους".
Ωστόσο, μολονότι είναι γεγονός ότι η κατηγορηματική πρόταση σύμφωνα με την οποία οι κοινοτικοί υπάλληλοι αποστερούνται παντός δικαιώματος να στραφούν κατά του ευθυνομένου τρίτου, χωρίς οιαδήποτε αναφορά στη μεσολαβήσασα καταβολή, φαίνεται να ενισχύει την υπό εξέταση άποψη, πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην πραγματικότητα δεν προσδιορίζεται από ποίου χρονικού σημείου, σε περίπτωση υπάρξεως δικαιώματος υποκαταστάσεως υπέρ των Κοινοτήτων, τα υποκείμενα στον ΚΥΚ πρόσωπα "χάνουν καθ' ολοκληρία τα δικαιώματά τους". Με άλλα λόγια, η ερμηνεία του γενικού εισαγγελέα Warner η οποία, άλλωστε, αφορούσε υπόθεση στην οποία η αποζημίωση από τον ευθυνόμενο τρίτο έλαβε χώρα μετά την καταβολή των προβλεπομένων στον ΚΥΚ παροχών, προσδιορίζει τις συνέπειες της υποκαταστάσεως, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει τη χρονική στιγμή από της οποίας η τελευταία επάγεται τις εν λόγω συνέπειες.
4. Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ζητείται αντιθέτως να προσδιοριστεί αν η υποκατάσταση, όπως προβλέπεται από τον ΚΥΚ, συνεπάγεται, κατόπιν του ατυχήματος και ανεξαρτήτως της καταβολής, μετάβαση των δικαιωμάτων του θύματος στο εμπλεκόμενο όργανο κατ' ουσίαν δηλαδή αν το δικαίωμα υποκαταστάσεως υπέρ των Κοινοτήτων μπορεί να χαρακτηριστεί ως "ιδιότυπο" είδος υποκαταστάσεως (3).
Επ' αυτού υποστηρίχθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσης διαδικασίας ότι από αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η υποκατάσταση των Κοινοτήτων προβλέπεται εντός των ορίων των υποχρεώσεων που τις βαρύνουν κατόπιν του ζημιογόνου γεγονότος δυνάμει του ΚΥΚ και όχι εντός των ορίων των πράγματι
καταβληθεισών παροχών σημαίνει ότι η υποκατάσταση χωρεί από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.
Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από την εν λόγω διάταξη συνάγεται τουλάχιστον ότι η καταβολή δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της "υποκαταστάσεως" των Κοινοτήτων στα δικαιώματα των υπαλλήλων τους. Αντίθετα, για να χωρήσει η υποκατάσταση, όπως προκύπτει από την ίδια τη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση, αρκεί να επαληθευθεί ότι οι Κοινότητες έχουν την υποχρέωση, δυνάμει του ΚΥΚ, να καταβάλουν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως στους υπαλλήλους τους, παροχές που έχουν ως αποτέλεσμα - καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω - να ανορθώσουν τη ζημία που έχει προκληθεί από ατύχημα, την ευθύνη για το οποίο φέρει τρίτο πρόσωπο. Δεν νομίζω δε ότι μπορούν ευλόγως να διατηρούνται αμφιβολίες ως προς το ότι η συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως μπορεί να διαπιστωθεί από του χρονικού σημείου της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Αρκεί να παρατηρηθεί ότι το δικαίωμα λήψεως των προβλεπομένων στο άρθρο 72 του ΚΥΚ παροχών (έξοδα ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως) είναι κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένο και ότι τα ατυχήματα που δεν καλύπτονται από το άρθρο 73 (το οποίο αφορά ακριβώς τις καταβαλλόμενες κατόπιν ατυχήματος παροχές) προσδιορίζονται σαφώς στις διατάξεις που θεσπίστηκαν ενόψει της εφαρμογής της ιδίας αυτής διατάξεως.
Τελικώς, λαμβανομένου υπόψη ότι τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται επίσης να καταβάλλουν τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως κατόπιν ατυχήματος για το οποίο ευθύνεται τρίτο πρόσωπο, συνάγεται ότι οι Κοινότητες φέρουν αναμφισβήτητα τουλάχιστον ένα μέρος του βάρους των συνεπειών του ζημιογόνου γεγονότος: ειδικότερα, βαρύνονται τουλάχιστον με τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που καλύπτει το ταμείο ασθενείας. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, για να λάβει χώρα η υποκατάσταση αρκεί η προκληθείσα
στον υπάλληλο ζημία (ή μέρος της ζημίας αυτής) να συνεπάγεται για τις Κοινότητες την υποχρέωση καταβολής των προβλεπομένων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως γεγονός που ακριβώς έχει ως συνέπεια να μη δικαιούται ο υπάλληλος να αξιώσει αποζημίωση για την ίδια ζημία από τον ευθυνόμενο τρίτο.
Ας προστεθεί ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, "σκοπός του δικαιώματος υποκαταστάσεως των Κοινοτήτων είναι να αποτραπεί η αποζημίωση του υπαλλήλου δύο φορές για την ίδια ζημία" (4). 'Ομως, μολονότι είναι γεγονός ότι ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τη βοήθεια διαφόρων μηχανισμών (και μάλιστα ακόμη και χωρίς υποκατάσταση), πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι, δεδομένου ότι οι Κοινότητες υποχρεούνται σε κάθε περίπτωση να καταβάλουν τις παροχές τις οποίες ο υπάλληλος δικαιούται να λάβει βάσει του ΚΥΚ, η σώρευση δεν μπορεί να αποφευχθεί παρά μόνο αν ο υπάλληλος στερηθεί οιασδήποτε ενεργητικής νομιμοποιήσεως έναντι του ευθυνομένου τρίτου όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας, καθόσον, εννοείται ότι η εν λόγω ζημία πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, να αποκατασταθεί από τις Κοινότητες με τη χορήγηση των προβλεπομένων από τον ΚΥΚ παροχών.
Επομένως, με βάση τις προηγηθείσες παρατηρήσεις οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η υποκατάσταση των Κοινοτήτων στα δικαιώματα των υπαλλήλων τους χωρεί από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.
5. Το συμπέρασμα αυτό αποτελεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε από το παραπέμπον δικαστήριο. θεωρώ, ωστόσο, απαραίτητο να αναφερθώ ειδικά στο ζήτημα του αντιταξίμου συμφωνίας συναφθείσης μεταξύ του υπευθύνου τρίτου και του κοινοτικού υπαλλήλου και - γενικότερα - στο αν ο ευθυνόμενος τρίτος, που ανόρθωσε τη ζημία με απευθείας καταβολή στον υπάλληλο, μπορεί να αντιτάξει στα κοινοτικά όργανα την εν λόγω καταβολή.
Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της σχέσεως που συνδέει τον υπάλληλο και το κοινοτικό όργανο και της σχέσεως που δημιουργείται μεταξύ του τελευταίου και του ευθυνομένου τρίτου. Μολονότι είναι γεγονός ότι η υποκατάσταση των Κοινοτήτων στα δικαιώματα του υπαλλήλου χωρεί από και διά της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, διατηρώ κάποιες αμφιβολίες ως προς το ότι η εν λόγω υποκατάσταση παράγει τα αποτελέσματά της με εξίσου αυτόματο τρόπο έναντι του ευθυνομένου τρίτου, εις τρόπον ώστε ο τελευταίος να μην μπορεί να επικαλεστεί συμφωνία που συνήψε εγκύρως βάσει του κοινού δικαίου.
Επ' αυτού επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι δεν θεωρώ πολύ πειστική την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία ο υπεύθυνος τρίτος, μολονότι ενήργησε καλοπίστως, δεν μπορεί να αντιτάξει την πραγματοποιηθείσα καταβολή λόγω του ότι ο ΚΥΚ αποτελεί κανονισμό, ως εκ τούτου δε ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.
6. Παρατηρείται, καταρχάς, ότι σκοπός των διατάξεων του ΚΥΚ είναι κατ' ουσίαν να καθορίσουν τη νομική θέση των υπαλλήλων έναντι των οργάνων στα οποία υπάγονται. Μολονότι δε είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση 137/80 δέχθηκε ότι, "πέραν των αποτελεσμάτων που επάγεται στο εσωτερικό της κοινοτικής διοικήσεως, ο ΚΥΚ δεσμεύει επίσης τα κράτη μέλη καθόσον η αρωγή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του" (5), και συνεπώς έκρινε ότι ο ΚΥΚ μπορεί να επάγεται αποτελέσματα και έναντι των τρίτων, θα δίσταζα να δεχθώ ότι ένας κανόνας του ΚΥΚ σαν αυτόν που ενδιαφέρει εν προκειμένω έχει επίσης άμεσες επιπτώσεις στην ατομική σφαίρα του τρίτου, σε σημείο που να του στερεί τη δυνατότητα να συνάψει συμφωνία ή να καθιστά μάταιη τη χρησιμοποίηση της δυνατότητας αυτής, αφού η εν λόγω συμφωνία θα
καθίστατο μη αντιτάξιμη επιπλέον, μια τέτοια λύση συνεπάγεται και απόκλιση από τη λειτουργία, στα πλαίσια του κοινού δικαίου, της υποκαταστάσεως σε θέματα ευθύνης για αποζημίωση. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι η τοποθέτηση του Δικαστηρίου που μόλις εκτέθηκε αφορά περίπτωση κατά την οποία η αποτελεσματική εφαρμογή της διατάξεως του ΚΥΚ (που υποβλήθηκε στον έλεγχό του) μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνο χάρη στη συνεργασία των κρατών μελών. Αντίθετα, στην εξεταζόμενη εν προκειμένω περίπτωση, η κατάσταση είναι αναμφισβήτητα διαφορετική.
Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δομή του αυτή καθεαυτή, ο κανόνας περί υποκαταστάσεως απευθύνεται αναμφισβήτητα κατά πρώτον και κυρίως για τον υπάλληλο, ο οποίος υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τον εν λόγω κανόνα. Προς τον σκοπό αυτό αρκεί ο υπάλληλος να μη δεχθεί από τον ευθυνόμενο τρίτο οιοδήποτε ποσό έναντι της ζημίας για την οποία έχει ήδη αποζημιωθεί ή πρόκειται σε κάθε περίπτωση να αποζημιωθεί από το οικείο όργανο.
Η υιοθέτηση διαφορετικής λύσεως θα είχε ως αποτέλεσμα να φέρει εξ ολοκλήρου ο τρίτος ευθυνόμενος για το ατύχημα το βάρος των συνεπειών της παραβάσεως εκ μέρους του υπαλλήλου του κανόνος του ΚΥΚ για τον οποίο πρόκειται, δεδομένου ότι ο εν λόγω τρίτος θα ήταν υποχρεωμένος να κινήσει δικαστικό αγώνα για την αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού. Αντίθετα, η εκ μέρους του υπαλλήλου παράβαση ενός κανόνος του οποίου είναι ρητώς ο αποδέκτης δεν θα είχε καμία σημασία στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως.
7. Περαιτέρω, και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι όλα τα πρόσωπα που διαμένουν στο κοινοτικό έδαφος οφείλουν να γνωρίζουν την ύπαρξη των κανόνων του ΚΥΚ που μπορούν να έχουν οιεσδήποτε συνέπειες γι' αυτά, εκ μόνου του γεγονότος ότι έρχονται σε "επαφή" με πρόσωπο το οποίο διέπεται από τον ΚΥΚ (και ακόμα και αν υποτίθετο ότι είναι κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση δυνατόν να διαγνωστεί ποια πρόσωπα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
του ΚΥΚ (6)), φρονώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχουν άλλοι λόγοι που αντιστρατεύονται τη θέση της Επιτροπής.
Πέραν του ότι, προφανώς, το κατά την Επιτροπή αποτέλεσμα του Κανονισμού περιορίζεται σε κάθε περίπτωση στα ατυχήματα που συμβαίνουν στο κοινοτικό έδαφος, υπενθυμίζεται ότι ορισμένοι κανόνες του ΚΥΚ παραπέμπουν σε ειδικές ρυθμίσεις που συνιστούν τρόπον τινά τους ειδικούς όρους εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 73 του ΚΥΚ, κανόνα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επί τη βάσει του οποίου ο υπάλληλος καλύπτεται κατά των κινδύνων ατυχήματος "κατά τους όρους που καθορίζονται με ρύθμιση θεσπιζομένη κατόπιν κοινής συμφωνίας των οργάνων των Κοινοτήτων, μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής για θέματα Κανονισμού". Η "ρύθμιση σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", που θεσπίστηκε ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 73 του ΚΥΚ, αποτελεί κείμενο στερούμενο οιασδήποτε σημασίας εκτός του χώρου των Κοινοτήτων, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ποια ατυχήματα διέπονται από το καθεστώς της αποζημιώσεως καθώς και τους μη καλυπτομένους κινδύνους.
'Ομως, μόνον εφόσον έχει γνώση της ρυθμίσεως αυτής μπορεί ο ευθυνόμενος τρίτος να διαπιστώσει αν ο υπάλληλος, για το συγκεκριμένο είδος ατυχήματος, καλύπτεται από την κοινοτική του ασφάλεια. Επ' αυτού αρκεί να παρατηρηθεί ότι η υιοθέτηση λύσεως που θα επέρριπτε στον τρίτο υπεύθυνο ατυχήματος, θύμα του οποίου είναι κοινοτικός υπάλληλος, την υποχρέωση να γνωρίζει όχι μόνο τον ΚΥΚ αλλά ακόμη και ρύθμιση εσωτερικού χαρακτήρα, θα εστερείτο οιουδήποτε νομικού ερείσματος.
8. 'Οσον αφορά την προαναφερθείσα ρύθμιση, πρέπει, νομίζω, περαιτέρω να επιστήσω την προσοχή στο άρθρο της 8, το οποίο ρυθμίζει ακριβώς (...) τους όρους και τις προϋποθέσεις υποκαταστάσεως σε περίπτωση ατυχήματος, προβλέποντας, στο πρώτο του εδάφιο, ότι οι οφειλόμενες δυνάμει του ΚΥΚ παροχές και αποζημιώσεις καταβάλλονται (στον υπάλληλο ή τους έλκοντες από αυτόν δικαιώματα) μόνον "υπό τον όρο ότι τα εν λόγω πρόσωπα εκχωρούν στις Κοινότητες (...) τις απαιτήσεις τους και τα δικαιώματά τους ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων κατά του τυχόν ευθυνομένου τρίτου".
Πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο, ενόψει του αντιθέτου περιεχομένου της διατάξεως του ΚΥΚ, ότι η ανωτέρω ρύθμιση έχει καταργηθεί σιωπηρώς. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί η τεράστια ασάφεια και η αβεβαιότητα που προκαλείται από μία τέτοια κατάσταση. Εξάλλου, δεν θα αποσιωπήσω τα προβλήματα ερμηνείας που δημιουργεί το δεύτερο και τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, ιδίως δε - καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω - το χωρίο όπου αναφέρεται ότι "ο υπάλληλος ή οι έλκοντες από αυτόν δικαιώματα οφείλουν να λάβουν τη συγκατάθεση του οργάνου στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος προκειμένου να προβούν σε φιλικό διακανονισμό και να συμβιβαστούν με τον ευθυνόμενο τρίτο". Δύο είναι οι πιθανές ερμηνείες: είτε, με την ενσωμάτωση στον ΚΥΚ ενός ειδικού κανόνα (άρθρο 85α), που διέπει στο εξής όλες τις περιπτώσεις υποκαταστάσεως, εσκοπείτο η κατάργηση του άρθρου 8 στο σύνολό του (και, αναμφισβήτητα, στην περίπτωση αυτή θα ήταν ευκτέα μία ρητή κατάργηση) είτε στην υπό εξέταση διάταξη θα πρέπει να αποδοθεί η έννοια - δεδομένου ότι ο υπάλληλος στερείται των δικαιωμάτων από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος - ότι το ίδιο το όργανο στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος μπορεί να παραιτηθεί του δικαιώματός του να στραφεί κατά του ευθυνομένου τρίτου, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό στον υπάλληλο τη δυνατότητα να προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας συμβιβασμού. Στο πλαίσιο της δεύτερης εκδοχής, θα ενισχυόταν, αν χρειαζόταν, η άποψη ότι ο ευθυνόμενος τρίτος μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα να επικαλεστεί τη συμφωνία, χωρίς να υποχρεούται να
γνωρίζει την ύπαρξη της εν λόγω ρυθμίσεως και, κατά μείζονα λόγο χωρίς να υποχρεούται, να γνωρίζει αν ο υπάλληλος έχει λάβει τη συγκατάθεση του οικείου οργάνου προκειμένου να συνάψει συμφωνία ενόψει της αποκαταστάσεως της προκληθείσας ζημίας.
9. Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι επί τη βάσει μίας αρχής που αναγνωρίζεται σε όλες τις έννομες τάξεις των κρατών μελών - ήτοι της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - τα δικαιώματα του ενεργούντος καλοπίστως πρέπει να διασφαλίζονται σε κάθε περίπτωση. 'Οσον αφορά ειδικότερα την περίπτωση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε όλες τις νομοθεσίες των κρατών μελών, καθώς και στη σχετική νομολογία, προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις αποσκοπούσες στην προστασία του ευθυνομένου τρίτου ο οποίος έχει ενδεχομένως καταβάλει απευθείας στο θύμα αποζημίωση εις αποκατάσταση της προκληθείσας από το ατύχημα ζημίας (7).
10. Ενόψει των προηγηθέντων, φρονώ ότι ο τρίτος που ευθύνεται για ατύχημα, θύμα του οποίου υπήρξε κοινοτικός υπάλληλος, μπορεί εγκύρως να αντιτάξει στο ενδιαφερόμενο όργανο που έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα του εν λόγω υπαλλήλου τη μεσολαβήσασα καταβολή. Το συμπέρασμα θα έπρεπε να είναι διαφορετικό μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το κοινοτικό όργανο έχει πληροφορήσει τον τρίτο υπεύθυνο περί της υπάρξεως του δικαιώματος υποκαταστάσεως και της προθέσεώς του να το ασκήσει.
Η αρχή σύμφωνα με την οποία η υποκατάσταση χωρεί αυτοδικαίως πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια πως η υποκατάσταση χωρεί ακόμη και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του υπαλλήλου ή των ελκόντων απ' αυτόν δικαιώματα και όχι πως πραγματοποιείται ανεξαρτήτως της υπάρξεως δηλώσεως προς τον ευθυνόμενο τρίτο με την οποία το ενδιαφερόμενο κοινοτικό όργανο γνωστοποιεί την ύπαρξη του δικαιώματος υποκαταστάσεως που του παρέχει ο ΚΥΚ καθώς και την πρόθεσή του να το ασκήσει. Μόνον δε η δήλωση αυτή βουλήσεως έχει, επαναλαμβάνω, ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιταχθεί στο εν λόγω όργανο ενδεχόμενη συμφωνία συμβιβασμού.
Στην πραγματικότητα, απαντώντας εγγράφως σε ερώτημα υποβληθέν κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η Επιτροπή δέχθηκε ότι δεν ενημέρωσε τον Joris περί της δυνατότητός της να αναχθεί εναντίον του, λόγω του ότι, ενόψει των ποσών που της επιστράφηκαν από τη Royale belge, η άσκηση του δικαιώματος αναγωγής εστερείτο ουσιαστικώς αντικειμένου. Πράγματι δε, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, δεν υπήρξε υποκατάσταση ως προς τα ιατρικά έξοδα που καλύφθηκαν από το ταμείο ασθενείας των Κοινοτήτων.
Δεν νομίζω πως μπορώ να συμμεριστώ την άποψη της Επιτροπής. Θα αρκεστώ μόνο να παρατηρήσω σχετικώς ότι, κατά τον ΚΥΚ, το κοινοτικό όργανο είναι εκείνο που υποκαθίσταται στα δικαιώματα του υπαλλήλου του κατά τη στιγμή επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος η υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του οργάνου, που χωρεί επί τη βάσει συμφωνίας και διέπεται από το κοινό βελγικό δίκαιο πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι από και διά της καταβολής. Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστής του κοινοτικού οργάνου δεν έχει τη δυνατότητα να εμφανιστεί στον ευθυνόμενο τρίτο παρά μόνο μετά την πραγματοποίηση της καταβολής, δηλαδή σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Επομένως, εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στο κοινοτικό όργανο να έλθει σε επαφή με τον ευθυνόμενο τρίτο η υιοθέτηση διαφορετικής λύσεως θα είχε ως αποτέλεσμα ότι, σε περιπτώσεις σαν αυτή που ενδιαφέρει εν
προκειμένω, η ίδια η Επιτροπή θα παρέβλαπτε το δικαίωμα υποκαταστάσεως του ασφαλιστή της.
11. Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις δεν πρέπει προφανώς να συναχθεί ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι μπορούν να αποζημιώνονται δύο φορές για την ίδια ζημία. Συγκεκριμένα, ο οικείος κανόνας του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι ο υπάλληλος ή οι έλκοντες απ' αυτόν δικαιώματα ευθύνονται έναντι του κοινοτικού οργάνου για τις αρνητικές επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους στο δικαίωμα υποκαταστάσεως. Δηλαδή, ο κοινοτικός υπάλληλος φέρει ακέραια την ευθύνη έναντι του ενδιαφερομένου οργάνου εφόσον η συμπεριφορά του εμποδίζει το εν λόγω όργανο να ασκήσει αγωγή κατά του τρίτου προς αναζήτηση των καταβληθεισών παροχών.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το εν λόγω όργανο δικαιούται και οφείλει να παρακρατήσει το ποσό που έχει ήδη εισπραχθεί από τον υπάλληλο εάν το πρώτο δεν έχει ακόμη καταβάλει ολόκληρο το ποσό που του οφείλει δυνάμει του ΚΥΚ άλλως δε να αξιώσει, διά της ασκήσεως αγωγής προς αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος, την επιστροφή της διαφοράς, σε περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος έχει ήδη λάβει τόσο την αποζημίωση του ευθυνομένου τρίτου όσο και τις οφειλόμενες δυνάμει του ΚΥΚ παροχές.
Εν κατακλείδι: α) το δικαίωμα υποκαταστάσεως υπέρ των Κοινοτήτων χωρεί έναντι του υπαλλήλου αυτομάτως από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος β) ο ευθυνόμενος για το ατύχημα τρίτος μπορεί να αντιτάξει στο οικείο κοινοτικό όργανο την ήδη πραγματοποιηθείσα καταβολή αποζημιώσεως, εκτός εάν το εν λόγω όργανο τον είχε ενημερώσει εκ των προτέρων περί της υπάρξεως του δικαιώματος υποκαταστάσεως και της προθέσεώς του να το ασκήσει, και γ) ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του κοινοτικού οργάνου στην περίπτωση κατά την οποία παραβλάπτει το δικαίωμα υποκαταστάσεως του τελευταίου.
Περαιτέρω επισημαίνεται ότι η προτεινομένη εν προκειμένω λύση ισχύει και σε σχέση με το άρθρο 85α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
12. Ενόψει των προηγηθέντων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε το tribunal de paix του Λουξεμβούργου ως εξής:
"α) Το άρθρο 73, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, καθώς και το νέο κείμενο του εν λόγω κανονισμού, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 85α, παράγραφος 1, έχουν την έννοια ότι η υποκατάσταση των Κοινοτήτων στις απαιτήσεις και τα δικαιώματα ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων προσώπου διεπομένου από τον ΚΥΚ ή των ελκόντων από αυτό δικαιώματα, κατά τρίτου προσώπου ευθυνομένου για το ατύχημα και μέχρι του ποσού των παροχών που καταβάλλονται εις εκπλήρωση των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεων, χωρεί από του χρονικού σημείου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος
β) η υποκατάσταση παράγει τα αποτελέσματά της έναντι του ευθυνομένου τρίτου μόνο κατόπιν κοινοποιήσεως του ενδιαφερομένου οργάνου με την οποία αυτό γνωστοποιεί στον εν λόγω τρίτο την ύπαρξη του δικαιώματος αποκαταστάσεως και της προθέσεώς του να το ασκήσει
γ) ο κοινοτικός υπάλληλος φέρει ευθύνη έναντι του οργάνου στο οποίο υπάγεται, στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία συμφωνίας ή άλλως, παραβλάπτει το δικαίωμα υποκαταστάσεως του εν λόγω οργάνου. Στην περίπτωση αυτή, το κοινοτικό όργανο μπορεί να παρακρατήσει από το ποσό που οφείλεται δυνάμει του ΚΥΚ στον υπάλληλο ή τους έλκοντες από αυτόν δικαιώματα το ποσό που τα εν λόγω πρόσωπα έχουν ήδη εισπράξει, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει ακόμη προβεί σε καταβολή των εν λόγω παροχών, ή να απαιτήσει απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος για το ποσό της διαφοράς."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι "όταν ένας τρίτος ευθύνεται για (...) το ατύχημα (...) ατόμου που αναφέρεται στον παρόντα Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης, οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως, μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου".
(2) Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1980, Boizard κατά Επιτροπής (Racc. 1980, σ. 2992, 2998).
(3) Παρατηρείται πράγματι ότι, σε όλες τις έννομες τάξεις των κρατών μελών, η έννοια της "υποκαταστάσεως" αναφέρεται αποκλειστικά στη μετάβαση προς τον υποκαθιστώμενο των δικαιωμάτων του προηγουμένου δικαιούχου, διά και από της καταβολής.
(4) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982, 103/81, Chaumont-Bartel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 1003, σκέψη 11).
(5) Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1981, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 8).
(6) Είναι ίσως χρήσιμο να τονιστεί ότι ο ΚΥΚ εφαρμόζεται και ως προς τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα συνεπεία της σχέσεώς τους με τον υπάλληλο και ότι, όσον αφορά τα έξοδα ιατρικής και φαρμακευτικής περιθάλψεως, το δικαίωμα υποκαταστάσεως των Κοινοτήτων καλύπτει και τις παροχές αυτές.
(7) Αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα, ενόψει και των αναφερθέντων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι ακόμη και η νομοθεσία του Λουξεμβούργου για την οποία έγινε λόγος από το παραπέμπον δικαστήριο, στα πλαίσια της οποίας οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως υποκαθίστανται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά τη στιγμή επελεύσεως του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος και κατά συνέπεια έχουν ίδιο δικαίωμα να στραφούν δικαστικώς κατά του ευθυνομένου τρίτου, προβλέπει ωστόσο ότι, στην περίπτωση κατά την οποία, παρά την ύπαρξη του εν λόγω μηχανισμού, ο ασφαλισμένος έχει ήδη λάβει από τον ευθυνόμενο τρίτο αποζημίωση εις ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας, ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως συμψηφίζει τις οφειλόμενες στον ασφαλισμένο παροχές με το ποσό που ο τελευταίος έχει ήδη λάβει από τον ευθυνόμενο τρίτο (βλ. άρθρα 118 και 237 του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων).
Full & Egal Universal Law Academy